Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Ο ανορθολογισμός του Νίτσε και οι επώδυνες συνέπειές του…

εξώφυλλο μαρξιστικής σκέψης τόμος 10ος

«Να θέλουμε το τίποτα»;;;;;

Ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Χρήστου Κεφαλή δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» για τον ανορθολογισμό, την αντιλογοκρατία αλλά και το αντιλαϊκό πνεύμα που χαρακτηρίζει το έργο του Νίτσε.

Εν τέλει, όπως φαίνεται, δεν είναι καθόλου τυχαία η χρησιμοποίηση της νιτσεϊκής αντίληψης από το μεσοπολεμικό ναζισμό…  

———————————————————————————–Νιτσε2

Ο ιμπεριαλιστικός ιρασιοναλισμός του Νίτσε

του Χρήστου Κεφαλή (*)

Ενώ η θεμελίωση του ιρασιοναλισμού, με την έννοια της επεξεργασίας των βάσεών του, πρέπει να αποδοθεί στον Σοπενχάουερ, είναι ο Νίτσε αυτός που θέτει αποφασιστικά και σε όλη τη γραμμή τον ιρασιοναλισμό στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού. Με αυτό το περιστατικό συνδέεται η διαρκής επιρροή του σε όλον τον 20ό και τις αρχές του 21ου αιώνα.

Η διαφορά ανάμεσα στον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε, τουλάχιστον από άποψη ουσίας, είναι εντελώς ασήμαντη. Αποτυπώνεται στην «κριτική» που ασκεί ο Νίτσε στην παραίτηση και το μηδενισμό του Σοπενχάουερ, σύμφωνα με την οποία «Είναι προτιμότερο να θέλει κανείς το τίποτα, από το να μη θέλει τίποτα»9. Ο Νίτσε αντιπαραθέτει έτσι στο παθητικό τίποτα του Σοπενχάουερ (το «να μη θέλουμε τίποτα») ένα ενεργητικό τίποτα («να θέλουμε το τίποτα») – μια διαφορά της ίδιας τάξης με το να προτιμά κανείς τη φωτιά που βγαίνει από το στόμα ενός δράκου αντί για το στόμα του δράκου που βγάζει τη φωτιά.

Ωστόσο, η μετατόπιση είναι με τον τρόπο της σημαντική γιατί αντικατοπτρίζει τη διαφορά ανάμεσα στηναστική τάξη που έχει απλά παραιτηθεί από την ιστορική εξέλιξη και την αστική τάξη που αγωνίζεταιπλέον ενεργά να καταστρέψει την εξέλιξη με κάθε μέσο, ακόμη και αν αυτό σημάνει την καταστροφή τηςανθρωπότητας. Η άποψη του Σοπενχάουερ ανταποκρίνεται στο πρώτο στάδιο, ενώ εκείνη του Νίτσεενσαρκώνει απόλυτα το δεύτερο. Εκφράζει εκείνη τη μερίδα της αντίδρασης που διακηρύσσει καιπροσπαθεί με όλες τις δυνάμεις της να κάνει πράξη το «Καλύτερα νεκρός παρά κόκκινος».

Για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της άκρας αντίδρασης, ο Νίτσε αναπτύσσει ολόπλευρα τονιρασιοναλισμό, δίνοντάς του μια κατάλληλη, ελκυστική και άρτια επεξεργασμένη μορφή. Επιπλέον, ενώάλλοι στοχαστές της περιόδου, όπως οι Τζέιμς, Μπερξόν, κ.ά., εκπληρώνουν αυτό το καθήκονπεριφερειακά ή εν μέρει, ο Νίτσε το εκπληρώνει κεντρικά και καθολικά. Εστιάζει με ευρύτητα στααποφασιστικά ζητήματα του αντισοσιαλιστικού αγώνα της αντίδρασης, μετατρέποντας τονιρασιοναλισμό σε ένα τέλεια ακονισμένο εργαλείο για την ιδεολογική διεξαγωγή αυτού του αγώνα καιπαρέχοντας ταυτόχρονα όλα τα αναγκαία προσχήματα για την έμπρακτη άσκηση και δικαίωση τηςβαρβαρότητας.

Η σημασία του Νίτσε, για την οποία μιλά και η διαρκής επίδρασή του, δεν μπορεί έτσι να υποτιμηθεί,παραπέμπει όμως στη βαθιά μεταλλαγή του αστικού κόσμου. Στην εποχή της ανόδου της, ότανεκπλήρωνε ένα μεγάλο δημιουργικό έργο, η αστική τάξη αναδείκνυε γίγαντες στοχαστές, όπωςχαρακτήρισε ο Μαρξ τον Χέγκελ. Αργότερα, καθώς ο καπιταλισμός άρχισε να συγκρούεται με τιςανάγκες της εξέλιξης, η αστική τάξη μπορούσε πλέον να εκπροσωπείται κεντρικά το πολύ από μεσαίουαναστήματος διανοητές, όπως ο Τζ. Σ. Μιλ ή ο Μαξ Βέμπερ. Αλλά και αυτό έπρεπε να ακολουθηθείαπό μια παραπέρα υποβάθμιση με την έλευση του ιμπεριαλισμού, όταν η πλειοψηφία των αστώνιδεολόγων ξεπέφτει στην κατηγορία των νάνων. Ο Νίτσε είναι σημαντικός ακριβώς επειδή είναι ο πιοψηλός από τους νάνους της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Και ενώ δεν αληθεύει διόλου ότι όλοι οιαστοί ιδεολόγοι της εποχής πέφτουν τόσο χαμηλά –κατ’ εξαίρεση μπορεί να εμφανίζονται ακόμημεγάλοι αστοί στοχαστές, όπως οι Σαρτρ και Τσόμσκι, που όμως αδιάλειπτα αντιτάσσονται στηναντίδραση– ο Νίτσε προσφέρει μια κατάδειξη της αυξανόμενης ανάγκης του ιμπεριαλισμού να φέρνειστο προσκήνιο τους νάνους για να πολεμήσει την εξέλιξη. Η αξία του Νίτσε για την άκρα αντίδρασησυνίσταται σε τούτο: ότι εμφανιζόμενος μερικές δεκαετίες πριν την έλευση του ιμπεριαλισμού δεν τονπροπαρασκευάζει μόνο ιδεολογικά, αλλά θέτει και τον πήχη των φιλοδοξιών των άλλων εκπροσώπωντου, των πιο κοντών νάνων.

Το προσωπικό στίγμα του Νίτσε συμπυκνώνεται στο χαρακτηρισμό του Εντέν Χόρβατ για τον ήρωά τουστο Νιάτα Χωρίς Θεό, τον επίφοβο μαθητή Τ, τυπικό εκπρόσωπο του παγερού πνεύματος τηςφασιστικής εποχής: «Γέννηση και θάνατο και όλα όσα υπάρχουν ανάμεσα, ήθελε να τα ξέρει ακριβώς.Ήθελε να ερευνήσει όλα τα μυστικά, αλλά μόνο για να μπορεί να νιώθει υπεροχή – και να σαρκάζει. Δεγνώριζε το δέος, γιατί ο φόβος του ήταν μόνο δειλία. Και η αγάπη του για την πραγματικότητα ήτανμίσος για την αλήθεια»10.

Ανήκει όμως στην ιδιοσυγκρασία του Νίτσε, ως ένα στοιχείο και όρος της ευαίσθητης σύλληψής του τωνπροβλημάτων της ιμπεριαλιστικής εποχής, ότι αυτές οι δυο φάσεις, της γνώσης και του χλευασμού, ανκαι αλληλένδετες, διαχωρίζονται με αρκετή σαφήνεια στο έργο του. Η γνώση αποκτάται στα πρώταγραπτά του ως την περίοδο των Παράκαιρων Στοχασμών, ενώ ο χλευασμός ακολουθεί ότανσυνειδητοποιεί ότι το περιεχόμενο αυτής της γνώσης, αν γίνει δεκτό, είναι καταδικαστικό για τιςκυρίαρχες τάξεις και οδηγεί σε μια ρήξη με την αστική αντίδραση, ρήξη θεωρητική αλλά και πρακτική.

Τα πρώτα έργα του Νίτσε, όπως Η Γένεση της Τραγωδίας και Η Γέννηση της Φιλοσοφίας, δεν μπορεί έτσινα αποκληθούν αντιδραστικά, παρά μόνο με μια εμβρυώδη έννοια, της στοιχειακής ύπαρξης σε αυτάεκείνων των τάσεων από τη συνάρθρωση των οποίων θα οικοδομηθεί αργότερα ο ιρασιοναλισμός του.Περιέχουν αντίθετα οξυδερκείς κρίσεις για ρεύματα και στοχαστές της ελληνικής αρχαιότητας, έστω καιαν στρεβλώνονται από τη λανθάνουσα ανορθολογική κλίση.

Ήδη το πρώτο σημαντικό, και αναμφισβήτητα καλύτερο, έργο του, Η Γένεση της Τραγωδίας,καταδεικνύει την οξεία αίσθηση του Νίτσε στο να αντιλαμβάνεται τις αντιθέσεις της εξέλιξης,συγκεκριμένα της τέχνης. Εστιάζοντας σε αυτό που αποκαλεί αντίθεση ανάμεσα στο διονυσιακό(ενστικτώδες) και το απολλώνιο (ορθολογικό) στοιχείο και αναγνωρίζοντας ως φορείς του τελευταίουτον Σωκράτη και τους μετέπειτα στοχαστές και δραματουργούς (Πλάτων, Ευριπίδης, κ.ά.), εκτιμά –σεπλήρη αντίθεση με τα ώριμα έργα του– πως αυτό το παραπέρα βήμα περιείχε αναμφίβολα και θετικόπεριεχόμενο. Αφού σημειώνει την αρχή του Σωκράτη «Η γνώση είναι αρετή» και ότι ο αισθητικόςσωκρατισμός του Ευριπίδη εκφραζόταν στο «Για να είναι ωραίο το κάθε τι πρέπει να είναι ικανό νακατανοηθεί», ο Νίτσε προσθέτει: «Αν πρέπει να δεχτούμε έτσι μια αντιδιονυσιακή τάση που λειτουργείακόμη και πριν το Σωκράτη, η οποία απλά έλαβε με αυτόν μια χωρίς προηγούμενο εξαίσια έκφραση, δενπρέπει να κάνουμε πίσω εμπρός στο ερώτημα του τι υποδεικνύει ένα τέτοιο φαινόμενο όπως ο Σωκράτης•γιατί ενόψει των πλατωνικών διαλόγων ασφαλώς δεν έχουμε το δικαίωμα να το θεωρήσουμε ως μια απλάαποσυνθετική, αρνητική δύναμη»11. Ενώ επικρίνει άστοχα τον Πλάτωνα ότι καταδίκασε γενικά την τέχνηκαι την τραγωδία, ο Νίτσε αναγνωρίζει παραπέρα διορατικά ότι «ο Πλάτων έχει δώσει στις μετέπειταεποχές το μοντέλο μιας νέας καλλιτεχνικής μορφής, το μοντέλο του μυθιστορήματος»12 – μια σωστήστην ουσία της ιδέα, η οποία εξηγεί και τη βαθιά επίδραση του Πλάτωνα από την Αναγέννηση και μετά.Ωστόσο, οι ορθές αυτές κρίσεις θολώνονται από την προτίμηση του Νίτσε στο διονυσιακό, με τηδιθυραμβική διακήρυξη της οποίας καταλήγει το έργο, κάτι που θα γίνει αργότερα αφετηρία για τηναπολογία του υπέρ της βαρβαρότητας: απέναντι στην «καταστροφική για τη ζωή φύση του σωκρατικούοπτιμισμού… ο Γερμανός ιππότης ακόμη ονειρεύεται τον αρχέγονο διονυσιακό μύθο του» και «θαξυπνήσει μια μέρα»13.

Ο Νίτσε για τους ΕλληνεςΜια εξίσου αντιφατική εικόνα δίνει το δεύτερο έργο, Η Γέννηση της Φιλοσοφίας. Εκεί, εντοπίζονταςικανά τα επιτεύγματα του αρχαίου υλισμού του Δημόκριτου και των προσωκρατικών, αλλά και τουδιαλεκτικού ιδεαλισμού του Παρμενίδη, ο Νίτσε αντιτάσσεται αποφασιστικά στην πρώτη μεγάλησύνθεσή τους από τον Πλάτωνα:
«Από τον Πλάτωνα και δώθε λείπει από τους φιλοσόφους κάτι το ουσιαστικό, αν τους συγκρίνουμε μεαυτή τη δημοκρατία των μεγαλοφυών που εκτείνεται από τον Θαλή ως τον Σωκράτη. Αν θελήσει νακρίνει κανείς δυσμενώς αυτούς τους παλιούς διδασκάλους, μπορεί να τους βρει με περιορισμένηαντίληψη και να πει πως οι επίγονοί τους, με τον Πλάτωνα επικεφαλής, είναι περισσότερο νοήμονες. Θα’ταν δικαιότερο και ειλικρινέστερο αν λέγαμε πως οι τελευταίοι είναι τραγέλαφοι και οι πρώτοι τύποιαγνοί. Ο ίδιος ο Πλάτωνας είναι ο πρώτος μέγας τραγέλαφος, τόσο στη φιλοσοφία του όσο και στηνπροσωπικότητά του. Η θεωρία του περί των Ιδεών περικλείει στοιχεία σωκρατικά, πυθαγόρεια καιηρακλειτικά, γι’ αυτό δεν είναι φαινόμενο τύπου αγνού. Κι ως άνθρωπος επίσης ο Πλάτωναςσυγκεντρώνει στον εαυτό του τη βασιλική επιφύλαξη και την επιβλητική αταραξία του Ηράκλειτου, τημελαγχολική ευαισθησία του νομοθέτη Πυθαγόρα και τη διαλεκτική του ψυχογνώστη Σωκράτη. Όλοι οικατοπινοί φιλόσοφοι είναι τέτοιοι τραγέλαφοι»14.

Ολοφάνερα, αυτό που απορρίπτει εδώ περιφρονητικά ως «τραγέλαφο» ο Νίτσε είναι το πραγματικόμεγαλείο του Πλάτωνα, η ουσία της υπεροχής του απέναντι στους προγενέστερους ικανούς αλλάμικρότερης αξίας στοχαστές. Παίρνοντας θέση ενάντια στις συνθετικές τάσεις και την ολοκλήρωση, πουσυντελείται στη φάση ωρίμανσης κάθε προοδευτικού σχηματισμού, πιστοποιεί μόνο τη δική τουαδυναμία εξύψωσης στο όλο, τον αυτοπεριορισμό στα χωριστά στοιχεία του, τα οποία κατόπιν θαδιαστρέφει και επιστρατεύει ανορθολογικά ως επιχειρήματα ενάντια στην ολότητα της εξέλιξης. Αυτήακριβώς είναι η αφετηρία της ανορθολογικής θέσης και μεθόδου του στο ώριμο έργο του.

Δεν είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εδώ τους σταθμούς και τα στάδια στη διαμόρφωση της σκέψης τουΝίτσε, που περνά από μια ενδιάμεση φάση μεταβατικών έργων όμως οι Παράταιροι Στοχασμοί και τοΑνθρώπινο, πολύ Ανθρώπινο, για να δείξει ανοικτά το αντιδραστικό της περιεχόμενο στο Πέραν τουΚαλού και του Κακού. Ωστόσο, είναι σημαντικό να φωτιστούν τα κοινωνικά της ελατήρια, που δεν είναιάλλα από την πεισματική προσκόλληση στην αστική ατομικότητα της παρακμής. Ο ίδιος ο Νίτσε, συχνάαρκετά ειλικρινής όσο αφορά τα ταξικά του κίνητρα, είναι αποκαλυπτικός όταν, στο Θέληση για Δύναμη,μιλά για τις φιλοσοφικές καινοτομίες του:

«1. Η προσπάθειά μου να αντιπαρατεθώ στην παρακμή και την αυξανόμενη αδυναμία τηςπροσωπικότητας. Αναζήτησα ένα νέο κέντρο.
2. Το αδύνατο αυτής της προσπάθειας αναγνωρίζεται.
3. Μετά από αυτό, προχώρησα παραπέρα κάτω στο δρόμο της αποσύνθεσης – όπου βρήκα νέες πηγέςδύναμης για τα άτομα. Πρέπει να είμαστε καταστροφείς! –αντιλήφθηκα ότι η κατάσταση τηςαποσύνθεσης, στην οποία οι ατομικές φύσεις μπορεί να τελειοποιήσουν τον εαυτό τους όπως ποτέ πριν–είναι μια εικόνα και ένα απομονωμένο παράδειγμα της ύπαρξης γενικά»15.
Εδώ γίνεται έκδηλη η ριζική διαφορά ανάμεσα στην πορεία που ακολούθησαν οι εισηγητές τουεπιστημονικού σοσιαλισμού και σε εκείνη του Νίτσε. Οι Μαρξ και Ένγκελς, ξεκινώντας από την ίδιαεπίγνωση της κρίσης και του αδιεξόδου της τάξης τους, αναγνώρισαν ότι υπήρχε ένα νέο κέντρο γύρωαπό το οποίο μπορεί να συνεχιστεί η οικοδόμηση του ανθρώπινου πολιτισμού, δηλαδή το ανερχόμενοπρολεταριάτο. Ο Νίτσε αντίθετα, παρά την οξεία αίσθησή του της αστικής παρακμής, δεν στάθηκεικανός γι’ αυτό το παραπέρα αποφασιστικό βήμα, γιατί τότε θα έπρεπε να υποστεί τις δυσμενείς υλικέςσυνέπειες από τη ρήξη με την τάξη του. Από τη στιγμή εκείνη και μετά –γιατί στα πρώτα έργα του ητελική επιλογή, αν και διαγραφόταν, παρέμενε ακόμη ανοικτή– δεν του έμενε παρά να προβεί σε μιααποθέωση της παρακμής, ως αναζωογονητικής δήθεν δύναμης, και σε μια μοχθηρή και γεμάτη μίσοςεπίθεση στο σοσιαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης.

Ο Νίτσε κατευθύνει την πολεμική του όχι μόνο ενάντια στο νεαρό εργατικό κίνημα των ημερών του αλλάκαι τα προοδευτικά ρεύματα και τους στοχαστές όλων των εποχών, έχοντας επίγνωση ότι οι μεγάλεςφιλοσοφικές παραδόσεις και τα κινήματα του παρελθόντος έχουν νόημα μόνο ως στιγμές στην πορείααπελευθέρωσης της ανθρωπότητας. Στόχος της πολεμικής του γίνονται τα εξισωτικά και ριζοσπαστικάκινήματα όπως ο πρώιμος χριστιανισμός και η γαλλική επανάσταση, ή ακόμη και ο ιουδαϊσμός, λόγωτου αγώνα του ενάντια στη Ρώμη. Αρνούμενος την πραγματική κοινωνική τους βάση, ο Νίτσε αποδίδειτα κινήματα αυτά στη «μνησικακία» των δούλων εναντίον των κυρίων, δηλαδή σε καθαρά ψυχολογικάκίνητρα και αίτια. Αλλά και όλοι οι μεγάλοι στοχαστές, από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα, ως τουςΡουσώ, Σπινόζα, Καντ και Χέγκελ, γίνονται αντικείμενο του χλευασμού του, όπως συμβαίνει και με τουςσυγχρόνους του, ακόμη και προδρόμους του όπως ο Σοπενχάουερ, όταν διακρίνει σε αυτούς κάποιοκατάλοιπο της προοδευτικής κληρονομιάς του παρελθόντος. Αν όμως καταφέρνει έτσι να αποδείξει κάτιο Νίτσε, είναι μόνο η δική του μεγαλομανής μνησικακία και κατωτερότητα, όταν ερημώνει το τοπίο απόκάθε τι υψηλό και ιστορικά σημαντικό, για να βάλει στο θρόνο τον αστικό παρασιτισμό του ίδιου και τωνομοίων του.

Αυτά τα κεντρικά θέματα της νιτσεϊκής φιλοσοφίας και οι ταξικές της ρίζες έχουν καταδειχτεί επαρκώςαπό τον Λούκατς στο κεφάλαιο της Καταστροφής του Λογικού για τον Νίτσε. Θα αρκεστούμε, λοιπόν, σεμερικές συνοπτικές επισημάνσεις και συμπληρώσεις.

Ήδη ο Σοπενχάουερ, παρά τις αφηρημένες γενικά προοπτικές του, είχε αντιπαρατεθεί στην ιστορία καιτην επιστημονική της προσέγγιση ως κάτι «ψευδές όχι μόνο στην έκθεσή του αλλά και στην ουσίατου»16, επιστρατεύοντας την αντίληψη του Καντ για την υποκειμενικότητα του χρόνου ως απόδειξηενάντια στην ιστορική εξέλιξη μέσα στο χρόνο. Ο Σοπενχάουερ κατηγορεί ακόμη τον Χέγκελ ότι ηπολιτική του θεωρία «οδηγεί στον κομμουνισμό»17, για να αναπτύξει μια πολεμική στη δημοκρατία ωςσυνώνυμη της οχλοκρατίας. Προκαταλαμβάνοντας σχετικές ιδέες του Νίτσε, σημειώνει ως έναανησυχητικό σημάδι της εποχής την «αυξανόμενη οχλοκρατία», θεωρώντας ως «ένα ειδικό μειονέκτηματων δημοκρατιών ότι σε αυτές μοιραία είναι πιο δύσκολο για τους ανθρώπους ανώτερης διάνοιας νααποκτήσουν θέσεις και να φτάσουν έτσι σε άμεση πολιτική υπεροχή, από ό,τι είναι στις μοναρχίες».Αντιπαραθέτει ως λύση μια δεσποτική μοναρχία, «ένα δεσποτισμό των σοφών και των ευγενών», που θαεπιτευχθεί«μέσω της ένωσης των πιο ευγενών ανδρών και των πιο έξυπνων και λαμπρών γυναικών»18.

Ο Σοπενχάουερ επιχειρεί να τεκμηριώσει το ανέφικτο της δημοκρατίας επικαλούμενος τις ιδέες τουΓκομπινό, ενός από τους πρώτους ρατσιστές του 19ου αιώνα, για την φυσική κακία του ανθρώπου: «ΟΓκομπινό (Δοκίμιο για την Ανισότητα των Ανθρώπινων Φυλών) αποκάλεσε τον άνθρωπο ως “το κατ’εξοχήν μοχθηρό και εκδικητικό ζώο” και οι άνθρωποι το παίρνουν αυτό στραβά, επειδή αισθάνονται ότιτο εννοεί γι’ αυτούς. Αλλά έχει δίκιο… Και έτσι στην καρδιά του καθενός κατοικεί πραγματικά ένα άγριοκτήνος που απλά περιμένει για να λυσσάξει και να ουρλιάξει και θα του άρεσε να τραυματίσει και νακαταστρέψει ακόμη τους άλλους, αν ποτέ έμπαιναν εμπόδιο στο δρόμο του»19.

Οι κοινωνικές ιδέες του Νίτσε δεν αποτελούν παρά μια προέκταση και συστηματοποίηση τωνσποραδικών εκδρομών του Σοπενχάουερ στο ίδιο πεδίο. Η «πρόοδος» που επιφέρει ο Νίτσε είναι πρώτο,ότι τους αφαιρεί την καθολικότητα, αντικαθιστώντας τη γενική «μοχθηρία του ανθρώπου» με τη«μνησικακία των δούλων» (αυτή η ανάπτυξη ενυπάρχει εμβρυακά στον Σοπενχάουερ, αφού είναι σαφέςότι από το γενικό ορισμό του ανθρώπου ως «άγριο κτήνος» εξαιρεί οπωσδήποτε τους «ευγενείς άνδρες»όπως ο ίδιος, και τις εξίσου «λαμπρές γυναίκες»)• και δεύτερο, ότι προβαίνει σε μια φαινομενικά πιοευέλικτη, αλλά ακόμη πιο ταξικά στρατευμένη άρθρωσή τους, μέσω της υποκριτικής κριτικής τηςπαρακμής.

Η επίθεση του Νίτσε στην ιστορία αναπτύσσεται ήδη σε έναν από τους Παράκαιρους Στοχασμούς του,«Για τις χρήσεις και τα μειονεκτήματα της ιστορίας για τη ζωή» (1876). Διακηρύσσει εκεί: «Στο βαθμόπου υπάρχουν νόμοι στην ιστορία είναι τιποτένιοι, και η ίδια η ιστορία είναι τιποτένια». Αυτό, εξηγεί,συμβαίνει επειδή οι όποιοι νόμοι, «αποδεικνύουν πόσο αηδιαστικά ομοιόμορφες είναι οι μάζες», με ταχαρακτηριστικά τους της «αδράνειας, ηλιθιότητας, μιμητισμού, αγάπης και πείνας». Στο ίδιο αυτόδοκίμιο η επίθεση στην ιστορία συνδυάζεται με μια επίθεση στον Χέγκελ: «Η τεράστια και ακόμησυνεχιζόμενη επιρροή αυτής της φιλοσοφίας, της χεγκελιανής», εκτιμά, υπερασπίζοντας πλέον ένανολόγυμνο αστικό παρασιτισμό, «έκανε πιο επικίνδυνη [κάθε] επικίνδυνη ταλάντευση και κρίση στηγερμανική κουλτούρα αυτό τον αιώνα», γιατί «συνήθισε τους Γερμανούς να μιλούν για μια “παγκόσμιαδιαδικασία” και να δικαιολογούν την εποχή τους ως το αναγκαίο αποτέλεσμα αυτής της παγκόσμιαςδιαδικασίας»20.

Για τον Νίτσε, λοιπόν, η ιστορία είναι άχρηστη, επειδή –και αυτό είναι ένα διαρκώς και σε πλήθοςπαραλλαγές επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο μετέπειτα έργο του– διέπεται από την κίνηση των μαζών καιόχι τις επιθυμίες των εκλεκτών ατόμων. Αλλά αυτό το συμπέρασμα από την παρατήρηση της ιστορίας,που έπαιξε μεγάλο ρόλο στη συγκρότηση του ώριμου στοχασμού του, τον οδηγεί σε ένα παραπέραανήσυχο ερώτημα, για τους λόγους της ανόδου των μαζών και της ικανότητάς τους να περιορίζουνβαθμιαία την υπεροχή των κυρίαρχων τάξεων. Σε αυτό, ο Νίτσε απαντά επίσης με σαφήνεια: η διαλεκτικήείναι το κύριο όπλο των μαζών στην πάλη τους ενάντια στις ευγενείς και αριστοκρατικές παραδόσεις. Ηώριμη πολεμική του στο Σωκράτη, τον οποίο επιπλήττει για την εισαγωγή της διαλεκτικής στηφιλοσοφική συζήτηση, είναι διαφωτιστική:
«Αυτή η αντιστροφή της προτίμησης υπέρ της διαλεκτικής είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό. Τι πραγματικάσυνέβηκε; Ο Σωκράτης, ο παρακατιανός που την εκπλήρωσε, πέτυχε μέσω αυτής τη νίκη πάνω σε έναπιο ευγενές γούστο, το γούστο των ευγενών: – ο όχλος πέτυχε τη νίκη με τη διαλεκτική. Πριν από τονΣωκράτη, ο διαλεκτικός τρόπος απορριπτόταν στην κοινωνία… η νεολαία προειδοποιούνταν εναντίοντου. Γιατί αυτή η επίδειξη λόγων; Γιατί θα έπρεπε κανείς να αποδεικνύει; Απέναντι στους άλλους διέθετεκανείς εξουσία. Διέταζε: αυτό ήταν αρκετό»21.

Αρκεί να συγκρίνουμε αυτή την πολεμική με τις διατυπώσεις του Η Γένεση της Τραγωδίας για τονΣωκράτη, για να δούμε τον αποφασιστικά αντιδραστικό χαρακτήρα της, τυπικό για τη γενικότερημετακίνηση του Νίτσε στο ώριμο έργο του. Επιπλέον, είναι εμφανής η αλλαγή του τόνου ακόμη και σεσχέση με τον Κίρκεγκαρντ: αν ο Κίρκεγκαρντ έλεγε ότι πρέπει να υπακούμε όπως ο Αβραάμ στις θείεςεντολές επειδή το λέει ο Θεός, ο Νίτσε λέει ότι πρέπει να υπακούμε στις εντολές των κυρίαρχων τάξεων,επειδή το λέει ο Νίτσε.

Βέβαια –και εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο στοιχείο της επιτυχίας και της επιρροής του– ο Νίτσε δεν αρκείταινα αποκηρύσσει τη διαλεκτική. Στην πραγματική ιστορική διαλεκτική αντιπαρατάσσει σε κάθε βήμα,όπως εύστοχα καταδεικνύει ο Λούκατς, μια ψευτοδιαλεκτική της αστικής εξέλιξης, που είναι κατά βάσηένας εξωραϊσμός της ολοένα μεγαλύτερης κατάπτωσης των παρασιτικών αστών. Είναι ακριβώς ημεγέθυνση και καθολίκευση της παρακμής που ο Νίτσε προσπαθεί να εξυψώσει σε κάτι υπέρτατο και θείο. Προχωρεί προς τα εκεί μέσα από την επεξεργασία μιας σειράς μύθων και ανορθολογικώνκατασκευών που δεν κάνουν άλλο από να δίνουν στην παρακμή μια γενικευμένη, κοσμοθεωρητικήέκφραση. Εδώ εντάσσονται ιδιαίτερα οι ιδέες του για τον υπεράνθρωπο, την αγνότητα του γίγνεσθαι (καιτο διονυσιασμό ως αισθητική προέκτασή της) και την αιώνια επιστροφή.

Ο Νίτσε επενδύει τη μυθοπλασία του με συνεχείς δημαγωγικές κριτικές στην παρακμή, καταδεικνύοντας,συχνά εύστοχα, τα σχολαστικά στοιχεία των προγενέστερων φιλοσοφικών συστημάτων και θρησκειών,τα οποία στηλιτεύει ως μια «άρνηση της ζωής», κοκ. Οι πολεμικές του όμως είναι υποκριτικές καιαποσκοπούν απλά να απομακρύνουν τις υποψίες από πάνω του, αφού τα σχολαστικά στοιχεία τωνπρογενέστερων στοχαστών συνδέονταν με το ότι αποδέχονταν λίγο-πολύ το αναπόφευκτο στην εποχήτους γεγονός της εκμετάλλευσης και καταπίεσης των μαζών, και είναι αυτό ακριβώς και μόνο το στοιχείοπου ξεδιαλέγει και κρατά από το παρελθόν ο ίδιος, σε μια εποχή που δεν είναι πλέον αναπόφευκτο. Ηπλήρης έλλειψή του κατανόησης της οικονομίας τον ωθεί να πιστεύει ότι αν οι κυρίαρχες τάξεις δείξουναρκετή αποφασιστικότητα, θα μπορέσουν να ακυρώσουν τη δυσμενή γι’ αυτές εξέλιξη και αυτή τηνπεποίθηση επιχειρούν να εδραιώσουν οι απολογητικές κατασκευές του. Οι νιτσεϊκές έννοιες τουυπεράνθρωπου και της αγνότητας του γίγνεσθαι αποσκοπούν να δικαιώσουν την κτηνωδία τωνκυρίαρχων τάξεων, με το καταφανώς γελοίο σκεπτικό ότι αποτελεί μέρος του γίγνεσθαι και η αφαίρεσήτης θα έκανε το γίγνεσθαι ελαττωματικό, αφού θα έχανε έτσι ένα στοιχείο του. Ακόμη περισσότεροαληθεύει αυτό για την αιώνια επιστροφή. Σε αντίθεση με τη φαινομενικά παρεμφερή αντίληψη τουΚίρκεγκαρντ περί επανάληψης, η οποία αναφερόταν στην υποθετική αναπαραγωγή του ανώτατουσημείου της προηγούμενης εξέλιξης (μια αναπαραγωγή αποδεκτή από τον Κίρκεγκαρντ μόνο αν ηεπανάληψη ήταν απολύτως ακριβής και πανομοιότυπη, επομένως ποτέ αν φορέας της ήταν μια νέατάξη), η αιώνια επιστροφή υποδηλώνει την αναγκαία διαρκή αναπαραγωγή της βαρβαρότητας, που θαπρέπει να υπάρχει για πάντα επειδή υπήρξε μια φορά.

Οι μυθοπλασίες του Νίτσε στοχεύουν να προσδώσουν μια επίφαση θετικού περιεχομένου στη γύμνια καιτην εξαχρείωση της αντίδρασης, μιας υπέρβασης, δήθεν, της παρακμής και του μηδενισμού, τελικάόμως αποτυχαίνουν πλήρως να το κάνουν. Ο ίδιος ο Νίτσε το παραδέχεται τελικά όταν ομολογείκαθυστερημένα το μηδενισμό του: «Ότι ήμουν ως τώρα ένας απ’ άκρη σ’ άκρη μηδενιστής, τοπαραδέχτηκα στον εαυτό μου μόλις πρόσφατα: η ενέργεια και ο ριζοσπαστισμός με τα οποίαπροχωρούσα ως μηδενιστής με εξαπάτησαν γύρω από αυτό το βασικό γεγονός. Όταν μετακινείται κανείςπρος ένα σκοπό, φαίνεται αδύνατο ότι “η έλλειψη σκοπού ως τέτοια” είναι η αρχή της πίστης μας»22.Αυτό αφαιρεί κάθε αξία από τις δήθεν ανελέητες κριτικές του στον υποτιθέμενο μηδενισμό τωνπροηγούμενων στοχαστών, θρησκειών, κ.λπ. Στο φως αυτής της ομολογίας, ο Νίτσε δεν θα έπρεπε νατους είχε καταγγείλει ως «αρνητές της ζωής», αλλά να τους χαιρετήσει ως προδρόμους του.

Η αντίφαση ανάμεσα στην κενότητα και τις υψηλές αξιώσεις της νιτσεϊκής φιλοσοφίας έχει και μια άλληκρίσιμη συνέπεια, τη στροφή προς τον ακραίο ελιτισμό και το ρατσισμό. Πραγματικά, από τη στιγμή πουο παρασιτικός αστός δεν μπορεί να στηρίξει τις ηγετικές βλέψεις του σε σχέση με τον πολιτισμό σε τίποτααντικειμενικό, υποχρεώνεται να αξιώσει μια «φύσει ανωτερότητα», η οποία τελικά οδηγεί στο ρατσισμό,σε κάποια εκδοχή βιολογικής υπεροχής του λόγω των ανώτερων φυλετικών του χαρακτηριστικών. Ηανώτερη θέση των κυρίαρχων τάξεων ερμηνεύεται έτσι όχι ως ένα προϊόν συγκεκριμένων, ιστορικούχαρακτήρα κοινωνικών σχέσεων, αλλά ως ένα απαράγραπτο γεγονός, θεμελιωμένο σε αμετακίνητα καιδιαρκή βιολογικά δεδομένα, έτσι που ο αγώνας για την ανατροπή τους γίνεται αυτονόητα μάταιος, έναδείγμα της κακοβουλίας των κατώτερων.

Ο Νίτσε παίρνει αποφασιστικά αυτό το δρόμο, έστω και αν δεν φέρνει τα σχετικά συμπεράσματα, ταοποία εξάγει με συνέπεια, εντελώς στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του. Στα ώριμα έργα του η ιστορίαερμηνεύεται ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε φυλές κυρίων και φυλές δούλων. Εξάγεται δε το συμπέρασμαότι οι ως τώρα επιτυχίες των δούλων ήταν αποτέλεσμα της αναποφασιστικότητας των κυρίων και τηςμοχθηρίας και πονηριάς με τις οποίες μεταμφίεζαν οι δούλοι τις απεχθείς, μνησίκακες βλέψεις τους. ΟΝίτσε δηλώνει ανοιχτά ότι η κατ’ εξοχήν φυλή των κυρίων είναι η άρια φυλή, την οποία παρομοιάζει με«ξανθά κτήνη», και εκθειάζει τις καστικές δομές του άριου πολιτισμού στην αρχαία Ινδία, ως υπόδειγμαπρος μίμηση από τους κυρίους στην ιμπεριαλιστική εποχή, ώστε να διασφαλιστεί η καθαρότητα τουαίματός τους.

Αναφερόμενος στον κώδικα του Μανού, που κατοχύρωνε τις καστικές δομές στην αρχαία Ινδία, ο Νίτσεαποφαίνεται δημαγωγικά ότι «θεμελιώνεται στο άγιο ψέμα» όταν διακηρύσσει ότι σκοπός τηςνομοθεσίας ήταν «η ευημερία της ανθρωπότητας» και ότι «αυτό το ψέμα αντιγράφτηκε παντού: η Άριαεπιρροή διέφθειρε τον κόσμο»23. Το νόημα αυτής της υποκριτικής κριτικής είναι ότι η νομοθεσία δεν θαέπρεπε να μιλά για το γενικό καλό, που μπορεί να εγείρει αξιώσεις από τη μεριά των δούλων, αλλάκυνικά και ανοιχτά μόνο για το καλό των κυρίων. Όταν όμως περνά στις δρακόντειες φυλετικέςπροβλέψεις της νομοθεσίας για το χωρισμό της κοινωνίας σε τέσσερεις στεγανές κάστες, ιερείς,πολεμιστές, εμπόρους και δούλους, τις εκθειάζει ανεπιφύλακτα. Έχοντας παρουσιάσει αναλυτικά αυτέςτις προβλέψεις στο Λυκόφως των Ειδώλων, επαινεί τα υγειονομικά ρατσιστικά μέτρα στα οποίαβασίζονταν, εκτιμώντας από την άλλη τον ιουδαϊσμό και το χριστιανισμό ως εκδήλωση της ανταρσίαςτων δούλων (της κάστας των τσαντάλα, στο Μανού) ενάντια στις άριες αρχές:
«Αυτοί οι κανονισμοί είναι αρκετά διδακτικοί: εδώ συναντάμε για μια μοναδική φορά την Άριαανθρωπότητα, εντελώς καθαρή, εντελώς αρχέγονη – μαθαίνουμε ότι η έννοια του “καθαρού αίματος”είναι το αντίθετο μιας αβλαβούς έννοιας. Από την άλλη μεριά, γίνεται σαφές σε ποιο λαό το μίσος, τομίσος των τσαντάλα, ενάντια σε αυτή την “ανθρωπινότητα” έχει εξωτερικευτεί… Ο χριστιανισμός, πουξεπήδησε από ιουδαϊκές ρίζες και κατανοητός μόνο σαν μια αύξηση πάνω σε αυτό το έδαφος,αντιπροσωπεύει την αντικίνηση σε οποιαδήποτε ηθική ράτσας, φυλής, προνομίου: είναι η κατ’ εξοχήναντιάρια θρησκεία – η επαναξιολόγηση όλων των αξιών, η νίκη των αξιών των τσαντάλα, το ευαγγέλιοπου κηρύσσεται στους φτωχούς και τους χαμερπείς, η γενική επανάσταση όλων των καταπιεσμένων, τωνάθλιων, των αποτυχημένων, των λιγότερο ευνοημένων, ενάντια στη “ράτσα”: το άσβεστο μίσος τωντσαντάλα ως θρησκεία της αγάπης»24.

Οι κραυγές των θυμάτων στους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς και του Νταχάου ηχούν σε αυτές τιςγραμμές του Νίτσε. Προκαταλαμβάνουν, όπως και πλήθος άλλες παρόμοιες αναφορές του, όλα ταθέματα της φυλετικής ιδεολογίας που συστηματοποίησαν αργότερα οι κύριοι εκπρόσωποί της, από τονΤσάμπερλεν και τον Ρόζενμπεργκ, ως τον Χίτλερ.
Μεταπολεμικά ως τις μέρες μας έχουν γίνει αμέτρητες προσπάθειες να αποκαθαρθεί ο Νίτσε από τησχέση του με τους ναζί και την άκρα αντίδραση. Πρόκειται για προσπάθειες ανεδαφικές, κατά κανόναυποκινούμενες από την επιδίωξη να αξιοποιηθεί εκ νέου για να δοθούν αντιδραστικές απαντήσεις στασύγχρονα προβλήματα και να υποβοηθηθεί η άνοδος του νεοφασισμού. Απεναντίας, ενόψει αυτών καιπλήθους άλλων τέτοιων αποσπασμάτων, εξαγόμενων φυσικά από την κύρια κατεύθυνση της σκέψηςτου, η επίκληση του Νίτσε από τους ναζί ήταν εντελώς δικαιολογημένη.

Επιπλέον, ο ίδιος ο Νίτσε έδωσε μια ξεκάθαρη εκτίμηση της φιλοσοφίας του, ως μιας απόλυτασυνειδητής έκφρασης των ακραία αντιδραστικών Γερμανών γιούνκερ. Στην αυτοβιογραφία του,αναφερόμενος στο Πέραν του Καλού και του Κακού, σημειώνει επιδοκιμαστικά σχετικά με την εκτίμησήτου από μια πρωσική εφημερίδα: «Η Nationalzeitung, μια πρωσική εφημερίδα, κατάφερε πραγματικά νακαταλάβει το βιβλίο ως “ένα σημάδι των καιρών”, ως την αληθινή και αυθεντική φιλοσοφία τωνΓιούνκερ για την οποία η Kreuzzeitung απλά δεν διέθετε το θάρρος»25. H Kreuzzeitung ήταν μιαακροδεξιά πρωσική εφημερίδα και το νόημα της απόφανσης του Νίτσε είναι ότι μόνο αυτός είχε τοθάρρος, που έλειπε ακόμη και από την Kreuzzeitung, να εξάγει με συνέπεια όλα τα συμπεράσματα τηςάποψης των ακραία αντιδραστικών Γιούνκερ.

Αυτή είναι μια καθοριστική ομολογία, καθώς το Πέραν του Καλού και του Κακού είναι το έργο όπου γιαπρώτη φορά ο Νίτσε κηρύσσει αποφασιστικά και αμετάκλητα την αντισοσιαλιστική του σταυροφορία.Αναφερόμενος στους σοσιαλιστές ως «βλάκες και ανεγκέφαλους» και το σοσιαλιστικό ιδανικό ως«εκφυλισμό και υποβάθμιση του ανθρώπου… στο ζώο νάνο των ίσων δικαιωμάτων και αξιώσεων»,εκτιμά ότι «είναι δυνατός αυτός ο εκφυλισμός. Ο καθένας», προσθέτει, «που έχει σκεφτεί για μια φοράεξαντλητικά αυτή τη δυνατότητα γνωρίζει ένα είδος αηδίας που οι άλλοι άνθρωποι δεν ξέρουν – αλλάίσως επίσης και ένα νέο καθήκον»26 – μια θέση που θα επαναληφθεί με ακόμη μεγαλύτερη δριμύτηταστις αναρίθμητες μετέπειτα εκκλήσεις του ενάντια στο σοσιαλισμό.

Οι προσπάθειες να αποσυνδεθεί ο Νίτσε από το φασισμό είναι, λοιπόν, μάταιες και επιπόλαιες, ακόμηκαι όταν γίνονται καλοπροαίρετα, επιστρατεύοντας αναλογίες με την άτοπη σύνδεση ή ταύτισηχριστιανισμού και Ιεράς Εξέτασης. Το θέμα είναι ότι ο χριστιανισμός περιείχε όντως και άλλα στοιχείαπέραν όσων οδήγησαν στην Ιερά Εξέταση, από τα οποία αντλούσαν για αιώνες οι αγώνες τωνκαταπιεσμένων, κάνοντας τον Μαρξ να μιλήσει για το «ασεβές βάθος» του. Με τον Νίτσε, αντίθετα,τουλάχιστον μετά το Πέραν του Καλού και του Κακού, η κατεύθυνση είναι απόλυτα καθορισμένη καιμονοσήμαντη. Αν θα θέλαμε να παραμερίσουμε ό,τι συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με το φασισμό σε αυτάτα έργα για να κρατήσουμε το υπόλοιπο, είναι ζήτημα αν θα απέμεναν ένα-δυο δεκάδες αποσπάσματα.

Βέβαια, η δημαγωγία του Νίτσε, ο αφοριστικός και πνευματώδης τρόπος διατύπωσης των σκέψεών του,η επινοητική παραχάραξη των φιλοσοφικών προβλημάτων και των απόψεων των άλλων στοχαστών,έχουν συντείνει ώστε να παρανοήσουν το περιεχόμενο της φιλοσοφίας του αρκετοί προοδευτικοίσχολιαστές, ακόμη και επιφανείς μαρξιστές, όπως ο Μέρινγκ και ο Γληνός. Από την άλλη μεριά, στηνπλειοψηφία των περιπτώσεων, η επίδραση του Νίτσε στην αστική και μικροαστική διανόηση συνδέεταιόχι τόσο με την παρανόηση, όσο με τη δυνατότητα που τους παρέχει για μια φαινομενικά ριζοσπαστικήστάση, η οποία ενώ στην πράξη δικαιώνει τον αστικό ατομικισμό παρουσιάζεται ως ανώτερη τόσο απότην ανοιχτή υπεράσπιση του καπιταλισμού όσο και από τη στράτευση με το σοσιαλιστικό κίνημα. Με τοντρόπο αυτό οι μικροαστοί διανοούμενοι μπορούν να μεταμφιέζουν τη δειλία τους να σπάσουνπραγματικά με τις ταξικές προλήψεις τους, καθώς και να δεχτούν τις υποχρεώσεις από τη συμμετοχή στοσοσιαλιστικό αγώνα σε μια δήθεν ανωτερότητα. Αυτό το γεγονός εξηγεί μεταξύ άλλων την αρκετάπλατιά επίδραση του Νίτσε και σε «ριζοσπαστικά» ρεύματα όπως ο αναρχισμός.

Η γνωσιοθεωρία του Νίτσε στηρίζεται σε μια εμβάθυνση και γενίκευση της θετικιστικής, έστω και με τοπρόσχημα της κριτικής της. Γράφει: «Ενάντια στο θετικισμό, που σταματά στα φαινόμενα –“υπάρχουνμόνο γεγονότα”– θα έλεγα: Όχι, τα γεγονότα είναι ακριβώς αυτό που δεν υπάρχει, μόνο ερμηνείες… κάθεδιαδοχικό φαινόμενο στη συνείδηση είναι εντελώς ατομιστικό»27. Με αυτό, ο Νίτσε αντικαθιστά απλάτα εξατομικευμένα γεγονότα του θετικισμού, που αν και κατά βάση υποκειμενικά παρέμεναν κοινά γιαόλους, με τις εξατομικευμένες ερμηνείες. Το αποτέλεσμα είναι μια ακόμη πιο υπο- κειμενιστική θεώρηση,όπου δεν απομένει τίποτε αντικειμενικό και το κάθε τι μπορεί να παρερμηνεύεται κατά το δοκούν.

Ο Νίτσε αποκαλεί την προκύπτουσα θεώρηση «προοπτικισμό», βασίζοντάς τη στην υπόθεση ότι δενυπάρχει ενότητα μεταξύ αντιθέτων, αλλά μόνο ενότητα μεταξύ ομοίων. Όπως το θέτει, «κάθεσυγκεκριμένο σώμα προσπαθεί να διαφεντεύσει όλο το χώρο και να επεκτείνει τη δύναμή του… αλλάσυναντά διαρκώς παρόμοιες προσπάθειες από άλλα σώματα και καταλήγει να έρχεται σε μια διευθέτηση(“ένωση”) με εκείνα από αυτά που σχετίζονται αρκετά με αυτό: έτσι συνωμοτούν μετά ενάντια στηνύπαρξη»28.
Αυτή η δήλωση του Νίτσε είναι εξαιρετικά σημαντική και πρέπει να αντιπαραβληθεί με τη διαλεκτικήαρχή της ενότητας των αντιθέτων, την οποία τόνιζαν αδιάλειπτα οι κλασικοί του μαρξισμού. Εμπεριέχειτην πεμπτουσία του ιρασιοναλισμού, που αρνείται να αποδεχτεί στοιχεία ενότητας μεταξύ των αντίθετωνδυνάμεων και οντοτήτων της φύσης –κάτι που ο Νίτσε είχε κάνει, βέβαια, στα πρώτα γραπτά του–αποτυπώνοντας γνωσιοθεωρητικά την προκατάληψη του παρακμιακού αστού, να μη γνωρίζει καμιάσχέση ανάμεσα στον ίδιο και τους παρακατιανούς προλετάριους. Το ότι η ίδια η ύπαρξή τουθεμελιώνεται σε μια ήδη υπάρχουσα σχέση, τη σχέση εκμετάλλευσης, δεν του περνά καν από το μυαλό.Είναι επίσης μια θέση αντιπροσωπευτική του ολοκληρωτικού πνεύματος των παρασιτικών αστών, γιατί οολοκληρωτισμός συνίσταται ακριβώς στην άρνηση του αντιφατικού, ενιαίου, ιστορικά εξελισσόμενου καιδιαφοροποιημένου όλου, μέσα στο οποίο συνυπάρχουν τα αντίθετα, και την εξύψωση ενός άσημου καιαποσπασμένου μέρους πάνω από την ολότητα. Και παρότι οι ολοκληρωτικές λογικές και πρακτικέςαναφάνηκαν και στο σοσιαλιστικό κίνημα, κυρίως με την επικράτηση του σταλινισμού, ο ιρασιοναλισμόςπροσφέρει πειστική απόδειξη ότι η πηγή τους βρίσκεται στις κυρίαρχες τάξεις, όπως το επιβεβαιώνειάλλωστε όλη η ιστορική εμπειρία του ιμπεριαλισμού και του φασισμού. Η νιτσεϊκή ενότητα των ομοίωνπου συνωμοτούν ενάντια στην ύπαρξη, ως γνωσιοθεωρητική-οντολογική αρχή, αποτυπώνει αλάθητα σεμια γραμμή τη γελοιότητα της αστικής αντίδρασης, έτσι που αν παρ’ ελπίδα οι σύγχρονοι εκπρόσωποίτης έθεταν κάποτε στον εαυτό τους το ερώτημα «τι είμαστε;» θα έπρεπε να απαντήσουν ακριβώς αυτό.

Αν ο Νίτσε ήταν συνεπής στις διακηρύξεις του, θα είχε αρκεστεί να πει ότι τα πάντα είναι ερμηνείες καιότι η δική μου ερμηνεία είναι να συνωμοτούμε, εγώ και όσοι μου μοιάζουν, ενάντια στην ύπαρξη. Τα περίερμηνειών, ωστόσο, είναι ένα βήμα στο να εξισώσει ταχυδακτυλουργικά τις ερμηνείες που προσεγγίζουντην πραγματικότητα με όσες απομακρύνονται από αυτή και μετά, αφού ξεφορτωθεί τις πρώτες, ναανακηρύξει ανώτερη τη δική του, ως την πλέον ψευδή μεταξύ των ψευδών ερμηνειών. Έτσι, και παρότιγενικά κατά τον ίδιο δεν υπάρχει αλήθεια, προχωρά σε μια κοσμοθεωρητική επέκταση της ερμηνείας του,για να την εμφανίσει και ως τη μόνη αληθινή.

Η κοσμοθεωρία του Νίτσε συνιστά μια εξειδίκευση και συγκεκριμενοποίηση εκείνης του Σοπενχάουερ,στο βαθμό που υποκαθιστά τη σοπενχαουερική θέληση με τη θέληση για δύναμη. Ο Νίτσε οικοδομείέτσι μια καθαρά ενεργειακή (και ιδεαλιστική, αφού η δύναμη νοείται ως εκδήλωση της θέλησης) εικόνατου κόσμου, κατά την οποία ο κόσμος «συνίσταται» αποκλειστικά από ενέργεια και δύναμη. Όπως τοθέτει, «ο κόσμος μπορεί να θεωρηθεί ως μια ορισμένη καθορισμένη ποσότητα δύναμης και έναςορισμένος καθορισμένος αριθμός κέντρων δύναμης», ενώ «κάθε άλλη αναπαράσταση παραμένειαόριστη και συνεπώς άχρηστη». Αυτό οδηγεί σε μια εικόνα του κόσμου ως πεπερασμένου και χωρίςκαινοτομία, «μια κυκλική κίνηση απόλυτα ταυτόσημων σειρών… από τον κόσμο λείπει επίσης ηικανότητα για αιώνια καινοτομία»29.

Η κοσμολογία του Νίτσε παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον, στο βαθμό που η έμφασή της στη δύναμη και τακβάντα δύναμης είναι ένα στοιχείο που εμπεριέχεται στην σύγχρονη φυσική, ιδιαίτερα στην κβαντικήθεωρία και την κοσμολογία του Big Bang. Η κοσμολογία του Big Bang όμως απέδειξε ότι η δύναμη δενμπορεί να υπάρχει καθαρά και αδιαφοροποίητα παρά μόνο σε μια στιγμή, τη στιγμή της ΜεγάληςΈκρηξης, και ότι ως αποτέλεσμα της ρήξης της συμμετρίας συντελείται μια διαδικασία μορφοποίησης ηοποία οδηγεί στην αυθόρμητη οργάνωση και εξέλιξη των επιπέδων της φύσης. Είναι αλήθεια ότι στηδιαδικασία αυτή ενυπάρχει ένα στοιχείο απροσδιοριστίας καθοριζόμενο από τις σχέσεις αβεβαιότηταςτου Χάιζενμπεργκ, πέρα από αυτό το όριο όμως η γνώση μπορεί να την αγκαλιάσει στο σύνολό της καινα εξιχνιάσει τα μυστικά της. Η κοσμολογία του Νίτσε είναι αντιεπιστημονική και πρέπει να απορριφθεί,γιατί στο όνομα του στοιχείου απροσδιοριστίας των άλλων προσεγγίσεων αφήνει το όλο τελείωςαπροσδιόριστο, αρκούμενη στην πενιχρή εξακρίβωση ότι η δύναμη υπάρχει. Για να τη στηρίξει ο Νίτσεμετατρέπει σοφιστικά το γεγονός ότι δεν υπάρχει τίποτα που να είναι απόλυτα σταθερό σε απόδειξη ότιδεν υπάρχει τίποτα ακόμη και σχετικά σταθερό, και επομένως η γνώση είναι αδύνατη, αφού προϋποθέτειμια σχετικά συνεκτική δόμηση της πραγματικότητας.

Φυσικά, είναι ευνόητοι οι λόγοι που ο Νίτσε αρνείται την ύπαρξη και γνωσιμότητα της μορφοποίησης.Αν τη δεχόταν, θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο ίδιος και οι όμοιοί του παρασιτικοί αστοίαντιπροσωπεύουν μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία το παράταιρο και άμορφο στοιχείο της, αυτό που δενδιαθέτει κάτι δημιουργικό και γαντζώνεται από το παρωχημένο για να διαιωνιστεί.

Σημειώσεις

9. Φ. Νίτσε, On the Genealogy of Morals & Ecce Homo, Νέα Υόρκη 1969, σελ. 163.
10. Παρατίθεται στο Λ. Μαράκα, Εντέν Χόρβατ, Ο Απομυθευτής του Μικροαστισμού και του Ναζισμού,
Αθήνα 1983, σελ. 262.
11. Φ. Νίτσε, The Birth of Tragedy & the Case of Wagner, Νέα Υόρκη 1967, σελ. 83-84, 92.
12. Στο ίδιο, σελ. 90-91.
13. Στο ίδιο, σελ. 142.
14. Φ. Νίτσε, Η Γέννηση της Φιλοσοφίας, εκδ. Μάρη, σελ. 31.
15. Φ. Νίτσε, The Will to Power, Νέα Υόρκη 1968, σελ. 224.
16. Παρατίθεται στο Γκ. Λούκατς, The Destruction of Reason, Λονδίνο 1980, σελ. 241.
17. Α. Σοπενχάουερ, Parerga and Paralipomena, τόμ. 1, σελ. 145.
18. Στο ίδιο, τόμ. 2, σελ. 253, 256.
19. Στο ίδιο, σελ. 214-15.
20. Φ. Νίτσε, Untimely Meditations, Λονδίνο 1983, σελ. 113, 104.
21. Φ. Νίτσε, The Will to Power, Νέα Υόρκη 1968, σελ. 235.
22. Φ. Νίτσε, The Will to Power, σελ. 18.
23. Στο ίδιο, σελ. 91, 92.
24. The Portable Nietzsche, Harmondsworth 1968, σελ. 504-05.
25. Φ. Νίτσε, On the Genealogy of Morals & Ecce Homo, Νέα Υόρκη 1969, σελ. 262.
26. Φ. Νίτσε, Beyond Good and Evil, Νέα Υόρκη 1966, σελ. 118. Στην Καταστροφή του Λογικού οΛούκατς παραθέτει αντισοσιαλιστικές διακηρύξεις του Νίτσε ήδη από το 1871-73, στις διαλέξεις του Γιατο Μέλλον των Πολιτιστικών μας Ιδρυμάτων, για να συμπεράνει ότι «Η φιλοσοφική σκέψη του Νίτσεήταν εξαρχής αντίθετη στη δημοκρατία και το σοσιαλισμό». Βέβαια, δείχνει, οι αντισοσιαλιστικές τάσειςτου Νίτσε εκδηλώνονταν τότε περιστασιακά, για να έρθουν βαθμιαία στο επίκεντρο αργότερα (σελ. 326,333 κ.ε.).
27. Φ. Νίτσε, The Will to Power, σελ. 267, 265.
28. Στο ίδιο, σελ. 340.
29. Στο ίδιο, σελ. 549, 547.

*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

Το παρόν είναι ένα υποκεφάλαιο από το άρθρο του Χρήστου Κεφαλή:«Ο ιρασιοναλισμός, ιδεολογικό εργαλείο της αντίδρασης και του φασισμού: από τον Σοπενχάουερκαι τον Νίτσε ως τις μέρες μας».

Περιλαμβάνεται στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμος 10, σελ. 326-338.

———————————————————————————

———————————————————————————

ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ

Μαρξιστική Σκέψη, τόμος 10

Δελτίο Τύπου

Στο θέμα του φασισμού είναι αφιερωμένος ο νέος τόμος 10 της Μαρξιστικής Σκέψης που μόλις κυκλοφόρησε. Συνεχίζοντας την προβληματική του επίσης αφιερωμένου στο φασισμό τόμου 5 του περιοδικού, βαθαίνει σε μια σειρά κομβικά και επίκαιρα θέματα όπως: η φύση και η ιδεολογία του φασισμού· η σύνδεση της φασιστικής ιδεολογίας με την ιρασιοναλιστική και ακροδεξιά παράδοση· η ιστορική εμπειρία της αντίστασης στο φασισμό από τον μεσοπόλεμο ως τις μέρες μας. Όλα αυτά παρουσιάζονται μέσα από κλασικά κείμενα μαρξιστών θεωρητικών, πηγές και ντοκουμέντα του φασισμού αλλά και του κομμουνιστικού κινήματος και πρόσφατες αναλύσεις, σε τρία αντίστοιχα μέρη.

Στο πρώτο μέρος περιλαμβάνονται κείμενα μεγάλων μαρξιστών: πρώιμες αναλύσεις του Γκράμσι για το φασισμό· ο ιστορικός λόγος της Κλάρα Τσέτκιν στο Ράιχσταγκ τον Αύγουστο του 1932· μια κριτική του Τρότσκι στον ηγέτη του ΚΚ Γερμανίας Ε. Τέλμαν και ένα κείμενο του Μπουχάριν για τη φυλετική θεωρία από το τελευταίο, γραμμένο στη φυλακή, προτού εκτελεστεί ως «πράκτορας των ναζί», έργο του, Φιλοσοφικά Αραβουργήματα.

Στο δεύτερο μέρος ο αναγνώστης θα βρει μερικά βασικά ντοκουμέντα του γερμανικού και ιταλικού φασισμού: το πρώτο πρόγραμμα των Ιταλών φασιστών και των ναζί· το «Το δόγμα του Φασισμού» του Μουσολίνι, γραμμένο από κοινού με τον επίσημο φιλόσοφό του Τζεντίλε· οι φυλετικοί νόμοι και ψηφίσματα των ναζί για την προστασία του γερμανικού αίματος, τον αποκλεισμό των Εβραίων από την οικονομική ζωή, την παιδεία, κ.λπ., διαχρονικά ντοκουμέντα της ναζιστικής κτηνωδίας. Ακολουθούν κείμενα του κομμουνιστικού κινήματος: δυο αναλύσεις της αντιφασιστικής τακτικής από την επαναστατική πτέρυγά του, του Αντρέ Νιν και ενός μέλους της γερμανικής κομμουνιστικής αντιπολίτευσης· μερικές τυπικές προσεγγίσεις της σταλινικής πτέρυγας από τους Ερλ Μπρόουντερ, Ντολόρες Ιμπαρούρι, Αλέκα Παπαρήγα, καθώς και ένα κείμενο του Γκεόργκι Δημητρόφ.

Στο τρίτο μέρος ο αναγνώστης θα βρει αναλύσεις για την άνοδο του γερμανικού και ιταλικού φασισμού, καθώς και την αντίσταση του εργατικού κινήματος σε αυτή από τους Φλόριαν Βίλντε, Δημήτρη και Ελένη Αστερίου. Ο Βασίλης Λιόσης αναλύει το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ενώ ακολουθούν κείμενα για τα κινήματα αντίστασης στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εβραϊκή εξέγερση του 1943 στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Οι Άρης Τόλιος και Ντέιβιντ Ρέντον εξετάζουν διαστάσεις του σύγχρονου φασισμού και του αντιφασιστικού κινήματος. Στη συνέχεια οι Τάκης Γιαννόπουλος και Νίκος Κανελλής αναφέρονται στο πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής και την πρόσφατη εμπειρία του αντιφασιστικού κινήματος στη χώρα μας, ενώ η Σόλες Γκόντγουιν μιλά για τα προβλήματα των δεύτερης γενιάς μεταναστών. Ακολουθούν κείμενα των Χρήστου Κεφαλή, Ρίτσαρντ Σέιμουρ και Κόρεϊ Ρόμπιν με θέμα τη φασιστική ιδεολογία, παλιότερη και σύγχρονη. Και ο τόμος ολοκληρώνεται με κείμενα των Τζακ Χουντ, Λίλας Μαράκα, Βαγγέλη Κούταλη και Γιουτζίν Χίρσφελντ για τη σχετική με το θέμα του φασισμού λογοτεχνία και τέχνη.

Για περισσότερες πληροφορίες, Εκδόσεις Τόπος, Πλαπούτα 2 και Καλλιδρομίου, 11473 Αθήνα, τηλ. 210 8222835, info@motibo.com. Βιβλιοπωλείο, τηλ. 210 3221580.

Advertisements

27/08/2013 - Posted by | -ποιητές, -Ιστορικά, -Ιδεολογικά, Αντιδραστικά

8 Σχόλια »

  1. Απαντώ. Να γίνουμε σύγχρονο και δίκαιο κράτος. Το μπορούμε;

    Σχόλιο από Κυριάκος Ιωαννίδης | 27/08/2013

  2. Πολύ διαφωτιστικό κείμενο γιατί περίεχει συγκεντρωμένες σχεδόν όλες τις βλακείες πού έχουν είπωθεί για τον Νίτσε απο τους χριστιανούς και τους αριστερούς.

    Σχόλιο από ο Κόμης | 02/09/2013

  3. Heil Nitse….
    Morituri te salutant!

    Σχόλιο από Πρίγκηψ | 03/09/2013

  4. Ο Καζαντζάκης περιγράφει τη συγκλονιστική στιγμή που γνώρισε το Νίτσε χάρη σε μια άγνωστη φοιτήτρι
    Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη.
    -Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα. Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.
    -Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.
    Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.
    -Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;
    Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.
    -Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;
    -Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.
    -Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.
    Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.
    -Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.
    Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου.
    Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του -πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου- και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.
    Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.
    Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.
    Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.
    Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. [.] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.
    Α! φώναζα αγανακτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.
    Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! [.] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.

    Σχόλιο από Κόμης | 05/09/2013

  5. Οι μαρξιστές και οι αριστεροί γενικότερα (τουλάχιστον όσοι παίρνουν την έννοια αριστερός κάπως σοβαρά) θεωρούν ότι η εποχή μας είναι μια εποχή μετάβασης της ανθρωπότητας στο σοσιαλισμό. Και η θέση τους για τον Νίτσε δεν είναι αυθαίρετη, αλλά απορρέει από το την κύρια αντισοσιαλιστική κατεύθυνση της φιλοσοφίας του.

    Ο Νίτσε μεταξύ άλλων είπε:
    1.Ότι ο σοσιαλισμός είναι έκφραση της μνησικακίας των δούλων, που απεχθάνονται τους κυρίους, οι οποίοι είναι από φύση ανώτεροι και προορισμένοι να κυβερνούν.
    2.Η δημοκρατία, η Γαλλική Επανάσταση, κ.λπ., είναι και αυτή έκφραση των ταπεινών κινήτρων και αξιών των δούλων, καθώς προετοίμασε τη σοσιαλιστική άνοδο των μαζών.
    3.Ο χριστιανισμός είναι καταδικαστέος γιατί με τις εξισωτικές ιδέες στο αρχικό στάδιό του προετοίμασε τη δημοκρατία.
    4.Οι φιλοσοφίες του Πλάτωνα και του Σωκράτη είναι επίσης καταδικαστέες, γιατί προετοίμασαν τον χριστιανισμό και, με τη διαλεκτική, έδωσαν ένα όπλο για να τεκμηριώνονται οι αξιώσεις των δούλων και οι επιθέσεις τους στην υφιστάμενη κατάσταση.

    Καθένας που παίρνει τα φιλοσοφικά ζητήματα σοβαρά, πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα: Είναι τυχαίο που μια τέτοια φιλοσοφία εμφανίστηκε ακριβώς στην περίοδο της ανόδου του εργατικού κινήματος, αμέσως μετά την Παρισινή Κομμούνα, και που γνώρισε και γνωρίζει τεράστια αποδοχή από κάθε λογής αντιδραστικούς, όχι μόνο τους ναζί ιδεολόγους αλλά και εκείνους που προετοίμασαν το φασισμό και τους σημερινούς ταγούς της αντίδρασης;

    Ορισμένοι μπορεί να τα προσπερνούν αυτά και να λένε: Εντάξει, μπορεί να υπάρχουν στο έργο του Νίτσε, αλλά δεν είναι το ουσιώδες. Ο Νίτσε λέει και άλλα πράγματα. Το θέμα είναι ότι αυτά τα άλλα πράγματα, οι υπεράνθρωποι, οι διονυσιασμοί, οι αιώνιες επιστροφές κλπ είναι καθαρές φιλολογίες. Και είναι μάλιστα φιλολογίες που ταιριάζουν γάντι με το αντισοσιαλιστικό περιεχόμενο, το επαυξάνουν, το μεταμφιέζουν και το προωθούν.

    Υπάρχει ένα ενδιαφέρον ερώτημα, που το θέτει έμμεσα ένα από τα σχόλια: αν ο Νίτσε είναι αντιδραστικός, τότε πώς επέδρασε σε προοδευτικούς λογοτέχνες, όπως ο Τόμας Μαν ή ο δικός μας Καζαντζάκης και πώς αυτοί είχαν μια υψηλή εκτίμηση γι’ αυτόν;

    Στον Νίτσε υπάρχουν δυο πράγματα. Υπάρχει η πνευματώδης αναγνώριση της καθολικής κρίσης του Δυτικού πολιτισμού, κ.λπ., και υπάρχει και το γεγονός ότι η αυτή η αναγνώριση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να συσκοτίζονται τα αίτια της κρίσης και να εξάγονται αποφασιστικά αντιδραστικές απαντήσεις για όλα τα ζητήματα.

    Οι λογοτέχνες, ακόμη και οι προοδευτικοί, δεν ενδιαφέρονται τόσο γι’ αυτή τη δεύτερη πλευρά. Λειτουργούν περισσότερο διαισθητικά παρά συνειδητά, και γι’ αυτό τους έλκει η κριτική της παρακμής, την οποία μετασχηματίζουν σύμφωνα με το δικό τους ταμπεραμέντο, παρανοώντας την πραγματική οπτική του Νίτσε.

    Να σημειωθεί, ότι το παραπάνω κείμενο είναι μέρος μόνο του άρθρου του Χρήστου Κεφαλή που περιέχεται στη «Μαρξιστική Σκέψη» και καταπιάνεται με όλη την εξέλιξη του ιρασιοναλισμού, από τον Κίρκεγκαρντ ως σήμερα. Στον επίλογό του σημειώνεται ότι μερικοί προοδευτικοί λογοτέχνες επηρεάστηκαν δημιουργικά από τον Νίτσε, αλλά και ότι αυτό δεν μπορεί να αλλάξει το βαθύτερο περιεχόμενο της φιλοσοφίας του:
    «Η αρρωστημένη ευαισθησία των ιρασιοναλιστών τους επέτρεψε να εξακριβώσουν με οξύνοια το βάθος της κρίσης του καπιταλισμού και της απειλής που αντιπροσωπεύει για τις κυρίαρχες τάξεις η άνοδος του σοσιαλισμού, θέτοντας ορισμένα ζητήματα, τα οποία παρέκαμπταν οι παραδοσιακοί, ρηχοί απολογητές της αστικής τάξης. Μερικές φορές αυτή η οξεία αίσθηση της κρίσης επέδρασε θετικά σε προοδευτικούς συγγραφείς, ιδιαίτερα λογοτέχνες, όπως ο Τόμας Μαν, που επηρεάστηκαν από τον Νίτσε ή άλλους ιρασιοναλιστές, βοηθώντας τους να αποκτήσουν μια καλύτερη επίγνωση των προβλημάτων που πραγματεύονταν. Αλλά το αποφασιστικό ζήτημα στη φιλοσοφία και την πρακτική δράση δεν είναι η εξακρίβωση των αντιθέσεων. Είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτή η εξακρίβωση, το πλαίσιο μέσα στο οποίο τίθεται και οι απαντήσεις και οι προσανατολισμοί που απορρέουν. Εδώ, ο ρόλος του ιρασιοναλισμού υπήρξε αποφασιστικά αρνητικός, όχι μόνο λόγω της άμεσης και έμμεσης συμβολής του στην προετοιμασία του φασισμού και των σύγχρονων μορφών της άκρας αντίδρασης, αλλά και του συστηματικού αποπροσανατολισμού καλοπροαίρετων ανθρώπων που ωθήθηκαν σε λάθος στάσεις από την ιρασιοναλιστική παραχάραξη των προβλημάτων».

    Σχόλιο από Marxist | 08/09/2013

  6. «Οι λογοτέχνες, ακόμη και οι προοδευτικοί, δεν ενδιαφέρονται τόσο γι’ αυτή τη δεύτερη πλευρά. Λειτουργούν περισσότερο διαισθητικά παρά συνειδητά, και γι’ αυτό τους έλκει η κριτική της παρακμής, την οποία μετασχηματίζουν σύμφωνα με το δικό τους ταμπεραμέντο, παρανοώντας την πραγματική οπτική του Νίτσε.»

    Αυτο δεν ειναι αναλυση, ουτε εκτιμιση, ουτε καν ερμηνεια, αυτο ειναι νοητική κοπτοραπτικη ωστε το παραγομενο προϊον της (συμπερασμα) να ταιριαξει στην μαρξιστιστικη θεση.
    Και γιατι παρακαλω «Οι λογοτέχνες, ακόμη και οι προοδευτικοί, δεν ενδιαφέρονται τόσο γι’ αυτή τη δεύτερη πλευρα», ποθεν εσχει την εγκυροτητα του συλογισμου του ο μεγαλος φιλοσοφος Χρηστος Κεφαλης(;), εκτος βεβαιως απο την αλαθητο δεξαμενη της μαρξιστικης σκεψης) στην οποια εχουν ναυαγησει αλλοι συναδελφοι του οπως ο Σοπενχαουερ, ο Μπερξον, ο Καμυ, και βεβαιως ο ιδιος ο Νιτσε.

    Βεβαια για τη μαρξιστικη σκεφη ο ιρρασιοναλισμος δεν ειναι ο0 μονος …εχθρος αλλα και οποιαδηποτε αλλη σκεψη αποκλινει απο αυτην, συνεπως ο τροπος με τον οποιο αντιλαμβανονονται (και) τον ιρρασιοναλισμο οι μαρξιστες ειναι εντελως ψοφοδεης και συνεπως δουλικη (κατωτερη).
    Να πως περιγραφει αυτη την φοβικη κατασταση ο Νιτσε: «Ενώ κάθε αριστοκρατική ηθική γεννιέται από μια θριαμβευτική αυτοκατάφαση, η ηθική των δούλων αντιθέτει πρώτα ένα «όχι» σε ό,τι δεν αποτελεί μέρος του εαυτού της, σε ό,τι είναι διαφορετικό από αυτήν, σε ό,τι «μη εγώ»: και αυτό το «όχι» είναι η δημιουργική πράξη της».
    Το γεγονος οτι ο ιρρασιοναλισμος πηγαζει απο αναγκες που δημιουργει η ιδια η ατελης φυση του ανθρωπου που -κατα μια εννοια τουλαχιστον- αποτελεσε την πηγη του ευρωπαϊκου ρομαντισμου για τους μαρξιστες αποτελει ψιλα γραμματα.
    «Ο Δημοκριτος στο Απόσπασμα D125, που αναφέρεται από τον Γαληνό και ανακαλύφθηκε μόλις πριν από πενήντα χρόνια, εισάγει τη νόηση (διάνοια) σε έναν ανταγωνισμό με τις αισθήσεις. Λέει η νόηση: “Φαινομενικό είναι το χρώμα, φαινομενική η γλυκύτητα, φαινομενική η πικρότητα, στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο άτομα και κενό”· και οι αισθήσεις απαντούν: “Καημένη νόηση, παίρνεις τα αποδεικτικά στοιχεία σου από εμάς και περιμένεις να μας νικήσεις με αυτά; Η νίκη σου είναι η ήττα σου” (πηγη: Μπλογκ «Ατομα και κενο»).

    Αναφερει ο σχολιογραφος:
    «Καθένας που παίρνει τα φιλοσοφικά ζητήματα σοβαρά, πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα: Είναι τυχαίο που μια τέτοια φιλοσοφία εμφανίστηκε ακριβώς στην περίοδο της ανόδου του εργατικού κινήματος, αμέσως μετά την Παρισινή Κομμούνα, και που γνώρισε και γνωρίζει τεράστια αποδοχή από κάθε λογής αντιδραστικούς, όχι μόνο τους ναζί ιδεολόγους αλλά και εκείνους που προετοίμασαν το φασισμό και τους σημερινούς ταγούς της αντίδρασης;»

    Νατο παλι το «οχι» που -κατα το Νιτσε- αντιθετει η μαρξιστικη σκεψη …σε οτι «μη εγω» και μαλιστα διανθισμενο απο συνοσιολογικες αγωνιες: «Είναι τυχαίο που μια τέτοια φιλοσοφία εμφανίστηκε ακριβώς στην περίοδο της ανόδου του εργατικού κινήματος…?» αναρωτιεται ο …φιλοσοφος Κεφαλής για να καταληξει στο συμπερασμα οτι η φιλοσοφικη σκεψη του Νιτσε «…γνώρισε και γνωρίζει τεράστια αποδοχή από κάθε λογής αντιδραστικούς, όχι μόνο τους ναζί ιδεολόγους αλλά και εκείνους που προετοίμασαν το φασισμό και τους σημερινούς ταγούς της αντίδρασης».

    ¨Οσο για την αποψη οτι ο Νιτσε θεωρουσε: «Ότι ο σοσιαλισμός είναι έκφραση της μνησικακίας των δούλων, που απεχθάνονται τους κυρίους…» τι να πει κανεις εκτος απο το οτι ο Κεφαλης καταλαβαινει μονο οτι μπορει να δεχθει η μαρξιστικη του συνειδηση.
    Κατ΄αρχην ο Νιτσε δεν μιλαει για «σοσιαλισμο» αλλα στην «Γενεαλογια της ηθικης» κανει λογο για την ηθικη των καλων (εσθλων = αληθινων, ανωτερων) ανθρωπων την οποια αντιπαραθετει στην ηθικη των φαυλων (= κατωτερων) ανθρωπων.
    Ο Νίτσε σιχαινεται θανασιμα το ρατσισμο και τους ρατσιστες συνεπως ως κατωτερους (φαυλους) δεν αντιλαμβανεται αυτους που στο αξιακο τους συστημα εχει θεση η ταπεινοτητα και η αδυναμια και οχι η αγαπη για τη ζωη, τη δυναμη, την περιπετεια , την ομορφια.
    Ολα αυτα ειναι ενταγμενα στην αγωνια που τον διακατεχει για το γεγονος οτι η Ευρωπη εχει περιπεσει πνευματικα σε μια παθητικη κατασταση υπο την μορφη ενος ιδιοτυπου βουδισμου (ισως κουγεται σαν κακογουστο αστειο αλλα ειναι ανατριχιαστικο γεγονος: πολλες δεκαετιες αργοτερα οι Ινδουστες καλογεροι πολεμισαν στο πλευρο του Χιτλερ ακομα κατα την πτωση του Βερολινου).
    Ο Νιτσε σιχαινεται τον ανθρωπο που αρνειται τον εαυτο του και αποτελει την υποταγμενη μαζα η οποια εχει τις ιδιες σκεψεις διοτι ετσι ειναι πολυ ευκολο να την εξουσιασει ο ιερεας, αντιθετως θαυμαζει αποθεωνει και προσβλεπει σε «αυτόνομα άτομα, τα όποία είναι μία «οικουμένη» το καθένα μόνο του».

    Συνεπως το να κατηγορει καποιος τη φιλοσοφια του Νιτσε οτι «προετοιμασε το φασισμο», οτι «ενεπνευσε τους αντιδραστικους» και αλλες τετοιες ανοησιες προυποθετει τουλαχιστον οτι στις περιγραφες του υποταγμενου ατομου ή της υποταγμενης μαζας αυτος αναγνωριζει τον …σοσιαλισμο ή τον σοσιαλιστικο του εαυτο αντιστοιχα.

    Αλλη προυποθεση για να απευθυνει καποιος τετοιες κατηγοριες στη Νιτσεϊκη σκεψη -την οποια ο μαρξιστης φιλοσοφος Κεφαλής φαινεται να πληροι- ειναι η σκοπιμοτητα ή η αγνοια οτι ο ιδιος ο Ναζισμος οριζεται ως καθαρα σοσιαλιστικο συστημα στο πλαισιο βεβαιως της εθνοτικης κοινοτητας (και αυτο δεν αποτελει παρελκυστικο λογο αλλα ιδεολογικο αυτοπροσδιορισμο) και οχι σε παγκοσμιο οπως οριζει ο μαρξισμος.
    Συνεπως ο καθενας μπορει να αντιληφθει τις οποιες ιδεολογικες συγγενειες, αλλα αν δεν τα καταφερνει μονος του υπαρχουν και βοηθηματα, ας δει τον «Μαυρο Κρινο» και θα καταλαβει.

    Σχόλιο από Κόμης | 18/10/2013

  7. «Κόμης» πάντως,
    ήταν ο τίτλος της ξεπεσμένης οικογένειας του Ιωάννη Μεταξά. Για να τους θυμίζει τα παλαιά κλέη των Αντζουλακάτων.

    Σχόλιο από Β. | 22/10/2013

  8. Λυπαμαι αλλα δεν γνωριζω πως να σε βοηθησω, ισως χρειαστει καποιος ειδικος.

    Σχόλιο από Κόμης | 23/10/2013


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: