Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Κριτική Θεωρία για τον Καπιταλισμό

Moishe Postone

ΚΡΙΤΙΚΗ  ΘΕΩΡΙΑ  ΓΙΑ  ΤΟΝ  ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ  ΣΗΜΕΡΑ

[Η συνέντευξη αυτή με τον Moishe Postone που δόθηκε στον Salih Selcuk και δημοσιεύτηκε στο τουρκικό περιοδικό YARIM, (Kωνσταντινούπολη, Φεβρουάριος 2005‏), μεταφράστηκε από τα αγγλικά στις αρχές Γενάρη του 2006 από το περιοδικό «Terminal 119: για την κοινωνική και ατομική αυτονομία». Στην αγγλική της μορφή πρωτοδημοσιεύθηκε στη γερμανική σελίδα Krisis ( http://www.krisis.org/ )]

354363672_65cf6107da_o.jpg

Ερωτήσεις

1. Επαναπροσδιορίζετε τις βασικές κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ. Σύμφωνα με την άποψη σας, πού φαίνεται σήμερα ο μαρξισμός να είναι ανεπαρκής όταν καλείται να εξηγήσει την καπιταλιστική κοινωνία;

2. Η «Εργασία», όπως ισχυρίζεστε, μοιάζει να είναι η βασική κατηγορία που συγκροτεί την καπιταλιστική ζωή. Μπορεί κανείς/ καμιά να συνθέσει σήμερα μια έξυπνη κριτική του καπιταλισμού χωρίς να ασκεί κριτική στην εργασία;

Ο επαναπροσδιορισμός που επιχειρώ στις κεντρικές κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας του Μαρξ επηρεάστηκε εν μέρει από τους μαζικούς παγκόσμιους ιστορικούς μετασχηματισμούς από το 1973 και μετά. Αναδρομικά, από την πλεονεκτική θέση του πρώιμου 21ου αιώνα, μπορούμε να δούμε πιο καθαρά ότι ο καπιταλισμός έχει υπάρξει με μια πλειάδα διαφορετικών ιστορικών διαμορφώσεων – για παράδειγμα, ως φιλελεύθερος καπιταλισμός του 19ου αιώνα, ως κρατικιστικός, «φορντιστικός» καπιταλισμός του 20ου αιώνα και, πλέον, ως νεο-φιλελεύθερος παγκόσμιος καπιταλισμός. Αυτό μας δείχνει ότι η καπιταλιστική ιστορία δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς ως γραμμική ανάπτυξη. Επίσης, ακόμη πιο σημαντικό, μας δείχνει φανερά ότι τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού δεν μπορούν να ταυτιστούν εντελώς με οποιαδήποτε από τις ιδιαίτερες ιστορικές του διαμορφώσεις.

Αποπειράθηκα, μέσω μιας επισταμένης μελέτης των πιο θεμελιωδών κατηγοριών της μαρξικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, να κατανοήσω τα πιο βασικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού – αυτά που χαρακτηρίζουν την καρδιά της κοινωνικής δομής, μέσω των ποικίλων ιστορικών του διαμορφώσεων. Πάνω σε αυτή τη βάση ισχυρίστηκα ότι ο παραδοσιακός μαρξισμός αναγνώρισε βασικά χαρακτηριστικά του φιλελεύθερου καπιταλισμού – την αγορά και την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής – ως τα πιο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλισμού γενικά. Σε άμεση συνάρτηση με αυτό, επιπλέον, έθεσε την κατηγορία της εργασίας ως το κεντρικό σημείο από το οποίο ασκούταν κριτική στον καπιταλισμό. Ο καπιταλισμός ταυτίστηκε με την αστική τάξη κι ο σοσιαλισμός με το προλεταριάτο.

Σύμφωνα με τη δική μου ερμηνεία, ωστόσο, μακριά από το να είναι το κεντρικό σημείο κριτικής στον καπιταλισμό, η καπιταλιστική εργασία συγκροτεί απλά το κεντρικό αντικείμενο της κριτικής του Μαρξ και βρίσκεται στον πυρήνα των μαρξικών κατηγοριών του εμπορεύματος και του κεφαλαίου. Ισχυρίστηκα, αντίθετα, ότι στον πυρήνα του ιστορικού σχηματισμού βρίσκεται μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή κοινωνικής διαμεσολάβησης που συγκροτείται από την εργασία – συγκεκριμένα, η Αξία. Αυτή η μορφή διαμεσολάβησης (η οποία επίσης είναι μια μορφή πλούτου) είναι την ίδια στιγμή μια ιστορικά συγκεκριμένη μορφή κυριαρχίας που μπορεί να εκφραστεί μέσω της ταξικής κυριαρχίας, αν και δεν ταυτίζεται με αυτήν. Είναι αφηρημένη, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο τόπο (κέντρο δράσης, locus) και είναι επίσης δυναμική μέσα στο χρόνο. Αυτή η μορφή κυριαρχίας που εμφανίζεται ως εξωτερική αναγκαιότητα, παρά ως κοινωνική, γεννά τόσο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όσο και τον εγγενώς δυναμικό χαρακτήρα του συστήματος. Είναι, φυσικά, αδύνατον ακόμη και το να ξεκινήσεις να διερευνήσεις την πολυπλοκότητα των θεμάτων που έχουν σχέση με αυτό, αλλά μερικοί σημαντικοί συλλογισμοί είναι ότι η βιομηχανική παραγωγή, η οποία ιστορικά αρχίζει να υπάρχει παράλληλα με τον καπιταλισμό, δεν αντιπροσωπεύει και τη βάση του σοσιαλισμού, αλλά είναι εγγενώς καπιταλιστική. Ότι το πρόβλημα ανάπτυξης του καπιταλισμού δεν είναι μόνο ότι κυριαρχείται από την κρίση, αλλά ότι η ίδια η μορφή ανάπτυξής του είναι προβληματική. Ότι η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν αποτελεί το έσχατο σημείο που ορίζει τον καπιταλισμό και ότι ο κρατικός καπιταλισμός (που ακροθιγώς περιέγραψε ο Μαρξ το 1844) μπορεί να υπάρξει και βασικά υπήρξε. Τέλος, ότι το προλεταριάτο είναι η τάξη της οποίας η ύπαρξη ορίζει τον καπιταλισμό και ότι το ξεπέρασμα του καπιταλισμού αφορά στην κατάργηση – και όχι στον εορτασμό – της προλεταριακής εργασίας.

Ο παραδοσιακός μαρξισμός έχει κιόλας καταντήσει αναχρονιστικός στον 20ο αιώνα με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Ήταν ανίκανος να παράσχει μια θεμελιώδη κριτική των μορφών του κρατικού καπιταλισμού που αναφέρονται ως «υπαρκτός σοσιαλισμός». Επιπρόσθετα, το πώς κατανόησε τη χειραφέτηση εμφανίζεται διαρκώς και περισσότερο εξίσου αναχρονιστικό, αν δει κανείς/ καμιά τις φιλοδοξίες, τις ανάγκες και τις κινητήριες επιθυμίες που εκφράστηκαν στο τελευταίο τρίτο του 20ου αιώνα από τα λεγόμενα «νέα κοινωνικά κινήματα». Όπου ο παραδοσιακός μαρξισμός έτεινε να επιβεβαιώσει την προλεταριακή εργασία και, με αυτό τον τρόπο, τη δομή της εργασίας που αναπτύχθηκε ιστορικά, ως διάσταση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, τα νέα κοινωνικά κινήματα εξέφρασαν μια κριτική αυτής της δομής της εργασίας, αν και κάποιες φορές με μια ατελή και ανώριμη μορφή. Ισχυρίζομαι, εν τέλει, ότι η ανάλυση του Μαρξ είναι μια ανάλυση που εστιάζει πέρα από την υπαρκτή δομή της εργασίας.

3. Κατά την άποψη σας, η κατάρρευση του σοσιαλισμού δεν αποτελεί το τέλος ενός εναλλακτικού προτάγματος αλλά το τέλος του φορντισμού. Πότε και με ποιον τρόπο ξεπεράστηκε ο φορντισμός;

4. Ο καπιταλισμός όλο και πιο αποσυνδέεται από την εστίασή του στο Κράτος και, έτσι, δεν μπορεί να συλληφθεί πλέον μόνο με τους όρους του έθνους-κράτους. Πως είναι δυνατόν, κάτω από τέτοιες περιστάσεις, να διατυπώσουμε μια χειραφετική προοπτική;

Αναλύοντας αναδρομικά,  μοιάζει όλο και πιο ξεκάθαρο ότι ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν μπόρεσε με κανένα τρόπο να εκφράσει ένα ξεπέρασμα του καπιταλισμού. Αυτό συνέβη όχι μόνο λόγω, όπως έχουν τονίσει ήδη πολλοί πιο πριν, του μη δημοκρατικού και καταπιεστικού χαρακτήρα του καθεστώτος, αλλά επίσης λόγω του ότι η άνοδος, το απόγειο και η παρακμή της Σοβιετικής Ένωσης ακολούθησε την ιστορική τροχιά  της ανόδου, του απογείου και της παρακμής του κρατικιστικού, Φορντιστικού καπιταλισμού. Αυτό μας λέει ότι η Σοβιετική Ένωση θα έπρεπε να κατανοηθεί ως μια παραλλαγή του κρατικιστικού καπιταλισμού της Φορντιστικής περιόδου, μια παραλλαγή της οποίας η συγκεκριμένη μορφή ήταν εγγενώς συσχετισμένη με την προσπάθειά της να δημιουργήσει εθνικό (σε αυτή την περίπτωση κρατικής ιδιοκτησίας) κεφάλαιο στη βάση μιας ραγδαίας και βάναυσης μορφής αυτού που ο Μαρξ αποκαλούσε «πρωτογενή συσσώρευση». Ένα σχέδιο συγκρότησης του κεφαλαίου σε εθνική βάση δεν μπορεί, σε οποιοδήποτε επίπεδο, να εξισωθεί με ένα πρόταγμα ξεπεράσματος του καπιταλισμού. Ένα αποτέλεσμα της ιστορίας της σοσιαλιστικής ιδεολογίας σε μια χώρα αποτελεί το ότι η μαρξική κριτική του καπιταλισμού η οποία είναι στον ίδιο της τον πυρήνα ιστορική, και άρα προσωρινή, αντικαταστάθηκε από μια κοσμοθεώρηση που ήταν στον ίδιο της τον πυρήνα χωρική («η ιδέα των σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών στρατοπέδων») – μια ιδεολογία που αναπαριστούσε ειρωνικά μια προέκταση του «Μεγάλου Παιχνιδιού (1η ΣτΜ) του 19ου αιώνα.

Τα όρια της κρατικιστικής, Φορντιστικής διαμόρφωσης του καπιταλισμού αποκαλύφθηκαν από την κρίση στις αρχές του 70′, η οποία οδήγησε σε μια αποσύνθεση αυτής της συνθήκης (αν και υπάρχουν διαφορετικές ερμηνείες των βασικών θεμελίων αυτής της κρίσης). Τελικά, μια νέα, νεο-φιλελεύθερη παγκόσμια διαμόρφωση του καπιταλισμού αναδύθηκε. Αξίζει να σημειώσουμε, όσον αφορά αυτή την πλευρά, ότι η ραγδαία παρακμή της Σοβιετικής Ένωσης ξεκίνησε στα 1970 και όχι στα 1980 που σημαίνει ότι δεν ήταν αποτέλεσμα του πολέμου στο Αφγανιστάν ή του εντεινόμενου αγώνα των στρατιωτικών εξοπλισμών ενάντια στις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά, οι στρατηγικές του Deng (2η ΣτΜ) στην Κίνα θα μπορούσαν να ερμηνευτεί ότι εκφράζουν μια επίγνωση ότι η εποχή του κρατικισμού είχε τελειώσει (τουλάχιστον προσωρινά).

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δεν μπορεί με κανένα τρόπο να σηματοδοτήσει το τέλος του σοσιαλιστικού σχεδίου – με την έννοια μιας θεμελιώδους κριτικής στον καπιταλισμό που στοχεύει στην πραγμάτωση του χειραφετικού δυναμικού που ο καπιταλισμός ιστορικά τόσο εξέθρεψε όσο και περιόρισε και υπονόμευσε. Και, ακόμη, έκανε πρόδηλο ένα μεγάλο αποπροσανατολισμό. Αυτός ο αποπροσανατολισμός εκφράζει, εν μέρει, τις αρνητικές ιστορικές συνέπειες του μαρξισμού-λενινισμού στο σοσιαλιστικό φαντασιακό. Εκφράζει, ακόμη, εν μέρει, τις δυσκολίες συγκρότησης μιας σοσιαλιστικής κριτικής στη μετά-κρατική εποχή που, από τη μια πλευρά, ενώ είναι κριτική στην Αγορά και στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, δεν εστιάζει θεμελιωδώς σε τέτοιες αστικές σχέσεις. Ωστόσο, το να επεξεργάζεσαι ακόμα μια τέτοια κριτική – η οποία επίσης θα περιλάμβανε μια αποκατάσταση της ιδέας του διεθνισμού που δεν αποτελεί απλά ένα ιδεολογικό σχήμα μιας θεμελιωδώς εθνικιστικής κοσμοθεώρησης (υπεράπιστης του «σοσιαλιστικού στρατόπεδου») – είναι απόλυτα ουσιώδες. Είναι ουσιώδες επειδή ο καπιταλισμός είναι αληθινά παγκόσμιος και δεν μπορεί επαρκώς να κατανοηθεί ως αποικιοκρατισμός, δηλαδή απλά μια επιβολή των δυτικών αξιών και θεσμών σε άλλα μέρη του κόσμου. Ο καπιταλισμός μπορεί συμπτωματικά να αναδύθηκε στη Δύση αλλά άλλαξε θεμελιακά την ίδια τη Δύση, ακριβώς όπως αλλάζει και τον υπόλοιπο κόσμο. Η μόνη θεωρία που παρέχει μια επαρκή θεμελίωση για μια σκληρή κριτική θεωρία του παγκόσμιου καπιταλισμού είναι αυτή που συγκροτείται για πρώτη φορά από τον Μαρξ. Οι κριτικές θεωρίες που ήταν τόσο διακριτά ισχυρές στα 1970 και 1980, όπως ο μετα-δομισμός, κείνται πλέον αβοήθητες μπροστά στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Η αποτυχία του να θεμελιωθεί, πάνω στη διανοητική κληρονομιά του Μαρξ, η σύνθεση μιας μετα-παραδοσιακής κριτικής θεωρίας του καπιταλισμού, αφήνει το πεδίο της κριτικής στις εξαιρετικά αντιδραστικές και επικίνδυνες μορφές του «αντι-καπιταλισμού» και «αντι-ιμπεριαλισμού» που δεν είναι πλέον περισσότερο χειραφετικοί απ’ ότι ήταν ο φασιστικός «αντι-καπιταλισμός» και «αντι-ιμπεριαλισμός» στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

———————————————-

354363672_65cf6107da_o.jpg

Σημειώσεις των μεταφραστριών

(1η) Ως «Μεγάλο Παιχνίδι» (The Great Game) ονομάστηκε  η διαμάχη μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Τσαρικής Ρωσίας για την κυριαρχία της Kεντρικής Ασίας, από τις αρχές του 19ου ως τις αρχές του 20 ου αι. Ανάμεσα στις  δύο αυτοκρατορίες υπήρχαν 2000 μίλια γης, μη χαρτογραφημένα και εντελώς άγνωστα. Το Αφγανιστάν αποτελούσε  το επίκεντρο της διαμάχης Οι Άγγλοι κινούμενοι  βορειοδυτικά και οι Ρώσοι κινούμενοι από βορά προς νότο συναντηθήκαν στο Αφγανιστάν. Οι Άγγλοι φοβούμενοι τον ρωσικό έλεγχο της Κεντρικής Ασίας κήρυξαν τον 1ο Άγγλο-Αφγανικό πόλεμο (1838 )- σε μια προσπάθεια να ελέγξουν την περιοχή και να περιορίσουν τη επέκταση της Ρωσίας – επιβάλλοντας  ένα δικό τους καθεστώς -μαριονέτα, το οποίο όμως είχε μικρή διάρκεια ζωής.. Ακολούθησε ο 2ος Άγγλο-Αφγανικός πόλεμος (1878). Οι Άγγλοι έχασαν και στους δύο πολέμους. Ωστόσο, η διαμάχη ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες ποτέ δεν κατέληξε σε ανοικτό πόλεμο μεταξύ τους. Το 1907 οι δύο πλευρές υπέγραψαν το Άγγλο-Ρωσικό σύμφωνο που διαιρούσε το Αφγανιστάν ανάμεσα στις δυο χώρες.

(2η) O Deng Xiaoping (1904-1997) αποτέλεσε τον πυρήνα της «δεύτερης γενιάς» της ηγεσίας του ΚΚ Κίνας. Από τα τέλη του ‘70 ως τις αρχές του ‘90 ήταν ηγέτης  της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Υπό την ηγεσία του, η Κίνα ανέπτυξε μια από τις πιο ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες στον κόσμο. Ο Deng Xiaoping ανήγγειλε το 1978 την πολιτική των «τεσσάρων μεταρρυθμίσεων» (Four Modernizations) στους τομείς της αγροτικής οικονομίας, της βιομηχανίας, της επιστήμης και του στρατού. Η στρατηγική του ονομάστηκε «σοσιαλιστική οικονομία της αγοράς» (socialist market economy). Τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η καθιέρωση μιας κρατικά ελεγχόμενης αγροτικής αγοράς με κατάργηση του συστήματος της «κολεκτίβας» στον αγροτικό τομέα (decollectivisation), η δημιουργία «ειδικών οικονομικών ζωνών» για την προσέλκυση ξένων επιχειρήσεων και την μερική απελευθέρωση του εξωτερικού εμπορίου, η σύνδεση των αμοιβών της εργασίας με την παραγωγικότητα (ενίσχυση της παραγωγικότητας  με την εισαγωγή καινούργιων κινήτρων και bonus).Αποχώρησε από την θέση του ως προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Στρατού το 1989, μετά τα γεγονότα της Tiananmen Square και παραιτήθηκε από την πολιτική σκηνή το 1992. Ο Deng Xiaoping πήρε επισήμως τον τίτλο του «αρχιτέκτονα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων και του σοσιαλιστικού εκμοντερνισμού της Κίνας».

———————————————————————

100_0918.JPG

Σχόλια για το κείμενο

To «Κριτική Θεωρία για τον Καπιταλισμό Σήμερα» είναι μια μετάφραση που ετοιμάσαμε κατά τη διάρκεια σύνταξης της μπροσούρας γύρω από τη διάλυση της συλλογικότητας Tristero και την ανάδειξη των θεωρητικών βάσεων του περιοδικού μας. Ο Moishe Postone δεν είναι πολύ γνωστός συγγραφέας στην Ελλάδα. Ένα σοβαρό κείμενό του έχει μεταφραστεί μέχρι στιγμής στο Χουλιγκανιζατέρ σε μετάφραση του Ηλία Δ. Εμείς προσέξαμε από τότε την ενδιαφέρουσα ανάλυσή που έκανε σε σχέση με τον αντισημιτισμό και, επιπλέον, ασχοληθήκαμε μαζί του λόγω της επεξεργασίας που έκανε σε σχέση με τη μαρξική θεωρία της αξίας. Ένα απόσπασμα της συνέντευξης ήδη χρησιμοποιήθηκε στο κεφάλαιο της προαναφερθείσας μπροσούρας «Για μια Κριτική της Αξίας;». Εκεί είχαμε βρει στοιχεία που μας φάνηκαν ενδιαφέροντα. Και στην ίδια μπροσούρα παραπέμψαμε σε ένα άλλο κείμενο που υπέγραψε στα αγγλικά σε σχέση με το Ολοκαύτωμα στην Ιστορία. Από κει και πέρα, αυτά δε σημαίνουν ότι θα θέλαμε βέβαια να ταυτιστούμε με όλες τις απόψεις αυτού του συγγραφέα.

100_1398.jpg

Immanuel Wallerstein: «Ο καπιταλισμός αγγίζει το τέλος του»

Ακολουθεί η μετάφρασή μου μιας συνέντευξης του Immanuel Wallerstein στον Antoine Reverchon στην εφημερίδα Le Monde της 12/10/2008. Ο Immanuel Wallerstein είναι ερευνητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστήμιου Yale, πρώην πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης της Κοινωνιολογίας (ISA).

«Ο καπιταλισμός αγγίζει το τέλος του»

Συνέντευξη του Immanuel Wallerstein
στην Le Monde της 12/10/2008
Έχοντας υπογράψει τη διακήρυξη του Πόρτο Αλέγκρε («Δώδεκα προτάσεις για ένα άλλο εφικτό κόσμο»), το 2005, θεωρείσθε ένας από τους εμπνευστές του κινήματος της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης. Ιδρύσατε και διευθύνατε το Κέντρο Fernand-Braudel για τη μελέτη της οικονομίας των ιστορικών συστημάτων και των πολιτισμών στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο Binghamton. Πώς τοποθετείτε την τρέχουσα οικονομική και χρηματιστική κρίση μέσα στην «μακρά διάρκεια» της ιστορίας του καπιταλισμού;

Immanuel Wallerstein: Ο Fernand Braudel (1902-1985) ξεχώριζε τον χρόνο της «μακράς διάρκειας,» η οποία βλέπει τη χρονική ακολουθία μέσα στην ανθρώπινη ιστορία των συστημάτων, που διέπουν τις σχέσεις του άνθρωπου με το υλικό περιβάλλον του, από το χρόνο, μέσα στο εσωτερικό αυτών των φάσεων, των μακρών συγκυριακών κύκλων, οι οποίοι περιγράφηκαν από οικονομολόγους, όπως ο Nicolas Kondratieff (1982-1930) ή ο Joseph Schumpeter (1883-1950). Σήμερα, είναι σαφές, βρισκόμαστε στη φάση Β ενός κύκλου του Kondratieff, που είχε αρχίσει πριν τριάντα με τριανταπέντε χρόνια, μετά από μια πιο μακρόχρονη φάση Α (από το 1945 ως το 1975) στην ιστορία των πέντε αιώνων του καπιταλιστικού συστήματος.

Στη φάση Α, το κέρδος δημιουργούταν από την υλική, βιομηχανική ή διαφορετική, παραγωγή. Στην φάση Β, ο καπιταλισμός, για να συνεχίσει να δημιουργεί κέρδος, έπρεπε να παίζει επενδυτικά παιχνίδια και να καταφεύγει στην κερδοσκοπία. Για περισσότερο από τριάντα χρόνια, οι επιχειρήσεις, τα κράτη και τα νοικοκυριά χρεωνόντουσαν σε μια μαζική κλίμακα. Σήμερα, διανύουμε το τελευταίο κομμάτι της φάσης Β του Kondratieff, κατά τη διάρκεια του οποίου η δυνητική πτώση γίνεται πραγματική κι οι φούσκες εκρήγνυνται η μια μετά την άλλη: οι χρεοκοπίες πολλαπλασιάζονται, η συγκέντρωση του κεφάλαιου αυξάνει, η ανεργία προοδεύει κι η οικονομία γνωρίζει μια κατάσταση πραγματικής ύφεσης.

Αλλά σήμερα, αυτή η στιγμή του συγκυριακού κύκλου συμπίπτει με και, κατά συνέπεια, χειροτερεύει τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δυο συστημάτων μακράς διάρκειας. Στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι έχουμε μπει προ τριάντα ετών στην τελευταία φάση του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό που βασικά διαφοροποιεί τη φάση αυτή από την αδιάλειπτη διαδοχή των προηγούμενων συγκυριακών κύκλων είναι ότι ο καπιταλισμός δεν καταφέρνει πια «να αποτελεί ένα σύστημα,» με την έννοια που καταλάβαινε ο φυσικο-χημικός Ilya Prigogine (1917-2003): όταν ένα σύστημα, βιολογικό, χημικό ή κοινωνικό, αποκλίνει όλο και περισσότερο κι όλο και συχνότερα από την κατάσταση της ευστάθειας, δεν μπορεί να πετύχει πλέον να ξαναβρεί την ισορροπία του και τότε παρατηρούμε να λαμβάνει χώρα μια διακλάδωση σε μια νέα κατάσταση.

Η κατάσταση γίνεται χαοτική, ανεξέλεγκτη από τις δυνάμεις, που ως τότε εξουσίαζαν σ’ αυτήν, και μπορεί κανείς να παρατηρήσει την ανάδυση μιας πάλης, όχι πλέον μεταξύ των υπερασπιστών του συστήματος και των ανταγωνιστών τους, αλλά μεταξύ όλων των δρώντων, όλων όσων αγωνίζονται για να καθορίσουν τι είναι αυτό που θα αντικαταστήσει το παλιό σύστημα. Κρατώ τη χρήση της λέξης «κρίση» γι’ αυτόν τον τύπο μιας περιόδου. Βρισκόμαστε λοιπόν μέσα σε μια κρίση. Ο καπιταλισμός αγγίζει το τέλος του.

Γιατί όμως δεν πρόκειται για μια νέα μετάλλαξη του καπιταλισμού, όπως ως τώρα τον ξέραμε, κάτι που όπως, τέλος πάντων, έχει ήδη γίνει με τη μετάβαση από τον εμπορικό στο βιομηχανικό καπιταλισμό κι από τον βιομηχανικό στον χρηματο-οικονομικό καπιταλισμό;

Ο καπιταλισμός είναι παμφάγος, αρπάζει το κέρδος, εκεί όπου είναι σημαντικότερο σε μια δεδομένη στιγμή. Δεν ικανοποιείται με περιθωριακά μικρά κέρδη. Αντίθετα, τα μεγιστοποιεί φτιάχνοντας τα μονοπώλια – αυτό προσπάθησε ακόμη να κάνει τελευταία με τις βιοτεχνολογίες και τις τεχνολογίες της πληροφορικής. Αλλά νομίζω ότι οι δυνατότητες για πραγματική συσσώρευση από μεριάς του συστήματος έχουν φθάσει στα όριά τους. Ο καπιταλισμός, από τη γέννησή του το δεύτερο μισό του XVIου αιώνα, έχει γαλουχηθεί με μια διαφοροποίηση του πλούτου μεταξύ ενός κέντρου, όπου συγκλίνουν τα κέρδη, και των περιφερειών (όχι αναγκαστικά γεωγραφικών), όπου βρίσκονται αποκλεισμένοι οι όλο και πιο πολύ φτωχότεροι.

Από αυτή την άποψη, το οικονομικό συμμάζεμα της Ανατολικής Ασίας, της Ινδίας, της Λατινικής Αμερικής, αποτελεί μια ανυπέρβλητη πρόκληση για την «παγκόσμια οικονομία,» που δημιουργήθηκε από τη Δύση και η οποία δεν καταφέρνει πλέον να ελέγχει το κόστος της συσσώρευσης. Οι τρεις παγκόσμιες καμπύλες, του κόστους της εργατοδύναμης, των πρώτων υλών και των δασμών, βρίσκονται παντού σε μεγάλη άνοδο για κάποιες δεκαετίες τώρα. Η σύντομη περίοδος του νεοφιλελευθερισμού, που έχει πια κλείσει τον κύκλο της, κατάφερε να αντιστρέψει αλλά μόνο παροδικά αυτήν την τάση: στο τέλος της δεκαετίας του 1990, αυτά τα κόστη ήσαν βέβαια χαμηλότερα από τη δεκαετία του 1970, αλλά ήσαν ψηλότερα από ό,τι το 1945. Στην πραγματικότητα, η τελευταία περίοδος της πραγματικής συσσώρευσης – «η ένδοξη τριακονταετία» – κατέστη ανέφικτη, επειδή ακριβώς τα Κεϋνσιανά κράτη έθεσαν τις δυνάμεις τους στην υπηρεσία του κεφάλαιου. Αλλά, και τότε πάλι, φθάσαμε στα όρια!

Υπάρχουν προηγούμενες καταστάσεις της τρέχουσας φάσης, όπως την περιγράφετε;

Υπήρχαν πολλά πράγματα στην ιστορία της ανθρωπότητας, που στρεφόντουσαν αντίθετα σ’ αυτά, στα οποία παραπέμπει η αναπαράσταση, που κατασκευάσθηκε στο μέσο του XIXού αιώνα, της συνεχούς κι αναπόφευκτης προόδου, συμπεριλαμβανομένης και της Μαρξιστικής εκδοχής της. Προτιμώ να περιορισθώ στη θέση της δυνατότητας της προόδου κι όχι στο αναπόφευκτό της. Σίγουρα, ο καπιταλισμός είναι το σύστημα, που γνώριζε πώς να παράγει, μ’ έναν εξαιρετικό κι αξιοσημείωτο τρόπο, τα περισσότερα αγαθά και πλούτη. Αλλά όμως πρέπει ακόμη να δούμε και το σύνολο των ζημιών – για το περιβάλλον, για την κοινωνία – που επίσης παραγόταν. Το μόνο καλό είναι εκείνο, που επιτρέπει να εξασφαλισθεί για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων μια ορθολογική και συνετή ζωή.

Όμως, η πιο πρόσφατη κρίση παρόμοια με τη σημερινή είναι η κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος στην Ευρώπη, μεταξύ των μέσων του XVου και του XVIου αιώνα, και η αντικατάστασή του από το καπιταλιστικό σύστημα. Η περίοδος αυτή, που κορυφώνεται με τους θρησκευτικούς πόλεμους, βλέπει να καταποντίζονται η βασιλική εξουσία κι η κυριαρχία των ευγενών και της εκκλησίας πάνω στις πιο πλούσιες επαρχιακές κοινότητες και πάνω στις πόλεις. Γι’ αυτό κατασκευάζονται, με διαδοχικές απόπειρες και με ασυνείδητο τρόπο, κάποιες απροσδόκητες λύσεις, των οποίων η επιτυχία θα τελειώσει με τη «συγκρότηση του συστήματος,» που θα επεκταθεί λίγο-λίγο κάτω από τη μορφή του καπιταλισμού.

Πόσο χρόνο πρέπει να διαρκέσει η τρέχουσα μετάβαση και τι θα μπορούσε να προκύψει από αυτή;

Η περίοδος καταστροφής της αξίας, που κλείνει τη φάση Β ενός κύκλου Kondratieff, διαρκεί γενικώς από δυο ως πέντε χρόνια, πριν ικανοποιηθούν οι συνθήκες εισόδου στη φάση Α, τότε που κάποιο πραγματικό κέρδος μπορεί πάλι να εξαχθεί από τους νέους τύπους υλικής παραγωγής, που περιγράφηκαν από τον Schumpeter. Αλλά το γεγονός ότι η φάση αυτή αντιστοιχεί τώρα σε μια κρίση του συστήματος, μας αναγκάζει να εισέλθουμε σε μια περίοδο πολιτικού χάους, κατά τη διάρκεια της οποίας οι κυρίαρχοι πρωταγωνιστές, που βρίσκονται στην κορυφή των επιχειρήσεων και των κρατών της Δύσης, θα προσπαθήσουν να κάνουν ο,τιδήποτε είναι τεχνικώς δυνατό, για να ξαναβρούν την ισορροπία, παρότι το πιθανότερο είναι ότι δεν θα κατορθώσουν να κάνουν τίποτε.

Οι πιο έξυπνοι από αυτούς έχουν ήδη καταλάβει ότι θα έπρεπε να κάνουν κάτι εντελώς καινούργιο. Αλλά όμως υπάρχει ένα μεγάλο πλήθος δρώντων, που ήδη ενεργούν με τρόπο άτακτο και ασυνεπή για να συμβάλουν στη ανάδυση των νέων λύσεων, χωρίς όμως να γνωρίζουν ακόμη ποιο σύστημα θα ξεπροβάλει από τέτοιες αναζητήσεις.

Βρισκόμαστε σε μια περίοδο, μάλλον σπάνια, κατά την οποία η κρίση κι η αδυναμία των ισχυρών αφήνουν χώρο στην ελεύθερη βούληση του κάθε άνθρωπου: υπάρχει σήμερα ένα χρονικό διάστημα, κατά τη διάρκεια του οποίου ο καθένας μας έχει τη δυνατότητα επιρροής του μέλλοντος μέσω της ατομικής του δράσης. Αλλά, καθώς το μέλλον αυτό θα είναι το άθροισμα ενός ανυπολόγιστου πλήθους δράσεων, είναι απολύτως αδύνατο να προβλέψουμε ποιο θα είναι το μοντέλο, που τελικά θα επιβληθεί. Σε δέκα χρόνια, πιθανό να μπορούμε να δούμε τα πράγματα καθαρότερα. Σε τριάντα ή σαράντα χρόνια, ένα νέο σύστημα θα αναδυθεί. Πιστεύω ότι είναι το ίδιο πιθανό να δούμε να εγκαθίσταται ένα σύστημα εκμετάλλευσης, αλίμονο, ακόμη περισσότερο βίαιο από τον καπιταλισμό, ή αντίθετα να δούμε να επικρατεί ένα μοντέλο περισσότερο δίκαιο και αναδιανεμητικό.

Έχουν οι προηγούμενες μεταλλάξεις του καπιταλισμού οδηγήσει σε μια μετατόπιση του κέντρου της «παγκόσμιας οικονομίας,» για παράδειγμα, από τη λεκάνη της Μεσογείου προς τις Ευρωπαϊκές ακτές του Ατλαντικού και μετά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες; Μήπως το επερχόμενο σύστημα θα έχει το κέντρο του στην Κίνα;

Η κρίση που ζούμε αντιστοιχεί επίσης στο τέλος ενός πολιτικού κύκλου, εκείνου της Αμερικανικής ηγεμονίας, που επίσης ξεκίνησε στη δεκαετία του 1970. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παραμείνουν ένας σημαντικός πρωταγωνιστής, αλλά δεν θα μπορέσουν να ξαναποκτήσουν την κυρίαρχη θέση τους απέναντι στον τωρινό πολλαπλασιασμό των κέντρων δύναμης, με τη Δυτική Ευρώπη, την Κίνα, την Βραζιλία, την Ινδία. Μια νέα ηγεμονική δύναμη, αν αναφέρεται κανείς στο χρόνο «μακράς διάρκειας» του Braudel, θα χρειαζόταν πιθανόν ακόμη άλλα πενήντα χρόνια για να επιβληθεί. Αλλά δεν γνωρίζω ποια θα είναι.

Στο μεταξύ, οι πολιτικές συνέπειες της τρέχουσας κρίσης θα είναι τεράστιες, στο μέτρο που οι κυρίαρχοι του συστήματος θα προσπαθήσουν να βρουν τους αποδιοπομπαίους τράγους για την κατάρρευση της ηγεμονίας τους. Θεωρώ ότι οι μισοί Αμερικανοί δεν θα αποδεχθούν αυτό που συμβαίνει. Έτσι, οι εσωτερικές συγκρούσεις θα αυξηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες βρίσκονται στο δρόμο να γίνουν η πιο ασταθής χώρα του κόσμου από πολιτικής πλευράς. Και μην ξεχνάτε ότι εμείς, οι Αμερικανοί, είμαστε όλοι οπλισμένοι.

Aπό [ΕΔΩ]

…κι [ΕΔΩ] έχει ενδιαφέρον!

——————————————————-

Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Κριτική στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλιστικό κόσμο

Πώς επιβιώνει ο καπιταλισμός

Υπεύθυνος: ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗΣ Του ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ, Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Οπως το πρόσφατο χρηματοπιστωτικό τσουνάμι κατέδειξε πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία σε εκατομμύρια πρόσωπα, τα οποία οδηγήθηκαν να πιστέψουν στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις τραπεζικές πρακτικές ως έγκυρες μεθόδους για να επιλύουν με επιτυχία τα προβλήματά τους, ο καπιταλισμός στην καλύτερη των υποθέσεων δημιουργεί προβλήματα, δεν τα επιλύει.
Και αυτό για έναν απλό λόγο: ο καπιταλισμός, όπως και το θεώρημα της μη πληρότητας των συστημάτων των φυσικών αριθμών του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα συνεπής και πλήρης.Αν είναι συνεπής με τις ίδιες του τις αρχές, εμφανίζονται προβλήματα με τα οποία αυτός δεν μπορεί να ασχοληθεί. Αρκεί να σκεφτούμε ότι τα στεγαστικά δάνεια, που διαφημίστηκαν σαν ένα εργαλείο για να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες όσων δεν είχαν κατοικία, στην πραγματικότητα πολλαπλασίασαν τον αριθμό εκείνων που ξαναβρέθηκαν χωρίς κατοικία.
Πολύ πριν ο Γκέντελ διατυπώσει το θεώρημά του, η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε γράψει τη μελέτη της για τη συσσώρευση του κεφαλαίου, στην οποία υποστήριζε ότι ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να επιβιώσει χωρίς μη καπιταλιστικές οικονομίες. Ο καπιταλισμός μπορεί να αναπτύσσεται μόνον όσο θα υπάρχουν «παρθένες περιοχές», έλεγε, ανοιχτές στην επέκταση και στην εκμετάλλευση. Σκεφτόταν τις χώρες που έγιναν αποικίες εκείνη την εποχή. Το πρόβλημα είναι ότι, αφότου κατακτηθούν αυτές οι περιοχές, στερούνται την «παρθενικότητά» τους και έτσι εξαντλείται η πηγή από την οποία τρέφεται ο ίδιος ο καπιταλισμός.
Ο καπιταλισμός, για να το πούμε ειλικρινά, είναι ουσιαστικά ένα παρασιτικό σύστημα. Μπορεί να ευημερεί μόνον όταν βρίσκει έναν οργανισμό, τον οποίο δεν έχει ακόμη εκμεταλλευτεί, και από τον οποίο τροφοδοτείται, αλλά (ιδού το παράδοξο) δεν μπορεί να το κάνει χωρίς με αυτόν τον τρόπο να βλάψει τον οργανισμό που τον φιλοξενεί και, αργά ή γρήγορα, να υπονομεύσει τις ίδιες τις προϋποθέσεις της ευημερίας του ή ακόμη και της επιβίωσής του.
Ευρηματικότητα
Σήμερα, έναν αιώνα μετά από αυτή τη διάγνωση, γνωρίζουμε με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι η δύναμη του καπιταλισμού έγκειται στη σαγηνευτική ευρηματικότητα με την οποία αναζητάει και βρίσκει νέα είδη ξενιστών, κάθε φορά που τα προηγούμενα εκμεταλλευόμενα είδη γίνονται πιο σπάνια ή χάνονται εντελώς. Τώρα γνωρίζουμε και την ταχύτητα με την οποία αναπροσαρμόζεται στις ιδιαιτερότητες των νέων εδαφών στα οποία βόσκει. Στο τεύχος Νοεμβρίου του 2008 της περιοδικής επιθεώρησης New York Review of Books ο Τζορτζ Σόρος, με το άρθρο του «The crisis and what to do about it», εξήγησε τη σειρά των καπιταλιστικών πρωτοβουλιών ως μια διαδοχή από φούσκες που μεγαλώνουν κατά κανόνα πολύ πέρα από τις δυνατότητές τους και που σκάνε αμέσως μόλις φτάνουν το σημείο της μέγιστης αντίστασης. Η τωρινή πιστωτική στενότητα δεν αναγγέλλει επομένως το τέλος του καπιταλισμού, αλλά μόνον την εξάντληση ενός από τα εδάφη στα οποία αυτός έβοσκε. Η αναζήτηση του προσεχούς βοσκοτοπιού άρχισε αμέσως. Και ακριβώς όπως στο παρελθόν το καπιταλιστικό κράτος διαλαλούσε τα κατορθώματά του μέσα από την υποχρεωτική κινητοποίηση δημόσιων πόρων, θα αναζητηθούν νέες παρθένες περιοχές και θα γίνουν προσπάθειες να τις ανοίξουν με το καλό ή με το ζόρι, μέχρις ότου και οι δικές τους δυνατότητες, με τη σειρά τους, θα εξαντληθούν.
Καταστροφή
Οπως πάντα, και όπως μάθαμε στον εικοστό αιώνα από μια μακρά σειρά μαθηματικών ανακαλύψεων, από τον Ανρί Πουανκαρέ ώς τον Εντουαρντ Λόρεντς, η πιο μικρή απόκλιση μπορεί να μας ρίξει στην άβυσσο και να μας οδηγήσει στην καταστροφή, έτσι όπως και το πιο μικρό βήμα προς τα μπρος μπορεί να εξαπολύσει μια καταιγίδα και να καταλήξει να προκαλέσει έναν κατακλυσμό. Και αυτό γιατί οι αναγγελίες της ανακάλυψης νησιών που δεν καταγράφονται ούτε στους γεωγραφικούς χάρτες, προσελκύουν συνήθως πλήθη τυχοδιωκτών μεγαλύτερα και από τις ίδιες τις διαστάσεις των παρθένων περιοχών – πλήθη που μέσα σε μια στιγμή θα χρειαστεί να μπορέσουν να τρέξουν γρήγορα στις βάρκες τους, για να απομακρυνθούν από μιαν επικείμενη καταστροφή, με την ελπίδα ότι αυτές οι βάρκες θα είναι ακόμη άθικτες και ασφαλείς. Το ερώτημα που τίθεται είναι επομένως σε ποιο σημείο θα εξαντληθεί ο κατάλογος των περιοχών που μπορούν να αναγορευτούν, με μια δεύτερη διαδικασία, παρθένες και πότε οι (φρενιτιώδεις και επινοητικές) εξερευνήσεις θα πάψουν να προσφέρουν κάποια προσωρινή ανακωχή.
Η εισαγωγή των πιστωτικών καρτών και του εύκολου δανεισμού για την απόκτηση κατοικίας είχαν προαναγγείλει αυτό που θα συνέβαινε. Το συμβόλαιο του δανείου έπρεπε να μετατραπεί σε ένα παράγωγο, που επέτρεπε σε αυτόν που δάνειζε να αντλεί διαρκώς κέρδος. Δεν μπορείτε να πληρώσετε τις δόσεις του δανείου σας; Μην ανησυχείτε. Διαφορετικά από εκείνα τα λίγο κακά παλιομοδίτικα άτομα, που ανυπομονούσαν να εισπράξουν τις δόσεις μέσα σε προκαθορισμένες προθεσμίες, εμείς οι μοντέρνοι δανειστές δεν θέλουμε πίσω τα λεφτά μας. Αντίθετα μάλιστα προσφερόμαστε να σας δανείσουμε και άλλα λεφτά, για να πληρώσετε τα χρέη σας και όχι μόνον, αλλά ακόμη και για να έχετε περισσότερα μετρητά. Πράγματι, αυτό που κανείς δεν δήλωνε, αφήνοντας στις βαθιές και σκοτεινές προαισθήσεις των οφειλετών το καθήκον να αντιληφθούν την αλήθεια, είναι το ότι οι τράπεζες που δανείζουν στην πραγματικότητα δεν θέλουν οι οφειλέτες τους να εξοφλούν τις υποχρεώσεις τους. Αν οι οφειλέτες πλήρωναν όσα δανείστηκαν δεν θα υπήρχε πλέον χρέος, ενώ είναι ακριβώς τα χρέη τους (τον τόκο που πληρώνεται μηνιαία) εκείνα που οι δανειστές αποφάσισαν να μετατρέψουν σε κύρια πληγή του διαρκούς τους κέρδους.
Οι πελάτες που επιστρέφουν με επιμέλεια τα χρήματα που έχουν δανειστεί είναι ο εφιάλτης αυτών που χορηγούν δάνεια. Και αυτό γιατί τα κέρδη των μετόχων των τραπεζών βασίζονται κυρίως στη συνεχή «εξυπηρέτηση» των χρεών παρά στην έγκαιρη εξόφλησή τους. Σε ό,τι αφορά αυτούς τους μετόχους, ο ιδεώδης υποψήφιος για δανεισμό είναι εκείνος που δεν θα εξοφλήσει ποτέ το ποσό που δανείστηκε. Τα πρόσωπα που έχουν λογαριασμούς με αποταμιεύσεις, αλλά δεν έχουν χρέη, είναι επομένως οι «παρθένες περιοχές» του σήμερα (του χθες), που επιτρέπουν μιαν εκμετάλλευση. Από τη στιγμή που θα οδηγηθούν να αρχίσουν να καλλιεργούνται, δεν θα ‘πρεπε ποτέ να τους παραχωρηθεί η δυνατότητα να αρνηθούν και να ξαναγίνουν ακαλλιέργητα εδάφη. Ετσι μια από τις πιο σημαντικές βρετανικές εταιρείες που δίνουν πιστωτικές κάρτες προκάλεσε πρόσφατα την αγανάκτηση της κοινής γνώμης, όταν αρνήθηκε να παραχωρήσει ξανά πιστωτικές κάρτες στους πελάτες που κάθε μήνα εξοφλούσαν τα χρέη τους.
Εκμετάλλευση
Ιδού όμως κάποιο παράδειγμα της καταστροφικής επίπτωσης αυτής της στρατηγικής: σε μια βρετανική εφημερίδα δημοσιεύτηκε η ιστορία ενός πενηντάχρονου, ο οποίος είχε χρεωθεί 58 χιλιάδες λίρες από 14 τράπεζες. Αυτός ο κύριος δεν κατόρθωνε να πληρώνει τους τόκους του χρέους του. Λυπούμενος εκ των υστέρων για τη βλακεία που τον έσπρωξε σε αυτή την απαράδεκτη κατάσταση, αυτός στράφηκε εναντίον εκείνων που του είχαν χορηγήσει τα δάνεια. Σύμφωνα με όσα είπε, όποιος χορηγεί δάνεια είναι «εν μέρει» υπεύθυνος και κατακριτέος, επειδή επιτρέπει στους ανθρώπους να χρεώνονται με απίστευτη ευκολία. Σε μιαν άλλη μακρινή χώρα, στο Κουίνσλαντ της Αυστραλίας, μια νέα που είναι σήμερα 23 ετών και ονομάζεται Σιόμπχαν Χίλεϊ, πριν από μερικά χρόνια απέκτησε την πρώτη πιστωτική της κάρτα. Τελικά -έτσι δήλωσε- ήταν ελεύθερη να διαχειρίζεται μόνη της τα οικονομικά της. Λίγο καιρό μετά, η νεαρή ζήτησε και απέκτησε μια δεύτερη πιστωτική κάρτα, για να αντιμετωπίσει τους τόκους και τα χρέη που είχαν συσσωρευτεί από την πρώτη. Αφού πέρασε λίγος ακόμη χρόνος, ανακάλυψε ότι η δεύτερη πιστωτική κάρτα δεν αρκούσε για να καλύπτει τους τόκους από τα χρέη της πρώτης. Απευθύνθηκε επομένως σε μια τράπεζα, για να αποκτήσει ένα δάνειο αναγκαίο για να εξοφλήσει τα ανοίγματα και από τις δύο κάρτες. Με δυο λόγια, οι τράπεζες κατόρθωσαν να αποκτήσουν αυτό που ήθελαν: μια παρθένα γη, που την κατέκτησαν και την εκμεταλλεύονται.
Στεγαστικά
Οπως και σε όλες τις προηγούμενες μεταβολές του καπιταλισμού, έτσι και αυτή τη φορά το κράτος βοήθησε στη δημιουργία αυτών των νέων εδαφών. Με βάση μια πρωτοβουλία του προέδρου Κλίντον, έγινε η εισαγωγή στις Ηνωμένες Πολιτείες των στεγαστικών δανείων, που προωθούσε η κυβέρνηση για να προσφέρει εύκολες πιστώσεις για την απόκτηση κατοικίας σε πρόσωπα που δεν είχαν τα μέσα για να εξοφλούν τα δάνειά τους και συνεπώς για να μετατρέψει σε οφειλέτες εκείνα τα τμήματα του πληθυσμού που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν ενταχθεί στο κύκλωμα της εκμετάλλευσης μέσω του πιστωτικού συστήματος. Ακριβώς όμως όπως η εξαφάνιση ανθρώπων που περιφέρονται ξυπόλητοι προκαλεί ανησυχία στην υποδηματοβιομηχανία, έτσι και η εξαφάνιση προσώπων που δεν είναι χρεωμένα επιτρέπει να προβλέψουμε την καταστροφή για τη βιομηχανία των δανείων.
Για άλλη μια φορά ο καπιταλισμός πλησιάζει σε μια μη ηθελημένη αυτοκτονία, δρώντας έτσι ώστε να εξαντλεί τους πόρους των νέων παρθένων περιοχών που εκμεταλλεύεται. Με δυο λόγια, ο καπιταλισμός τέλειωσε; Δεν τον νομίζω. Η είδηση του θανάτου του καπιταλισμού, όπως θα έλεγε ο Μαρκ Τουέιν, είναι τρομερά υπερβολική. Το κράτος έσπευσε να βοηθήσει. Αρκεί να σκεφτούμε τα γιγάντια σχέδια σωτηρίας των τραπεζών που κατάρτισαν οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Αλλά έχει εισαχθεί και ένα είδος κράτους πρόνοιας για τους πλουσιότερους. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα από την πρόσφατη ειδησεογραφία: τη στιγμή που σταμάτησε ακριβώς στο χείλος της καταστροφής, χάρη στην άφθονη ροή του χρήματος των φορολογουμένων, η τράπεζα TSB Lloyds άρχισε να ασκεί πιέσεις στο δημόσιο ταμείο, για να κατευθύνει μέρος του πακέτου σωτηρίας στους λογαριασμούς των μερισμάτων των μετόχων της. Και παρά την επίσημη αγανάκτηση των εκπροσώπων του κράτους, προχώρησε ατάραχη στην καταβολή μπόνους, εκδηλώνοντας μια τέτοια πλεονεξία και απληστία σαν αυτές που οδήγησαν τις τράπεζες και τους πελάτες τους στην απόλυτη καταστροφή. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Σύμφωνα με τον Στίβεν Σλιβίνσκι του Ινστιτούτου Cato, ήδη το 2006 η αμερικανική κυβέρνηση ξόδεψε 92 δισ. δολάρια για να στηρίξει με οικονομική βοήθεια κολοσσούς της βιομηχανίας όπως η Boeing, η Ibm και η General Motors.
Συναλλαγή
Πριν από χρόνια, ο Γιούργκεν Χάμπερμας υποστήριζε ότι το κράτος είναι καπιταλιστικό και υπενθύμιζε ότι η ουσία του καπιταλισμού είναι η ένωση κεφαλαίου και εργατικής δύναμης. Σκοπός αυτής της ένωσης είναι να πραγματοποιεί μιαν εμπορική συναλλαγή: το κράτος αγοράζει την εργατική δύναμη.
Για να γίνει ωστόσο η συναλλαγή πρέπει να ικανοποιούνται δύο προϋποθέσεις: το κεφάλαιο πρέπει να είναι σε θέση να αγοράζει και η εργατική δύναμη πρέπει να μπορεί να αγοραστεί, δηλαδή να γίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα και δελεαστική για να αγοραστεί από το κεφάλαιο. Κύριο καθήκον του κράτους είναι επομένως να δράσει έτσι ώστε και οι δυο αυτές προϋποθέσεις να υλοποιηθούν. Γι’ αυτόν τον λόγο το κράτος πρέπει να κάνει δύο πράγματα: πρώτον, να χρηματοδοτήσει το κεφάλαιο στην περίπτωση που δεν διαθέτει την αναγκαία ρευστότητα για την αγορά μιας παραγωγικής και επικερδούς εργατικής δύναμης.

Δεύτερον, να βεβαιωθεί ότι η εργατική δύναμη αξίζει πραγματικά να αγοραστεί, δηλαδή ότι είναι σε θέση να αντέξει τον κόπο της βιομηχανικής παραγωγής, ότι είναι δυνατή και υγιής και ότι είναι κατάλληλα προετοιμασμένη και διαθέτει εκείνες τις εργασιακές γνώσεις και ιδιότητες που είναι αναγκαίες ώστε να απασχοληθεί στον βιομηχανικό τομέα. Ο Χάμπερμας έγραφε αυτά τα πράγματα στον καιρό της μοντέρνας «στέρεης» κοινωνίας των παραγωγών. Σήμερα, στη «ρευστή» κοινωνία, το κράτος είναι καπιταλιστικό στο μέτρο που εγγυάται μια συνεχή πιστωτική διαθεσιμότητα. Εξάλλου, η συνεργασία κράτους και αγοράς είναι κανόνας στον καπιταλισμό. Η σύγκρουση μεταξύ τους, αν ποτέ παρουσιαστεί, είναι αντίθετα η εξαίρεση. Απομένει να δούμε το μέλλον, δηλαδή τις μελλοντικές παρθένες περιοχές.

Ανταγωνισμός εναντίον αλληλεγγύης

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο πολωνός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν στην ιταλίδα μελετήτρια του έργου του Μαρία-Πόλα Λεποράλε. Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Micromega».

Η νεότερη εποχή άρχισε με την ανακάλυψη της «απουσίας του Θεού». Η φανερή έλλειψη σχεδιασμού της τύχης (η απουσία μιας ορατής διασύνδεσης ανάμεσα στην κακοτυχία και την κακία) θεωρήθηκε ως απόδειξη της αποχής του Θεού από την ενεργό παρέμβαση στον κόσμο που δημιούργησε, καθώς αυτός είχε αφήσει τα ανθρώπινα ζητήματα στη φροντίδα των ανθρώπων και στις προσπάθειές τους. Το κενό που άνοιξε με αυτό τον τρόπο στον έλεγχο του κόσμου έπρεπε να καλυφθεί από την ανθρώπινη κοινωνία, η οποία προσπάθησε να αντικαταστήσει την τυφλή τύχη με μια «κανονιστική ρύθμιση» και την υπαρξιακή ανασφάλεια με το ρόλο του νόμου, έτσι ώστε να οικοδομηθεί μια κοινωνία η οποία θα προστατεύει όλα τα μέλη της από τους κινδύνους της ζωής και από τις προσωπικές κακοτυχίες. Αυτό το σχέδιο βρήκε την πληρέστερη έκφρασή του στην κοινωνική διάταξη που αποκαλείται κράτος πρόνοιας.
Το κράτος πρόνοιας (το οποίο εγώ προτιμώ να αποκαλώ κοινωνικό κράτος: ορισμός που μετατοπίζει την έμφαση από την απλή αναδιανομή υλικών πόρων στην κοινή δικαιολόγησή της και στο σκοπό της) υπήρξε πρωτίστως ένα σύμφωνο ανθρώπινης αλληλεγγύης, που συνομολογήθηκε για να προλάβει τη σημερινή τάση να κατεδαφιστεί το δίκτυο των ανθρώπινων δεσμών και να υπονομευτούν τα κοινωνικά θεμέλια της αλληλεγγύης. Αυτή η τάση εκδηλώθηκε, ενισχύθηκε και οδηγήθηκε στα ακραία της όρια από την πορεία προς την ιδιωτικοποίηση, η οποία αποβλέπει στη συρρίκωνση του κράτους πρόνοιας με αντάλλαγμα την προώθηση μοντέλων ουσιωδώς αντικοινοτικών, ατομικιστικών και βασιζόμενων στον τύπο «καταναλωτής-αγορά»· μοντέλων που θέτουν τα άτομα σε ανταγωνισμό μεταξύ τους.
Η «ιδιωτικοποίηση» ρίχνει πάνω στις πλάτες των μεμονωμένων ατόμων το καθήκον να αντιδρούν και να επιλύουν τα προβλήματα που παράγονται από την κοινωνία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, τα άτομα είναι πολύ αδύναμα για έναν τέτοιο σκοπό και έχουν περιορισμένες ικανότητες και πόρους. Το κοινωνικό κράτος, αντίθετα, έτεινε να ενώνει τα μέλη του με την προσπάθεια να προστατεύει το καθένα από αυτά από τον ηθικά καταστροφικό πόλεμο όλων εναντίον όλων.
Ενα κράτος μπορεί να οριστεί κοινωνικό όταν προωθεί την αρχή της κοινής προστασίας και της συλλογικής ασφάλειας ενάντια στην ατομική κακοτυχία και τις συνέπειές της. Αυτή είναι η αρχή που εξυψώνει τη «φανταστική» κοινωνία στο επίπεδο μιας «υπαρκτής» κοινότητας -χειροπιαστής και βιωμένης -η οποία αντικαθιστά (για να αναφέρουμε τις εκφράσεις του Τζον Νταν) την «τάξη του εγωισμού», που γεννάει δυσπιστία και καχυποψία, με την «τάξη της ισότητας», που εμπνέει εμπιστοσύνη και αλληλεγγύη. Η ίδια πάντοτε αρχή του κοινωνικού κράτους εξυψώνει τα μέλη μιας κοινωνίας στο επίπεδο των πολιτών.
Η εφαρμογή αυτής της αρχής μπορεί να προστατεύσει τους ανθρώπους από την τριπλή απειλή της φτώχειας, της ανημπόριας και της ταπείνωσης. Κυρίως, όμως, αυτή μπορεί να γίνει γόνιμη πηγή κοινωνικής αλληλεγγύης, που μετασχηματίζει την κοινωνία σε κοινό αγαθό. Η κοινωνία παραμένει στο υψηλό επίπεδο της κοινότητας όσο είναι σε θέση να προστατεύσει αποτελεσματικά τα μέλη της από τη φρίκη της εξαθλίωσης και της ταπείνωσης, δηλαδή ενάντια στο φόβο να αποκλειστούν, να πεταχτούν έξω από το όχημα της προόδου που τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, καταδικασμένα στην «κοινωνική αχρηστία», δηλαδή στιγματισμένα σαν «ανθρώπινα απορρίμματα».
Περί δικαιωμάτων 
Από ένα κράτος που δεν είναι και αρνείται να είναι κοινωνικό κράτος δεν πρέπει να περιμένουμε καμιά βοήθεια στην ατομική αμέλεια ή ανημπόρια. Χωρίς κοινωνικά δικαιώματα για όλους, ένας μεγάλος αριθμός προσώπων -που προορίζεται πιθανότατα να μεγαλώνει- θα θεωρούν ότι λίγη χρησιμότητα έχουν και επομένως δεν αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή τα πολιτικά τους δικαιώματα. Αν τα πολιτικά δικαιώματα είναι αναγκαία προκειμένου να κατακτηθούν τα κοινωνικά δικαιώματα, αυτά τα τελευταία είναι απαραίτητα για να καθιστούν «πραγματικά» και να διατηρούν λειτουργικά τα πολιτικά δικαιώματα.
Οι δύο κατηγορίες δικαιωμάτων χρειάζονται η μία την άλλη για να εγγυώνται την αμοιβαία τους επιβίωση, που μπορεί να επιτευχθεί μόνον ως κοινή κατάκτηση. Το κοινωνικό κράτος υπήρξε η τελευταία μοντέρνα έκφραση της ιδέας της κοινότητας, δηλαδή μιας θεσμικής επανενσάρκωσης αυτής της ιδέας με τη μοντέρνα μορφή μιας «φανταστικής ολότητας», η οποία διατηρείται ενωμένη από την επίγνωση και την αποδοχή μιας αλληλεξάρτησης, μιας δέσμευσης, μιας αφοσίωσης, μιας αλληλεγγύης και μιας αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Σήμερα, ωστόσο, «εμείς» βαδίζουμε στον αντίθετο δρόμο: οι συλλογικές διαστάσεις -κοινωνία και κοινότητα, πραγματικές ή και μόνο φανταστικές- απουσιάζουν όλο και περισσότερο. Η ατομική αυτονομία επεκτείνει ταχύτατα την ακτίνα δράσης της και πάνω της φορτώνονται όλο και νέες ευθύνες, οι οποίες στο παρελθόν ανήκαν στο κράτος και τώρα παραχωρούνται στην ατομική φροντίδα.
Εγκαταλελειμμένα όλο και περισσότερο στο έλεος των πόρων τους και των πρωτοβουλιών τους, τα πρόσωπα οφείλουν να επινοούν ατομικές λύσεις σε προβλήματα που προέρχονται από την κοινωνία στο σύνολό της. Και οφείλουν να το κάνουν αυτό σε απόλυτη μοναξιά, βασιζόμενα μόνο στις ικανότητές τους και στα αγαθά τους. Αυτή η προοπτική θέτει τα άτομα σε ανταγωνισμό μεταξύ τους και καταλήγει να παρουσιάζει την κοινωνική αλληλεγγύη σε μεγάλο βαθμό ασήμαντη ή ακόμα και αντιπαραγωγική (…).*

Μια πρόκληση για την Ευρώπη

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα διάλεξης του πολωνού κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν, η οποία δόθηκε στην ιταλική πόλη Πορντενόνε, στο πλαίσιο της τοπικής «Γιορτής του βιβλίου».

Το να διατυπώνουμε τα καθήκοντα της Ευρώπης με βάση το αξίωμα του αμερικανικού μονοπώλιου στην παγκόσμια εξουσία είναι ουσιωδώς εσφαλμένο. Η αληθινή πρόκληση για την Ευρώπη προκύπτει από το προφανές γεγονός ότι η μοναδική υπερδύναμη δεν είναι σε θέση να οδηγήσει τον πλανήτη σε μιαν ειρηνική συνύπαρξη, μακριά από την επικείμενη καταστροφή.
Αντίθετα, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να πιστεύουμε ότι αυτή η υπερδύναμη μπορεί να γίνει η πρώτη αιτία μιας καταστροφής. Σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης συμβίωσης οι ισχυροί τείνουν να αξιοποιούν τα μέσα που διαθέτουν για να καταστήσουν το περιβάλλον περισσότερο προσαρμοσμένο και ευνοϊκό στον τύπο εξουσίας που κατέχουν. Η υπερδύναμη δεν αποτελεί εξαίρεση.
Δεδομένου ότι το πιο ισχυρό της πλεονέκτημα είναι η στρατιωτική ισχύς, αυτή τείνει να επαναπροσδιορίζει όλα τα πλανητικά προβλήματα -είτε αυτά είναι οικονομικά είτε πολιτικά ή κοινωνικά- σαν προβλήματα στρατιωτικού κινδύνου και στρατιωτικής αναμέτρησης, που μπορούν να λυθούν αποκλειστικά με στρατιωτικές λύσεις. Αντιστρέφοντας τη διατύπωση του Κλαούζεβιτς, οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν και ασκούν την πολιτική σαν συνέχεια του πολέμου με άλλα μέσα.
Για να εξασφαλίζει την κυριαρχία της, βασιζόμενη στο μοναδικό και αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημά της -τη στρατιωτική υπεροχή- η Αμερική χρειάζεται να αναδημιουργεί τον υπόλοιπο κόσμο κατ’ εικόνα της, καθιστώντας τον «φιλόξενο» στις πολιτικές που αυτή προτιμάει. Οφείλει να μετατρέπει τον πλανήτη σε έναν τόπο όπου τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα θα αντιμετωπίζονται με στρατιωτικά μέσα και στρατιωτική δράση και όπου, αντίθετα, κάθε άλλο μέσο και τύπος δράσης θα στερείται αξίας και θα χαρακτηρίζεται άχρηστος.
Ιδού, λοιπόν, από πού γεννιέται η αληθινή πρόκληση για την Ευρώπη. Η Ευρώπη δεν μπορεί να υπολογίζει σοβαρά ότι θα αποκτήσει στρατιωτική ισχύ ίση με εκείνη της Αμερικής και ότι θα αντισταθεί στη στρατιωτικοποίηση του πλανήτη παίζοντας το αμερικανικό παιχνίδι. Δεν μπορεί ούτε και να ελπίζει ότι θα ανακτήσει την παλαιά βιομηχανική της κυριαρχία, που χάθηκε οριστικά στον όλο και περισσότερο πολυκεντρικό κόσμο μας.
Ωστόσο, μπορεί και οφείλει να προσπαθεί να καταστήσει τον πλανήτη φιλόξενο για άλλες αξίες και για άλλους τρόπους ύπαρξης, διαφορετικούς από εκείνους που εκπροσωπεί και προωθεί η αμερικανική στρατιωτική υπερδύναμη. Μπορεί να καταστήσει τον πλανήτη φιλόξενο στις αξίες και στους τρόπους που η Ευρώπη, περισσότερο από κάθε άλλο μέρος, είναι προετοιμασμένη να προσφέρει στον κόσμο.
Ο Τζορτζ Στάινερ επιμένει στο γεγονός ότι το καθήκον της Ευρώπης «είναι τόσο πνευματικό όσο και διανοητικό».
Το πνεύμα της Ευρώπης είναι γι’ αυτόν «το πνεύμα της γλωσσικής, πολιτισμικής και κοινωνικής διαφορετικότητας, ενός πλουσιότατου μωσαϊκού που συχνά μετατρέπει μιαν ασήμαντη απόσταση, μια εικοσαριά χιλιόμετρα, σε σύνορο ανάμεσα σε δύο κόσμους». Ανάλογους στοχασμούς βρίσκουμε στη φιλοσοφική κληρονομιά του Χανς Γκέοργκ Γκάνταμερ. Κατά τη γνώμη του, το «καθήκον της Ευρώπης» είναι να αποκτήσει και να μοιραστεί την τέχνη τού να μαθαίνουν οι μεν από τους δε.
Εγώ θα προσέθετα: αν τη δούμε στο φόντο ενός πλανήτη που σπαράσσεται από συγκρούσεις, η Ευρώπη φαίνεται σαν εργαστήρι όπου σφυρηλατούνται τα εργαλεία που είναι αναγκαία για να επιτευχθεί η καντιανή ενοποίηση του ανθρώπινου γένους.
Για την ώρα, ωστόσο, η Ευρώπη φαίνεται να αναζητάει μιαν απάντηση στα νέα προβλήματα με πολιτικές που βλέπουν στο εσωτερικό μάλλον παρά στο εξωτερικό, με πολιτικές κεντρομόλες μάλλον παρά φυγόκεντρες. Με δυο λόγια, κλειδαμπαρώνουμε τις πόρτες μας και κάνουμε πολύ λίγα, αν όχι τίποτα, για να θεραπεύσουμε την κατάσταση που μας οδήγησε να τις κλείνουμε.
Είναι σαφές ότι η Ευρώπη έχει τους λόγους της να κοιτάζει πάντοτε περισσότερο το εσωτερικό της. Ο κόσμος δεν εμφανίζεται πλέον ελκυστικός. Φαίνεται εχθρικός, αναξιόπιστος, είναι ένας κόσμος που ζητάει εκδίκηση και που πρέπει, ωστόσο, να γίνει ασφαλής για μας. Αυτός είναι ο κόσμος του επικείμενου «πολέμου των πολιτισμών», ένας κόσμος στον οποίο κάθε βήμα που κάνει κανείς, όποιος και αν είναι, παρουσιάζει πολλαπλούς κινδύνους.
Η ασφάλεια είναι ο κύριος σκοπός του παιχνιδιού. Είναι μια αξία η οποία στην πράξη, αν όχι και στη θεωρία, συσκοτίζει και παραγκωνίζει κάθε άλλη αξία. Σε έναν κόσμο ανασφαλή, όπως ο δικός μας, η προσωπική ελευθερία του λόγου και της δράσης, το δικαίωμα για προστασία της ιδιωτικής σφαίρας, η πρόσβαση στην αλήθεια -όλα αυτά τα πράγματα που συνδέαμε με τη δημοκρατία- πρέπει να υποβαθμιστούν ή να ανασταλούν. Αυτό υποστηρίζει η επίσημη εκδοχή, που επιβεβαιώνεται από την επίσημη πρακτική.
Η αλήθεια είναι, όμως, ότι εμείς δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ελευθερίες μας στη χώρα μας αν απομονωθούμε από τον υπόλοιπο κόσμο.
Σε έναν παγκοσμιοποιημένο πλανήτη, στον οποίο η δυσκολία του καθενός καθορίζει τη δυσκολία όλων των άλλων και ταυτόχρονα καθορίζεται από τους άλλους, ελευθερία και δημοκρατία δεν μπορούν πλέον να εξασφαλιστούν «διαχωρισμένα», δηλαδή μόνο σε μία χώρα ή σε μια ομάδα χωρών.
Η τύχη της ελευθερίας και της δημοκρατίας σε κάθε χώρα αποφασίζονται και καθορίζονται σε παγκόσμια κλίμακα και μόνο σε αυτή την κλίμακα μπορούμε να τις υπερασπιστούμε με συγκεκριμένες πιθανότητες επιτυχίας. *

Αναζητώντας νέα «παρθένα εδάφη»

«Χρειάστηκε ένα πραγματικό χρηματιστικό τσουνάμι για να το καταλάβουμε επιτέλους: ο καπιταλισμός δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από όσα επιλύει», έλεγε ο Γερμανός κοινωνιολόγος Ζίγκμουντ Μπάουμαν μερικούς μήνες νωρίτερα, στην εφημερίδα «Λε Μοντ».

Η καπιταλιστική λογική είναι βιώσιμη υπό την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται σε συνεχώς νέα «παρθένα εδάφη». Εκμεταλλεύοντάς τα όμως καταστρέφει την προκαπιταλιστική παρθενικότητά τους και στραγγίζει τις απαραίτητες πηγές για την ανάπτυξή του. Ο καπιταλισμός είναι εξ ορισμού ένα παρασιτικό σύστημα. Ως κάθε παράσιτο προσκολλάται σε ακόμη έναν υγιή οργανισμό και αναπτύσσεται εις βάρος του. Ομως καθώς τον κατατρώγει, βλέπει να ελαττώνονται και οι προϋποθέσεις για τη δική του επιβίωση. Εκτοτε απέδειξε την ικανότητά του να αλλάζει στόχο όταν εξαντλούσε εντελώς τον οργανισμό στον οποίο είχε προσκολληθεί. Από τη στιγμή που εξάντλησε όλα τα νέα παρθένα εδάφη, ο καπιταλισμός αναζητούσε μια νέα «παρθενικότητα». Και αυτό ήταν τα εκατομμύρια καταθετών που δεν είχαν ακόμη πρόσβαση στα δάνεια. Η πιστωτική κάρτα ξεκίνησε με το σύνθημα: «Τι περιμένετε για να ευχαριστήσετε τον εαυτό σας;». Επιθυμείτε κάτι πάνω από τις δυνατότητές σας; Αλλοτε θα πατούσαμε φρένο. Ο Μαξ Βέμπερ απέδιδε σε αυτή τη ματαίωση την έλευση του μοντέρνου καπιταλισμού: σφίγγουμε το ζωνάρι, παραιτούμαστε από διάφορες υπερβολικές επιθυμίες, ξοδεύουμε με μέτρο, αποταμιεύουμε με την ελπίδα πως μια μέρα έπειτα από προσπάθειες τελικά θα πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας… Δόξα τω Θεώ και τη τραπεζική προνοία, αυτή η σκοτεινή εποχή ξεπεράστηκε! Η πιστωτική κάρτα ανέτρεψε το βεμπερικό παράδειγμα: Επωφεληθείτε τώρα και πληρώστε αργότερα! Μας μετέτρεψε σε διαχειριστές των δικών μας απολαύσεων: στο εξής ο σκοπός δεν εξαρτάται από τα μέσα.
Οι τραπεζίτες κερδίζουν περισσότερα από τη διαρκή διαχείριση των χρεών παρά από τη γρήγορη εξόφλησή τους. Σύμφωνα με τα κριτήριά τους, ο «ιδανικός πελάτης» είναι εκείνος που δεν θα μπορέσει ποτέ να αποπληρώσει το δάνειό του. Και μάλιστα επιβάλλουν βαριά πρόστιμα σε περίπτωση που εξοφλήσει νωρίτερα το συνολικό ποσό. Μέχρι την πρόσφατη κρίση, οι τράπεζες χορηγούσαν εύκολα νέα δάνεια σε οφειλέτες για να εξοφλήσουν παλαιότερα δάνεια. Στην Αγγλία ένας από τους κυριότερους οργανισμούς χορήγησης δανείων αρνήθηκε να ανανεώσει πιστωτική κάρτα σε πελάτες που αποπλήρωναν κανονικά τις κάρτες τους και δεν τους χρέωναν επί πλέον πρόστιμα. Οι τράπεζες κατάφεραν να μετατρέψουν έναν τεράστιο ανθρώπινο πληθυσμό κάθε ηλικίας σε μια φυλή χρόνιων δανειοληπτών, για τους οποίους η μόνη διέξοδος είναι η υπερχρέωση. Σήμερα, τίποτε δεν είναι πιο εύκολο από το να μπεις στο χορό. Πώς όμως θα βγεις; Ολοι αυτοί μπορούσαν να πάρουν δάνεια, όπως και εκατομμύρια άλλοι που δεν μπορούν να πάρουν, έχουν πέσει στην ίδια παγίδα. Οπως και σε προηγούμενες μετεξελίξεις του καπιταλισμού, έτσι και τώρα, το κράτος συνέβαλε στο να ανοιχτούν καινούργια εδάφη για την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Θυμίζουμε ότι με πρωτοβουλία του προέδρου Κλίντον και την εγγύηση της κυβέρνησής του ξεκίνησαν τα subprimes, τα δάνεια που χορηγούσαν σε αφερέγγυους πελάτες, μετατρέποντας έτσι σε οφειλέτες έναν ολόκληρο πληθυσμό, που μέχρι τότε δεν είχε εκτεθεί σε τέτοιου είδους εκμετάλλευση. Ωστόσο, όπως οι κατασκευαστές υποδημάτων βασίζονται σε μια πελατεία που περπατάει ξυπόλυτη, έτσι και η βιομηχανία δανείων χρειάζεται πελάτες χωρίς οικονομικά βάρη. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε σωστά διαβλέψει: ο καπιταλισμός με τις επεκτατικές του κινήσεις έχει σχεδόν καταβροχθίσει το απαραίτητο περιβάλλον για την επιβίωσή του… Παρά τη βοήθεια των ΜΜΕ και κάποιων πολιτικών, μια πραγματική επανάσταση, η αντίδραση στα credit crunch, έχει διεισδύσει στη λογική του και γαντζώνεται στην ελπίδα μιας ανάκαμψης μέσω της κατανάλωσης: η λύση μπορεί να είναι η χορήγηση κεφαλαίων στις τράπεζες προκειμένου να επανέλθουν στη «κανονική» τους λειτουργία.
Δεν θα έπρεπε να αναρωτηθούμε για τη βιωσιμότητα αυτής της κοινωνίας η οποία κινείται με μια διπλή μηχανή: της κατανάλωσης και του δανεισμού; Η προοπτική μιας «επιστροφής στο κανονικό», δηλαδή μια επιστροφή σε αθέμιτες πρακτικές και δυνητικά επικίνδυνες, πρέπει να μας ανησυχεί. Αποδεικνύει πως ούτε οι διοικητές των χρηματιστικών θεσμών ούτε οι κυβερνήσεις μπόρεσαν να διαγνώσουν τις ρίζες του κακού και ακόμη λιγότερο να τις ξεριζώσουν. Ο Hector Santos, διευθυντής του FSA, αναγκάστηκε να δεχτεί πως «δυστυχώς τα χρηματιστικά μοντέλα δεν προγραμματίζονται για να αντέξουν σε δονήσεις». Και το σχόλιο του χρονογράφου Simon Jenkins, στην «Γκάρντιαν»: «Είναι σαν ένας πιλότος να πει πως εκτός από τις μηχανές, το αεροπλάνο του είναι σε άριστη κατάσταση πτήσης». Ωστόσο ο Jenkins δεν χάνει τις ελπίδες του: από τη στιγμή που η κουλτούρα των χρημάτων φτάσει στο παράλογο, θα επιστρέψουμε σε έναν μη οικονομικό ορισμό της «καλής ζωής» τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και στην πολιτική. Πρέπει ακόμη να ελπίζουμε

——————————————————————————————————————-
Ζίγκμουντ Μπάουμαν: Ο μεγάλος Πολωνός στοχαστής σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη για την οικονομική κρίση

«Η ζωή με δανεικά είναι εθιστική όσο λίγα ναρκωτικά»

Συνέντευξη Στον ΓΙΑΝΝΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Επίτιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας των Πανεπιστημίων του Λιντς και της Βαρσοβίας, ο 83χρονος Ζίγκμουντ Μπάουμαν, ένας σοφός του καιρού μας, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «Ζωή για κατανάλωση» (εκδ. «Πολύτροπον»), μιλά στην «Ε» για την κοινωνία της κατανάλωσης, τις πιστωτικές κάρτες, τα χρέη, τις «χαμογελαστές Τράπεζες», τα golden boys, και εξηγεί γιατί η Ρόζα Λούξεμπουργκ, τις ιδέες της οποίας θεωρεί σήμερα περισσότερο επίκαιρες από ποτέ, είχε δίκαιο στις επισημάνσεις της για τη φύση του καπιταλισμού. Με τα λεγόμενά του να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, αφού σε δύο εβδομάδες ξεκινά η σύνοδος των 20 πλουσιότερων κρατών του πλανήτη (G20) στο Λονδίνο, με βασικό θέμα της την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης.

«Οσα είπε κι έγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι και σήμερα εξαιρετικά επίκαιρα», υποστηρίζει ο Μπάουμαν, αναφερόμενος στις απόψεις της «κόκκινης Ρόζας» για τη φύση και λειτουργία του καπιταλισμού «Οσα είπε κι έγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι και σήμερα           εξαιρετικά επίκαιρα», υποστηρίζει ο Μπάουμαν, αναφερόμενος        στις απόψεις της «κόκκινης Ρόζας» για τη φύση και λειτουργία        του καπιταλισμού

 Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, δηλώσατε ότι η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε δίκαιο σε όσα υποστήριζε για τον καπιταλισμό, σχεδόν έναν αιώνα πριν. Για ποιον λόγο; 
«Επειδή ό,τι έγραψε (η Ρόζα) δεν έχασε τίποτε από την επικαιρότητά του, απλώς εμφανίζεται με πολλές διαφορετικές μεταμορφώσεις που μας οδηγούν στο να ξεχνούμε τις προειδοποιήσεις της. Το πρόσφατο «οικονομικό τσουνάμι» έδειξε «πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας» σε εκατομμύρια ανθρώπους (τους οποίους η οφθαλμαπάτη της «ευημερίας τώρα και για πάντα» οδήγησε εσφαλμένα να πιστέψουν στις καπιταλιστικές αγορές και το καπιταλιστικό τραπεζικό σύστημα ως τις τυποποιημένες μεθόδους μιας επιτυχούς λύσης του προβλήματος) ότι ο καπιταλισμός είναι στα καλύτερά του για να δημιουργεί προβλήματα και όχι για να τα λύνει. Ο καπιταλισμός, όπως και τα συστήματα φυσικών αριθμών του διάσημου θεωρήματος του Κουρτ Γκέντελ, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα συνεπής και ολοκληρωμένος. Εάν είναι συνεπής με τις δικές του αρχές, ξεπηδούν προβλήματα που δεν μπορεί να ανακόψει (όπως η περιπέτεια των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων που διαφημίστηκε στον κόσμο ως ο τρόπος να σταματήσουν να υπάρχουν άστεγοι και τελικά πολλαπλασίασε τον αριθμό των αστέγων αντί να τον μειώσει, μέσα από την επιδημία της επανακατοχής). Και, αν ο καπιταλισμός προσπαθήσει να λύσει τα προβλήματα, δεν μπορεί να το κάνει χωρίς να περιπέσει σε ασυνέπεια ως προς τις δικές του βασικές αρχές».
Οι οποίες είναι ποιες; 
«Σαν παράσιτα τα οποία μπορούν να επιβιώσουν μόνον εφόσον ο οργανισμός επί του οποίου παρασιτούν (ο ξενιστής) παραμένει ζωντανός και παρέχει διατροφή, ο καπιταλισμός αναπαράγεται μέσω της κατάκτησης και της χώνευσης των προκαπιταλιστικών οικονομιών -αλλά η ζωτικότητα του ξενιστή τείνει να εξαντληθεί και να καταστραφεί στην πορεία, και μετά ο καπιταλισμός δεν μπορεί ν’ αναπαραγάγει τις συνθήκες της δικής του ζωής. Αυτή ήταν, εκατό χρόνια πριν, η ανακάλυψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Σκέφτηκε ότι η εξάλειψη του καπιταλισμού θα συμβεί όταν η τελευταία προκαπιταλιστική οικονομία κατακτηθεί και «ανοιχθεί» στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, ως αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής/αποικιακής εξάπλωσης. Σήμερα γνωρίζουμε ότι η δύναμη του καπιταλισμού βρίσκεται στην εκπληκτική εφευρετικότητά του να ψάχνει και να βρίσκει καινούρια είδη ξενιστών, οποτεδήποτε τα προηγηθέντα είδη που υπέστησαν εκμετάλλευση αδυνατίζουν ή εκλείπουν, όπως και στην επινοητικότητα και ταχύτητα με την οποία αναπροσαρμόζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καινούριων «βοσκοτόπων του»». 
Αρα, είναι μάλλον πρόωρο να μιλάμε για το τέλος του καπιταλισμού. 
§«Καταναλώνω» σημαίνει «επενδύω στην κοινωνική μου ένταξη». Κι αν είμαι νέο κορίτσι, προσπαθώ να αντιγράψω την Αννα Κουρνίκοβα
«Ασφαλώς. Η οικονομική κρίση των ημερών μας δεν σηματοδοτεί το τέλος του καπιταλισμού, μόνον την εξάντληση και την ερήμωση ενός επιτυχημένου «βοσκότοπου». Η αναζήτηση ενός καινούριου βοσκότοπου θ’ αρχίσει αμέσως, καινούριες «παρθένες γαίες» θα αναζητηθούν και προσπάθειες θα γίνουν για να ανοίξουν αυτές, με δόλωμα ή απάτη, στην εκμετάλλευση, έτσι ώστε η δυναμική τους να μετατραπεί σε κέρδη των μετόχων και μπόνους των διευθυντών, έως ότου, εν τέλει, «στυφτεί». Ανακοινώσεις μιας ακόμη ανακάλυψης ενός αχαρτογράφητου ακόμη νησιού («επιχειρηματικής ευκαιρίας») θα έλξουν πλήθη τυχοδιωκτών, πολύ περισσότερων απ’ όσους αντέχει το μέγεθος της παρθένας περιοχής -πλήθη τα οποία σε μηδέν χρόνο θα πρέπει να τρέξουν και πάλι πίσω στις βάρκες τους για να αποφύγουν την επερχόμενη καταστροφή, ελπίζοντας ότι οι βάρκες παραμένουν άθικτες στο λιμάνι.
Το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό η λίστα των υποψήφιων για εκμετάλλευση εδαφών θα εξαντληθεί και οι εξερευνήσεις, παρότι φρενιασμένες και εφευρετικές, θα σταματήσουν να αποτελούν προσωρινές διακοπές της συνολικής διαδικασίας. Οι αγορές, κυριαρχούμενες από τη ρευστή μοντέρνα μενταλιτέ του κυνηγού, είναι μάλλον απίθανο να ενδιαφερθούν να θέσουν αυτό το ερώτημα (μεταβαίνοντας από την τυχερή απόδραση ύστερα από το κυνήγι σε μιαν άλλη), όσο μια ακόμη ευκαιρία να αναβληθεί η ώρα της αλήθειας (παρότι για λίγο και με οποιοδήποτε κόστος) υπάρχει στον ορίζοντα.
Η κυριαρχούσα επιχειρηματική φιλοσοφία επιμένει ότι ο σκοπός των μπίζνες είναι να προλαβαίνουν την ικανοποίηση των αναγκών και να δημιουργούν περισσότερες ανάγκες που «φωνασκούν» για ικανοποίηση, καθώς και περισσότερους δυνητικούς πελάτες υποκινούμενους από αυτές τις ανάγκες. Εν ολίγοις, ότι το καθήκον της προσφοράς είναι να δημιουργεί ζήτηση. Αυτή η πεποίθηση ισχύει για όλα τα προϊόντα των εργοστασίων, όπως και των οικονομικών εταιρειών. Στο βαθμό που σχετίζονται με την επιχειρηματική φιλοσοφία, τα δάνεια δεν αποτελούν εξαίρεση. Η προσφορά ενός δανείου πρέπει να δημιουργεί και να μεγεθύνει την ανάγκη του δανεισμού».
Η ίδια λογική κυριάρχησε και με τις πιστωτικές κάρτες; 
«Η εισαγωγή των πιστωτικών καρτών ήταν το σημάδι των όσων έρχονταν. Οι πιστωτικές κάρτες ρίχτηκαν στην αγορά υπό το μοναδικά αποπλανητικό σλόγκαν «αφαιρέστε την αναμονή από την επιθυμία». Επιθυμείς κάτι αλλά δεν έχεις αρκετά χρήματα για να πληρώσεις την τιμή πώλησής του; Στις παλιές ημέρες, που «ευτυχώς» πέρασαν και έφυγαν, έπρεπε να καθυστερήσεις τις επιθυμίες σου (αυτή η καθυστέρηση, σύμφωνα με τον Μαξ Βέμπερ, έναν από τους πατέρες της μοντέρνας κοινωνιολογίας, ήταν η αρχή που έκανε την έλευση του μοντέρνου καπιταλισμού δυνατή), να σφίξεις το ζωνάρι σου, να αρνηθείς στον εαυτό σου άλλες χαρές, να ξοδεύεις ταπεινά και λιτά και να τοποθετείς τα χρήματα που κατόρθωσες να συγκεντρώσεις με αυτό τον τρόπο σε ένα αποταμιευτικό βιβλιάριο, ελπίζοντας ότι, με τη δέουσα φροντίδα και υπομονή, θα συγκεντρώσεις αρκετά από αυτά ώστε να κάνεις τα όνειρά σου πραγματικότητα. Ομως χάρη στον Θεό και την καλοκαγαθότητα των τραπεζών, όχι πια! Με μια πιστωτική κάρτα μπορείς να αντιστρέψεις τη σειρά: «Απόλαυσε τώρα, πλήρωσε μετά»! Οι πιστωτικές κάρτες σε καθιστούν ελεύθερο να διαχειριστείς την ικανοποίησή σου: να αποκτάς πράγματα όταν τα θέλεις, όχι όταν τα κερδίσεις και αντέχεις να τα πληρώσεις».
Επρόκειτο, συνεπώς, για την απόλυτη ευδαιμονία. 
«Χμ, όχι ακριβώς… Γιατί πέραν της κεντρικής υπόσχεσης υπήρχε συνημμένο ένα ακόμη μικρό σημείωμα, δύσκολο να αποκρυπτογραφηθεί, αν και απλό να το μαντέψει κανείς σε μια στιγμή έκλαμψης: ότι το κάθε «αργότερα» θα έρθει κάποια στιγμή μέσα στο «τώρα» και ότι τα δάνεια θα πρέπει τότε να εξοφληθούν και ότι η εξόφληση των δανείων που πήρες για «να βγάλεις την αναμονή έξω από την επιθυμία» και να ικανοποιήσεις άμεσα παλιές επιθυμίες, θα κάνει όλο και πιο δύσκολο το να ικανοποιήσεις καινούριες επιθυμίες… Το να μη σκέφτεσαι για το μετά σήμαινε, όπως πάντα, να συσσωρεύεις τα προβλήματα. Οποιος θέλει μπορεί να σταματήσει ν’ ανησυχεί για το μέλλον μόνο με δικό του κίνδυνο, αφού, ασφαλώς, θα υπάρξει ένα βαρύ τίμημα να πληρώσει. Κι αυτό που ο ίδιος άνθρωπος θ’ ανακάλυπτε μάλλον σύντομα παρά αργά είναι ότι η κάπως δυσάρεστη «καθυστέρηση της επιθυμίας» αντικαταστάθηκε από μια μικρή καθυστέρηση της πραγματικά τρομακτικής τιμωρίας για τη βιασύνη. Μπορείς να έχεις τη χαρά όταν την επιθυμείς· αλλά το να επιταχύνεις την έλευσή της δεν θα κάνει την ευχαρίστηση περισσότερο προσιτή. Στον τελικό λογαριασμό, το μόνο που θα καθυστερήσει θα είναι η συνειδητοποίηση αυτής της θλιβερής αλήθειας…
Παρά την τοξικότητα και τη θλίψη που το διέκριναν, αυτό δεν ήταν το μόνο μικρό σημείωμα συνημμένο στη με μεγάλα γράμματα υπόσχεση τού «γλέντησε τώρα, πλήρωσε αργότερα». Εχοντας ως σκοπό την αποφυγή μείωσης της αποτελεσματικότητας των πιστωτικών καρτών και του εύκολου δανεισμού σε ένα «μια κι έξω» κέρδος του δανειστή, το τρέχον χρέος έπρεπε να μετατραπεί σε ένα μόνιμης κερδοφορίας πλεονέκτημα. Δεν μπορείς να ξεπληρώσεις το χρέος σου; Πρώτ’ από όλα, δεν θα έπρεπε καν να το προσπαθήσεις. Το να μην έχεις καθόλου χρέη δεν είναι με τίποτε η ιδανική κατάσταση για να βρίσκεσαι…Κατά δεύτερον, δεν χρειάζεται να στενοχωριέσαι: σε αντίθεση με τους παλιού στιλ διαβολικούς δανειστές -πρόθυμους να δεχτούν την εξόφληση των δανείων τους νωρίτερα απ’ τον αρχικά συμφωνηθέντα χρόνο και αντίθετους στην επέκτασή τους- εμείς, οι μοντέρνοι φιλικοί δανειστές, δεν ζητούμε τα χρήματά μας πίσω. Αντίθετα, προσφερόμαστε να σου δανείσουμε με μεγαλύτερη πίστωση για να ξεπληρώσεις το παλιό χρέος, αφήνοντάς σε και με μερικά πρόσθετα χρήματα (δηλ. χρέος…) για να αγοράσεις νέες χαρές. Είμαστε οι τράπεζες που του αρέσει να λένε «ναι». Οι δικές σας, φιλικές τράπεζες. «Οι χαμογελαστές τράπεζες» -όπως ένα από τα πιο εφευρετικά διαφημιστικά μηνύματα διακήρυσσε».
Τελικά, τι κρυβόταν πίσω από το χαμογελαστό προσωπείο των τραπεζών; 
«Κρυβόταν αυτό που κανένα από τα διαφημιστικά δεν δήλωνε ανοιχτά, αφήνοντας την αλήθεια στα μαύρα προαισθήματα των χρεωστών. Δηλαδή, ότι οι τράπεζες-δανειστές δεν θέλουν στην πραγματικότητα τους χρεώστες να πληρώνουν τα δάνειά τους. Εάν οι χρεώστες ήταν ακριβείς στην εξόφληση των δανείων τους, θα έπαυαν πλέον να χρωστούν. Αλλά είναι τα χρέη τους (ο μηνιαίος τόκος που πληρώνεται από αυτά) που οι μοντέρνοι, φιλικοί (και εξαιρετικά εφευρετικοί) δανειστές αποφάσισαν και κατόρθωσαν να προσθέσουν στην αρχική πηγή του κέρδους τους. Οι πελάτες που επιστρέφουν αμέσως τα χρήματα που δανείστηκαν, αποτελούν τον εφιάλτη των δανειστών. Ανθρωποι που αρνούνται να ξοδέψουν χρήματα τα οποία δεν κέρδισαν και συγκρατούνται από το να δανειστούν, δεν έχουν καμία χρησιμότητα για τους δανειστές -όπως κι εκείνοι που (υποκινούμενοι είτε από ταπεινότητα είτε από παλιομοδίτικη εντιμότητα) σπεύδουν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους έγκαιρα. Για τα δικά τους συμφέροντα, τράπεζες και παροχείς πιστωτικών καρτών βασίζονται στη συνεχή «εξυπηρέτηση» των χρεών μάλλον, παρά στην άμεση εξόφλησή τους. Στον βαθμό που τους ενδιαφέρει, ο «ιδανικός δανειζόμενος» είναι εκείνος που ποτέ δεν θα ξεπληρώσει το χρέος του στο ακέραιο. Τους ανθρώπους που κρατούν αποταμιευτικούς λογαριασμούς αλλά όχι πιστωτικές κάρτες τούς βλέπουν σαν πρόκληση για τις ικανότητές τους στο μάρκετινγκ: σαν «παρθένες περιοχές» που «φωνάζουν» για επικερδή εκμετάλλευση. Με το που θα «τραβηχτούν σε καλλιέργεια» (δηλ. στο παιχνίδι των δανείων) δεν θα πρέπει ποτέ να τούς επιτραπεί να επιλέξουν την έξοδο -να «εξοκείλουν» ξανά. Πληρώνεις βαριά ποινή, εάν επιθυμείς να εξοφλήσεις την υποθήκη του δανείου εξολοκλήρου πριν την ώρα του. Μέχρι το πρόσφατο πιστωτικό κρας, τράπεζες και εκδότες πιστωτικών καρτών ήταν περισσότερο από πρόθυμοι να προσφέρουν νέα δάνεια στους χρεώστες για να καλύψουν τους απλήρωτους τόκους προηγούμενων δανείων. Μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες πιστωτικών καρτών στη Βρετανία ξεσήκωσε πρόσφατα τη δημόσια κατακραυγή όταν «άφησε το γουρούνι να βγει από το σακί»: όταν αρνήθηκε να επανεκδώσει κάρτες σε πελάτες, οι οποίοι κάθε μήνα ξεπλήρωναν τα χρέη τους στο ακέραιο, μη επισύροντας έτσι οικονομικές κυρώσεις…».
Πώς κρίνετε την αντίδραση των κρατών στην κρίση; 
«Οι μύες του κράτους, για πολύ καιρό σε αχρηστία ακριβώς γι’ αυτόν το σκοπό, ξανάγιναν δημόσια ευλύγιστοι -αυτή τη φορά για το καλό της συνέχισης του παιχνιδιού που κάνει την ευλυγισία τους ανυπόφορη και, παρ’ όλα αυτά, αναπόφευκτη. Ενα παιχνίδι που περιέργως δεν μπορεί να αντέξει να έχει το κράτος ευλύγιστους τους μυς του αλλά και που δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς αυτό. Η αντίδραση στην κρίση, μέχρι στιγμής εντυπωσιακή, ακόμη και επαναστατική, όπως ίσως εμφανίστηκε στους τίτλους των media και τις στομφώδεις διακηρύξεις των πολιτικών, αποτέλεσε μία από τα ίδια: τη μάταιη ελπίδα ότι η αναζωογονημένη δυναμική αυτής της φάσης που βασίστηκε στο δίπολο κέρδος-κατανάλωση δεν εξαντλήθηκε ακόμη ολοκληρωτικά. Μια προσπάθεια να καταστούν οι χρεώστες «αντάξιοι πίστωσης» ακόμη μια φορά, έτσι ώστε η μπίζνα τού να δανείζεις και να δανείζεσαι, να πέφτεις στο χρέος και να μένεις εκεί, να κατορθώσει να επιστρέψει στο συνηθισμένο».
Δεν αγγίχθηκαν, λέτε, οι ρίζες τού προβλήματος… 
«Οχι, γιατί οι ρίζες του τρέχοντος θρήνου και πόνου, όπως οι ρίζες κάθε κοινωνικού κακού, είναι βαθιά βυθισμένες στο μοντέλο ζωής μας, με την προσεκτικά καλλιεργημένη και βαθιά τοποθετημένη συνήθεια να τρέχουμε για καταναλωτική πίστωση όποτε υπάρχει κάποιο πρόβλημα ν’ αντιμετωπίσουμε ή κάποια δυσκολία να υπερβούμε. Η ζωή η βασισμένη στην πίστωση είναι εθιστική όσο λίγα άλλα ναρκωτικά και δεκαετίες άφθονης προμήθειας ενός ναρκωτικού δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε σοκ και τραύμα οποτεδήποτε η προμήθεια σταματά ή μειώνεται. Τώρα, μάς έχει προταθεί ο φανερά εύκολος τρόπος εξόδου από το σοκ που προκαλεί πόνο τόσο στους ναρκο-εθισμένους όσο και στους ναρκο-προμηθευτές: μέσω της επανέναρξης προμήθειας των ναρκωτικών… Ξανά πίσω στον εθισμό που μέχρι τώρα φαινόταν να μας υπηρετεί όλους τόσο καλά, χωρίς ανησυχία για το πρόβλημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: τη στιγμή όλο αυτό αναχαιτήθηκε στην άκρη του γκρεμού χάρη στην ένεση άφθονων χρημάτων των φορολογουμένων, η TBS Lloyds τράπεζα άρχισε να κάνει λόμπινγκ στο υπουργείο Οικονομικών ώστε να διαχωρίσει μέρος του πακέτου σωτηρίας για τα μερίσματα των μετόχων της. Μη ακολουθώντας την επίσημη αγανάκτηση των εκπροσώπων της πολιτείας, συνέχισε απαρέγκλιτα να πληρώνει μπόνους σε εκείνους των οποίων η απληστία κατακρήμνισε τις τράπεζες και τους πελάτες τους. Το ίδιο και στις ΗΠΑ: 70 δισ. δολάρια, περίπου το 10% των επιχορηγήσεων που οι ομοσπονδιακές αρχές θα διοχετεύσουν στο αμερικανικό τραπεζικό σύστημα, έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για να πληρωθούν τα μπόνους των ανθρώπων που έφεραν το σύστημα τόσο κοντά στην καταστροφή! Ανεξαρτήτως του πόσο εντυπωσιακά είναι τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί από τις κυβερνήσεις, ως προθέσεις ή ως διακηρύξεις, όλα στοχεύουν στο να καταστήσουν τις τράπεζες ικανές να επιστρέψουν στις «νορμάλ μπίζνες». Με άλλα λόγια, να επιστρέψουν στη δραστηριότητα που έχει το βάρος της κύριας ευθύνης για την παρούσα κρίση».
Τι βλέπετε για το μέλλον; 
«Η πρόθεση αυτής της «επιστροφής στο νορμάλ» γεννά ανησυχίες: σηματοδοτεί ότι ούτε οι άνθρωποι που διευθύνουν τα οικονομικά ινστιτούτα ούτε οι κυβερνήσεις μας έφτασαν στις ρίζες του προβλήματος κατά τις διαγνώσεις τους.
Σχολιάζοντας τη δήλωση ενός οικονομικού γκουρού, του Εκτορ Σαντς, επικεφαλής των «Finances Services Authority», για τα κυρίαρχα -έως πρόσφατα- οικονομικά μοντέλα, ο Σάιμον Τζένκινς, ένας εξαιρετικά διορατικός αναλυτής του «Guardian», παρατήρησε: «Ηταν σαν να διαμαρτυρόταν ένας πιλότος ότι το αεροπλάνο του πετούσε μια χαρά – αν εξαιρέσει κανείς τις βλάβες στις μηχανές του»... Αλλά ο Τζένκινς δεν χάνει την ελπίδα του: συνεχίζει να θεωρεί ότι από τη στιγμή που η κουλτούρα του τύπου «η απληστία είναι καλή» δοκιμάστηκε και απέτυχε, οι μη οικονομικές συνιστώσες αυτού που ασαφώς χαρακτηρίζουμε «καλή ζωή» θα αποκτήσουν μεγαλύτερη υπεροχή, τόσο στη ζωή μας όσο και στην πολιτική στρατηγική των κυβερνήσεών μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς μαζί του: δεν φτάσαμε ακόμη στο σημείο της μη επιστροφής, υπάρχει ακόμη χρόνος (αν και λίγος) ν’ αλλάξουμε την τροχιά, μπορούμε ακόμη να μετατρέψουμε το σοκ και το τραύμα σε αβαντάζ για μας και τα παιδιά μας…».

ΖΙΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ

Ενας από τους κορυφαίους σύγχρονους κοινωνιολόγους
Ο 85χρονος σήμερα Ζίγκμουντ Μπάουμαν είναι ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους κοινωνιολόγους και έχει γράψει πολλά και σημαντικά έργα, μερικά από τα οποία μεταφράστηκαν τα τελευταία χρόνια και στη γλώσσα μας. Μέχρι το 1968, ο Πολωνός Μπάουμαν δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας. Επειτα υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει και συνέχισε τη διδακτική του δραστηριότητα στο Πανεπιστήμιο του Λιντς στη Μεγάλη Βρετανία. Το κείμενό του αυτό είναι η εισήγησή του σε θεωρητικό συμπόσιο με θέμα «Ανησυχίες στη νεωτερικότητα», που έγινε με πρωτοβουλία της οργάνωσης Arci στη Φλωρεντία, τον Δεκέμβριο του 2008.
——————————————————-

-Οι 17 αντιφάσεις του καπιταλισμού

Από τα ζητήματα της στέγασης μέχρι τους μισθούς, ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ υποστηρίζει ότι η εξέταση των αντιφάσεων του καπιταλισμού μπορεί να δείξει τον δρόμο προς έναν εναλλακτικό κόσμο

.

Ετοιμάζετε το νέο βιβλίο σας «Οι δεκαεπτά αντιφάσεις του καπιταλισμού». Γιατί επικεντρώνεστε σε αυτές;

.

-Η ανάλυση του καπιταλισμού δείχνει ότι υπάρχουν σημαντικές και θεμελιώδεις αντιφάσεις. Σε τακτά χρονικά διαστήματα οι αντιφάσεις αυτές ξεφεύγουν από τον έλεγχο και δημιουργούν κρίσεις. Σήμερα βρισκόμαστε μέσα σε μια κρίση, και νομίζω ότι είναι σημαντικό να ρωτήσουμε «ποιες ήταν οι αντιφάσεις που μας οδήγησαν σε αυτήν;». «Πώς μπορούμε να αναλύσουμε την κρίση από την άποψη των αντιφάσεων;» Μια από τις μεγάλες ρήσεις του Μαρξ ήταν ότι «μια κρίση είναι πάντα το αποτέλεσμα υπόγειων αντιφάσεων». Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ασχοληθούμε με αυτές, παρά με τα αποτελέσματά τους.

.

-Μία από τις αντιφάσεις στις οποίες επικεντρώνεστε, είναι αυτή μεταξύ της χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος. Γιατί αυτή η αντίφαση είναι τόσο θεμελιώδης για τον καπιταλισμό, και γιατί χρησιμοποιείτε την στέγαση για να το τονίσετε;

.

-Όλα τα εμπορεύματα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι έχουν μια αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία. Αν έχω μια μπριζόλα, η αξία χρήσης είναι ότι μπορώ να την φάω, και η ανταλλακτική αξία είναι το πόσο θα έπρεπε να πληρώσω για αυτήν. Όμως η στέγαση είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα υπόθεση, επειδή ως αξία χρήσης μπορούμε να την αντιληφτούμε ως καταφύγιο, ως ιδιωτική ζωή, ως ένα κόσμο των συναισθηματικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων, μια μεγάλη λίστα από πράγματα για τα οποία χρησιμοποιείται ένα σπίτι. Στη συνέχεια, όμως, υπάρχει το ερώτημα του «πώς μπορείτε να πάρετε το σπίτι».

.

Η «φούσκα» των ακινήτων επιστρέφει,Κάποτε τα σπίτια χτίζονταν από τους ίδιους τους ανθρώπους και δεν υπήρχε καθόλου ανταλλακτική αξία. Στη συνέχεια, από τον 18ο αιώνα και μετά, εμφανίστηκε το κερδοσκοπικό χτίσιμο των σπιτιών, με τις πολυκατοικίες που κατασκευάστηκαν και πωλήθηκαν αργότερα. Μετά τα σπίτια απέκτησαν ανταλλακτική αξία για τους καταναλωτές, με την μορφή της αποταμίευσης. Αν αγοράσω ένα σπίτι και έχω πληρώσει το στεγαστικό δάνειο, μπορώ να καταλήξω ιδιοκτήτης του. Έτσι έχω ένα περιουσιακό στοιχείο. Ως εκ τούτου, γίνομαι πολύ ανήσυχος για τη φύση του περιουσιακού μου στοιχείου. Αυτό δημιουργεί ενδιαφέρουσες πολιτικές: «όχι στην αυλή μου», «δεν θέλω οι μετακομίσουν δίπλα μου άνθρωποι που δεν μοιάζουν με μένα», κλπ. Έτσι, αρχίζει να υπάρχει ένας διαχωρισμός στις αγορές κατοικιών, επειδή οι ​​άνθρωποι θέλουν να προστατεύσουν την αξία των αποταμιεύσεών τους. Στη συνέχεια, περίπου πριν από τριάντα χρόνια, οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν την στέγαση ως μια μορφή κερδοσκοπίας. Μπορούσες να πάρεις ένα σπίτι για 200.000 λίρες, και μετά από ένα χρόνο το πουλούσες 250.000. Κέρδιζες 50.000 λίρες, οπότε γιατί να μην το κάνεις; Η ανταλλακτική αξία ανέβηκε. Υπήρξε κερδοσκοπική έκρηξη.

.

Το 2000, μετά την κατάρρευση των παγκόσμιων χρηματιστηριακών αγορών, το πλεόνασμα κεφαλαίου άρχισε να υπεισέρχεται και στην στέγαση. Είναι ένα ενδιαφέρον είδος αγοράς. Αν μπορώ να αγοράσω ένα σπίτι, τότε οι τιμές κατοικιών ανεβαίνουν, και λέω «αφού οι τιμές κατοικιών ανεβαίνουν θα πρέπει να αγοράσω ένα σπίτι». Στη συνέχεια κάποιος άλλος μπαίνει στο παιχνίδι και έτσι έχουμε μια στεγαστική φούσκα. Οι άνθρωποι σέρνονται μέσα σε αυτήν, και εκείνη σκάει. Τότε ξαφνικά πολλοί άνθρωποι διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να έχουν την αξία χρήσης των κατοικιών πια, γιατί το σύστημα ανταλλακτικής αξίας την έχει καταστρέψει. Όλο αυτό αναδεικνύει το ερώτημα «είναι καλή ιδέα να επιτραπεί η αξία χρήσης στον τομέα της στέγασης που είναι ζωτικής σημασίας για τους ανθρώπους;», «πρέπει να παραδοθεί σε ένα τρελό σύστημα ανταλλακτικής αξίας;».

.

Αυτό δεν είναι πρόβλημα που αφορά μόνο τη στέγαση, αλλά και διάφορα άλλα πράγματα, όπως η εκπαίδευση, η υγειονομική περίθαλψη κλπ. Σε πολλές περιπτώσεις έχουμε δημοσιοποιήσει την θεωρία για την δυναμική της ανταλλακτικής αξίας που θα καθόριζε και την αξία χρήσης, αλλά συχνά αυτή καταστρέφει τις αξίες χρήσης και οι άνθρωποι καταλήγουν να μην έχουν καλή υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση, στέγαση, κλπ. Γι΄ αυτό νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να εξετάσουμε τη διάκριση μεταξύ της χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας.

.

– Μια άλλη αντίφαση που περιγράφετε είναι αυτή που αφορά τη διαδικασία μετάβασης, με την πάροδο του χρόνου, από την προσφορά που εστιάζει στην παραγωγή, προς τη ζήτηση που εστιάζει στην κατανάλωση στον καπιταλισμό. Θα μπορούσατε να εξηγήσετε πώς εκδηλώθηκε αυτή στον εικοστό αιώνα και γιατί είναι τόσο σημαντική;

.

– Ένα από τα μεγάλα ζητήματα είναι η διατήρηση επαρκούς ζήτησης στην αγορά, έτσι ώστε να απορροφηθεί ό,τι παράγει το κεφάλαιο. Το άλλο είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων κάτω από τις οποίες μπορεί να παράγει το κεφάλαιο επικερδώς. Αυτές οι συνθήκες επικερδούς παραγωγής, συνήθως σημαίνουν την υποβάθμιση της εργασίας. Πληρώνοντας όλο και χαμηλότερους μισθούς, το ποσοστό του κέρδους ανεβαίνει. Έτσι, από την πλευρά της παραγωγής, θέλουν να συμπιέσουν την εργασία όσο γίνεται περισσότερο. Αυτό τους δίνει υψηλά κέρδη. Στη συνέχεια, όμως, τίθεται το ερώτημα, «ποιος πρόκειται να αγοράσει το προϊόν;». Εάν η εργασία συμπιέζεται, ποια είναι η αγορά τους; Αν συμπιέσουν την εργασία πάρα πολύ, θα καταλήξουν με μια κρίση επειδή δεν θα υπάρχει αρκετή ζήτηση στην αγορά για να απορροφήσει το προϊόν.

.

Πολλοί ερμηνεύουν το πρόβλημα της κρίσης της δεκαετίας του 1930 ως έλλειψη της ζήτησης. Υπήρχε επομένως μια στροφή προς το κράτος για να κάνει δημόσιες επενδύσεις. Είπαν «θα αναζωογονήσουμε την οικονομία από το χρέος με χρηματοδοτούμενη» ζήτηση, και με τον τρόπο αυτό, στράφηκαν στην κεϋνσιανή θεωρία. Έτσι βγήκαν από τη δεκαετία του 1930 με μια πολύ ισχυρή ικανότητα διαχείρισης της ζήτησης, και με μεγάλη εμπλοκή του κράτους στην οικονομία. Ως αποτέλεσμα είχαν πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, και οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης συνοδεύτηκαν από μια ενδυνάμωση της εργατικής τάξης, με την αύξηση των μισθών και με ισχυρότερες συνδικαλιστικές ενώσεις. Ισχυρά συνδικάτα και υψηλοί μισθοί σημαίνει ότι το ποσοστό κέρδους αρχίζει να κατεβαίνει. Το κεφάλαιο είναι σε κρίση όταν δεν συμπιέζει αρκετά την εργασία.

.

Στη δεκαετία του 1970 στράφηκαν προς τον Μίλτον Φρίντμαν και η Σχολή του Σικάγου κυριάρχησε στην οικονομική θεωρία. Άρχισε να δίνεται προσοχή στην προσφορά, ιδίως των μισθών. Σήμερα έχουμε μια συμπίεση των μισθών, η οποία άρχισε στη δεκαετία του 1970. Ο Ρόναλντ Ρήγκαν επιτέθηκε στους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, η Μάργκαρετ Θάτσερ επιτέθηκε στους ανθρακωρύχους, ο Πινοσέτ σκότωσε τους αριστερούς, κλπ. Έχουμε μια επίθεση στην εργασία, η οποία αυξάνει το ποσοστό κέρδους. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, το ποσοστό κέρδους έχει εκτιναχτεί επειδή οι ​​μισθοί συμπιέζονται και το κεφαλαίο ευημερεί. Αλλά τότε εμφανίζεται το πρόβλημα πού θα πουλήσουν τα προϊόντα.

.

Στη δεκαετία του 1990, αυτό καλύπτεται από την οικονομία του χρέους. Άρχισαν να ενθαρρύνουν τους ανθρώπους να δανείζονται συνέχεια, άρχισαν να δημιουργούν μια οικονομία με πιστωτική κάρτα και με υψηλά στεγαστικά δάνεια. Έτσι κάλυψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε πραγματική ζήτηση. Αλλά τελικά αυτό έσκασε την περίοδο 2007-2008. Το κεφάλαιο έχει αυτό το ερώτημα: «δουλεύεις στην πλευρά της προσφοράς ή της ζήτησης;». Η άποψή μου για έναν αντικαπιταλιστικό κόσμο, είναι ότι θα πρέπει να ενοποιηθούν αυτά. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην αξία χρήσης. Τι αξίες χρήσης χρειάζονται οι άνθρωποι και πώς οργανώνουμε την παραγωγή ώστε να ταιριάζει με αυτές;

.

– Φαίνεται ότι είμαστε σε μια κρίση της προσφοράς, και η λιτότητα είναι μια προσπάθεια να βρεθεί μια λύση στο θέμα της προσφοράς. Πώς μπορεί να λυθεί αυτό;

.

– Θα πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα στα συμφέροντα του καπιταλισμού στο σύνολό του και σε αυτό που είναι ειδικά προς το συμφέρον της καπιταλιστικής τάξης ή σε ένα τμήμα της. Κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης, σε μεγάλο βαθμό η καπιταλιστική τάξη έχει πάει καλά. Μερικοί από αυτούς καταστράφηκαν, αλλά ως επί το πλείστον έχουν πάει εξαιρετικά καλά. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες των χωρών του ΟΟΣΑ, η κοινωνική ανισότητα έχει αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη της κρίσης, πράγμα που σημαίνει ότι τα οφέλη της κρίσης ρέουν προς τις ανώτερες τάξεις. Με άλλα λόγια, δεν θέλουν να βγούμε από την κρίση, επειδή τα καταφέρνουν πολύ καλά μέσα σε αυτήν. Ο πληθυσμός στο σύνολό του πάσχει, ο καπιταλισμός στο σύνολό του δεν είναι υγιής, αλλά η καπιταλιστική τάξη -ιδίως μια ολιγαρχία μέσα σε αυτήν- έχει εξαιρετικά οφέλη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις, όπου για να προωθήσουν τα ταξικά τους συμφέροντα οι επιμέρους καπιταλιστές μπορούν πραγματικά να κάνουν πράγματα τα οποία είναι πολύ επιζήμια για το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Νομίζω ότι είμαστε σε αυτό το είδος της κατάστασης αυτή τη στιγμή.

.

– Έχετε πει πολλές φορές ότι ένα από τα πράγματα που πρέπει να κάνουμε στην αριστερά είναι να ορίσουμε την εικόνα του κόσμου μετά τον καπιταλισμό, αρχίζοντας με το ερώτημα τι είναι ένας μετακαπιταλιστικός κόσμος. Γιατί είναι τόσο σημαντικό; Και, κατά την άποψή σας, πώς θα είναι ο μετακαπιταλιστικός κόσμος; 

.

– Είναι σημαντικό, επειδή μας έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου για μεγάλο χρονικό διάστημα ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση. Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κάνουμε είναι να σκεφτούμε την εναλλακτική λύση, προκειμένου να κινηθούμε προς τη δημιουργία της. Η αριστερά έχει γίνει τόσο συνένοχη με τον νεοφιλελευθερισμό, που συχνά δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τα πολιτικά κόμματα της από τα δεξιά, εκτός από τα εθνικά ή κοινωνικά ζητήματα. Στην πολιτική οικονομία δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Πρέπει να βρούμε μια εναλλακτική πολιτική οικονομία απέναντι στο πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Γι΄ αυτό και οι αντιφάσεις του καπιταλισμού είναι ενδιαφέρουσες.

.

Θα εξετάσουμε κάθε μια από αυτές, όπως, για παράδειγμα, την αντίφαση ανάμεσα στις αξίες χρήσης και ανταλλαγής, και θα πούμε «ο εναλλακτικός κόσμος θα είναι ένας κόσμος όπου θα έχουμε αξίες χρήσης». Έτσι, έχουμε επικεντρωθεί στις αξίες χρήσης και προσπαθούμε να μειώσουμε τον ρόλο των ανταλλακτικών τιμών. Ή στο θέμα του νομίσματος, χρειαζόμαστε χρήματα για να κυκλοφορούν τα προϊόντα, δεν μπαίνει ερώτημα σε αυτό. Αλλά το πρόβλημα με το χρήμα είναι ότι μπορεί να πιστωθεί από ιδιώτες. Γίνεται μια μορφή της προσωπικής δύναμης/εξουσίας, και στη συνέχεια μια φετιχιστική επιθυμία. Οι άνθρωποι κινούν τις ζωές τους γύρω από την αναζήτηση για χρήματα. Άρα, πρέπει να αλλάξουμε το νομισματικό σύστημα. Είτε με την φορολογία του κέρδους είτε με ένα νέο νομισματικό σύστημα. Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να ξεπεραστεί η ιδιωτική ιδιοκτησία και να καταλήξουμε σε ένα κοινό καθεστώς ιδιοκτησίας. Και σε μια δεδομένη στιγμή θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα βασικό εισόδημα για τους ανθρώπους, γιατί αν έχουμε μια μορφή χρήματος που είναι αντιαποταμιευτική, θα πρέπει να δοθούν εγγυήσεις στους ανθρώπους. Θα πρέπει να πούμε, «δεν χρειάζεται να αποταμιεύετε για μια δύσκολη ημέρα, επειδή πάντα θα έχετε αυτό το βασικό εισόδημα ό,τι και αν συμβεί». Πρέπει να δώσουμε στους ανθρώπους την ασφάλεια με αυτόν τον τρόπο, και όχι ιδιωτικά, με την προσωπική αποταμίευση.

.

Με την αλλαγή σε κάθε ένα από αυτά τα αντιφατικά πράγματα καταλήγουμε σε ένα διαφορετικό είδος κοινωνίας, η οποία είναι πολύ πιο λογική από αυτήν που έχουμε. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι παράγουμε πράγματα και στη συνέχεια προσπαθούμε να πείσουμε τους καταναλωτές να καταναλώνουν ό,τι παράγεται, είτε το θέλουν πραγματικά είτε όχι. Θα πρέπει να ανακαλύψουμε ποιες είναι οι βασικές επιθυμίες των ανθρώπων, και στην συνέχεια να κινητοποιήσουμε το σύστημα παραγωγής για να τις ικανοποιήσει. Με την εξάλειψη της δυναμικής της ανταλλακτικής αξίας, μπορούμε να αναδιοργανώσουμε το σύνολο του συστήματος σε ένα διαφορετικό τρόπο. Έτσι, μπορούμε να ορίσουμε την κατεύθυνση μιας σοσιαλιστικής εναλλακτικής λύσης, που θα σπάσει την κυρίαρχη μορφή συσσώρευσης του κεφαλαίου που κινεί τα πάντα σήμερα.

.

Μετάφραση: Δημήτρης Γκιβίσης

Πηγή: Red Pepper
———————————————

Σιωνισμός, Αντισημιτισμός και η Αριστερά, συνέντευξη του Moishe Postone

Eagainst: Μετάφραση της συνέντευξης του Moishe Postone από την ιστοσελίδα του περιοδικού Krisis. Οι υποσημειώσεις στο τέλος του κειμένου δικές μας.

Σιωνισμός, Αντισημιτισμός και η Αριστερά

Μια συνέντευξη με τον Moishe Postone

Από τον Martin Thomas, δημοσιευμένη στο περιοδικό “Solidarity” 3/166, 4 Φεβρουαρίου, 2010.

Ο Moishe Postone είναι μαρξιστής ακαδημαϊκός στο πανεπιστήμιο του Σικάγο. Ενώ ασχολείται εκτενώς με την πολιτική οικονομία του Μαρξ, υπήρξε επίσης καθοριστικός στην ανάπτυξη των θεωριών του «αριστερού αντισημιτισμού», όπου εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους οι θέσεις που υιοθετούνται από αριστερές ομάδες, ιδιαίτερα όσων αφορά το θέμα Ισραήλ/Παλαιστίνης, μπορούν να τροφοδοτήσουν, ή να βασίζονται σε, εχθρότητα προς τους Εβραίους. 

Ε: Για αρκετούς στην Αριστερά σήμερα, ο αντισημιτισμός φαίνεται να είναι απλά μια ακόμα μορφή ρατσισμού, ανεπιθύμητη μεν αλλά μέχρι τώρα δικαιολογημένα περιθωριακή, με εξέχουσα θέση  στην συζήτηση μόνο και μόνο επειδή η Ισραηλινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί την κατηγορία του αντισημιτισμού προκειμένου να αποφύγει τις επικρίσεις που αντιμετωπίζει. Υποστηρίζεις, ωστόσο, ότι ο αντισημιτισμός είναι διαφορετικός από άλλες μορφές ρατσισμού, και ότι δεν είναι περιθωριακός σήμερα. Γιατί;

A:  Είναι αλήθεια ότι η Ισραηλινή κυβέρνηση χρησιμοποιεί την κατηγορία του αντισημιτισμού για να προστατευτεί από τις επικρίσεις. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο αντισημιτισμός δεν είναι αυτός καθ΄αυτός ένα σοβαρό πρόβλημα.

Ο τρόπος με τον οποίο διακρίνεται ο αντισημιτισμός, και πρέπει να διακρίνεται, από τον ρατσισμό, έχει να κάνει με κάποιου είδους φαντασιακού της δύναμης, η οποία αποδίδεται στους Εβραίους, στον Σιωνισμό και στο Ισραήλ, η οποία βρίσκεται στον πυρήνα του αντισημιτισμού. Οι Εβραίοι θεωρούνται πως συγκροτούν μια υπερβολικά ισχυρή, αφηρημένη, άυλη παγκόσμια μορφή εξουσίας η οποία κυριαρχεί στον κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτα το παρόμοιο με αυτή την ιδέα στον πυρήνα άλλων μορφών ρατσισμού. Ο ρατσισμός σπανίως, απ΄όσο ξέρω, συγκροτεί ένα ολόκληρο σύστημα με το οποίο επιδιώκει να εξηγήσει τον κόσμο. Ο αντισημιτισμός είναι μια πρωτόγονη κριτική του κόσμου, της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Ο λόγος που τον θεωρώ ιδιαίτερα επικίνδυνο για την αριστερά είναι ακριβώς επειδή ο αντισημιτισμός έχει μια ψευδο-χειραφετησιακή διάσταση την οποία άλλες μορφές ρατσισμού σπανίως διαθέτουν.

E: Κατά πόσο πιστεύεις πως ο αντισημιτισμός σήμερα σχετίζεται με την αντιμετώπιση του Ισραήλ; Μας φαίνεται ότι ένα σκέλος της στάσης ορισμένων δυνάμεων της Αριστεράς προς το Ισραήλ χαρακτηρίζεται από αντισημιτικούς υπαινιγμούς. Πρόκειται για το σκέλος το οποίο επιθυμεί όχι μόνο την κριτική και την αλλαγή της Ισραηλινής κυβερνητικής πολιτικής προς τους Παλαιστίνιους αλλά την κατάργηση του Ισραήλ ως τέτοιου, και ενός κόσμου όπου όλα τα υπόλοιπα έθνη θα υπάρχουν αλλά όχι το Ισραήλ. Απ΄αυτή την άποψη, το να είσαι Εβραίος, το να αισθάνεσαι κάποια κοινή ταυτότητα με άλλους Εβραίους και άρα ως επί το πλείστον με τους Εβραίους του Ισραήλ, συνεπάγεται ότι είσαι «Σιωνιστής», πράγμα το οποίο είναι τόσο αποτρόπαιο όσο και το να είσαι ρατσιστής.

A: Πολλά πρέπει να διασαφηνιστούν εδώ. Υπάρχει ένα είδος μοιραίας σύγκλισης ενός αριθμού ιστορικών ρευμάτων στην μορφή του αντι-Σιωνισμού του παρόντος.

Το ένα, οι απαρχές του οποίου δεν είναι αναγκαία αντισημιτικές, έχει τις ρίζες του στην πάλη μεταξύ των μελών της Εβραϊκής ιντελιγκέντσιας στην Ανατολική Ευρώπη στις αρχές του 20ου αιώνα. Η πλειοψηφία των Εβραίων διανοουμένων – συμπεριλαμβανομένων και των κληρικών διανοουμένων – θεώρησε ότι μια κάποια μορφή συλλογικής ταυτότητας ήταν αναπόσπαστο μέρος της Εβραϊκής εμπειρίας. Αυτή η ταυτότητα άρχισε να ορίζεται όλο και περισσότερο ως εθνική δεδομένης της κατάρρευσης των πρότερων, αυτοκρατορικών μορφών συλλογικότητας – δηλαδή, όπως και οι παλιές αυτοκρατορίες, οι Αψβούργοι, οι Ρωμανόφ, και οι Πρωσικές αυτοκρατορίες. Οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης – όπως έχει καθιερωθεί η αντίθεση προς τους Εβραίους της Δυτικής Ευρώπης – σε μεγάλο βαθμό θεωρούσαν ότι αποτελούν μια συλλογικότητα, όχι απλά μια θρησκεία.

Υπήρξαν διάφορες μορφές αυτής της Εβραϊκής εθνικής εξωτερίκευσης. Ο Σιωνισμός ήταν μια απ΄αυτές. Υπήρχαν άλλες, όπως οι εβραίοι πολιτιστικοί αυτονομιστές, και η Μπουντ, ένα αυτόνομο σοσιαλιστικό κίνημα Εβραίων εργατών, το οποίο ήταν αρκετά μεγαλύτερο από οποιοδήποτε απ΄τα άλλα κινήμματα, και το οποίο διαχωρίστηκε από το Ρώσικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα στις αρχές του 20ου αιώνα.

Από την άλλη πλευρά, υπήρχαν Εβραίοι, πολλοί απ΄αυτούς μέλη Κομμουνιστικών κομμάτων, ο οποίοι θεωρούσαν κάθε έκφραση περί Εβραϊκής ταυτότητας ως ανάθεμα για τις αντιλήψεις που είχαν για αυτό που εγώ θα αποκαλούσα αφηρημένες αντιλήψεις του Διαφωτισμού για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, ο Τρότσκι, σε μια προηγούμενη φάση, αναφερόταν στη Μπουντ ως «εν ναυτία Σιωνιστές». Σημειώστε ότι η κριτική του Σιωνισμού εδώ δεν έχει καμία σχέση με την Παλαιστίνη ή την κατάσταση των Παλαιστινίων, δεδομένου ότι η Μπουντ είχε επικεντρωθεί  εξ ολοκλήρου στην αυτονομία εντός της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και απέρριπτε τον Σιωνισμό. Μάλλον, η εξίσωση της Μπουντ και του Σιωνισμού εκ μέρους του Τρότσκι υπονοούσε μια απόρριψη κάθε μορφής Εβραϊκού κοινοτικού αυτοκαθορισμού. Ο Τρότσκι, νομίζω, αναθεώρησε μετέπειτα, αλλά αυτή η στάση του ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Οι κομμουνιστικές οργανώσεις συνήθιζαν να εναντιώνονται πολύ έντονα σε κάθε είδους Εβραϊκό εθνικισμό, είτε επρόκειτο για πολιτιστικό εθνικισμό, πολιτικό εθνικισμό, ή Σιωνισμό. Αυτό είναι το ένα σκέλος του αντι-Σιωνισμού. Δεν είναι απαραίτητα αντισημιτικός, αλλά απορρίπτει τον Εβραϊκό συλλογικό αυτοκαθορισμό στο όνομα μιας αφηρημένης οικουμενικότητας. Ωστόσο, αρκετά συχνά, αυτή η μορφή αντι-Σιωνισμού είναι ασυνεπής – είναι διατεθειμένη να αναγνωρίσει την ελευθερία εθνικού αυτοκαθορισμού για τους περισσότερους λαούς, αλλά όχι για τους Εβραίους. Είναι σε αυτό το σημείο που αυτό που παρουσιάζεται ως αφηρημένα οικουμενικό γίνεται ιδεολογικό. Επιπλέον, το νόημα μιας τέτοιας αφηρημένης οικουμενικότητας αυτής καθ΄αυτής αλλάζει μαζί με το ιστορικό της πλαίσιο. Μετά το Ολοκαύτωμα και την δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, αυτή η αφηρημένη οικουμενικότητα χρησιμεύει για να συγκαλύψει την ιστορία των Εβραίων στην Ευρώπη. Αυτό εκπληρώνει μια ιδιαίτερα χρήσιμη, ιστορικά «καθαιρετική» διπλή λειτουργία: η βία που διαπράχθηκε ιστορικά στους Εβραίους από τους Ευρωπαίους εξαλείφεται, την ίδια στιγμή η φρίκη της Ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας αποδίδεται πλέον στους Εβραίους. Σε αυτή την περίπτωση, η αφηρημένη οικουμενικότητα που εκφράζεται από αρκετούς αντι-Σιωνιστές σήμερα γίνεται μια ιδεολογία της νομιμοποίησης η οποία βοηθά στο να συγκροτείται μια μορφή αμνησίας σχετικά με την μακρά ιστορία των πράξεων, των πολιτικών και των ιδεολογιών των Ευρωπαίων προς τους Εβραίους, συνεχίζοντας ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο αυτή την ιστορία. Οι Εβραίοι έχουν γίνει και πάλι το μοναδικό αντικείμενο της Ευρωπαϊκής αγανάκτησης. Η αλληλεγγύη την οποία αισθάνονται οι περισσότεροι Εβραίοι προς άλλους Εβραίους, συμπεριλαμβανομένων και αυτών στο Ισραήλ –οπωσδήποτε κατανοητή μετά από το Ολοκαύτωμα – σήμερα επικρίνεται. Αυτή η μορφή αντι-Σιωνισμού έχει γίνει μια από τις βάσεις για ένα πρόγραμμα για την εξάλειψη του όποιου πράγματι υπαρκτού Εβραϊκού αυτοκαθορισμού. Συγκλίνει με κάποιες μορφές Αραβικού εθνικισμού – οι οποίες αναπαρίστανται πλέον ως μοναδικά προοδευτικές.

Ένα άλλο σκέλος του αριστερού αντι-Σιωνισμού – αυτή τη φορά βαθιά αντισημιτικό – εισήχθη από τη Σοβιετική Ένωση, ιδιαίτερα στις δίκες στην Ανατολική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό ήταν ιδιαίτερα δραματικό στην περίπτωση της δίκης του Σλάνσκι, όταν τα περισσότερα από τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Τσεχοσλοβακίας δικάστηκαν και στην συνέχεια εκτελέστηκαν. Όλες οι κατηγορίες εναντίων τους ήταν κλασικές αντισημιτικές κατηγορίες: ήταν ξεριζωμένοι, ήταν κοσμοπολίτες, και ήταν μέρος μιας γενικής παγκόσμιας συνωμοσίας. Επειδή στη Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν επίσημα μια αντισημιτική ρητορεία, άρχισαν να χρησιμοποιούν την λέξη «Σιωνιστής» σημαίνοντας ακριβώς αυτό που εννοούν οι αντισημίτες όταν μιλούν για Εβραίους. Αυτοί οι ηγέτες του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας, οι οποίοι δεν είχαν καμία σχέση με τον Σιωνισμό – οι περισσότεροι απ΄αυτούς ήταν βετεράνοι του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου – εκτελέστηκαν ως Σιωνιστές.

Αυτό το σκέλος του αντισημιτικού αντι-Σιωνισμού εισήχθη στην Μέση Ανατολή κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, εν μέρει από τις υπηρεσίες πληροφοριών χωρών όπως η Ανατολική Γερμανία. Μια μορφή αντισημιτισμού εισήχθη στην Μέση Ανατολή η οποία ήταν «νόμιμη» για την αριστερά, και αυτή ήταν ο αντι-Σιωνισμός.

Η προέλευσή της δεν έχει σχέση με το κίνημα εναντίον του Ισραηλινού οικισμού. Φυσικά, ο Αραβικός πληθυσμός της Παλαιστίνης αποδοκίμασε την Εβραϊκή μετανάστευση και αντέδρασε σε αυτή. Αυτό είναι πολύ κατανοητό. Αυτό από μόνο του δεν είναι βεβαίως αντισημιτικό. Αλλά αυτές οι εκφάνσεις αντι-Σιωνισμού συνέκλιναν ιστορικά.

Όσον αφορά το τρίτο σκέλος, υπήρξε μια αλλαγή τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια, αρχίζοντας με το Παλαιστινιακό κίνημα καθαυτό, σε σχέση με την ύπαρξη του Ισραήλ. Για αρκετά χρόνια οι περισσότερες παλαιστινιακές οργανώσεις αρνούνταν την ύπαρξη του Ισραήλ. Το 1988, ωστόσο, η ΟΑΠ[1] αποφάσισε ότι θα δεχτεί την ύπαρξη του Ισραήλ. Η δεύτερη ιντιφάντα, η οποία άρχισε το 2000, ήταν πολιτικά πολύ διαφορετική από την πρώτη ιντιφάντα, και απαίτησε την ανατροπή της απόφασης αυτής.

Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα θεμελιώδες πολιτικό λάθος, και πιστεύω ότι είναι αξιοσημείωτο και λυπηρό το γεγονός ότι η Αριστερά έχει παγιδευτεί σε αυτό και, ολοένα και περισσότερο, κάνει εκκλήσεις για την κατάργηση του Ισραήλ. Ωστόσο, στη Μέση Ανατολή σήμερα υπάρχουν περίπου τόσοι Εβραίοι όσοι είναι και οι Παλαιστίνιοι. Οποιαδήποτε στρατηγική βασισμένη σε αναλογίες με καταστάσεις όπως αυτές που επικρατούν στην Αλγερία ή την Νότια Αφρική απλά δεν μπορεί να λειτουργήσει, για δημογραφικούς καθώς και για πολιτικούς και ιστορικούς λόγους.

Γιατί άραγε οι άνθρωποι δεν βλέπουν ποια είναι η κατάσταση σήμερα, και να προσπαθήσουν να βρουν αν υπάρχει κάποιο είδος λύσης σε αυτό που ουσιαστικά είναι μια εθνική σύγκρουση και που θα μπορούσε να οδηγήσει σε προοδευτικές πολιτικές; Το να υπάγουμε την σύγκρουση αυτή στην κατηγορία της αποικιοκρατίας δηλώνει ότι παραγνωρίζουμε την κατάσταση. Σε αντίθεση με αυτούς που υπάγουν τις προοδευτικές πολιτικές στα πλαίσια των εθνικών αγώνων, πιστεύω ότι εφόσον η διαμάχη είναι επικεντρωμένη στην ύπαρξη του Ισραήλ και σε αυτή της Παλαιστίνης, οι προοδευτικοί αγώνες υπονομεύονται. Εκείνοι που θεωρούν τον αγώνα ενάντια στην ύπαρξη του Ισραήλ προοδευτικό υιοθετούν κάτι το αντιδραστικό το οποίο θεωρούν ως προοδευτικό.

Κατά την τελευταία δεκαετία σημειώθηκε μια συντονισμένη καμπάνια από ορισμένους Παλαιστινίους, η οποία μεταπήδησε στην Δύση από την αριστερά, με στόχο να θέσει την ύπαρξη του Ισραήλ ξανά ως κεντρικό ζήτημα. Μεταξύ άλλων, αυτό έχει ως αποτέλεσμα τν ενίσχυση της δεξιάς στο Ισραήλ. Μεταξύ του 1967 και του 2000, η αριστερά στο Ισραήλ υποστήριζε ότι αυτό που ζητούσαν οι Παλαιστίνιοι ήταν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, και ότι η άποψη της δεξιάς ότι οι τελευταίοι ήθελαν να εξαφανίσουν το Ισραήλ ήταν σκέτη φαντασίωση. Δυστυχώς, το 2000 αυτή φαντασίωση φάνηκε  πως δεν ήταν τελικά τέτοια, κάτι το οποίο ενίσχυσε αφάνταστα την δεξιά στις προσπάθειές της να αποτρέψει δημιουργία ενός Παλαιστινιακού κράτους. Η Ισραηλινή δεξιά και η δεξιά της Παλαιστίνης ενισχύουν η μία την άλλη, και η αριστερά στην Δύση υποστηρίζει αυτό που εγώ θεωρώ ως Παλαιστινιακή Δεξιά, τους ακραίους εθνικιστές και τους Ισλαμιστές.

Η ιδέα ότι κάθε έθνος, εξαιρουμένων των Εβραίων, πρέπει να έχει το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση προέρχεται πράγματι από τη Σοβιετική Ένωση. Αρκεί να διαβάσει κανείς τις θέσεις του Στάλιν σχετικά με το ζήτημα της εθνικότητας.

Ε: Το άλλο περίεργο σχετικά με ορισμένες στάσεις της αριστεράς του παρόντος  προς το Ισραήλ είναι η προβολή πάνω στο Ισραήλ μιας τεράστιας και μυστηριώδους εξουσίας. Για παράδειγμα, συχνά λαμβάνεται αξιωματικά ότι το Ισραήλ είναι η κυρίαρχη δύναμη στην Μέση Ανατολή, και προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι το Ισραήλ έχει τεράστια επιρροή στις ηγετικές κλίκες των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

A: Το Ισραήλ απέχει πολύ απ΄το να είναι τόσο ισχυρό όσο το χρεώνουν. Εν τούτοις υπάρχουν άνθρωποι όπως ο τωρινός και ο πρώην συνάδελφός μου στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, o John Mearsheimer και ο Stephen Walt, οι οποίοι στηρίζονται ένθερμα από κύκλους στο Ηνωμένο Βασίλειο, και οι οποίοι υποστηρίζουν ότι το μόνο πράγμα που καθοδηγεί την Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή είναι το Ισραήλ, καθώς αυτή διαμεσολαβείται από Εβραϊκό λόμπυ. Διατυπώνουν αυτή την ισοπεδωτική θέση ελλείψει οποιασδήποτε σοβαρής προσπάθειας να αναλυθεί η Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή από το 1945, η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κατανοηθεί επαρκώς ως καθοδηγούμενη από το Ισραήλ. Έτσι, για παράδειγμα, αγνοούν εντελώς την Αμερικάνικη πολιτική προς το Ιράν τα τελευταία 75 χρόνια. Οι πραγματικοί πυλώνες της Αμερικάνικης πολιτικής στην Μέση Ανατολή μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν η Σαουδική Αραβία και το Ιράν. Αυτό έχει αλλάξει κατά τις τελευταίες δεκαετίες, και οι Αμερικάνοι δεν ξέρουν πώς να το αντιμετωπίσουν έτσι ώστε να διασφαλίσουν τα κράτη του Κόλπου για δικούς τους σκοπούς. Εν τούτοις έχουμε ένα βιβλίο γραμμένο από αυτούς τους δύο ακαδημαϊκούς οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η Αμερικάνικη πολιτική στην Μέση Ανατολή καθοδηγείται κυρίως από το Εβραϊκό λόμπυ χωρίς να ενδιαφέρονται να αναλύσουν σοβαρά τις πολιτικές που ακολούθησαν οι Μεγάλες Δυνάμεις στην Μέση Ανατολή κατά τον 20ο αιώνα.

Υποστήριξα αλλού ότι τέτοιου είδους επιχειρηματολογία είναι αντισημιτική. Αυτό δεν έχει σχέση με την προσωπική στάση των ανθρώπων που εμπλέκονται, αλλά αυτό το είδος της τεράστιας και πλανητικής κλίμακας εξουσίας που αποδίδεται στους Εβραίους (όπως, στην προκειμένη περίπτωση, οι puppet-masters του καλοπροαίρετου, ημι-πνευματώδους, γίγαντα, Θείου Σαμ) είναι χαρακτηριστική στην μοντέρνα αντισημιτική σκέψη.

Γενικότερα αυτή η ιδεολογία αντιπροσωπεύει αυτό που εγώ αποκαλώ ως μια φετιχοποιημένη μορφή αντικαπιταλισμού.  Αυτό σημαίνει ότι η μυστηριώδης δύναμη του κεφαλαίου, η οποία είναι άυλη, καθολική, και η οποία αναταράσσει έθνη και περιοχές και τις ζωές των ανθρώπων, αποδίδεται στους Εβραίους. Η αφηρημένη κυριαρχία του καπιταλισμού είναι προσωποποιημένη με τους Εβραίους. Ο αντισημιτισμός είναι μια εξέγερση εναντίων του παγκόσμιου κεφαλαίου, παραγνωρισμένου όμως και ταυτιζόμενου με τους Εβραίους. Αυτή η προσέγγιση μπορεί επίσης να βοηθήσει στο να εξηγηθεί η διάδοση του αντισημιτισμού στη Μέση Ανατολή κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Δεν νομίζω ότι η επισήμανση και μόνο των δεινών των Παλαιστινίων προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση. Από οικονομική άποψη, η Μέση Ανατολή έχει παρουσιάσει απότομη πτώση κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Μόνο η υποσαχάρια Αφρική τα πήγε χειρότερα. Και αυτό προέκυψε σε μια εποχή όπου άλλες χώρες και περιοχές, οι οποίες θεωρούνταν ως μέρος του Τρίτου Κόσμου πενήντα χρόνια πριν, αναπτύσσονται ταχύτατα. Νομίζω πως ο αντισημιτισμός στην Μέση Ανατολή σήμερα αποτελεί μια έκφραση που δεν αφορά μόνο την διαμάχη του Ισραήλ με την Παλαιστίνη, αλλά αφορά και την αυξημένη γενική αίσθηση αδυναμίας υπό το πρίσμα αυτών των παγκόσμιων εξελίξεων.

Για την Γερμανική δεξιά έναν αιώνα πριν, η παγκόσμια κυριαρχία του κεφαλαίου θεωρούταν ταυτόσημη με αυτή των Εβραίων και της Βρετανίας. Τώρα η Αριστερά την θεωρεί ως την κυριαρχία του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το μοτίβο σκέψης είναι το ίδιο. Έχουμε πλέον μια μορφή αντισημιτισμού η οποία φαίνεται να είναι προοδευτική και «αντι-ιμπεριαλιστική», κάτι το οποίο αποτελεί πραγματικό κίνδυνο για την Αριστερά.

Ο ρατσισμός αποτελεί σπάνια κίνδυνο για την Αριστερά. Η Αριστερά πρέπει να είναι προσεκτική στο θέμα του ρατσισμού, αλλά αυτό δεν απαιτεί μια διαρκή επαγρύπνηση καθώς ο ρατσισμός δεν έχει αυτή τη φαινομενική χειραφετησιακή διάσταση που έχει ο αντισημιτισμός.

Ε: Η συνταύτιση της παγκόσμιας καπιταλιστικής εξουσίας με τους Εβραίους και τους Βρετανούς πηγαίνει αρκετά πίσω από τους Ναζί σε τμήματα της Βρετανικής αριστεράς κατά την περίοδο των πολέμων των Μποερς[2] – όπου χαρακτηρίστηκαν ως ένας «Εβραϊκός Πόλεμος» – και στο λαϊκό κίνημα των ΗΠΑ στα τέλη του 19ου αιώνα.

A: Ναι, και αυτό επανέρχεται στις Ηνωμένες Πολιτείες τώρα. Τα λεγόμενα «κόμματα του τσαγιού», η λεγόμενη λαϊκή δεξιά οργή για την οικονομική κρίση, όλα αυτά έχουν σαφείς αντισημιτικές προεκτάσεις.

E: Έχεις υποστηρίξει ότι η ΕΣΣΔ και παρόμοια συστήματα δεν αποτελούσαν μορφές χειραφέτησης από τον καπιταλισμό, αλλά μορφώματα καπιταλισμού με επίκεντρο το κράτος. Προκύπτει επομένως ότι η γενικότερη στάση της υποστήριξης της ΕΣΣΔ απ΄τα αριστερά –μερικές φορές με πολύ κριτικό πνεύμα – ενάντια στις ΗΠΑ ήταν αυτοκαταστροφική. Έχεις αναφέρει παραλληλισμούς μεταξύ εκείνου του είδους αντι-ιμπεριαλισμού σήμερα ο οποίος τοποθετείται υπέρ της πολιτικής του Ισλάμ ως μιας δύναμης αντίθετης προς τις ΗΠΑ, και του παλαιού Ψυχρού Πολέμου. Ποια πιστεύεις πως είναι τα κοινά χαρακτηριστικά των δύο αυτών πολώσεων; Και ποιες οι διαφορές;

A: Οι διαφορές είναι ότι η παλαιότερη μορφή αντι-Αμερικανισμού ήταν συνδεδεμένη με την προώθηση της κομμουνιστικής επανάστασης στο Βιετνάμ, στην Κούβα κλπ. Ό,τι και αν πίστευε κάποιος για αυτό εκείνη την περίοδο, ή μπορούσε να θεωρήσει για αυτό εκ των υστέρων, η δικιά του αντίληψη ήταν ότι προωθούσε ένα χειραφετησιακό πρόταγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επικρίθηκαν ισοπεδωτικά όχι απλά επειδή ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και μια μεγάλη δύναμη, αλλά επιπλέον επειδή εμπόδιζαν την ανάδυση μιας περισσότερο προοδευτικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων. Αυτή ήταν η αντίληψη αρκετών αλληλέγγυων προς το Βιετνάμ ή την Κούβα.

Σήμερα, αμφιβάλλω ότι ακόμη και οι άνθρωποι εκείνοι που διακηρύσσουν «Είμαστε όλοι Χεζμπολάχ» ή «Είμαστε όλοι Χαμάς» θα έλεγαν ότι αυτά τα κινήματα αντιπροσωπεύουν μια χειραφετησιακή κοινωνική τάξη. Αυτό που στην καλύτερη περίπτωση ενδιαφέρει πρωτίστως είναι μια Οριενταλιστική εκπραγμάτωση[3] των Αράβων και/ή των Μουσουλμάνων ως του Άλλου, δυνάμει του οποίου αυτού Άλλου, αυτή τη στιγμή, αυτή [η χειραφετησιακή κοινωνική τάξη] επιβεβαιώνεται. Είναι ακόμα μια ένδειξη της ιστορικής ανικανότητας εκ μέρους της αριστεράς, η αδυναμία της να καταλήξει σε οποιοδήποτε φαντασιακό για το πώς θα μπορούσε μοιάζει μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία. Υπό την έλλειψη οποιουδήποτε οράματος για ένα μετα-καπιταλιστικό μέλλον, αρκετοί έχουν αντικαταστήσει στην θέση του μια πραγμοποιημένη ιδέα της «αντίστασης» σε βάρος οποιασδήποτε ιδέας για μετασχηματισμό. Οτιδήποτε «αντιστέκεται» στις Ηνωμένες Πολιτείες εκλαμβάνεται ως θετικό. Θεωρώ πως αυτή είναι μια εξαιρετικά προβληματική μορφή σκέψης.

Ακόμα και κατά την προηγούμενη περίοδο – όταν υπερίσχυε η αλληλεγγύη προς το Βιετνάμ, την Κούβα κλπ – νομίζω πως η διαίρεση του πλανήτη σε δύο στρατόπεδα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για την αριστερά. Η αριστερά πολύ συχνά βρέθηκε στην θέση του να είναι το είδωλο των Δυτικών εθνικιστών.

Αρκετοί στην αριστερά έγιναν εθνικιστές της άλλης πλευράς. Οι περισσότεροι απ΄αυτούς – υπήρξαν κάποιες σημαντικές εξαιρέσεις – ήταν εξαιρετικά απολογητικοί σχετικά με αυτά που γινόντουσαν στα κομμουνιστικά κράτη. Η κριτική τους ματιά είχε αμβλυνθεί. Αντί να αναπτύξουν μια μορφή διεθνισμού που να ήταν επικριτική για όλες τις υφιστάμενες σχέσεις, οι αριστεροί έγιναν υποστηριχτές της μιας πλευράς σε μια άλλη έκδοση του Μεγάλου Παιχνιδιού[4].

Αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες στις κριτικές ικανότητες της αριστεράς – και όχι μόνο στην περίπτωση των Κομμουνιστών. Είναι βλακώδες ότι ο Μισέλ Φουκώ πήγε στο Ιράν και θεώρησε ότι η επανάσταση των μουλάδων έχει ορισμένες προοδευτικές διαστάσεις.

Ένα πράγμα που κατέστησε την φαντασίωση των «δύο στρατοπέδων» ελκυστική είναι ότι οι Κομμουνιστές στην Δύση έτειναν να είναι ιδιαίτερα προοδευτικοί άνθρωποι – πολύ γενναίοι, συνήθως – οι οποίοι υπέφεραν για τις απόπειρές τους να δημιουργήσουν, κατά την άποψή τους, μια περισσότερο ανθρώπινη και προοδευτική ή ακόμα και σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν χειραγωγηθεί πλήρως, αλλά, εξαιτίας του διττού χαρακτήρα του Κομμουνισμού, ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για ορισμένα άτομα να το δουν αυτό. Τα τμήματα της Σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς που αντιτίθεντο σε αυτούς τους Κομμουνιστές και που είχαν δει πως αυτοί χειραγωγούνταν έγιναν μετέπειτα ιδεολόγοι του ψυχροπολεμικού φιλελευθερισμού.

Δεν νομίζω πως η αριστερά έπρεπε να πάει με το μέρος και των δύο πλευρών αυτού του χάσματος. Αλλά πιστεύω επίσης πως η κατάσταση για την αριστερά σήμερα είναι χειρότερη.

[1] ΟΑΠ: Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης[2] Συρράξεις μεταξύ Άγγλων και Ολλανδών αποίκων στην Νότια Αφρική στα τέλη του 19ου αιώνα.[3] reification στο αγγλικό. Σε αυτό το σημείο έχει μεταφραστεί ως «εκπραγμάτωση». Ποιο κάτω ως «πραγμοποίηση». Και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται για αυτή τη λέξη.[4] The Great Game: Η διαμάχες μεταξύ της Ρωσικής και της Βρετανικής αυτοκρατορίας στις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και τα μέσα του 20ου (έλαβε τέλος στον 2ο Παγκόσμιο  Πόλεμο) για την επικυριαρχία στην Κεντρική Ασία.


Σύντομο URL: http://wp.me/pyR3u-aFm

Advertisements

02/01/2007 - Posted by | -Ιδεολογικά

Sorry, the comment form is closed at this time.

Αρέσει σε %d bloggers: