Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Στέλιος Καζαντζίδης και Αριστερά

Στέλιος Καζαντζίδης η μεγάλη παντοτινή φωνή της εργατικής τάξης.

Αναρτήθηκε από τον/την thegranma στο Απριλίου 2, 2011

Χρησιμοποίησα αυτό τον τίτλο  γιατί νομίζω αποδίδει  το τι ήταν ο Σ Καζαντζίδης για όλους εμάς που «ζήσαμε με την φωνή του» Ο Σ.Κ ήταν όχι μόνο η μεγάλη φωνή του λαϊκού τραγουδιού αλλά και  κάτι σαν αποκούμπι για την εργατική τάξη της δεκαετίας του 50 και του 60, αλλά και μεταγενέστερα. Τα τραγούδια του Στ. Καζαντζίδη ταυτίστηκαν με μια περίοδο της πρόσφατης, μεταπολεμικής ιστορίας, εκφράσανε πολύ πλατιά λαϊκά στρώματα. Έχει ειπωθεί -κι είναι σωστό- πως ο Καζαντζίδης ήταν ο τραγουδιστής της “ήττας”. Της ήττας του λαϊκού κινήματος μετά τον εμφύλιο, της ήττας ενός λαού που γνώρισε τις σκληρές οικονομικοκοινωνικές συνθήκες της μεταπολεμικής περιόδου, που εξαναγκάστηκε να πάρει το δρόμο της μετανάστευσης και του ξεριζωμού. Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ο Στ. Καζαντζίδης έκφρασε με τον πιο χαρακτηριστικό και αυθεντικό τρόπο την πίκρα, τον πόθο, τον καημό αυτής της ήττας. Και μάλιστα μέσα από μια φωνή με τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες και λαϊκή “ρίζα” Μ’ αυτή την έννοια ο Καζαντζίδης ήταν ένας έξοχος, αυθεντικός και ανεπανάληπτος λαϊκός βάρδος

Το πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον

Όταν το 1953 εμφανίζεται στο λαϊκό τραγούδι ο Σ. Καζαντζίδης, οι μνήμες από την τραγωδία της φασιστικής κατοχής και της αντίστασης αλλά και  της ένοπλης αντιπαράθεσης με τις δυνάμεις του Δημοκρατικού στρατού  είναι ακόμα νωπές, ενώ οι συνέπειες της ήττας  του εργατικού και λαϊκού κινήματος  επιδρούν και στην τελευταία πτυχή της ζωής των ανθρώπων. Η ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού στρατού  σηματοδότησε και τον τερματισμό μιας εποχής ηρωικών και ελπιδοφόρων αγώνων ενός λαού που είχε αποτόλμησει με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος  αλλά και ενόπλου αγώνα να πάρει τις τύχες του στα χέρια του παλεύοντας για το όραμα της «λαοκρατίας»

Οι δυνάμεις  της αστικής τάξης έβγαιναν νικηφόρες  από μια ταξική αναμέτρηση αφού είδαν τον χάρο με τα ματιά τους  γεμίζοντας τα ξερονήσια με αγωνιστές   τρομοκρατώντας την ύπαιθρο με τα ΤΕΑ ενώ οι εκτελέσεις συνεχίζοντα μέχρι το 1954. Όσοι είχαν και την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ φακελώνονται και θεωρούνται «μιάσματα», ενώ  κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης των πιστοποιητικών εθνικοφροσύνης κλπ. Όλα αυτά και σε συνδυασμό με ότι ο εργαζόμενος λαϊκός κόσμος ζούσε μέσα σε μεγάλη ανέχεια αφού στην δεκαετία του 60 η ανεργία έτρεχε στο 25%, ενώ τα μεροκάματα ήταν τόσο άθλια που δεν έφταναν καν για να ξεπληρώνουν τα βερεσέδια στον μπακάλη. Στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς  βασιλεύει η εργοδοτική αυθαιρεσίας ενώ το συνδικαλιστικό κίνημα   ελέγχεται από την ασφάλεια  με τους έμμισθους αντικομουνιστές εργατοπατέρες, όλα αυτά και πολλά άλλα  συμπληρώνουν την εικόνα της ζωής που βίωνε η εργατική τάξη.

Σε αυτές της συνθήκες  προβάλει το «μαύρο τραγούδι» με στίχους που αποπνέουν την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας  της ατομικής και συλλογικής απελπισίας. Ο ΣΚ αναδεικνύεται στον κατεξοχήν ερμηνευτή αυτού του τραγουδιού όχι τυχαία καθώς και ο ίδιος προέρχεται και παραμένει δεμένος με τον κόσμο που εκφράζει. Γενημμένος από πρόσφυγες γονείς στην Ν Ιωνία βιώνει από τα πρώτα του χρόνια την κοινωνική αδικία και την φτώχια. Ζει την κατοχή και την μετέπειτα φασιστική τρομοκρατία αφού ο οικοδόμος πατέρας του βασανίζεται από γερμανοτσολιάδες στην κατοχή και πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση . Ο Σ.Κ αναγκάζεται να κάνει τότε πολλές δουλειές για να επιβιώσει αυτός και  η οικογένεια του. Παράνομος μικροπωλητής, οικοδόμος, εργάτης σε εργοστάσιο κλπ. Φαντάρο μετά τον εμφύλιο τον στέλνουν στην Μακρόνησο γνωρίζοντας την φρίκη του κολαστηρίου. Τα βιώματα που περιγράψαμε παραπάνω αντανακλούνται στα τραγούδια του.  Κανένας άλλος καλλιτέχνης δεν έχει ερμηνεύσει τόσο μεγάλο αριθμό τραγουδιών  που να μιλανε για την φτώχεια την κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση.

.

Αντόνιο Γκράμσι

«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»

Αυτή την εκτίμηση του Γκράμσι η αριστερά μάλλον την αγνόησε στην περίπτωση του Καζαντζίδη αλλά και στην περίπτωση του ρεμπέτικου. Στα τραγούδια του Σ.Κ κυριαρχεί η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας  με τρόπο μερικές φορές αφελή.  Όμως η δική του διαμαρτυρία είναι άμεση και αυθόρμητη διαμαρτυρία της ψυχής. Μιλαει την γλώσσα του κόσμου από όπου προέρχεται, εκφράζοντας το επίπεδο της εργατικής και λαϊκής συνείδησης σε συνθήκες ήττας και διάψευση των ελπίδων. Αυτός είναι ο λόγος που η εργατική τάξη της εποχής αγκαλιάζει τα τραγούδια του.  Αυτό το είδος τραγουδιού η αριστερά  θα το απορρίψει και θα το χλευάσει χαρακτηρίζοντας το μοιρολατρικό, άρα εμπόδιο στην ταξική συνειδητοποίηση. Η αριστερά θα συμπεριφερθεί στον Στέλιο Καζαντζίδη όπως συμπεριφέρθηκε και στο ρεμπέτικο. Απαξιώντας το στην ακμή του και   εκθειάζοντας το αργότερα σαν ένα είδος με μουσειακά χαρακτηριστικά.

Ακόμα και την περίοδο μετά την μεταπολίτευση θυμάμαι να δίνουμε μάχες στο ΚΣ με τον Φαράκο και την Δαμανάκη στο να υπάρχουν λαϊκά και ρεμπέτικα τραγούδια στα φεστιβάλ  της ΚΝΕ. Κατά ένα περίεργο τρόπο η αριστερά εκείνης της εποχής(δεκαετία 50-60) ταυτιζόταν με τους εκπρόσωπους της αστικής ιδεολογίας από διαφορετικές φυσικά αφετηρίες,  που θεωρούσε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι ανατολίτικο , ξενόφερτο, παρακμιακό, αταίριαστο με την ιδεολογία του ελληνοχριστιανισμου.. Αντίθετα πρόβαλαν τα γλυκανάλατα πραγματικά ξενόφερτα τραγουδάκι της οπερέτες κλπ.  Αυτό έχει να κάνει με τις λαθεμένες αναγνώσεις που έκανε η αριστερά στην προσπάθεια της να καθορίσει  την στάση της απέναντι σε λαϊκά φαινόμενα που ποτέ δεν κατάφερε (και δεν καταφέρνει ) να ερμηνεύσει. Αυτό που δεν καταλάβαιναν οι τότε διανοουμένου της αριστεράς είναι ότι η εργατική τάξη εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσε να είναι επαναστατικά αισιόδοξη. Η ήττα λειτούργησε συντριπτικά στις συνειδήσεις του κόσμου ακριβώς γιατί αποτέλεσε της διάψευση της δυνατότητας να ανατρέψει το σύστημα της κοινωνικής ανισότητας και εκμετάλλευσης..

Οι συνθήκες ζωής δεν αφήναν περιθώριο για αυταπάτες και ανέξοδους βερμπαλισμούς .  Η καθημερινότητα είναι τόσο σκληρή που συντρίβει τα οράματα και της ιδέες της απελευθέρωσης. Αυτός ο ηττημένος κόσμος δεν μπορεί πια  να τραγουδήσει  τα επαναστατικά τραγούδα της εαμικης αντίστασης όπως έκανε στα χρόνια της κατοχής και του δευτέρου αντάρτικου. Ούτε όμως από την άλλη μπορούσε να τραγουδήσει τα ανάλαφρα τραγουδάκια που αναφερόταν στις χαρές της ζωής των μικροαστών, τους ρομαντικούς έρωτες. Τραγουδούσε Σ.Κ γιατί είχε συνείδηση της κατάστασης που βίωνε. Το τραγούδι του ΣΚ παρακολουθούσε βήμα βήμα την διαμόρφωση αυτής της συνείδησης  για αυτό διατήρησε και αυτή την σχέση με την εργατική τάξη για δεκαετίες. Τραγούδι απελπισίας και απόγνωσης το «σήμερα χειρότερο από το χτες» το 1956. Τραγούδι μισοαισιόδοξο στα τέλη της δεκαετίας του 50  το «μια καινούργιο κοινωνία θα κτίσω και απ τον κόσμο φτώχια και άδικο θα σβήσω». Θα ακολουθήσει και πάλι την έξαρση του κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του 60  που θα ακουστούν «τα μουτζουρωμένα χέρια και η φόρμα η παλιά κρύβουν χρήμα και αξία και μια τίμια καρδιά» ύμνος των απανταχού μουτζούρηδων των μηχανουργείων  του Πειραιά και της ζώνης του Περάματος για να μην μείνει παραπονεμένος ο ΛΕιμπελ.  Στα γεγονότα του 65 όταν  οι οικοδόμοι είναι η ψυχή της εξέγερσης, ο ΣΚ τραγουδά το «οικοδόμοι παλληκαριά με περήφανη ψυχή».

Μπαίνουμε λοιπόν στην περίοδο των μεγάλων αγώνων της δεκαετίας του 60. Με την εργατική τάξη να τραγουδά αυτά τα τραγούδα που η αριστερά τα απέρριψε σαν μοιρολατρικά. Οι εργάτες, η εργαζομένη νεολαία οι οικοδόμοι που κατέβαιναν στα μαχητικά συλλαλητήρια που υποχρέωναν τους μπάτσους σε άτακτη φυγή «ξηλώνοντας τα πεζοδρόμια».  Όμως στις σκαλωσιές  και  στα μηχανουργία , στα κλωστοϋφαντουργία του «ΜΟΥΖΑΚΗ» στο Αιγάλεω  και της Ν Ιωνίας, τα τραγούδια του Σ.Κ   τραγουδούσαν την ώρα της δουλειάς,  αλλά και στα γλέντια και τις παρέες τους. Και όπως αποδείχτηκε κάθε άλλο παρά ανασταλτικά λειτούργησαν στην ταξική συνειδητοποίηση τους. Αυτό ο Μ Θεοδωράκης  «τόπιασε» αμέσως κάνοντας  την μεγάλη τομή με το πολίτικο του τραγούδι που θεμελιώνετε όμως στις περιφρονημένες βάσεις  από την αριστερά και την τότε διανόηση του λαϊκού τραγουδιού. Ο ΣΚ θα ερμηνεύσει μεταξύ πολλών άλλων το «βράχο βράχο τον καημό μου» κόλαφος στο παπαντρεικο καθεστώς που συνεχίζει και κρατά στα ξερονήσια  χιλιάδες λαϊκούς αγωνιστές.  Θα αντιλαλήσουν οι εργατογειτονιες του Αιγάλεω και του Περιστερίου από το «Σαββατόβραδο»

Ο Σ.Κ  θα εκφράσει όσο κανένας άλλος τον Πόνο της ξενιτιάς. Χιλιάδες εργάτες φεύγουν καθημερινά μετανάστες  «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές» αυτό που περίμενες Υ.  Και τώρα το άμεσο ταξικά αισθητήριο θα καταστήσει τον Σ.Κ τραγουδιστή της μετανάστευσης εκφραστή του πόνου του εργάτη που παίρνει «το τραίνο Γερμανίας Αθηνών στην τρίτη θέση σε μιαν άκρη καθισμένος» Θυμάμαι τον Πατέρα μου κάθε Σάββατο όταν σχόλαγε από το εργοστάσιο που δούλευε ανέβαινε στην ομόνοια και αγόραζε ένα δισκάκι του Καζαντζίδη. Όταν του έβαζε χέρι η μάνα μου ότι ξοδεύει τα λεφτά του σε δίσκους ενώ είχαμε άλλες ανάγκες αυτός της έλεγε «κάτσε καλά γυναίκα και αυτό ανάγκη είναι. Εγώ για τα παιδιά τα παίρνω ..να μαθαίνουν»

Ο ΣΚ θα αποσυρθεί από το πάλκο το 1965 όταν η αστική τάξη ανακαλύπτει τα «μπουζούκια» και ενοχλείται αφάνταστα από αυτούς «που ήθελαν να κάνουν επιδείξεις, που σκορπάμε το χρήμα τους  γιατί ταχουν βγάλει χωρίς κόπο» των νεόπλουτων και των βολεμένων.  Θα συνεχίσει όμως να επικοινωνεί με την εργατιά μέσα από τους δίσκους του μέχρι που και αυτή η δίαυλος επικοινωνίας κλείνει με τα γνωστά προβλήματα με τον Μάτσα.

«Έρχονται χρόνια δύσκολα»

Δεν μπορεί κανείς ν’ αμφισβητήσει ότι η σημερινή εποχή του ΔΝΤ και την απόλυτης εξαθλίωσης αρχίζει και έχει σχέση έχει με την εποχή του ’50-’60 .  Βέβαια στην ιστορία τίποτε δεν επαναλαμβάνεται (εκτός πρόκειται για τραγωδία η  φάρσα) Δεν θα υπάρξει ξανά Σ. Κ σε αυτό συμφωνώ με τους κολλημένους Καζατζιδικούς φίλους μου, όπως δεν θα υπάρξει και τέτοιου είδους λαϊκό τραγούδι. Τι υπάρχει λοιπόν σήμερα? Μπορεί την κληρονομιά του Στέλιου αλλά και άλλων μεγάλων συνθετών και στιχουργών εκείνης της εποχής, να την πάρει μια νέα γενιά λαϊκών τραγουδοποιών και να την αξιοποίηση στο σήμερα? Είναι μια μεγάλη συζήτηση που επιφυλάσσομαι για άλλο ποστ. Αυτό όμως που μας δίδαξε εκείνη η εποχή είναι οτι και στο λαϊκό τραγούδι αλλά και εν γένη στον πολιτισμό αντανακλάτε  η πραγματική συνείδηση της εργατικής τάξης, σιγά την ανακάλυψη θα μου πείτε. Έλα όμως που ακόμα και ημέρα η αριστερά δεν το καταλαβαίνει. Και ποιοι  ρε μεγάλε στις μέρες μας μπορούν να την εκφράσουν?  Δεν μπορώ να απαντήσω αγαπητοί μου Γκραμνιστες, εδώ ο ποιητής που λέει και ο Σαββόπουλος σηκώνει τα χέρια ψηλά.. Παραθέτω όμως  ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη του Σ.Κ στον Κ Μπαλαχούτη, που με προβλημάτισε και που μάλλον έχει δίκιο ο Στελάρας.

«Ο λαός έχασε πια την δύναμή του. Δεν τον φοβάται κανένας. Ούτε οι κυβερνήσεις, ούτε κάποιοι άλλοι κύριοι. Κανείς δεν τον φοβάται πια , ούτε τον σέβεται και τον υπολογίζει. Πάψαν οι άνθρωποι να έχουν δικαιώματα. Ότι αποφασίσουν οι άλλοι για μας. Δεν υπάρχει σεβασμός για τον ανθρώπινο παράγοντα. Βέβαια στην Ελλάδα συμβαίνουν πρωτόγνωρα πράγματα που δεν γίνονται σε κανένα μέρος του πλανήτη, ούτε στην Αφρική. Με ενοχλούν πάρα πολλά για αυτό και βγαίνω και φωνάζω, προσπαθώ να αντιδράσω. Τελευταία άρχισαν όλοι και ζητάνε τον λόγο μου. Ρε παιδιά τους λέω ούτε πολιτικός είμαι και αυτά που λέω είναι γεμάτα πίκρα και πόνο. Και μου απαντάνε “αυτόν σου τον λόγο θέλουμε” αλλά κάπου λέω φτάνει, αρκετά. Βέβαια μερικοί που μου την έχουν στημένη προσπαθούν να παραποιήσουν και να υποβαθμίσουν την προσφορά μου. Δυστυχώς τα πράγματα έχουν πάρει άσχημη τροπή και να δούμε που θα σταματήσει αυτό το κακό. Θυμάμαι πάντα ότι την οργή του κόσμου την φοβόντουσαν και κάνανε πίσω. Λέγανε ότι τον όχλο, το ποτάμι δεν μπορούμε να το σταματήσουμε. Δεν υπάρχει όμως πια φωνή λαού, το βουλώνουμε όλοι και έχουμε αφεθεί στην μοίρα μας. Ότι γίνει και όπου πάει. Και οι πολιτικοί μας όταν ο Ελληνικός λαός τυραννιέται ηδονίζονται.»

’ντε καλή ακρόαση…

Κώστας Μίχος

Γκράνμα

http://goo.gl/DYIyTn

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ: Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ!

………….
«Ο πατέρας μου ήταν κτίστης. Άνθρωπος του μόχθου, της λάσπης και του κασμά. Το κόμμα της φτώχειας, τότε… ήταν το Κ.Κ.Ε. Αυτό λοιπόν, διάλεξε ο πατέρας μου και ο υποφαινόμενος, δυστυχώς. Το λέω με πίκρα. Υπάρχουν στην οικογένεια δύο θύματα…Του ενός τα κόκαλα σχεδόν έχουνε λιώσει και ο άλλος αν τυραννιέται νομίζω πως αιτία είναι τα φρονήματά του, τα οποία ποτέ δεν έδειξε, αλλά μερικοί πονηροί έχουν καταλάβει πως ο Καζαντζίδης για να λέει τέτοια τραγούδια ξεκινάει από εκεί. Στην δικτατορία δεν πειράξανε κανένα καλλιτέχνη, μα κανένα. Σε κάποια φάση ρώτησα τον διευθυντή της εφορίας – πέστε μου κύριε έφορα υπάρχει κάποιος συνάδελφός μου με το ίδιο πρόβλημα με μένα, έτσι να απαλύνει τον πόνο μου; Γιατί με βάλανε κάτω και μου πήρανε ότι είχα και δεν είχα δημιουργήσει μέχρι το 1967. Από ξενύχτια, από κάποιες ψευτοταινιούλες, ότι μάζεψα… Μου τα πήραν όλα. Γιατί το κάνανε αυτό; Γιατί με διάλεξαν εμένα από 1000 τραγουδιστές που υπήρχαμε τότε; Δεν πρέπει να υπήρχε κάποιος άλλος λόγος… ούτε είχα δράση πουθενά, ούτε αντάρτικο είχα κάνει, ούτε τίποτα. Τα φρονήματά μου και τα τραγούδια που είχα πει.

Τόλμησαν (οι του ΚΚΕ) σε μια εκπομπή του Παναγιωτόπουλου, και στείλανε κάποιον ινστρούχτορα να πει ότι είμαι αφελής. Εγώ ο Καζαντζίδης είμαι αφελής. Πρώτα από όλα δεν τους συνέφερε οπαδοί τους να είναι αφελείς όπως εγώ… Έχουν κάνει ένα κανάλι, έχουν γεμίσει όλα τα φασισταριά και παίζονται νυχθημερόν και όχι εγώ, που έπρεπε να ανοίγει το κανάλι τους με μένα και να κλείνει. Όχι για να κερδίσω χρήματα από αυτή τη δουλειά… Από ότι ξέρεις και συ, όλοι οι καλλιτέχνες χτυπιούνται όλη μέρα σε κανάλια με τελικό στόχο το νυχτερινό μεροκάματο… Εμένα ο στόχος μου δεν είναι αυτός. Εγώ δεν έχω τέτοιες βλέψεις. Απλώς ήθελα να βοηθούσαν οι κύριοι αυτοί να υπάρχει λαϊκό τραγούδι. Γιατί μιλάνε για λαό. Ότι είναι οι εκπρόσωποι του λαού.».

Αυτά τα λόγια του Καζαντζίδη, ενισχύουν την άποψη που καταθέτει ο Διονύσης Χαριτόπουλος, σε ένα άρθρο του με τίτλο «Το ΑΑΑ του κόσμου». Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η κοντόφθαλμη αριστερά δεν είδε πως ήταν το πιο ατόφιο, δικό της παιδί· οι διανοούμενοι περιφρονούσαν και απέρριπταν τα τραγούδια του. Δεν κατάλαβαν ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν απλώς ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο.».

Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και η αντιμετώπιση, της οποίας τύγχανε, θα «αναγκάσουν» τον Καζαντζίδη να δηλώσει έναν περίπου χρόνο πριν το βιολογικό του τέλος: «Άμα σου έχει διορίσει, το παιδί σου, τη νύφη σου, το γαμπρό σου, τον πεθερό σου, την πεθερά σου, την κουνιάδα σου, σε κάποια θέση – ΟΤΕ λέγεται, ΔΕΗ λέγεται, δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς θα ψηφίσεις είτε Νέα Δημοκρατία είναι, είτε ΠΑ.ΣΟ.Κ. Εγώ δεν είμαι τίποτα… Ποια δημοκρατία; Από πού και ως που δημοκρατία. Είναι ντροπή. Η λέξη δημοκρατία δεν ταιριάζει σε αυτόν το τόπο. Εγώ δεν ρίχνω καμία ευθύνη στο λαό. Ο λαός είναι το κοπάδι με τα πρόβατα. Οι τσοπάνηδες φταίνε… Δεν πειράζει (που δεν κάνω για πολιτικός). Αυτός είναι και ο λόγος που δεν με πάει κανένας. Δεν είμαι ούτε ΠΑΣΟΚας, ούτε ΝεοΔημοκράτης, ούτε ΚΚΕες, ούτε Δίκης, ούτε Μίκης, ούτε τίποτα… Είμαι άνθρωπος του δικαίου και της αλήθειας. Αυτός είμαι. Αυτός είναι ο Στέλιος, για αυτό και μ’ αγαπάει το πανελλήνιο ανεξαρτήτου πολιτικής τοποθετήσεως. Αυτό τουλάχιστον μου το λένε οι ίδιοι.»

………………

Advertisements

06/10/2014 - Posted by | -Αντίσταση, -Κίνημα, ΚΚΕ

2 Σχόλια »

  1. καλημέρα

    ΣΠΟΥΔΑΊΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ σας ευχαριστώ

    Σχόλιο από akrat | 07/10/2014

  2. «Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης!»
    Φορούσα κοντά παντελονάκια και η αδελφή μου ένα μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, ασορτί με το λευκό φουστανάκι που της είχε ράψει η μητέρα μας, όταν μια Κυριακή βράδυ είδαμε πρώτη φορά από κοντά τον Καζαντζίδη, στον «Αστέρα»!
    Σε ένα κατάμεστο μαγαζί, κοιτούσαμε τον όμορφο άντρα στο πάλκο που, με μια κιθάρα στα χέρια, τραγουδούσε όλο το βράδυ: η φωνή του, γνώριμη από τα γραμμόφωνα της γειτονιάς, ήταν πιο επιβλητική χωρίς τα σκρατς των 78άρηδων δίσκων.
    Τέλη της δεκαετίας του ’50, νιόφερτοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, πηγαίναμε συχνά στις ταβέρνες της Κοκκινιάς, οικογενειακώς. Οι τιμές προσιτές, το φαγητό λιτό, το περιβάλλον φιλικό και στο πάλκο μπορεί να κάθονταν ακόμα κι ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα! Αυτά τα τραγούδια έδεναν απολύτως με τα συναισθήματα των γονιών μας και με το περιβάλλον στην Κοκκινιά, όπου υπήρχε ζωντανή μια μικρή Μικρά Ασία, αυτάρκης. Με τα ωραία πλίθινα σπίτια και τις αυλές των λίγων τετραγωνικών, τα μπακάλικα, τους φούρνους και τους αργαλειούς, τους εμπόρους και τους μαστόρους πάσης φύσεως. Στα ασπρισμένα πεζοδρόμια οι γιαγιάδες παίνευαν τη Σμύρνη, οι εργάτες συζητούσαν για την ΕΔΑ και οι πιτσιρικάδες έστηναν αυτοσχέδιες παραστάσεις Καραγκιόζη, με ένα παλιό σεντόνι, μεταχειρισμένα κεριά και χάρτινες φιγούρες του Μπαρμπα-Γιώργου και του Χατζατζάρη.
    Αργότερα, όταν μετακινηθήκαμε στα μικροαστικά Πατήσια, στη δεκαετία που κατεδαφίζονταν οι μονοκατοικίες, το είδωλο του Καζαντζίδη μάς ακολούθησε, καθώς από τις σκαλωσιές των ανεγειρόμενων οικοδομών ξεχύνονταν στην οδό Λευκωσίας οι βαριές φωνές των μπετατζήδων που τραγουδούσαν φωναχτά τη «Μαντουμπάλα» και τη «Ζιγκουάλα». Μερικές απ’ αυτές τις φωνές τις άκουγε και ο Στέλιος ανηφορίζοντας την οδό Κνωσού για να πάει στην κυρία Γεσθημανή.
    ΤΟ ΔΡΑΜΑ
    Εκείνη την εποχή, που τελειωμό δεν είχε, ο Καζαντζίδης πήρε πάνω του όλο το ψυχολογικό και συναισθηματικό φορτίο της φτωχολογιάς. Με τους στίχους του Βίρβου και του Κολοκοτρώνη και τη μουσική του Δερβενιώτη και των άλλων σπουδαίων δημιουργών, τραγούδησε ό,τι πιο βαρύ και ασήκωτο κουβαλούσε η ψυχή των ανθρώπων της εποχής. Κανένας άλλος δεν τραγούδησε τόσο πειστικά για το δράμα του ξεριζωμού, για το μόχθο του μεροκαματιάρη και το μαράζι της αγάπης σε καιρούς που η κοινωνική αδικία ξεχείλιζε. Ούτε η λογοτεχνία, ούτε ο κινηματογράφος, ούτε το θέατρο της εποχής έπιασαν με τόσο δραματικό και άμεσο τρόπο αυτή την ανθρώπινη ταπείνωση και εξουθένωση, αυτή την εθνική τραγωδία, όπως τα έπιασε το τραγούδι, με τον Καζαντζίδη σαν κύριο εκφραστή. Αν και μόνον αυτό θα αρκούσε για να τον εξυψώσει στη συνείδηση του λαού, ο Καζαντζίδης διακρίθηκε και κέρδισε τον τίτλο του με μια συνολική στάση ζωής, προσωπική και αμίμητη.
    Η ΑΠΟΥΣΙΑ
    Το 1965, ο Καζαντζίδης ξεκόβει από τα μαγαζιά, νεότατος και με μεγάλα σουξέ πίσω του! Και δεν επανέρχεται ούτε δέκα χρόνια αργότερα, με τις επιτυχίες «Υπάρχω» και «Η ζωή μου όλη», ούτε όταν του προτείνουν να κάνει 3 ή και 5 Ολυμπιακά Στάδια στη σειρά, το 1983!!Αντ’ αυτού, περνάει τη ζωή του ανάμεσα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Πεύκη και το ησυχαστήριο του Αγίου Κωνσταντίνου. Οποια εξήγηση και να δώσει κανείς, είτε τη χαρακτηρίσει πράξη φοβίας είτε πράξη γενναιότητας, είναι πράξη που δείχνει άνθρωπο με άποψη και έντονες ευαισθησίες.Γι’ αυτό, η ατομική πορεία του Καζαντζίδη παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Πρώτον, αυτοπεριορίζεται οικειοθελώς, εγκαταλείπει το προσκήνιο και τα μεγάλα μεροκάματα, χωρίς να εγκαταλείπει το τραγούδι.
    Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ
    Δεύτερον, συγκρούεται ανοιχτά με το Μάκη Μάτσα, τον ισχυρότερο παράγοντα στη δισκογραφία, εμπλεκόμενος σε μια αντιδικία που κρατάει περισσότερο από δέκα χρόνια, με μεγάλο προσωπικό κόστος. Σε αντίθεση με τους λεγόμενους «προοδευτικούς» τραγουδιστές, που ποτέ δεν συγκρούστηκαν και δεν διακινδύνευσαν τα συμφέροντά τους, ενώ η επένδυση στον «προοδευτισμό» τούς απέφερε μεγάλα οφέλη, δόξα και χρήμα!Ο Καζαντζίδης δεν απέκτησε κότερα και βίλες για να δεξιώνεται ισχυρούς φίλους, να κλείνει δουλειές και να εξασφαλίζει επιχορηγήσεις. Παντρεύτηκε με τη Βάσω και κουμπάρεψε μ’ αυτούς που έπινε κρασί και πήγαινε για ψάρεμα. Ετσι, κατεβαίνοντας από το πάλκο, είχε διαφυγόντα δισεκατομμύρια και μένοντας εκτός δισκογραφίας έχασε πολλά καλά τραγούδια που, ενώ προορίζονταν γι’ αυτόν, τελικώς τα είπαν άλλοι.Εντούτοις, παρά τις αντιξοότητες, η επιρροή του συνεχώς απλωνόταν. Με τη φωνή του Καζαντζίδη, το ελληνικό τραγούδι έφτασε στις άκρες του κόσμου. Πολύ πριν αρχίσουν οι επιχορηγούμενες συναυλίες και τα δορυφορικά κανάλια. Η φωνή του ήταν το μέσο και το διαβατήριο. Στην ευρύτερη περιοχή μας, λαοί με σπουδαία μουσική κουλτούρα, Τούρκοι, Πέρσες και Αραβες, τοποθέτησαν τον Καζαντζίδη δίπλα στα άλλα υπερεθνικά μεγαθήρια της Μεσογείου, την Ουμ Καλσούμ, τη Φέιρουζ και τον Ζεκί Μουρέν, που ο Καζαντζίδης χωρίς αίσθημα κατωτερότητας αναγνώρισε ως δάσκαλό του.
    ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ
    Οταν είχαμε πάει με την Ελένη Βιτάλη στο Ισραήλ, πριν από μερικά χρόνια, το μόνο που μας ρώτησε ο νεαρός υπάλληλος που χειριζόταν το ασανσέρ του ξενοδοχείου ήταν «είναι καλά ο Καζαντζίδης;»!Χωρίς μάρκετινγκ, διά χειρός ακροατών, η φωνή του Καζαντζίδη έφτανε παντού. Θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια, στη Γερμανία, ταξιδεύοντας με οτοστόπ, γνώρισα ένα γερμανό συνταξιούχο αστυνομικό, που στα χρόνια της μαζικής μετανάστευσης υπηρετούσε στο τελωνείο. Αυτός μου είπε ότι στις αποσκευές των Ελλήνων, μαζί με τα απολύτως απαραίτητα ρούχα και σκεύη, οι τελωνειακοί συχνά έβρισκαν εικόνες της Παναγίας και σαρανταπεντάρια δισκάκια με τραγούδια του Καζαντζίδη! «Λέγανε παλιά οι οικογένειες, πήγαινε γυναίκα να πάρεις φασόλια, ρεβίθια, λίγο ρύζι, αλλά πάρε και το δίσκο του Καζαντζίδη, αυτός που είχαμε τρύπησε πια, έλιωσε από το παίξιμο… Παίρνανε το δίσκο του Στέλιου μαζί με το φαΐ, ρε! Ο Καζαντζίδης ήτανε μέσα στις ανάγκες του κοσμάκη!” έλεγε ο Γιώργος Ζαμπέτας («Βίος και Πολιτεία», Ιωάννα Κλειάσιου, εκδ. «Ντέφι»).

    Ο ΜΥΘΟΣ
    Θρύλος εν ζωή. Ο μοναδικός στο ελληνικό τραγούδι. Με ακροατές να ορκίζονται στο όνομά του, να βαφτίζουν τα παιδιά τους με το όνομά του και να σταυροκοπιούνται μπροστά στη φωτογραφία του! Εχω γνωρίσει αρκετούς. Σαν τον «Υπάρχω» στη Σκύρο, τον καλόγερο που ερχόταν από το Αγιο Ορος στο γραφείο μου για να μάθει νέα του και τους φοιτητές από το Αριστοτέλειο που ξεκίνησαν το 1979-80 τη συλλογή υπογραφών για την αποδέσμευσή του από τη Μίνως!Ομως, αυτή η ανθεκτική μυθοποίηση ανέβαλε επ’ αόριστον την ανάγκη να εκτιμηθεί περισσότερο σε βάθος και πλάτος η αξία και η προσφορά του, ώστε να μην περιορίζεται η αιτία της δημοτικότητάς του σε ένα είδος ρεπερτορίου και στον όγκο της φωνής του. Σ’ αυτή την καθυστέρηση συνέβαλε η μεγάλη εχθρότητα που αντιμετώπισε το λαϊκό τραγούδι από κοινωνικές ομάδες με επιρροή και εξουσία, αλλά και η δογματική προσέγγιση του μεταπολεμικού τραγουδιού από μερίδα της ρεμπετόφιλης ιντελιγκέντσιας που εκφραζόταν απαξιωτικά για τον Καζαντζίδη. Λογοκρισία και αποκλεισμός από την άρχουσα τάξη, απόρριψη και περιφρόνηση από την πλευρά της αριστεράς, επί δεκαετίες!Σε μια εμπεριστατωμένη επίμοχθη έρευνα που πραγματοποιήσαμε το 1986 (περιοδικό «Ντέφι», τ. 11), σε μια εποχή που το λαϊκό τραγούδι ήταν δημοφιλές, το κρατικό ραδιόφωνο ανοιγόταν δειλά στον Καζαντζίδη! Καταγράφοντας και αναλύοντας εκατοντάδες ώρες μεταδόσεων των τεσσάρων ραδιοφωνικών σταθμών της ΕΡΤ1 και της ΕΡΤ2, που είχαν το απόλυτο μονοπώλιο σε εθνική κλίμακα, διαπιστώσαμε ότι ο Καζαντζίδης είχε παιχτεί μόλις 18 φορές μέσα σε μια ολόκληρη εβδομάδα, από τους τέσσερις σταθμούς, ήτοι 4,5 τραγούδια του από τον κάθε σταθμό εβδομαδιαίως!!
    ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ
    «Οταν ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε το “Βράχο – βράχο”, που έσπασε τότε όλα τα ρεκόρ πωλήσεων, ήταν ήδη ένας βασιλιάς του λαϊκού τραγουδιού» έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης. Ακόμα κι αυτοί που υποστήριζαν το έργο το δικό του και τού Χατζιδάκι αδυνατούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τη γενικότερη αξία, αλλά και την ιδιαίτερη συμβολή του Καζαντζίδη στη διαμόρφωση του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Από άγνοια και προκατάληψη. Ο Καζαντζίδης, ως μέλος της άτυπης ομάδας Χιώτη-Παπαδόπουλου-Καρνέζη-Μπιθικώτση-Γαβαλά-Μαρινέλλας κ.ά., έδωσε σχήμα και χρώμα στα πρώτα, τα πιο αγαπημένα λαϊκά τραγούδια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, τα οποία αποτέλεσαν το μοντέλο πάνω στο οποίο χτίστηκε το οικοδόμημα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού. Σε μια εποχή που ο Καζαντζίδης τραγουδούσε «Ο,τι αγαπάω εγώ πεθαίνει» του Απόστολου Καλδάρα, «Την πόρτα μη μου κλείνεις» του Γιώργου Λαύκα, «Παίξε Χρήστο το μπουζούκι» του Βασίλη Τσιτσάνη και δεκάδες τραγούδια για την αγάπη, την ξενιτιά, τη φτώχεια και τον κατατρεγμό, με τη δική του φωνή το κοινό αγκάλιασε και τραγούδησε «Βράχο-βράχο», «Παράπονο» (Μ.Θ. – Δ. Χριστοδούλου), «Σαββατόβραδο» (Μ.Θ. – Τ. Λειβαδίτη), «Ο κυρ Αντώνης», «Το πέλαγο είναι βαθύ» (Μ.Χ.), αλλά και «Καταχνιά» και «Δεν θέλω να μου δέσετε τα μάτια» (Χρ. Λεοντή – Κ. Βίρβου) και πολλά άλλα!
    Η ΣΙΩΠΗ
    Ο μετρ της δισκογραφίας Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης διέγνωσαν εγκαίρως ότι οι μελοποιημένοι στίχοι των ποιητών θα βρουν την ιδανικότερη έκφρασή τους με τη φωνή και το αίσθημα των λαϊκών τραγουδιστών! Και σ’ αυτό συμφώνησαν και οι ίδιοι οι ποιητές, ο Γκάτσος, ο Ρίτσος, ο Βάρναλης, ο Λειβαδίτης, ο Χριστοδούλου κ.ά.!Χωρίς την «εμπλοκή» αυτής της εκλεκτής λαϊκής ομάδας, ίσως το «έντεχνο», με τις ενδιαφέρουσες αλλά σε άλλο μήκος κύματος ερμηνείες του Λάκη Παπά και της Ντόρας Γιαννακοπούλου, να είχε εντελώς άλλη πορεία και τύχη. Αυτή η συνεισφορά του Καζαντζίδη αποσιωπήθηκε, γιατί η αναγνώρισή της θα εξουδετέρωνε τη βασική μομφή των επικριτών του, ότι «τραγουδάει κλαψιάρικα»! Ασφαλώς, δεν ήταν δυνατόν να αρέσει σε όλους, αλλά η απόρριψή του είχε περισσότερο κοινωνική παρά στενά αισθητική τεκμηρίωση. Ενοχλεί η θεματολογία των τραγουδιών, η εντοπιότητα της μουσικής, η αμεσότητα της λαϊκής έκφρασης, το ίδιο το κοινό που καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτά τα τραγούδια. Ενα αγροτόπαιδο από τη Δράμα που περιφέρεται με έναν μπόγο στο σταθμό του Μονάχου και ένας μουντζουρωμένος ανθρακωρύχος που δουλεύει γονατιστός σε κάποια στοά του Βελγίου δεν είναι ευχάριστα θέματα για να τραγουδιούνται στα σαλόνια και τα ακριβά εστιατόρια. Δεν είναι light και έχουν αγκάθια.
    Η ΓΛΩΣΣΑ
    Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται ακόμα να ξεπεράσουν το κόλλημά τους. Αραγε πόσοι έχουν καταλάβει τον σημαντικότατο ρόλο που έπαιξε το λαϊκό τραγούδι στο να αποκτήσουν οι Ελληνες μια κοινή γλώσσα! Τη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι απλοί προικισμένοι καλλιτέχνες στα καφενεία και τα πάλκα της Σμύρνης, της Πόλης και της Σύρας, στην Αθήνα, τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τα Τρίκαλα. Οταν, στις δεκαετίες ’50-’60, ο Ελληνας της επαρχίας μιλούσε με την τοπική διάλεκτο και προφορά, στα σχολεία επίσημη γλώσσα ήταν η καθαρεύουσα και οι πολιτικοί, οι δικηγόροι, οι δεσπότες και οι χωροφύλακες μιλούσαν μειξοκαθαρευουσιάνικα, ο Τσάντας, η Παπαγιαννοπούλου και ο Βίρβος έγραφαν σε μια γλώσσα ενιαία, απλή, πλούσια και εύχρηστη! Μόνο το λαϊκό τραγούδι «μιλούσε» την κοινή νεοελληνική γλώσσα. Το λαϊκό τραγούδι ήταν το μεγάλο σχολείο της γλώσσας, σε εθνική κλίμακα, με συνοδοιπόρο το λαϊκό σινεμά, το Λογοθετίδη, τη Βουγιουκλάκη, τον Ηλιόπουλο, τη Λαμπέτη…
    ΤΟ ΧΡΩΜΑ
    Την ώρα που οι «ευρωπαϊστές», τραγουδούν με ξενική προφορά τα ελαφρά τραγουδάκια του Χαιρόπουλου, ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, η Μπέλλου και οι άλλοι τραγουδιστές, με την ωραία προφορά τους, αποτελούν τους φορείς της σύγχρονης γλώσσας. Αυτούς ακούνε, αυτούς μιμούνται οι απανταχού ακροατές, στην πόλη και το χωριό, στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Με τον Καζαντζίδη επικεφαλής, πρώτο μεταξύ ίσων. Ο Καζαντζίδης αποτελεί πρότυπο και υπόδειγμα όχι μόνο για την τονική του ακρίβεια, αλλά για το σύνολο της εκφραστικής του πληρότητας. Το α είναι α και το ο είναι ο. Ολοστρόγγυλα και καθαρά. Μάθημα ορθοφωνίας. Ο τονισμός των λέξεων, το τελικό «ν» και οι παρηχήσεις των συμφώνων, οι παύσεις και οι αναπνοές, ο χρωματισμός και ο κυματισμός των φράσεων, έχουν αρτιότητα, γλυκαίνουν τη μελωδία και κάνουν το νόημα απολύτως εύληπτο και κατανοητό. Σ’ αυτό το σημείο, ο Καζαντζίδης υπερέχει πάντων. Ακόμα κι όταν η ερμηνεία του είναι βαριά και το ύφος του θρηνητικό, η εκφραστική του ευγένεια δεν χάνεται. Και στα πιο «ασήκωτα» τραγούδια, ο Καζαντζίδης δεν ολισθαίνει σε φωνητικούς βαρβαρισμούς. Το «κλάμα» του έχει μέτρο και λόγο ύπαρξης. Με ρίζες σε μια τεράστια παράδοση αιώνων. Εκκλησιαστικοί ύμνοι, μοιρολόγια και αμανέδες αποτελούν την καρδιά της μεγάλης ανατολικής παράδοσης που καλλιεργήθηκε από την Καππαδοκία ώς τη Μάνη και από την Ηπειρο ώς την Τραπεζούντα. Οι σημερινοί τραγουδιστές, προϊόντα ενός κόσμου πλαστικού, κακοποιούν τα πιο δραματικά σε περιεχόμενο τραγούδια, τραγουδώντας τα με τεράστια χαμόγελα επιτυχίας και μες στην τρελή χαρά! Είτε τραγουδούν τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» είτε το «Φέξε μου που γλίστρησα», είναι το ίδιο! Χαζοχαρούμενοι, απαίδευτοι και ανυποψίαστοι.
    Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ
    «Καλοκαίρι 1962. Αρχίζει να τραγουδάει ο Στέλιος… Τραγουδάει ο Στέλιος και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Μου ‘φυγε το μπουζούκι απ’ τα χέρια, δεν ήξερα πώς να το κρατήσω, έμεινα να τον κοιτάω και ν’ ακούω… Μεγάλος, πολύ μεγάλος! Μεγάλη σημαία ο Καζαντζίδης. Οταν λέμε τη λέξη Καζαντζίδης τελειώνουν όλα…» έλεγε και πάλι ο Γιώργος Ζαμπέτας στη βιογραφία του. Ο Καζαντζίδης έβαλε πολύ ψηλά τον πήχυ και τράβηξε το λαϊκό τραγούδι προς τα πάνω. Τον Καζαντζίδη άκουγαν στα όνειρά τους οι συνθέτες και οι στιχουργοί και πάνω του έγραφαν τα καλύτερα τραγούδια τους. Η έκταση της φωνής του, η ευχέρειά του να αρθρώνει σωστά τις δυσκολότερες λέξεις διατηρώντας τη μελωδία ακέραιη, η άνεσή του να διεισδύει, να συγκινεί και να ξαλαφρώνει την ψυχή του ακροατή, τον καταξίωσαν σαν τον ιδανικό ερμηνευτή.
    Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
    Τα τελευταία χρόνια, χωρίς να έχει πει τραγούδια που έγιναν επιτυχία, χωρίς να είναι της μόδας, χωρίς δημόσιες εμφανίσεις, εξορισμένος και πάλι από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς, με νέους αστέρες να κατακλύζουν τα ΜΜΕ, οι πωλήσεις των δίσκων του είναι πραγματικά εκπληκτικές και απλησίαστες! Μία μόνο εταιρεία, η ΜΒΙ, που κυκλοφόρησε τους νέους δίσκους του, από το 1990 και μετά, πραγματοποίησε πωλήσεις που ξεπερνούν τα 800.000 αντίτυπα!! Χωρίς σουξέ!Αν προσθέσει κανείς τις σταθερές πωλήσεις του κλασικού ρεπερτορίου του από την EMI-MINOS, τα δεκάδες χιλιάδες CD με δικά του τραγούδια που μοίρασαν τα περιοδικά και τα τραγούδια που έχουν περιληφθεί σε δεκάδες συλλογές, ο συνολικός αριθμός των αντιτύπων που πουλήθηκαν μόνο την τελευταία δεκαετία υπερβαίνει τα δύο εκατομμύρια!
    ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ
    Ο λόγος και πάλι στο Ζαμπέτα: «Ο Καζαντζίδης… είχε μια κακοπιστία στα μαγαζιά, καθότανε κάνα μήνα και την κοπάναγε. Δεν ξέρω τι του έφταιγε αυτού του παιδιού. Μπορεί να φταίγαμε εμείς, να μην τον νιώθαμε, δεν ξέρω. Μπορεί να μην τον καταλάβαινε κανένας μας. Αλλά αυτός που δεν έφταιγε σίγουρα ήταν ο κόσμος, που τον αγάπαγε και τον ήθελε. Γιατί ήτανε είδωλο, μεγάλο είδωλο, κι αποκλείεται να ξαναβγεί τέτοιος μύθος, τέτοιο είδωλο». Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Καζαντζίδης δεν ενήργησε συνειδητά. Οτι, φοβίες, προλήψεις, προκαταλήψεις, έμμονες ιδέες και άλλες ανθρώπινες αδυναμίες και αναστολές, που προϋπήρχαν, τον οδήγησαν στην απομόνωση και τη σύγκρουση. Τέτοιου είδους συζητήσεις απασχόλησαν τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού, χωρίς βέβαια να καταλήγουν σε πειστικά συμπεράσματα, αφού η προσπάθεια να διεισδύσει κανείς στα άδυτα της ψυχής είναι μάλλον ατελέσφορη. Ομως, όποιο και να είναι το βαθύτερο άγνωστο ψυχολογικό μείγμα του ανθρώπου, το δημόσιο πρόσωπό του, ο καλλιτέχνης, αξιολογείται από το έργο, το ταλέντο και την προσφορά του. Και, όσον αφορά τα βαθύτερα κίνητρά του, είναι πλέον γεγονός ότι, θες από ένστικτο, θες από λογική επιλογή, η σθεναρή και αταλάντευτη επιμονή του υπέρ ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής, για τόσες δεκαετίες, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για να αμφισβητηθεί η συνέπειά του, λόγων και έργων.
    ΤΑ ΜΜΕ
    Θα έλεγα μάλιστα ότι οι κατά καιρούς δημόσιες εκρήξεις του Καζαντζίδη επιβεβαίωσαν την εικόνα που έχουμε γι’ αυτόν. Οι δηλώσεις και οι αντιδράσεις του συχνά, είτε είχε δίκιο είτε άδικο, ήταν άτσαλες και άκομψες, σε σημείο που κλόνιζαν το κύρος του και τον εξέθεταν. Ισως, όμως, αυτή ακριβώς η αδεξιότητα διαχείρισης της δημόσιας εικόνας του να επιβεβαιώνει τον αυθορμητισμό του και την έλλειψη οποιασδήποτε επαφής με τον κόσμο της δημοσιότητας. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, η έκθεσή του στα φώτα της δημοσιότητας εξυπηρέτησε μόνο τους επαγγελματίες των μέσων, οι οποίοι τον έβγαζαν από το καβούκι του και τον παρέσυραν σε κακοτράχαλα μονοπάτια από τα οποία συνήθως η έξοδος ήταν τραυματική. Ημασταν μαζί με τον Ακη Πάνου, στο στούντιο όπου ηχογραφούσε ο Καζαντζίδης για τους «Ρεπόρτερς» (ΕΡΤ). Εχω συμπράξει και έχω συμμετάσχει σε άπειρες ηχογραφήσεις τραγουδιών, με τους καλύτερους τραγουδιστές, αλλά η εμπειρία με τον Καζαντζίδη ήταν μοναδική. Οταν τελείωνε με την πρώτη εγγραφή το τραγούδι, κρύβαμε τον ενθουσιασμό μας, για να τον ακούσουμε να το ξαναλέει. Ο Ακης έκανε δήθεν υποδείξεις, κοιτώντας με με νόημα. Φαντασία!Πριν τον κόψουν, ο Καζαντζίδης μας έλεγε ότι ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα εμφανιζόταν στην τηλεόραση, με δημοσιογράφους που εμπιστευόταν. Ομως, η χαρά του δεν κράτησε πολύ, όχι γιατί ο Λιάνης και ο Δημαράς δεν τον αγαπούσαν, κάθε άλλο, αλλά γιατί, υπερτιμώντας τις δυνάμεις τους, τουλάχιστον δεν φρόντισαν να προετοιμάσουν έναν άσχετο με τα ΜΜΕ άνθρωπο για το τι τον περίμενε μετά!
    ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    Ο Καζαντζίδης ήταν εύκολο να γίνει θύμα, γιατί ήταν ξεκομμένος, δεν σκεφτόταν δημοσιοσχεσίτικα και είχε πάθη. Ενας σύγχρονος σταρ θα άφηνε τους δικηγόρους να χειριστούν τη διαφορά του με το Νικολόπουλο. Εκείνος, εκτός εαυτού, έπεσε στα σαγόνια της τηλεόρασης, περιστοιχισμένος από υποστηρικτές του που δεν έβλεπαν τίποτα άλλο από το ίνδαλμά τους.Ηπλήρης ταύτισή του με το λαϊκό τραγούδι δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Ανεπηρέαστος από τις ευμετάβλητες μόδες και τάσεις, ο Καζαντζίδης δεν πέρασε ποτέ τις διαχωριστικές γραμμές. Η επικαιρότητα τον αφήνει ασυγκίνητο. Πιστεύει βαθιά ότι το λαϊκό τραγούδι αγγίζει την ανθρώπινη ψυχή και ότι είναι αναντικατάστατο. Εχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι το λαϊκό τραγούδι είναι πλήρες και επαρκές για να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα και των ακροατών του. Πεποίθηση που επιβεβαιώνεται από την απήχησή του.Δεν τον αγγίζουν αυτά που καθορίζουν τις επιλογές και τις συμπεριφορές των νεότερων τραγουδιστών. Τους παρατηρεί αδιάφορα, να αλλάζουν ρεπερτόριο, ήχο, κούρεμα, καπέλο, να προσθέτουν φώτα και εφέ, να στήνουν μηχανισμούς δημοσίων σχέσεων, να έχουν άποψη επί παντός, να είναι μέσα σ’ όλα, να διαφημίζουν προϊόντα και να φλερτάρουν με την εξουσία. Το λαϊκό τραγούδι τον καλύπτει εκφραστικά και επικοινωνιακά πλήρως. Του καλύπτει και τα καθημερινά έξοδα. Μέχρις εκεί. Σε μια μεγάλη συζήτηση που είχαμε κάνει το 1979 (περιοδικό «Μουσική», τ. 29), εγώ έψαχνα τρόπους για να τον επαναφέρουμε στο τραγούδι κι αυτός μου έλεγε πόσο ανησυχεί που η ανεξέλεγκτη αλιεία με τις τράτες καταστρέφει το γόνο των ψαριών! Για τον Καζαντζίδη, το τραγούδι δεν ξέπεσε σε καριέρα.
    Η ΣΦΡΑΓΙΔΑ
    Η τελευταία κουβέντα είναι του Ζαμπέτα: «Λάρισα, 1958. Πηγαίνοντας για το ξενοδοχείο, ήταν έξω ένας κάθε βράδυ που πούλαγε στραγάλια και σταφίδες. Μου λέει μια μέρα, που με έβλεπε να περνάω με το μπουζούκι, παλικάρι μου να σε ρωτήσω κάτι; Αυτός ο άνθρωπος που τραγούδαγε πριν από σας εδώ, πότε θα ξανάρθει πάλι; Αυτός ήρθε, παλικάρι μου, δέκα μέρες κι εγώ αυτές τις μέρες έφτασα να μαζέψω από τα στραγάλια 200.000 δραχμές και τώρα θα παντρέψω το κορίτσι μου! Τώρα με σας, βγάζω 40 δραχμές τη μέρα. Τι να κάνω;
    «Τον Καζαντζίδη εννοούσε… Ο γέροντας μου είπε ότι, όταν τραγούδαγε ο Στέλιος, σταμάταγε το τρένο και κατεβαίνανε όλοι κάτω, μαζί κι ο μηχανοδηγός, για να τον ακούσουνε! Τι πα να πει πρωθυπουργός και πρόεδρος! Μιλάμε για σφραγίδα οντότητος αξεπέραστη. Σταμάταγε το τρένο, ρε, το καταλαβαίνετε; Πράμα που δεν έχει συμβεί στους αιώνες! Μόνο με το Μεγαλέξανδρο έχει συμβεί αυτό το πράμα!»

    ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
    ART & ΘΕΑΜΑΤΑ – 23/09/2001

    http://elliniadis.wordpress.com/2001/09/23/shmaia-kazantzidis/

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 04/11/2014


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: