Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Άρης Αλεξάνδρου

…ένας ρωσοπόντιος ήτανε και αυτός! 

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, εσθονικής καταγωγής, ο Αριστείδης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ (Aγία Πετρούπολη), ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα.

alexandrou.jpg  Επιστροφή

Έτσι που γυρίσαμε

γυαλίζουνε οι ράγιες στο σκοτάδι

απ’ την πολλή σιωπή

έτσι που γυρίσαμε

βρήκαμε τους εισπράκτορες σφαγμένους

και το πεντακοσάρικο για το εισιτήριο

θα μας περισσεύει

και τα τέσσερα χρόνια

γι’ αυτό που λέγαμε ζωή μας

θα μας λείπουν

έτσι που γυρίσαμε κι οι δρόμοι προχωράνε

τετραγωνίζοντας την άδεια πολιτεία

σε πένθιμους φακέλους

κι αυτός ο αστυφύλακας περνάει και χασμουριέται

Θεέ μου! ας μίλαγε τουλάχιστον αυτός

κι ας μου ζητούσε

την ταυτότητά μου.

Με μητρική κυριολεκτικά και μεταφορικά, γλώσσα τα ρωσικά, δυσκολεύτηκε τον πρώτο καιρό να προσγειωθεί στην ελληνική γλωσσική πραγματικότητα, αλλά, με την πραγματική ιδιοφυία που επέδειξε στην εκμάθηση των ξένων γλωσσών, γρήγορα προσαρμόστηκε και έφτασε σ’ εκείνη την αίσθηση της γλώσσας που διαπιστώνεται στο σύνολο του έργου του, προσωπικού και μεταφραστικού.

Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς γι αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε. Το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. Συγχρόνως από τις πρώτες μέρες της Κατοχής, μαζί με άλλους φίλους και γνωστούς (Ανδρέα Φραγκιά κ.α) δημιούργησαν μια αντιστασιακή ομάδα (τυπογραφείο). Αργότερα τα μέλη της μικρής και αυθόρμητης αυτής ομάδας, προσχώρησαν στην αναγεννημένη οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας.

Ωστόσο αυτός ο από χαρακτήρα και νοοτροπία φιλελεύθερος στοχαστής δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στους πειθαρχικούς κανόνες ενός «οργανωμένου», σε περίοδο μάλιστα παρανομίας. Γι αυτό και σε λίγους μήνες, με την πρώτη εμφανή κρίση, αποχώρησε.

Η απομάκρυνσή του από την ενεργό κομματική δράση και η μη συμμετοχή του στις δραστηριότητες της Αριστεράς και εδώ ειδικά στα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, δεν εμπόδισαν τις αγγλικές στρατιωτικές αρχές, που είχαν έρθει στην Ελλάδα, να τον συλλάβουν και να τον στείλουν στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, όπου έμεινε έως τον Απρίλιο του ’45. Επίσης, παρόλο που δεν έχει ανάμειξη στον εμφύλιο πόλεμο συλλαμβάνεται το 1948 και, επειδή αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες του, στέλνεται και παραμένει διαδοχικά στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου και Άγιου Ευστράτιου, από τον Ιούλιο του 1948 έως τον Οκτώβριο του 1951.

Μετά ένα χρόνο, το Νοέμβριο του 1952, και ενώ είχε μείνει ελεύθερος δικάζεται από το Στρατοδικείο Αθηνών ως ανυπότακτος (κατά την εποχή που ήταν εξόριστος). Καταδικάστηκε πρωτοδίκως σε 10 χρόνια ειρκτή και έμεινε διαδοχικά στις φυλακές Αβέρωφ, Αίγινας και Γυάρου. Στην αναθεώρηση της δίκης η ποινή του περιορίστηκε στα 7 χρόνια και απολύθηκε τον Αύγουστο του 1958 με τη χάρη του ενός τρίτου.

Μετά την αποφυλάκισή του παντρεύεται την Καίτη Δρόσου και εγκαθίσταται στο σπίτι της. Το 1967 έφυγαν μαζί στο Παρίσι από το φόβο μιας νέας σύλληψης από τη δικτατορία. Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου.

Με το Κιβώτιο βρισκόμαστε στο κλίμα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου-ακριβέστερα, στο τέλος του (καλοκαίρι του 1949). Μια 40μελής ομάδα «εθελοντών» και επίλεκτων κομμουνιστών αναλαμβάνει την ύψιστη αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Κανείς δεν έχει ιδέα για το περιεχόμενο του κιβωτίου ούτε για τον τελικό στόχο των κινήσεών τους : το αρχηγείο αρκείται να τους υποδεικνύει κάθε μέρα το δρομολόγιο της επομένης. Ωστόσο έχει γνωστοποιηθεί σε όλους ότι η «επιχείρηση – κιβώτιο» είναι τόσο σημαντική ώστε ενδεχομένως να κρίνεται από αυτήν η έκβαση του πολέμου. Εξ ου και οι αυστηρές προδιαγραφές της πορείας: καμιά καθυστέρηση δεν θα γίνεται ανεκτή και κάθε τραυματίας ή απλώς βραδυπορών θα «κυανίζεται». Αυτή η επιχείρηση – εκατόμβη θα διαρκέσει δύο μήνες (μέσα Ιουλίου – μέσα Σεπτεμβρίου του 1949). Ο μοναδικός επιζών – και αφηγητής – ολοκληρώνει την πορεία, παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους, εκείνοι το ανοίγουν και διαπιστώνεται πως είναι άδειο! Ο αφηγητής συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Επιχειρεί με συνεχείς καταθέσεις του προς τις ανακριτικές αρχές να εξηγήσει – και να ερμηνεύσει – το νόημα της παράδοξης αποστολής τους.

Αυτός είναι πολύ συνοπτικά ο μύθος, η ιστορία του αντιμυθιστορήματος που τιτλοφορείται: Το Κιβώτιο. Πρόκειται για αντιμυθιστόρημα γιατί ακυρώνει εμφατικά όλους τους κώδικες του μυθιστορηματικού είδους, κρατώντας χαλαρά τον κώδικα του επιστολικού (μονοφωνικού) μυθιστορήματος ή του προσωπικού ημερολογίου με τα οποία συγγενεύει περισσότερο.

aris-alexandrou10.gif

Με τι μάτια τώρα πια 

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.

Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό

κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία

ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες

μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις

            τα εξηντατέσσερα

μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια

έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια

μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο

απ’ τα γυμνά κλαδιά

απ’ τον κορμό

μα ναι το ξέρω

γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα

            να πιαστείς

όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια

και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια

σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος

κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.

Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς

να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας

στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια

να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη

ακούγοντας τον πόλεμο

σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη

να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο

να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων

κι από τη μέσα κάμαρα-

όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ

και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’

            από τη σίτα*

με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου τις πέ-

τρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής

με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει

όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου

            τσαλαπατημένη

κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη

σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

[Το ποίημα περιέχεται στη συλλογή Ευθύτης οδών (1959).]

———–——–———-————–———–————-

Φρόντισε

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν  μ

ε τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων. 

Πάσχισε νά’ ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας 

 όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι. 

 ‘Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού 

 να συνεφέρουν με χαστούκια  όσους λιποθύμησαν             

μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.  

———–——–———-————–———–————-———–——–———-————–———–————-     Το μαχαίρι

‘Οπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο

        μαχαίρι  έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.  Στο μεταξύ  όσο δουλεύεις στον τροχό  πρόσεχε μην παρασυρθείς              μην ξιπαστείς  απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.  

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι

———–——–———-————–———–————-  aris-alexandrou-kai-kaiti-drosou-sto-parisi.jpg

(Άρης Αλεξάνδρου και Καίτη Δρόσου στο Παρίσι)  Νεκρή Ζώνη Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο. Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα. Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα. Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του. Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων. Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου. Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.                                                                                      ——————————————————————————————–   ΔΙΑΒΑΣΕ : «Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ ΚΡΟΣΤΑΝΔΗΣ«   ———————————————————————————————   ΕΙΣΗΓΗΣΗ a la maniere de Jdanov και κατά συνέπεια η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. Πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα και δε βλέπει λόγου χάρη πως άλλο ένα δέντρο να ξαπλωθείς στον ίσκιο του κι άλλο το ίδιο δέντρο να πάρεις την ξυλεία του. Το πράγμα είναι σοβαρό: Κάτω από τα σχήματα (δήθεν ποιητικά) κρύβεται το μαχαίρι που μας χτυπάει πισώπλατα. Εξομοιώνοντας τα πάντα παραβλέποντας συνθήκες χρόνο τόπο οι στιχοπλόκοι καταντούν να υποστηρίζουν πως τα κόκκαλα κ’ οι φλέβες βαραίνουνε το ίδιο στη ζωή του κάθε ανθρώπου επιμένουν να πιστεύουν πως μια πληγή κακοφορμίζει με την ίδιαν ακριβώς αιτιοκρατία

κι όταν την άνοιξαν οι σφαίρες
των αγροτών του Κόκκινου Στρατού

που χτύπησαν τους εργάτες διαδηλωτές του Βερολίνου κι όταν την άνοιξαν τα βόλια των εργατών της Deutsche Wehrmacht τότε που τα δέχτηκαν στους δρόμους της Aθήνας οι γεωπόνοι σπουδαστές. Ο ποιητής, ξεκομμένος απ’ τους πόθους του λαού καταντάει τελικά να μην πασχίζει γι’ άλλο παρά μονάχα πώς θα πει την προσωπική του αλήθεια καταντάει να λέει τις σφαίρες σφαίρες και τους πληγωμένους πληγωμένους κι όλο το πρόβλημά του στενεύει μες στα όρια μιας αναζήτησης σωστού λεξιλογίου έτσι που με κάθε θυσία αδιάφορος για όλα ακόμα και την πάλη των τάξεων να φτάσει τελικά να καυχηθεί πως ναι, αυτό πάσχιζα να πω όπως βλέπει ένα σώμα στερεό και σκέφτεται «Τούτο δω ίσως νάναι κείνο που γυρεύω» το παίρνει στο χέρι το ζυγιάζει και σκέφτεται «Με τούτο δω, ίσως μπορέσω να καρφώσω μια πρόκα πίσω απ’ την πόρτα μου» στεριώνει την πρόκα κρεμάει το σακάκι του και λέει «Ναί, αυτό είταν που γύρευα. Από δω και μπρος τ ονομάζω σφυρί». Η ποίηση λοιπόν είναι μια υπόθεση αντικοινωνική. ———–——–———-——-  Επιστροφή στην αρχή ————————  Παρουσίαση – Ανθολόγηση: ΑΛΕΞ. ΑΡΓΥΡΙΟΥ

Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Έλληνα από την Τραπεζούντα, και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, που αργότερα αυτοονομάστηκε Άρης Αλεξάνδρου, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, ήρθε με τους γονείς του το 1928 και εγκαταστάθηκε αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. […]

   Τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο (πρακτικό τμήμα) το 1940 και έδωσε εξετάσεις για το Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.) κατά την επιθυμία του πατέρα του, αλλά με πολλούς δικούς του ενδοιασμούς, γι’ αυτό και, επειδή δεν είχε προετοιμαστεί ικανοποιητικά, απέτυχε, όπως επίσης και στις εξετάσεις του στη Σχολή Καλών Τεχνών. Πέρασε όμως στις εξετάσεις της ΑΣΟΕΕ και παρακολούθησε τα μαθήματά της για δυο σχεδόν χρόνια. Παράλληλα δούλεψε επαγγελματικά σε διάφορες δουλειές και το 1942 αποφάσισε να παρατήσει τις σπουδές που δεν τον ενθουσίαζαν και να εργαστεί ως μεταφραστής. […]

[…]  Στα μέσα του 1943 ο Άρης Αλεξάνδρου μετέχει στην έκδοση του περιοδικού Καλλιτεχνικά Νέα και δημοσιεύει τα άρθρα «Η έκφραση και το θέμα» (τ.3, της 26 Ιουνίου 1943), «Όνειρο – Υπερρεαλισμός» (τ.5, της 10 Ιουλίου 1943), όπου, στα νεανικά του αυτά γραπτά, φαίνονται καθαρά οι διαφορές του από τις θεωρούμενες ως επίσημες μαρξιστικές αντιλήψεις για τα προβλήματα της λογοτεχνίας, κυρίως της υποτίμησης της μορφής και της υπερτίμησης της «πραγματικότητας», όπως αυτή λογαριαζόταν. Διαφορές που καθόρισαν τελικά το είδος της κατοπινής λογοτεχνικής του προσφοράς.[…]

   Το 1946, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη εξορία του, εκδίδεται η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Ακόμη τούτη η άνοιξη, από τον οίκο Γκοβόστη, στον οποίο δουλεύει ως μεταφραστής, συνεργάζεται στο περιοδικό της Αριστεράς Ελεύθερα Γράμματα και πιθανώς μεταφράζει άρθρα για την εφημερίδα του ΕΑΜ «Ελεύθερη Ελλάδα». Ίσως μας λείπουν εδώ και άλλες πληροφορίες. Ανάμεσα στη δεύτερη εξορία του και τη φυλάκισή του, το 1952, εκδίδει τη συλλογή ποιημάτων Άγονος γραμμή (που πολτοποιήθηκε· πούλησε 6 μόνο αντίτυπα) και μετά την αποφυλάκισή του την τρίτη, Ευθύτης οδών, το 1959. Ενώ όμως η πρώτη συλλογή του βρίσκεται μέσα στο αντιστασιακό πνεύμα της Κατοχής, οι επόμενες είναι επηρεασμένες από τις συγκεκριμένες εμπειρίες του στα στρατόπεδα και στις φυλακές, όταν εκών άκων γνώρισε την κομματική πειθαρχία και νοοτροπία κάποιων στελεχών, που μετά την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα κεφαλαιοποιήθηκαν ως κομμένες κεφαλές. Ήδη όμως ο Αλεξάνδρου, από το 1959 στο άρθρο του «Η σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού», φαίνεται ότι έχει πάρει μια καθαρή απόσταση απέναντι στο φαινόμενο των καταναγκασμών της κάθε εξουσίας και την «ολοκληρωτική» αντίληψη που συνεπάγονται, χωρίς πάντως να έχει αποδεχθεί μια άλλη πρόταση. Στις αντιλήψεις του για τις συνέπειες του «νέου σχολαστικισμού» πρέπει να εντάξομε τις πρακτικές του εφαρμογές, με ένα μυθιστορηματικό πια τρόπο καταγραμμένες, στο Κιβώτιο που αρχίζει να γράφει το 1966 στην Αθήνα και το περατώνει το 1972 στο Παρίσι.[…]

Πέθανε στο Παρίσι στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή, μόλις έχοντας προφτάσει την έκδοση από τον οίκο Gallimard της γαλλικής μετάφρασης του Κιβωτίου (Απρίλη 1978) από την Colette Lust, υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών.

Κατά τα άλλα, ο Άρης Αλεξάνδρου πρώην μονομάχος και τώρα ποιητής  («Εν Στρατοπέδω», Ποιήματα (1941-1974), σελ. 112)

θα μείνει στην ιστορία των Γραμμάτων μας και με τις δυο του αυτές ιδιότητες. Εξέδωσε:* Ποιήματα: Ακόμη τούτη η άνοιξη, 1946. Άγονος γραμμή, 1952. Ευθύτης οδών, 1958. Ποιήματα (1941-1971), 1971, Ποιήματα (1941-1974), 1978. Πεζά: Η Αντιγόνη (Διαλογικό), 1960. Το Κιβώτιο (μυθιστόρημα), 1975, 1984. *Για πλήρη εργογραφία, βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σελ. 141.

Θα μπορούσα να παραπέμψω τον αναγνώστη που θέλει να σχηματίσει μια γνώμη για το Κιβώτιο να διαβάσει όλες τις ως τώρα δημοσιευμένες κριτικές ή μελέτες, τμήματα των οποίων βρίσκει και στον παρόντα τόμο. Διότι όλες (χωρίς να είναι και οι μόνες) περιλαμβάνονται στις δυνατότητες του μυθιστορήματος. Στις ελευθερίες που το έργο επιτρέπει να έχει ο αναγνώστης του. Ωστόσο θα ήταν λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για έργο θολό, αόριστο ή χωρίς ραχοκοκαλιά. Απλώς παρουσιάζει την αμφισημία και πολυσημία του γλωσσικού υλικού του. Για να εκβιάσομε ίσως μια μονοσήμαντη απάντηση, θα έπρεπε να ζητήσομε: ποια ήταν η πρόθεση του Ά. Αλεξάνδρου. Αν πήγαινε ‘κάτι’ συγκεκριμένο ν’ αποδείξει. (Παρακάμπτοντας, έστω και ως υπόθεση εργασίας, το ότι δε μετρά η πρόθεση του συγγραφέα αλλά το -αισθητικό- αποτέλεσμα που εξάγεται από το έργο).

Ας ζητήσομε λοιπόν τις προθέσεις του συγγραφέα. Ανάμεσα στο προτελευταίο κεφάλαιο («Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 1949») και το τελευταίο («Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 1949»), είχε γραφτεί ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο, το: «Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 1949», που ένα τμήμα του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηριδανός (τ.1, Αύγ.-Σεπτ. 1975, σσ. 7-72). Εκεί, αν διαβάζω σωστά, το σύμπτωμα (τα συμβάντα Ιούλιο-Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1949) δεν είναι παρά σύμπτωση· μπορούσαν να είχαν συμβεί και πριν από 700 χρόνια, το 1249, την εποχή των Σταυροφοριών και θα είχαμε τα ίδια φαινόμενα και τις ίδιες αντιδράσεις.* Ωστόσο μέσα στη γραφή του θυσιασμένου τελικά κεφαλαίου, το βιωμένο υλικό, οι παραστάσεις που ανακαλούνται, δεν μπορούν παρά να έχουν συγκεκριμένες παραπομπές. Το αντι-κείμενο ωθείται να ξαναγίνει κείμενο από την ύλη που το έχει εμψυχώσει. Να παραπέμπει στο 1949 και όχι στο 1249. Πιστεύω ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος της παράλειψής του από το σώμα του έργου και όχι αποκλειστικά το ότι βρισκόταν «εκτός τόνου» από το σύνολο του έργου, το φάλτσο του, που ομολογεί ο ίδιος ο Αλεξάνδρου (ό.π. σ.70)· και όπως συνεχίζει εξηγώντας:

Παρέλειψα το προτελευταίο κεφάλαιο, δεν έσκισα όμως το χειρόγραφο. Παρ’ όλο το φάλτσο του, έλεγε πράγματα «σωστά». Σκέφτηκα πως θα μπορούσε ίσως κάποτε να δημοσιευτεί, αλλού, σαν απάντηση σε μια δυο ενδεχόμενες απορίες και κυρίως σαν παράδειγμα προς αποφυγήν. […]

Τελικά το ‘αίνιγμα’ λύνεται: δια του αινίγματος. Πρέπει να αναζητηθούν τα σωστά που λέει το παραλειφθέν κεφάλαιο, και να συμφωνηθούν έτσι ώστε σίγουρα να αποφασίσομε: Ποια ήταν η πρόθεση του συγγραφέα.

Με τη διέξοδο όμως που μας προσφέρουν οι νέες γλωσσολογικές σχολές-ερμηνείες, το πρόβλημα μετατοπίζεται στο τι λέει το ίδιο το κείμενο· ούτε καν ο συγγραφέας.

Αλλά ας πλησιάσομε με προσιτά μέσα το Κιβώτιο. Πρώτα πρώτα: τι είναι; Μυθιστόρημα; Δηλαδή ιστορεί ‘μύθο’; Και ποια είναι η σχέση του μύθου με την πραγματικότητα; Για να συντομεύω, (αλλιώς θα χρειαζόταν διατριβή) η απάντηση είναι απλή και έχει ήδη επισημανθεί.** Εξωτερικά πολύ μικρή σχέση υπάρχει με τις συνθήκες ζωής στις περιοχές του «δημοκρατικού στρατού» και σε όσα περιγράφονται στο Κιβώτιο ότι εκεί γινόντουσαν. Στο έργο μάς παρουσιάζεται ένα κράτος εν κράτει σε κανονική λειτουργία, όπως συνέβαινε όχι στην Ελλάδα, αλλά στον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας. Συνεπώς ο μύθος δεν ταυτίζεται με τη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας την τροποποιεί κατά τις ανάγκες του, παραμένοντας μέσα στα όρια του δυνατού. Το αντίθετο δηλαδή από την περίπτωση αίφνης του Σάμσα, στον Κάφκα, που μεταμορφώνεται σε σκαθάρι· πράγμα που λογικά αποκλείεται. Με άλλα λόγια στο Κιβώτιο βρισκόμαστε σε ένα πραγματικό χώρο και οι συμβάσεις του έργου παραμένουν ‘εντός του δυνατού’· δηλαδή θα μπορούσε να είχαν συμβεί τα πράγματα και έτσι. Πρόκειται άρα για ρεαλιστικό μυθιστόρημα; Εξωτερικά, ναι. Δεν αφορά παρά στην εξιστόρηση μιας πολεμικής επιχείρησης η οποία (υποτίθεται) συνέβη κατά τους τελευταίους μήνες του εμφυλίου μας πολέμου και την διεξήγαγε μια 40μελής ομάδα επιλέκτων και εμπίστων ατόμων στην περιοχή που (υποτίθεται) ήλεγχε, στρατιωτικά και πολιτικά, ο «κομματικός μηχανισμός» ή το «άλλο κράτος»[…]

Ωστόσο αυτή η έστω και μερική αποστασιοποίηση του αφηγητή από τον ανακριτή του, αλλάζει το χαρακτήρα της αφήγησης. Είναι μια εξομολόγηση που ολισθαίνει σε αυτοβιογραφία. Μπαίνοντας όμως σε αυτόν τον εκ βαθέων χώρο, αυτή η συνάντηση με τον εαυτό του (αυτονόητα: τίμια) οδηγεί μοιραία σε ατέρμονες διερευνήσεις του αφηγητή, κατά τις οποίες, στην αναζήτηση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία θεωρήθηκαν δεδομένα, προκύπτουν πολλές και εύλογες αμφιβολίες για τις άγνωστες προθέσεις και πλευρές τους. Τα δεδομένα, όπως παρουσιάστηκαν, δεν ήταν αναμφισβήτητα, διότι δεν στοιχειοθετούσαν συνεχή και αδιάσπαστη ακολουθία. Στην υποχρέωση και στην ανάγκη να συμπληρωθεί η συνέχεια, ώστε να «μάθομε την αλήθεια» για να μπορέσομε να καταλάβομε, οι ‘ελλείποντες κρίκοι’ συμπληρώθηκαν με πιθανές ή αληθοφανείς υποθέσεις. Σε αυτές όμως τις περιπτώσεις η λογική αποδεικνύεται επισφαλές εργαλείο. Επειδή δουλεύει στο κενό· χωρίς αντικειμενικώς κατοχυρωμένα στοιχεία. Συνεπώς ό,τι ‘νομίζομε πως ξέρομε’ δεν είναι η πραγματικότητα αλλά η μυθοποίηση της. Τώρα πια τα πράγματα παρουσιάζονται αρκετά πολύπλοκα. Διότι η απομυθοποίηση, αν δεν είναι αδύνατη, είναι ιδιαιτέρως δύσκολη. Το όργανο που θα την επιχειρήσει, η λογική μας, είναι υποχρεωμένη να πιθανολογήσει. Όταν μάλιστα με τη λογική μας, από το χώρο των πράξεων περάσομε αναγκαστικά στην περιοχή των (ανθρώπινων) προθέσεων, βρισκόμαστε, σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, σε άπειρο (θεωρητικά και πρακτικά) αριθμό περιπτώσεων.

Ο αφηγητής (ή ο συγγραφέας) δολιχοδρομώντας ανάμεσα στις αναρίθμητες απορίες (του ή μας) φτάνει συχνά στην άκρη του γκρεμού. Και επειδή εκεί επικρατεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, που ο αφηγητής έχει αποδείξει ότι του είναι ισχυρό, ή της αυτοκαταστροφής που δρα υπόγεια, απομένουν δυο (τουλάχιστον) λύσεις για να διαλέξει: Ή τη σιωπή ή να συνεχίσει το παιχνίδι της αλήθειας – αυτοτραυματιζόμενος· με εμφανή τα στοιχεία της απόγνωσης.

Αλλά επειδή πρέπει να τελειώσω. Πιστεύω ότι το αφήγημα Κιβώτιο παίζεται από την αρχή του έως το τέλος, είτε έμμεσα είτε άμεσα, με συνείδηση της αβεβαιότητας απέναντι στα πράγματα, σε ό,τι ονομάζεται πραγματικότητα, στις ανθρώπινες πράξεις και προθέσεις και στην προφανή αντίφαση της άρνησης της λογικής δια της λογικής. Και όσο αποδεχόμαστε ότι η λογική εκφράζεται δια του λόγου, το Κιβώτιο σχοινοβατεί συνεχώς επάνω στις δυνατότητες του λόγου. Ένα όργανο που «ψεύδεται άμα και αληθεύει».

*Ας σκεφτούμε εδώ τη σύμπτωση με τη λύση που επιλέγει αρκετά αργότερα ο Ουμπέρτο Έκο με το Όνομα του Ρόδου. **Βλέπε κριτικό σημείωμα: Αλέξανδρου Κοτζιά. Κρίσεις για το έργο του *

«…Το θεματικό του πλαίσιο (ο εμφύλιος μετακατοχικός πόλεμος), το πολιτικό του πρόβλημα (η οδυνηρή απορία μπροστά στην υποκειμενική ασυνέχεια των γεγονότων και στην αντικειμενική τους διαλεκτική), η ανθρώπινη παθολογία (η σύγκρουση δηλαδή της βιολογικής με την ιστορική κλίμακα), όλα αυτά και άλλα πολλά πολλά μαζί εδώ δεν προϋπάρχουν· γεννιούνται με τη γλώσσα του κειμένου: Λόγος νεωτερικός, γνήσια πεζογραφικός που συστρέφεται, συμπτύσσεται και αναπτύσσεται γύρω από το χαμένο και το αναζητούμενο κέντρο, το οποίο τελικά προσδιορίζεται και αποδεικνύεται γόνιμος σπόρος. Όταν κλείσεις το μυθιστόρημα, ξέρεις πως η ελληνική γλώσσα πεζοπόρησε πολύ, κι αυτός ο μόχθος την καθάρισε από τα περιττά της λίπη και έδειξε τις αρθρώσεις της – παλιές και καινούργιες. Η ενηλικίωση της πεζογραφίας μας συντελείται με πολλούς τρόπους, καθώς το άδειο «κιβώτιο» προχωρεί στον προορισμό του. Θα αναφέρω μία μόνο ένδειξη για παράδειγμα. Με ευφρόσυνη κατάπληξη διαπιστώνεις ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, δίχως να εκβιάζει τη δομή του δημοτικού λόγου, διαστέλλει και συστέλλει απεριόριστα τα παραδοσιακά του όρια. Στα χέρια του ο περιοδικός λόγος και η τυπογραφική παράγραφος γίνονται όργανα εξαιρετικά ευαίσθητα και προπαντός σύνθετα και πολυεδρικά: κύκλοι μικρής και μεγάλης ακτίνας γυρίζουν άνετα στον ίδιο άξονα, αλλά σε διαφορετικά επίπεδα· τόξα προτάσεων τεντώνονται ως την έσχατη αντοχή της ελαστικότητάς τους· πολύτιμες κουκίδες προφυλάσσονται μέσα σε χαραγμένες παρενθέσεις. Ύστερα από το Κιβώτιο ο πολυδαίδαλος λόγος του Προυστ δε μοιάζει πια αμετάφραστος.»

Δ.Ν. Μαρωνίτης

Μια μαρτυρία για τον άνθρωπο

«Για όσους τον γνώρισαν, μαζί με το έργο, παραμένει η ανθρώπινη παρουσία που είχε μια εντελώς ιδιαίτερη μοναδικότητα ως ατομικός χαρακτήρας και ως ακραία αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας ολόκληρης γενιάς και μιας κατάστασης που έμεινε εντελώς ξεχωριστή. Η μοναδικότητα εκτός από τα άλλα συνίσταται και στην απόλυτη ταύτιση του ανθρώπου με το έργο του, γιατί όταν γίνεται λόγος για το χαρακτήρα του, γίνεται αναπόφευκτη σαν η καλύτερη δυνατή σκιαγράφηση η παραπομπή σε δικά του κείμενα. Και αντίστροφα, τα κείμενα αυτά είναι στοιχεία της βιογραφίας και της ψυχογραφίας του. Η ταύτιση υπάρχει πλήρης, χωρίς ρωγμές. Η προσωπικότητα αυτή διαμορφώθηκε πολύ νωρίς κι έφτασε σε βαθμό απολυτότητας και συνέπειας. Η αυστηρότερη συνέπεια εκδηλώνεται προς τον εαυτό του. Εσωτερική ζωή, πνευματική λειτουργία, συμπεριφορά και ύφος γραφής γίνονται ένα, τόσο συμπαγές που είναι αδύνατο να ξεχωριστεί το ένα από το άλλο. Ένας ορθολογισμός μαθηματικού τύπου που συχνά μπορούσε να φτάσει στην αυστηρή διατύπωση θεωρήματος, μια ευθύγραμμη και σχεδόν επίπεδη συμπεριφορά χωρίς οξύτητες, μια καλή, συχνά αγαθή, προαίρεση και μια έμφυτη ουσιαστική ευγένεια. Ο καθημερινός φανατισμός του ήταν ότι δε θύμωνε ποτέ. Του ήταν άγνωστος ο υψηλός τόνος, η ρητορία, το εντυπωσιακό, ή οποιαδήποτε επίδειξη. Κάτω από αυτή τη φαινομενική απάθεια, που έφτανε συχνά να φαίνεται αδιαφορία, λειτουργούσε αδιάκοπα με υψηλή ευαισθησία, ζωηρό ενδιαφέρον, πνευματική εγρήγορση, ένας παλλόμενος ψυχισμός. Ο άνθρωπος αυτός που φαινόταν μοναχικός και αποσυρμένος διψούσε για ανθρώπινη επαφή, για ειλικρινείς και χωρίς συμβατικότητες εγκάρδιες σχέσεις, αναζητούσε την πνευματική ακεραιότητα και το βαθύτερο ουσιαστικό ανθρωπισμό.»

Αντρέας Φραγκιάς

*Παρουσιάζουμε ενδεικτικά κάποιες από τις κριτικές που περιλαμβάνονται στο λήμμα του συγγραφέως. Επιλογή Βιβλιογραφίας *

Αλέξανδρος Κοτζιάς, εφημ. «Η Καθημερινή» 18.5.75. Αλέξ. Αργυρίου, T.L.S. (Φιλολογικό συμπλήρωμα των «Τάιμς», 14.11.1975, Ν 3844, σελ. 1368. Αλεξ. Αργυρίου, περιοδ. Αντί, τ. 32, 15.11.75. Δημ. Ραυτόπουλος, περιοδ. Ηριδανός, τ. 5-6, Απρ.-Ιούλ. 1976. Νικ. Γρηγοριάδης, Χρονικό ’75, σ. 99.

[…] Με τον τίτλο «Hommage a l’ ecrivain Aris Alexandrou», η υφηγήτρια του Πανεπιστημίου της Λυών και μεταφράστρια του Κιβωτίου της έκδοσης Gallimard (Απρίλιος 1978) κυρία Colette Lust μίλησε στο Γ΄ Συνέδριο των γαλλόφωνων νεοελληνιστών στη Λυών, στις 26-28 Απριλίου 1979, όπου έγινε και μια αναμνηστική έκθεση του Αλεξάνδρου με φωτογραφίες, χειρόγραφα και βιβλία του. Στο συνέδριο αυτό μίλησαν και άλλοι σύνεδροι για το έργο του Ά. Αλεξάνδρου. Επίσης ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Γενεύης κ. Μπερτράν Μπουβιέ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το μεταφραστικό έργο του Αλεξάνδρου και ειδικότερα της μετάφρασης του Αγαθούλη του Βολταίρου.

*Για πλήρη βιβλιογραφία βλ. Η Μεταπολεμική Πεζογραφία, τόμ. Α΄, σ. 159. Επίσης δείτε [ΕΔΩ]

Πηγή

Αγαπητέ Άρη, Πολύ πριν πεθάνει και έρθει να σε συναντήσει ο πρόωρα χαμένος και αγαπημένος μου φίλος Θανάσης μου δώρισε τα άπαντα του Σαίξπηρ σε ένα μοναδικό τόμο των εκδόσεων «The Viking Press, New York» τον Αύγουστο του 1981 με αφιέρωση ένα σου ποίημα που το κουβαλώ από τότε φυλαγμένο βαθιά στη μνήμη. Δεν σου κρύβω δε, ότι αυτό σου το ποίημα με έχει προστατέψει από κάμποσες κακοτοπιές του ομολογουμένως δύστροπου χαρακτήρα μου.

Το μαχαίρι ‘Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο. Στο μεταξύ όσο δουλεύεις στον τροχό πρόσεχε μην παρασυρθείς μην ξιπαστείς απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων. Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Περίεργο, σκέφτηκα τότε. Γιατί κάτι του Άρη Αλεξάνδρου σε βιβλίο του Σαίξπηρ; Ο Θανάσης δεν έκανε ποτέ κάτι χωρίς σκέψη. Συμπτωματικά εκείνες τις μέρες του ’81 με την παρέα, μαζευόμασταν στην οδό Ευελπίδων σε ένα ταβερνάκι με καλό κόκκινο κρασί (εξαίσιο όχι, αλλά καλό) και πολλοί ανάμεσά τους και ένας γνωστός σκηνοθέτης που έχει σφραγίσει με τα πρώτα ελληνικά μιούζικαλ το ελληνικό σινεμά και που ωστόσο είχε άποψη για το έργο σου. Πολλοί από αυτούς σε θεωρούσαν, και μάλλον ακόμα σε θεωρούν τον σημαντικότερο Έλληνα πεζογράφο μεταπολεμικά, κι ας έγραψες μόνο «Το κιβώτιο» (το μόνο που είχα διαβάσει τότε δικό σου, και πρέπει να σου πω ότι μου το είχε χαρίσει ένας καλός σου φίλος, ο αείμνηστος Παύλος ο Ζάννας ένα βράδυ στην Κινηματογραφική Λέσχη). Σε θεωρούσαν επίσης έναν από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς μας ποιητές παρ’ όλο ότι είχες γράψει μόνο τρεις ποιητικές συλλογές (τη ποίησή σου δεν την ήξερα τότε).

Όλα αυτά μου κίνησαν την περιέργεια για το πρόσωπό σου. Τον Άρη Αλεξάνδρου. «Το κιβώτιο» σου. Αυτό το έργο της θλίψης, πως σημάδεψε πολλούς από εμάς. Αυτός ο ορισμός του Χρέους, τι πλαστικότητα! Ο δαιδαλώδης μονόλογος ενός ανθρώπου σαν τον καθένα μας. Το δόκανο του ανακριτή, ένα δόκανο που στήνει ο ανακρινόμενος και που στο τέλος λυτρώνεται από τον αφηγητή, ο οποίος με τη σειρά του νιώθει τη λύτρωση και αυτός. Πόσο ζήλεψα τη πένα και τον πόνο σου.

Έζησες όλη σου τη ζωή σαν μεταφραστής. Λίγο δεν είναι. Από τις μεταφράσεις σου γνώρισα τον Ο’Νηλ, τον Ουάιλντ, τον Αραγκόν και τον Μαγιακόφσκι. Βέβαια σε εμπιστεύτηκα σε όλον τον Ντοστογιέφσκι, ποιον άλλον να εμπιστευόμουν. Δυο μητρικές γλώσσες διέθετες, α, δεν ξεχνώ και τον «Αγαθούλη» του Βολταίρου.

Ας αναφερθώ σε μερικά δηλητηριώδη βέλη σου που σημάδεψαν καρδιές: «Για την ομάδα ήμουν ύποπτος πάντα σαν την αλήθεια» και το: «Είμαι προδότης για τη Σπάρτη και για τους είλωτες σπαρτιάτης» και απέραντα τρυφερός σαν «Όλο μιλάω για γραμμές, επίπεδα και πέτρες/για να μην τύχει και προσέξεις πόσο διστάζω να σε αγγίξω»

Δεν μπορώ να σε φανταστώ νεκρό. Σε φαντάζομαι, όπως κι η Τζένη Μαστοράκη σε μια επιστολή που σου έστειλε: «Λοιπόν, αφήστε με να σας φαντάζομαι έτσι: ταξιδιώτη. Τέλη Νοέμβρη, μέρα που φυσάει νοτιάς, στην αμαξοστοιχία από την Βαρσοβία, με γούνα, ή μάλλον όχι, με τριμμένο πανωφόρι, ‘σχεδόν χωρίς αποσκευές’ οδεύοντας προς μίαν Αγία Πετρούπολη, γιατί Πετρούπολη θα είναι πάντα, πνιγμένη σε καπνούς και σκόνες μακρινών διαδρομών».

Εκεί που είσαι πάντως σου στέλνω κάτι δικό σου που, πολλοί από εμάς ξεχνάμε συχνά. Πολύ συχνά.

Νεκρή Ζώνη Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός, όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς στον ώμο. Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα μπορεί να τύχει να γλιστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα. Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια κι όσο μπορείς μη σκύβεις για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα. Βάδιζε πάντα σταθερά σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του. Να εκμεταλλεύεσαι κάθε λάμψη απ’ τις ρυπές των πολυβόλων για να κρατάς σωστόν τον προσανατολισμό σου πάντοτε παράλληλα στις γραμμές των δυο μετώπων. Ξεπνοϊσμένος έτσι να βαδίζεις σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις εκεί στην άκρη του νερού εκεί στην πρωινή την πράσινη σκιά ενός μεγάλου δέντρου. Προς το παρόν, νά ‘σαι πολύ προσεκτικός όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν μελλοθάνατο που κουβαλάς στον ώμο.

Φιλικά Ροΐδης ο Νεώτερος (ανάξιος εγγονός του Άλλου)

—————————-

16.04.2006

Αρης Αλεξάνδρου, ο παππούς

Της Ολγας Σελλα

Πώς μένει ένας παππούς στη μνήμη των εγγονιών του; Τι εικόνες κρατάνε οι απόγονοι από τις περιστασιακές, συνήθως, επαφές με τους προγόνους τους, όταν εκείνοι δεν υπάρχουν; Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά τις σύντομες, περιστασιακές, αλλά γεμάτες συναντήσεις τους, η Κατερίνα Καμπάνη γράφει ένα βιβλίο για τον παππού της, τον συγγραφέα και μεταφραστή Αρη Αλεξάνδρου. Για τα καλοκαίρια στο Παρίσι ή στην Ελλάδα που είχε την ευκαιρία να γνωριστούν, να παίξουν μαζί, να αφήσει ο παππούς τα ίχνη του στη μνήμη της μικρής, τότε, Κατερίνας. Αναμνήσεις που αποτελούν το υλικό ενός βιβλίου που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Υψιλον»: «Ο παππούς μου, Αρης Αλεξάνδρου».

Η πρώτη εικόνα της πεντάχρονης, τότε, Κατερίνας είναι «το καλοσυνάτο, το διαπεραστικό βλέμμα του και, σαν απόκοσμη μουσική, η ήρεμή του φωνή και ο συναρπαστικός γοητευτικός λόγος του». Μια αποτίμηση που κάνει η Κατερίνα Καμπάνη σήμερα, με τη βοήθεια της γιαγιάς της, Καίτης Δρόσου. Η γιαγιά είναι που βάζει σε τάξη τις σκόρπιες εικόνες της εγγονής, που λύνει απορίες, που ξαναζωντανεύει πρόσωπα, τοπία, φωτογραφίες, στιγμές. Η σύντροφος της ζωής του Αρη Αλεξάνδρου, η Καίτη Δρόσου, είναι η ζωντανή μνήμη σ’ αυτό το ταξίδι αναμνήσεων. Η εγγονή, η Κατερίνα Καμπάνη, κρατάει απλώς τη γεύση: «Ο παππούς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ το σκάκι -που το ξέχασα- να τρώγω με τα ξυλάκια τα ασιατικά φαγητά -που δεν το ξέχασα- να μαγεύομαι με ιστορίες -αληθινές και φανταστικές- που μου διηγιόταν· ούτε αυτές τις ξέχασα». Απ’ αυτές τις σκόρπιες αναμνήσεις, που αποτελούν όμως ένα διαφορετικό, άγνωστο πορτρέτο του Αρη Αλεξάνδρου, η «Κ» προδημοσιεύει σήμερα μερικά αποσπάσματα.

Η συνάντηση

«Πρωτοείδα τον παππού στη γραφική κοινότητα της νότιας Γαλλίας La Colle-sur-Loup, στη διάρκεια διακοπών. Σ’ ένα γράμμα του προς τη μεγάλη μου θεία Αύρα, αδελφή της γιαγιάς μου, με το χιούμορ που τον διακρίνει και τη μεταφραστική του μανία, της γράφει: «Εν Κόλλα επί του Λύκου». (…) Τότε που ήμουν μικρή και δε διάβαζα, με έθρεψαν εν είδει παιδικών παραμυθιών οι ιστοριούλες που μου διηγιόταν απ’ την παιδική του ηλικία στη Ρωσία, την πρώτη του πατρίδα. Βρήκα δύο που τις είχε γράψει ως μαθητής. Με καμάρι. Οχι πια αντιγράφοντας, αλλά βάζοντας τη σκέψη του στο χαρτί, σε γλώσσα ελληνική που κατακτήθηκε με κόπο, θέληση και πείσμα».

Ο παππούς και η φωτογραφία

«Του Αρη του αρέσει να φωτογραφίζει, αλλά όχι να φωτογραφίζεται. Γι’ αυτό και σπάνια ποζάρει μπροστά στον φακό. Εξαίρεση αποτελούν φωτογραφίες τραβηγμένες από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, τον ζωγράφο Αλκη Πιερράκο, τη Μαντλέν, συνάδελφο της γιαγιάς Καίτης στο παρισινό εργοστάσιο όπου εδούλεψε δεκαπέντε χρόνια, κι άλλους που δεν τους θυμάμαι. Σ’ αυτές εδώ τις φωτογραφίες (οι περισσότερες των ετών 1977-1978), η στάση, το ύφος, το πάντοτε ερευνητικό του βλέμμα, είτε κοιτάζει ένα τοπίο είτε ανάβει τον αναπτήρα του, βοηθά, όποιον τις παρατηρεί προσεκτικά, να δει πως ο Αρης βρίσκεται σχεδόν συνεχώς σε παραμονές αποφάσεων. Πρόκειται για την εποχή της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. (…) Δεν θυμάμαι να έγραφε ο παππούς στις διακοπές, ούτε να ‘χε φέρει μαζί του χαρτιά ή σημειώσεις. Μου το επιβεβαίωσε η Καίτη στις αφηγήσεις της οποίας και βασίζομαι για εποχές και γεγονότα που λόγω της ηλικίας μου αγνοώ. Ο Αρης, από τα νιάτα του, στην Αθήνα, σταματούσε να μεταφράζει για δεκαπέντε μέρες. Εμενε σπίτι ξαπλωμένος, διαβάζοντας, ονειροπολώντας – πραγματικό φαρνιέντε! Ξαπλωμένος ο Αρης – το ‘βλεπες. Αυτή η στάση ήταν κάτι σαν ευδαιμονία, πιότερη από χαρά. Στ’ αλήθεια, στις αμμουδιές όπου πηγαίναμε για μπάνιο, στις εκδρομές, στα βουναλάκια, στην εξοχή, πρώτος και καλύτερος βολευόταν. Ξαπλωμένος».

Το μεγάλο παιχνίδι

«Είχα ό,τι ήθελα. Ολοι μου κάναν τα χατίρια. Ομως, δεν είχε γούστο. Το ήξερα απ’ τα πριν. Εκτός, εκτός από τον Αρη· κι ας ήταν τα χατίρια τα πιο απίθανα, όπως, ας πούμε, να χορεύω πάνω στην κοιλιά του. Μας περίμενε. Ολους. Αλλά κυρίως εμένα, με ύφος τάχα αδιάφορο. Ετσι άρχιζε το παιχνίδι – της επίθεσης, της σαγήνης, της υποταγής. Επρεπε να θέλει να μου κάνει το χατίρι, χωρίς παρακάλια απ’ τη μεριά μου. Πλενόμουνα προσεχτικά στον νιπτήρα, με τις ώρες, του τραγουδούσα, του χόρευα. Μια μέρα, θυμάμαι, έπαιζε μ’ ένα φακό, τον αναβόσβηνε. Μου κίνησε έτσι το ενδιαφέρον και, φυσικά, την επιθυμία να κάνω το ίδιο. Παράτηρα τον φακό, γιατί δεν τα κατάφερνα, και το είπα. Είπα: «Δεν μπορώ…» Ξέρω πως κείνη τη μέρα ο παππούς με αγάπησε πολύ. Το είπε στην Καίτη. Γιατί; Γιατί είχα πει «όχι», γιατί είπα «δεν μπορώ», εξηγώντας την αδυναμία μου, γιατί την παραδέχτηκα.

Ξεδιπλώναμε κάθε βράδυ τις αφίσες – και ήταν πολλές. Δεν ήταν μάθημα γεωγραφίας, αλλά ζωγραφικής. Τελικά, κολλήσαμε στον τοίχο την αφίσα της Πορτογαλίας. Ηταν, βλέπεις, η εποχή της «Επανάστασης των Γαφυφάλλων». Το παιχνίδι – μάθημα συνεχίστηκε με τη μουσική. Για πολλά απογεύματα, ακούγαμε μαζί έναν μεγάλο δίσκο. «Τον έφερα για σένα», μου είχε πει. Επρεπε, λοιπόν, στο τέλος πολλών ακροάσεων, να είμαι σε θέση να μαντέψω τι αντιπροσωπεύει κάθε όργανο. Ποιος μουσικός φθόγγος είναι η γάτα, το καναρίνι ή το αγόρι, ο κεντρικός ήρωας. Ηταν «Ο Πέτρος και ο λύκος» του Σεργκέι Προκόφιεφ, με αφηγητή τον Ζεράρ Φιλίπ. Κάθε επιτυχημένη απάντηση είχε την ανταμοιβή της. Τις καραμέλες δεν τις αγαπούσα. Προτιμούσα ένα φιλί. Αυτός ήταν ο παππούς μου – για μένα».

Ο συγγραφέας του «Κιβώτιου»

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο συγγραφέας του ενός βιβλίου, ο Αρης Αλεξάνδρου, παρότι με το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο έχει υπογράψει συλλογές ποιημάτων, σενάρια, παραμύθια και τις εμβληματικές μεταφράσεις των Ρώσων κλασικών. Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη, Ελληνα από την Τραπεζούντα και της Πολίνας Αντοβνα Βίλγκελμσον, Ρωσίδας εσθονικής καταγωγής, ο Αριστοτέλης Βασιλειάδης, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του Αρη Αλεξάνδρου, γεννήθηκε στο Λένινγκραντ το 1922. Ηρθε με τους γονείς του στην Ελλάδα το 1928 και εγκαταστάθηκαν στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στην Αθήνα. Τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Βαρβάκειο το 1940 και έδωσε εξετάσεις στο Πολυτεχνείο, όπως επιθυμούσε ο πατέρας του. Τελικά πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, αλλά το 1942 την εγκατέλειψε αποφασίζοντας να στραφεί στη μετάφραση. Ηταν η εποχή, μέσα στην Κατοχή που συνίδρυσε (με τους Ανδρέα Φραγκιά, Γεράσιμο Σταύρου κ.ά.) μια αντιστασιακή ομάδα. Ηταν η πρώτη και τελευταία οργανωμένη του συμμετοχή στην Αριστερά, από την οποία ουδέποτε απομακρύνθηκε. Το 1944 συλλαμβάνεται από τους Αγγλους και οδηγείται στο στρατόπεδο Ελ Ντάμπα, μέχρι τον Απρίλιο του ’45. Δεύτερη σύλληψη το 1948, και εξορία στα στρατόπεδα Μούδρου, Μακρονήσου, Αη Στράτη. Από τις φυλακές βγαίνει τελικά τον Αύγουστο του 1958 και τον επόμενο χρόνο παντρεύεται την Καίτη Δρόσου για να εγκατασταθούν στο σπίτι της, στην οδό Σπετσών 45. Το 1966 αρχίζει να γράφει το «Κιβώτιο», το οποίο ολοκληρώνεται το 1972 στο Παρίσι. Με τη δικτατορία φεύγουν και οι δύο για το Παρίσι, από τον φόβο μιας νέας σύλληψης. Εκεί αναγκάστηκε να κάνει (και ο ίδιος και η Καίτη Δρόσου) πολλές χειρωνακτικές δουλειές. «Παιδί για θελήματα σε μεγάλο κατάστημα. Καθαριστής πεζοδρομίων. Συσκευαστής (έκανε πακέτα). Νυχτοφύλακας. Χαρτονοκόπτης, χειριστής καρτελών ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τροφοδότης σε μηχάνημα όφσετ. Κουβαλητής βιβλίων στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Συντάκτης του λεξικού Robert. Στο Ταμείο Ανεργίας. Αναγνώστης ρωσικών χειρογράφων, επιφορτισμένος με σχετική έκθεση για τον εκδοτικό οίκο Albin Mixchel», όπως έγραφε ο Κώστας Σταματίου το 1978. Πέθανε στη γαλλική πρωτεύουσα στις 2 Ιουλίου 1978 από καρδιακή προσβολή και μόλις πρόφτασε να δει τη μετάφραση του «Κιβώτιου» στα γαλλικά από τις εκδόσεις Gallimard.

Έντυπη

http://www.kathimerini.gr/248380/article/politismos/arxeio-politismoy/arhs-ale3androy-o-pappoys

πηγή

Επιστροφή στην αρχή

Advertisements

02/01/2007 - Posted by | -EAM, -ποιητές, -τραγούδια, -Αντίσταση, -Γραμματεία, -Εμφύλιος, -Ιστορικά, -Ιδεολογικά, -Κίνημα, -Κατοχή, -Μετανάστευση, -Περί Πόντου, -Ποίηση, -Πολιτική, Ανταλλάξιμοι

10 Σχόλια »

  1. […] Περισσότερα στο ιστολόγιο Πόντος και αριστερά. […]

    Πίνγκμπακ από “Η κάθε μου λέξη αν την αγγίξεις με τη γλώσσα θυμίζ&ep | 20/06/2009

  2. […] -Άρης Αλεξάνδρου […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010

  3. […] σημείο αυτό ο Γιώργος Γεμελιάρης συνδέεται με τον Άρη Αλεξάνδρου: στο πνεύμα και στην εμπειρία. Όπως ο Γεμελιάρης θα […]

    Πίνγκμπακ από -Καλό ταξίδι παππού Γιώργο « Πόντος και Αριστερά | 21/05/2010

  4. […] Άρη Αλεξάνδρου “Το μαχαίρι” […]

    Πίνγκμπακ από -Άρη Αλεξάνδρου “Το μαχαίρι” « Πόντος και Αριστερά | 27/04/2011

  5. […] να μη ξαναμελαγχολήσουμε ας αναφερθούμε και πάλι στον κορυφαίο Άρη Αλεξάνδρου -μέσα από την παρουσίαση του «Κιβωτίου»– τον Πόντιο […]

    Πίνγκμπακ από -Άρης Αλεξάνδρου … ο κορυφαίος λογοτέχνης! « Πόντος και Αριστερά | 30/05/2017

  6. Τίποτα δεν πάει χαμένο;
    28 Ιανουαρίου 2016
    Πάνος
    Προοίμιο

    Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.

    Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι αυθεντικός κομματικός ή χαφιές.

    Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…
    *

    newego_LARGE_t_1101_54326884_type13031
    Δημήτρης Ραυτόπουλος (φωτ. 2008)
    Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.

    Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο ηγέτης του ΚΚΕ) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.

    Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευπιστία του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.

    Ο σκληρός Μάης του 1942

    img_2683

    Άρης Αλεξάνδρου

    Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:

    Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
    όλο δάση κάμποι, ποταμοί
    άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
    με μια τόσο λεύτερη ζωή.
    Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
    και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
    κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
    θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
    Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
    η ζωή χαρούμενη κυλά
    και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
    σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

    Οι εδώ σύντροφοι της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.

    Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια θα κατέδιδαν ανθρώπους.

    Οι ανοησίες της σταλινικής ηγεσίας του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του και να αναζητήσει πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα: προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής, αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το χαρακτηρισμό ανόητες – υπάρχουν και ανόητες πολιτικές, με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό.

    Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα.

    Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.

    Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από χριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.

    Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές: διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού!

    Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο κραυγαλέα άδικη, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που τους ήξεραν. Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.

    Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ, τον Άρη Αλεξάνδρου.

    Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από ένα κόμμα σαν το ΚΚΕ δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.

    Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

    Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.

    Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου 1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.

    Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου, όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες σε κανένα πρόσωπο.

    Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα: τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και η ΟΠΛΑ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, όπως μας πληροφορεί μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.

    *………………………………….

    Σχόλιο από Ν | 14/10/2017

  7. …………………………….
    *

    Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:

    Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία «αναγνωρίσεως»

    Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό. Τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο, τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και… σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Αλεξάνδρου έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε.

    Επίλογος

    aris-alexandrou-kai-kaiti-drosou-sto-parisi

    Άρης Αλεξάνδρου – Καίτη Δρόσου, στο Παρίσι

    Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.

    Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι ίσως το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

    *

    Υλικό από παλαιότερη ανάρτηση του κειμένου ( https://panosz.wordpress.com/2008/01/24/civil_war-33/ ) και από νέα έρευνα σε δημοσιεύσεις στο διαδίκτυο.

    Σχόλιο από Ν | 14/10/2017


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: