Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Για την Άννα Αχμάτοβα

Άννα Αχμάτοβα, μέσα απ’ τα μάτια ενός ξένου

της Σοφίας Αργυροπούλου (Άτη Σολέρτη)
http://www.vakxikon.gr/content/view/732/3164/lang,el/

Image

Ήταν μία από εκείνες τις παγωμένες και θαμπές μέρες που ξημέρωνε ο Θεός του Βορρά στο λαό του Λένινγκραντ. Έτος 1938. Τα μάτια μου είχε αυλακώσει ο χρόνος και τα γεγονότα που σφράγισε μέσα τους. Κοίταξα τα χέρια μου. Γυμνές, άδειες επιφάνειες από σκασμένο δέρμα με αχνά σημάδια καμπυλωτών και ίσιων γραμμών. Άραγε ήταν δυνατό εκείνα να προέβλεπαν τη μοίρα; Μου ήταν αδύνατο να κάνω παραπέρα συνειρμούς. Ένα κενό έφραζε κάθε μου σκέψη και το βλέμμα μου…

Αλήθεια! Πόσο το είχα βαρεθεί αυτό το αναθεματισμένο μίζερο βλέμμα. Το τρομαγμένο και καχύποπτο. Αυτό που έκρυβε καλά την ετοιμότητά του να παραιτηθεί από αδυναμία και μόνο. Η ελπίδα ήταν μια έννοια που πάντα μια γλυκιά ειρωνεία τη συνόδευε. Στεκόμουν στην ουρά έξω απ’ τις φυλακές. Δεν ξέρω πόση ώρα… Από συνήθεια, είχα ξεχάσει πως μετρούσε ο χρόνος πια. Βρισκόμουν αδιάφορα και μουδιασμένα στην αναμονή. Αργούσε να έρθει η σειρά μου. Μόνο αυτό μέτραγε πια.

Δίπλα μου στριμωγμένες γυναίκες, σιωπηλές, με μάτια άχρωμα απ’ τον πόνο, αφιλόξενα μα ωστόσο συμπαθητικά, περίμεναν κι αυτές μαζί με μένα, για τον ίδιο λόγο με μένα. Είχαν κι αυτές τους δικούς τους φυλακισμένους – τρομοκράτες να φροντίσουν. Τους δικούς τους ενόχους να υπερασπιστούν μπροστά στα μάτια της ρωμαλέας δικαιοσύνης, που όριζε τα όργανά της να μας στοιχίζουν στη σειρά, για να μην δημιουργούμε επιπλέον προβλήματα στο κράτος. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να υπακούσουμε. Τι νόημα είχε εξάλλου να «κλέψουμε» τη σειρά του διπλανού μας; Αν ήταν να κλέψει κανείς μας, ίσως να προτιμούσε να ήταν κάτι που να τρώγεται. Σίγουρα! Εξάλλου το να κλέψει κανείς τη σειρά του άλλου στην ουρά του χρόνου, θα έφερνε τα πάνω κάτω στην ιστορία της ανθρωπότητας. Ναι… Με κάτι τέτοιες σκέψεις ξεγελούσα την υπομονή μου. Σήμερα δεν τις είχα όμως ανάγκη. Η φθορά της, μου είχε αλλάξει μυαλά. Κάποια στιγμή δίπλα μου ακούστηκε ένας ψίθυρος. Έστρεψα το κεφάλι. Κάποια μορφή που μου έμοιαζε αρκετά, ή θα ‘λεγε κανείς πως μου την έκλεψε μαζί με τα σημάδια που της χάρισε ο χρόνος, με κοίταξε στα μάτια.

«Κάποιος με αναγνώρισε. Μια γυναίκα με γαλανά χείλη που στεκόταν πίσω μου και που, σίγουρα, ποτέ δεν είχε ακούσει το όνομά μου, συνήλθε από το πάγωμα που μας κατείχε όλους την εποχή εκείνη και ψιθυριστά με ρώτησε στ’ αυτί (την εποχή εκείνη, όλοι ψιθυριστά μιλούσαμε):
– Αυτά εδώ μπορείτε να τα περιγράψετε;
Και τότε εγώ είπα:
– Μπορώ.
Τότε κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ’ εκείνο που κάποτε ήταν το πρόσωπό της».

Εκείνη τη στιγμή, ένας αργόσυρτος, φυλακισμένος θρήνος δραπέτευσε από μέσα μου και ξεχύθηκε ανάμεσα στους γύρω μου ορμητικά. Το Ρέκβιεμ κάθε θανάτου. Κάθε ανθρώπου που ήθελε να διασώσει ακόμα την ιδιότητά του αυτή. Και απ’ τους άλλους, αλλά και απ’ τον ίδιο του τον εαυτό. Από τη γέννηση… ως το θάνατο. Ήταν εκείνος ο γαλανός ψίθυρος που στάθηκε και πάλι η αφορμή να περιγράψω. Μέσα απ’ τα μάτια ενός ξένου προσώπου, άνοιξε ο φάκελος του βίου εκείνης της γυναίκας που έμοιαζε τόσο με το δικό μου… Και δειλά δειλά, όπως το χρώμα των ματιών της, κρυφά μου αποκαλύφθηκε…

Το όνομά της: Άννα Γκορένκο.
Ημερομηνία γέννησης: 23 Ιουνίου 1889.
Τόπος γέννησης: Μπολσόι Φοντάν της Ουκρανικής Οδησσού.
Όνομα Πατέρα: Αντρέι Αντόνοβιτς Γκορένκο. Ναυπηγός στο επάγγελμα.
Όνομα Μητέρας: Ίνα Εράσμοβνα Στογκόβα. Μητέρα έξι παιδιών. Το ένα παιδί της, η Ρίκα, πεθαίνει όταν η Άννα ήταν πέντε ετών. Γεγονός ιδιαιτέρως οδυνηρό για τη μικρή Άννα.
Καταγωγή γονέων: Αριστοκρατική. Απόγονος του Τζένγκις Χαν.

Σχετικά με αυτό η Άννα αναφέρει:
«Κανείς απ’ τη μεγάλη μου οικογένεια δεν έγραψε ποίηση. Αλλά η πρώτη Ρωσίδα ποιήτρια, η Άννα Μπούνινα, ήταν η θεία του παππού μου Εράσμ Ιβάνοβιτς Στογκώφ. Οι Στογκώφ ήταν γαιοκτήμονες της περιοχής Μοζχάισκ της επαρχίας της Μόσχας. Μετακινήθηκαν εδώ μετά την εξέγερση την εποχή που έδρασε η Ποζάντνιτσα Μάρφα. Στο Νόβγκοροντ αποτελούσαν την πλουσιότερη και πιο γνωστή οικογένεια. Ο Καν Αχμάτ, πρόγονός μου, σκοτώθηκε ένα βράδυ στη σκηνή του, από έναν Ρώσο, μισθωμένο δολοφόνο. Ο Καραμτζίν μας λέει ότι αυτό σήμανε το τέλος του ζυγού των Μογγόλων στη Ρωσία […] Ήταν γνωστό ότι αυτός ο Αχμάτ ήταν απόγονος του Τζένγκις Χαν. Το δέκατο όγδοο αιώνα, μία από τις πριγκήπισσες του γένος Αχμάτωφ, η Πρασκόβια Γιεγκόροβνα, παντρεύτηκε τον πλούσιο και διάσημο γαιοκτήμονα Σιμπίρσκ Μοτοβίλωφ. O Γιέγκορ Μοτοβίλωφ ήταν ο προπάππος μου και η κόρη του, η Άννα Γιεγκόροβνα, ήταν η γιαγιά μου. Πέθανε όταν η μητέρα μου ήταν εννέα ετών και εγώ πήρα το όνομα Άννα, προς τιμήν της. Αρκετά διαμαντένια δαχτυλίδια και ένα σμαράγδι φτιάχτηκαν από την καρφίτσα της. Αν και τα δάχτυλά μου είναι λεπτά, και πάλι το δαχτυλίδι της δεν μου κάνει».Τόπος κατοικίας: Τσάρσκογιε Σελό
 
Παιδική ηλικία: Στο σπίτι της δεν υπήρχαν καθόλου βιβλία, εκτός από ένα τόμο με έργα του Νεκράσωφ. Η Άννα έμαθε Γαλλικά, παρακολουθώντας τα μαθήματα που έκαναν τα μεγαλύτερα αδέλφια της. Σε ηλικία δέκα χρόνων, έγινε δεκτή στο γυμνάσιο του Τσάρσκογιε Σελό, όπως ονομάζεται στη ρωσική γλώσσα το χωριό των αυτοκρατόρων απ’ όπου είχαν αποφοιτήσει σπουδαίοι λογοτέχνες, με κορυφαίο στη λίστα τον Αλέξανδρο Πούσκιν. Λίγους μήνες μετά, η Άννα αρρώστησε βαριά και για μια εβδομάδα ήταν σε κώμα. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, η Άννα συνέρχεται. Ωστόσο, αυτή η ξαφνική ασθένεια, είχε καταφέρει να τη βυθίσει για πάντα στον κόσμο των μύχιων σκέψεων που κάθε εύθραυστη κι ευαίσθητη ψυχή μπορούσε ν’ αντικρύσει. Μέσα απ’ τα μάτια ενός εαυτού που παραδόξως φάνταζε ξένος…
 
Παραμονή Χριστουγέννων του 1903: Γνωρίζει το νεαρό ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Η Άννα με την παράξενη και ιδιαίτερα γοητευτική της παρουσία, βρισκόμενη άλλωστε στο επίκεντρο όλων εκείνη την εποχή, δεν αργεί να τον σαγηνεύσει. Ήταν ψηλή, λεπτή, με κατάλευκο δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά Τα μάτια της, ήταν μεγάλα και γκρίζα. Ένας σωρός από αινίγματα χώραγε μέσα τους! Ο Νικολάι, όχι μόνο της έγραφε ποιήματα αλλά έκανε τρέλες προκειμένου να κερδίσει την καρδιά της. Γι’ αυτόν ήταν η αιώνια μούσα της καρδιάς που τον ενέπνεε.
 
Πάσχα του 1905: Ο Νικολάι, όντας βαθιά ερωτευμένος μαζί της, κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, γεγονός που την τρομάζει πολύ και την αναγκάζει να διακόψει κάθε σχέση μαζί του. Την ίδια χρονιά χωρίζουν οι γονείς της.
 
Άνοιξη του 1906: Η Άννα γίνεται δεκτή στο Γυμνάσιο Θηλέων του Κιέβου. Στο Παρίσι όπου βρισκόταν ο Γκουμιλιόφ, συμμετείχε στην έκδοση μιας μικρής ποιητικής συλλογής με τίτλο «Σείριος», όπου δημοσίευσε ένα ποίημά του αφιερωμένο στην Άννα, τη μούσα του.
1907: Η Άννα δημοσιεύει το πρώτο της ποίημα με τίτλο «Στο χέρι του υπάρχουν πολλά λαμπερά δαχτυλίδια». Υπέγραψε ως Άννα Γκορένκο. Ο πατέρας της, μόλις έμαθε τις ποιητικές της ενασχολήσεις, της εξέφρασε τη φανερή δυσαρέσκειά του. Δεν ήθελε να δει στίχους της κόρης του κάτω από το αξιοσέβαστο όνομά του. Γι’ αυτό η Άννα, υιοθέτησε το επίθετο της προγιαγιάς της Πρασκόβια Φεντοσέγιεβνα, το γένος της οποίας καταγόταν από τον Τάταρο Χάνο Αχμάτ. Έτσι γεννήθηκε η Άννα Αχμάτοβα και αμέσως έγινε γνωστή στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Πετρούπολης, δίνοντας συχνά δημόσιες αναγνώσεις. Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους, γίνεται δεκτή στο Νομικό Τμήμα των Ανώτατων Σπουδών για γυναίκες στο Κίεβο.
 
Νοέμβριος 1909: Ο Γκουμιλιόφ μην έχοντας σταματήσει όλα αυτά τα χρόνια να προτείνει γάμο στην Άννα και εκείνη συνεχώς να αρνείται, της ξανακάνει πρόταση. Προς μεγάλη του έκπληξη, η Άννα δέχεται, ύστερα από μια συνάντησή τους σε μια καλλιτεχνική βραδιά στη «Νήσο των Τεχνών», στο Κίεβο. Εκείνη τη χρονιά, έγραψε σ’ ένα φίλο: «Δεν σταμάτησε να με αγαπά για 3 χρόνια. Πιστεύω πως είναι η μοίρα μου να γίνω σύζυγός του. Είτε τον αγαπώ, είτε όχι, δεν ξέρω, αλλά μου φαίνεται πως μπορώ να το κάνω».
Και πάλι η μοίρα. Και όχι τα δικά της αισθήματα. Εκείνες οι ρυτιδιασμένες γραμμές στο χέρι, που τώρα κοιτούσε με μια δόση απογοήτευσης, εσωκλείοντας μέσα στην ψυχή της πόνο για τη θλιβερή της εξαπάτηση. Μα όχι απ’ τη μοίρα. Από τον ίδιο της τον εαυτό. Αναρωτήθηκα…πόση αδυναμία έκρυβε μια τόσο δυναμική προσωπικότητα. Όπως και τόσες άλλες στην ιστορία του χρόνου. Η απάντηση… δεν έρχεται ποτέ. Ίσως γιατί πάντα αναρωτιόμαστε μέσα απ’ τα μάτια ενός άλλου. Σίγουρα ξένου. Το χαμόγελο που ‘χω εγώ,
Των χειλιών κίνηση διαφανή,
Για εσένα κρατώ φυλακτό
Σαν φωτός της αγάπης γραμμή.
Αν και άλλους λατρεύεις, θαρρώ,
Αν και είσαι θρασύς και σκληρός,
Δίπλα μου το χρυσό ιερό,
Δίπλα ο γκριζομάτης γαμπρός.

1913
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου)
Η Άννα υπάκουσε στο γραφτό της παλάμης της.
Απρίλιος 1910: Η Άννα Αχμάτοβα παντρεύεται τον Νικολάι Γκουμιλιόφ στο Κίεβο. Ωστόσο, κανείς από την οικογένειά της δεν παραβρέθηκε στο γάμο. Τον θεωρούσαν καταδικασμένο. Μετά το γάμο, οι Γκουμιλιόφ έφυγαν για το Παρίσι. Εκεί η Αχμάτοβα γνωρίζει τον Ιταλό ζωγράφο Αμαντέο Μοντιλιάνι, ο οποίος ζωγράφισε πολλά πορτρέτα της, αλλά και γυμνά της σκίτσα. Το ειδύλλιο μεταξύ τους δεν άργησε να αναπτυχθεί, όμως δεν εξελίχθηκε σε κάτι πιο σοβαρό. Θα ‘λεγε κανείς πως ήταν θέμα συνθηκών.

Στα τέλη Ιουνίου, οι Γκουμιλιόφ έχοντας επιστρέψει στη Ρωσία, εγκαθίστανται στο Τσάρσκογιε Σελό. Κι εκεί η Άννα καταφέρνει να μαγέψει τους Ρώσους φίλους ποιητές του συζύγου της με την ξεχωριστή της παρουσία. Αυτό προκαλεί και πάλι τη ζήλια του Νικολάι, ο οποίος, φανερά δυσαρεστημένος από το πλήθος των «θαυμαστών» που περιτριγύριζαν τη γυναίκα του,  αποφασίζει να φύγει για την Αβησσυνία τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς. Η Άννα μένοντας μόνη, βρίσκει καταφύγιο στην ποίηση που τόσο αγαπούσε… όσο κι αν εκείνη τη ζήλευε. Ο γκριζομάτης βασιλιάς.


Δόξα σοι, πόνο μου χωρίς διέξοδο και διαφυγή!
Ο γκριζομάτης χθες ο βασιλιάς έχει αποκοιμηθεί.
Μια φθινοπώρου βραδιά ήταν κόκκινη και πνικτική,
Ήρθε ο άνδρας μου και με αδιάφορη είπε φωνή:
“Ξέρεις, από το κυνήγι τον έχουνε φέρει νεκρό,
Βρήκαν το πτώμα δίπλα στης δρυός ένα δέντρο παλιό.
Κρίμα όμως τη βασίλισσα. Ήτανε νέος πολύ!
Σε μία νύχτα της έγινε άσπρο όλο το μαλλί”.
Πάνω στο τζάκι την πίπα του βρήκε αυτός και μετά
Βγήκε και πήγε στη νυχτερινή του δουλειά.
Τώρα θα πάω εγώ να ξυπνήσω την κόρη μου και τρυφερά
Θα κοιταχτώ στα ματάκια της γκρίζα γι’ άλλη μια φορά.
Έξω στο δρόμο θροΐζουν οι μέλαινες λεύκες μέσα στη σιγή
Και λένε: “Πια ο βασιλιάς σου σ’ ετούτο τον κόσμο δεν ζει”.   

1910
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου) 

Τέλη Μαρτίου 1911: Ο Νικολάι επιστρέφει στη Ρωσία. Διαβάζοντας την ποίηση της Άννας, γοητεύεται και αρχίζει να αντιμετωπίζει το έργο της με μεγαλύτερο σεβασμό. Το Φθινόπωρο, ο Γκουμιλιόφ με τους φίλους του αποφάσισαν να οργανώσουν μια ομάδα νέων ποιητών και με βάση αυτή τη «Συντεχνία ποιητών», ίδρυσε το κίνημα του «Ακμεϊσμού» ως απάντηση στο συμβολισμό. Ο όρος «ακμεϊσμός» προέρχεται από την ελληνική λέξη «ακμή», πολλοί όμως διέκριναν σ’ αυτόν μια συνήχηση με το επίθετο της Αχμάτοβα. Το κίνημα αυτό, προωθούσε τα υψηλά ιδανικά, τα αισθήματα, τον ερωτισμό, τη δύναμη της ψυχής και της τύχης, έχοντας ως άξονα τον άνθρωπο. Εν αντιθέσει με τους συμβολιστές που προσκολλώνται σε  μυστηριακά θέματα, οι ακμεϊστές αντλούσαν τα θέματά τους από τον πραγματικό κόσμο. Το ρεύμα αυτό, δέχθηκε σκληρή κριτική από το σοβιετικό καθεστώς. Μέλη των ακμεϊστών ήταν ο Νικολάι Γκουμιλιόφ, ο Οσίπ Μαντελστάμ, ο Σεργκέι Γκοροντέτσκι, η Άννα Αχμάτοβα, ο Μιχαήλ Ζενκιέβιτς και ο Βλαντιμίρ Ναρμπούτ. Στη Μούσα.


Βλέπει η Μούσα μου η αδερφή
Χαρωπά το πρόσωπό μου.
Το δαχτυλίδι ‘χει κλέψει αυτή,
Το ανοιξιάτικο δώρο.
Μούσα! Δες, όλες αυτές ευτυχούν –
Κόρες, γυναίκες και χήρες…
Μα ας οι σάρκες μου διαμελιστούν,
Δε θα φορώ αλυσίδες.
Ξέρω το πως θα ξεσκίζω κι εγώ
Το απαλό χαμομήλι.
Θα υποστεί ο καθείς στη γη το
Έρωτος βασανιστήρι.
Μέχρι χαράματα καίω κεριά.
Αν και κανείς δεν μου λείπει,
Δε θέλω, δε θέλω να ξέρω για
Το πως φιλάνε εκείνη.
Και οι καθρέπτες θα πουν γελαστοί:
«Οι οφθαλμοί σου θαμπώνουν…»
Θα ψιθυρίσω: «Μου πήρε αυτή το δώρο το θεϊκό μου».   

1911
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου) 
Από τον πρώτο χρόνο του γάμου του με την Αχμάτοβα, ο Γκουμιλιόφ είχε αρχίσει να νιώθει το βάρος αυτής της σχέσης. Το πάθος του για την Άννα είχε εξασθενήσει και μέχρι το τέλος της χρονιάς, έφυγε για σαφάρι στην Αφρική. Ήταν γνωστή εξάλλου η αγάπη του για τα εξωτικά μέρη και τις περιπέτειες.
 

Άνοιξη του 1912: Κυκλοφορεί η πρώτη ποιητική συλλογή της Αχμάτοβα με τίτλο «Εσπέρα», σε 300 αντίτυπα. Η κριτική στο βιβλίο της ήταν θετική. Η νεαρή ποιήτρια γνώρισε αμέσως την επιτυχία και μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει διάσημη. Από φωτογραφίες της μάλιστα, που είχαν αρχίσει και δημοσιεύονταν, τα νεαρά κορίτσια μιμούνταν ακόμα και το ντύσιμό της. Όπως ήταν φυσικό, εκείνη απολάμβανε τους καρπούς της δόξας της, περιτριγυρισμένη από κύκλο σπουδαίων θαυμαστών όχι μόνο για τη φυσική ομορφιά αλλά και για τον εσωτερικό της κόσμο που ολοκληρωτικά τους μαγνήτιζε.

Πόσες χάρες η αγαπημένη ζητά!
Η ξαγαπητή ευχές δεν έχει.
Πόσο χαίρομαι που το νερό σταματά
Και κάτω απ’ τον πάγο δεν τρέχει.
Θα σταθώ πάνω του – και Θεός βοηθός! –

Πάνω στον αχνό εύθραυστο πάγο.
Και εσύ φύλαξε, σαν να ’ναι θησαυρός,
Για απόγονους τα γράμματά μου
Προκειμένου ενώπιον τους μια και καλή
Να σταθείς τολμηρός και φρενήρης.
Στη δική σου λαμπρή δοξασμένη ζωή
Πως ν’ αφήσουμε άδειες σελίδες;
Είναι τόσο γλυκό το φαρμάκι της γης
Και του έρωτος γερού δικτύου.
Είθε το όνομά μου, στο βυθό εποχής,
Να το βρουν τα παιδιά σε βιβλίο.
Κι αφού μάθουν τα νέα αυτά θλιβερά,
Πονηρά θα γελάνε, ωστόσο
Αν γαλήνη κι αγάπη δε θα δώσεις πια,
Χάρισέ μου πικρή έστω δόξα.


1912
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου) 
Την ίδια χρονιά, ενώ ταξίδευε με τον Νικολάι στην Ιταλία και Ελβετία, έμεινε έγκυος. Η γέννηση του παιδιού σήμανε και την αρχή του τέλους ενός γάμου που από την αρχή φαινόταν ασταθής. Από τότε, η Άννα και ο Νικολάι ξεκινούν να ζουν ουσιαστικά αυτόνομοι, κάνοντας ο καθένας τη ζωή του.  Κάτω απ’ το λεπτό μου το βέλο
Χέρια σφίγγω… “Γιατί ‘σαι χλωμή;”
– Διότι τον έχω κάνει πιωμένο
Σήμερα με την πίκρα στυφή.
Πως ξεχνώ; Σαν σερνόμενος βγήκε,
Από πόνο τα χείλη στραβά…
Τρέχω πίσω του, χωρίς ν’ αγγίξω
Το κιγκλίδωμα, τρέχω τρελά.
Και πνιγόμενη φώναξα: “Ήτανε
Όλο αστείο. Αν φύγεις, δεν ζω”.
Με γελάκι μακάβριο κι ήσυχο
Μου ‘πε “Πάνε. Κρυώνεις, θαρρώ”.

1911
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου) 

1η Οκτωβρίου του 1912: γεννιέται ο γιός της Λέων. Αμέσως μετά τη γέννησή του, η Άννα, προκειμένου να ζήσει ελεύθερη, αποφασίζει να αφήσει το παιδί της στη γιαγιά του, μητέρα του Νικολάι, Άννα Ιβάνοβνα. Ο Λέων θα μεγαλώσει με τη γιαγιά του μέχρι τα 16 του χρόνια, βλέποντας σπάνια τους γονείς του, γεγονός με εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα για τη σχέση του με αυτούς και ιδιαιτέρως με τη μητέρα του, η οποία όπως αναφέρει σε ποίημά της, ποτέ δεν στάθηκε αντάξια της έννοιας της μητρότητας. Επιγραφή σε ένα αρχινισμένο πορτραίτο.


Ω, δεν αξίζω βογγητά
Κι έγκλημα της μελαγχολίας,
Εδώ στον σταχτερό καμβά
Εβρέθην δια παραλογίας.
Χαμόγελο εκστατικό,
Ριπή χεριών αρρωστημένη,
Πως να ‘μαι διαφορετικό,
Ώρα πικρή κι ηδονισμένη.
Μ’ ήθελε έτσι αρχικά,
Είπε, νεκρά κι αγριεμένα,
Τα χείλη μου αιματηρά,
Τα μάγουλά μου χιονισμένα.
Για αμαρτόντα δεν μετρούν
Τον φυγά τον δημιουργό μου.
Μα όνειρα δεν κατοικούν
Στην προθανάτια λήθαργό μου.

1912
 
(μτφρ. Ξένια Καλαϊτζίδου) 
Αρχές του 1913: Ο Γκουμιλιόφ, ταξιδεύει στην Αφρική.

1914: Η Άννα, έχοντας μαγέψει και κερδίσει το πλήθος με την εμφάνιση, το ταλέντο της και τη γοητευτική της προσωπικότητα, εκδίδει μια δεύτερη ποιητική συλλογή με τίτλο «Ροζάριο». Αυτή η συλλογή ήταν αρκετή για να την καθιερώσει στο χώρο ως μια από τις σημαντικότερες ποιήτριες της εποχής της.Σύγχυση


1
Ήτανε αποπνικτικά απ’ τις καυτές του ήλιου τις αχτίδες
Το βλέμμα του – αχτίδα.
Σκίρτησα στη στιγμή: αυτός
Μπορεί να με εξημερώσει.
Έσκυψε, σα να ‘θελε κάτι να πει…
Κι’ αίμα στο πρόσωπο αναβλύζει.
Κι ας γίνει της ζωής μου ο έρωτας
Η επιτάφιος πλάκα.

2
Δεν μ’ αγαπάς, δεν θες να με κοιτάξεις,
Ω, πόσο όμορφος είσαι καταραμένε!
Να πετάξω πια δεν μπορώ,
Εγώ που από μικρή φτερά δικά μου είχα.
Τα μάτια στην ομίχλη καρφωμένα
Συγχέονται πρόσωπα και πράγματα
Και μόνο μια κόκκινη τουλίπα,
Στο πέτο σου ξεχωρίζει μια τουλίπα.

3
Σα προστάζει ο απλός σεβασμός,
Πλησίασες χαμογελώντας,
Μισοτρυφερά, μισοβαριεστημένα,
Τα χείλη άγγιξαν το χέρι –
Και μυστηριώδεις, αρχαίες μορφές
Με κοίταξαν στα μάτια …
Δέκα χρόνων αγωνίες και κραυγές
Όλες τούτες τις νύχτες της αγρύπνιας
Μια λέξη ήρεμη
Τους πρέπει – μάταια.
Έφυγες, και στην ψυχή μου πάλι

(μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
Εσπέραν

Ανείπωτος ήταν ο καημός
Της μουσικής π’ ακούστηκε στον κήπο.
Τα στρείδια στην πιατέλα με τον πάγο
Έντονα της θάλασσας αρώματα μοσχοβολούν.
Μου είπε εκείνος: «Είμαι φίλος πιστός!»
Κι άγγιξε το φόρεμά μου.
Δεν μοιάζουν όμως μ’ αγκαλιές
Τ’ αγγίγματα τούτα των χεριών.
Έτσι χαϊδεύουν γάτες ή πουλιά
Τις όμορφες, έτσι κοιτούν, τις αμαζόνες
Έτσι το γέλιο φαίνεται ήρεμο στο βλέμμα
Κάτω από των βλεφαρίδων το χρυσάφι.
Και πένθιμες φωνές υμνούν
Πίσω απ’ την πλατύφυλλη βελανιδιά
«Ευλογημένοι οι ουρανοί – μόνη
Για πρώτη φορά με τον αγαπημένο».

Μάρτιος 1913

(μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
Χιλιάδες γυναίκες συνέθεταν ποιήματα «προς τιμήν της Αχμάτοβα», μιμούμενες το στυλ της και προτρέποντάς την να αναφωνήσει: «Έμαθα στις γυναίκες μας πώς να μιλάνε, αλλά όχι πώς να παραμένουν σιωπηλές». Οι αριστοκρατικοί της τρόποι και η καλλιτεχνική της ακεραιότητα την έκαναν να κερδίσει τους τίτλους: «Βασίλισσα του Νέβα» και «Ψυχή της Αργυρής Εποχής», όπως έγινε γνωστή η εποχή στην ιστορία της Ρώσικης ποίησης. Μια εποχή που αποτέλεσε ευλογημένη στιγμή στην πορεία της ζωής της. Λόγω του «μοιραίου» στυλ που είχε υιοθετήσει στην εμφάνισή της, της είχε δοθεί και ο τίτλος «Άννα Πασών των Ρωσιών». Ειδικότερα έτσι την χαρακτήριζε μια άλλη μεγάλη ρωσίδα ποιήτρια η Μαρίνα Τσβετάγιεβα.Μαρίνα Τσβετάγιεβα
 
Στην Άννα την χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Στον Λόγο εξιλαστήριο –
Αγέρα την φωνή μου φέρε
Και τον βαρύ αναστεναγμό
Πύρινε ουρανέ την ιστορία πες μας
Για κείνα τα μάτια μαύρισε ο πόνος
Για την βαθιά υπόκλιση
Καταμεσής στην χρυσή κοιλάδα
Ρυάκι καταπράσινο, μέσα στο δάσος που κυλάς,
Πες μας πως απόψε το βράδυ
Σαν έσκυψα από πάνω σου
Πως την μορφή εκείνης είδαΕσύ πάνω στης θύελλας τα ύψη
Εφάνηκες ξανά!
Ανώνυμε! Σύ!
Στην Άννα τη χρυσόστομη – πασών των Ρωσιών
Την αγάπη μου φέρε!
 
 
27 Ιουνίου 1916
 
 

(μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)

Είναι η περίοδος που η Άννα Αχμάτοβα αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον Αλεξάντερ Μπλόκ, τον Οσίπ Μαντελστάμ και τον Μπορίς Πάστερνακ. Ο τελευταίος μάλιστα, αν και παντρεμένος, τις έκανε πρόταση γάμου εφτά φορές.

Ιούλιος του 1914: Η Άννα, με το βλέμμα στραμμένο στα σημάδια που φαίνονταν στον ουρανό, θα γράψει: «Τρομαχτικές στιγμές πλησιάζουν/ Σύντομα νέοι τάφοι θα καλύψουν τη γη».  

1η Αυγούστου 1914: Η Γερμανία κηρύσσει πόλεμο στη Ρωσία. Η «σκοτεινή καταιγίδα» του παγκοσμίου πολέμου θα σημάνει επανάσταση και ολοκληρωτική καταστολή για τη Ρωσία. Η «Αργυρή Εποχή» ήρθε στο τέλος της. Την ίδια χρονιά, η Άννα συνδέεται φιλικά με τον Νικολάι Νεντόμπρι, ο οποίος δεν άργησε να της γνωρίσει τον καλύτερό του φίλο, ποιητή και ζωγράφο Μπορίς Άνρεπ. Μεταξύ της Άννας και του Άνρεπ, αναπτύχθηκε ένας πολύ δυνατός έρωτας. Μάλιστα, πολλά από τα ποιήματα που έγραψε εκείνη την περίοδο ήταν για εκείνον.

1915: Ο Άνρεπ και ο Γκουμιλιόφ αναχωρούν για το μέτωπο. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, πεθαίνει ο πατέρας της Άννας ενώ εκείνη αρρωσταίνει βαριά από φυματίωση.
Φεβρουάριος του 1917: Η επανάσταση αρχίζει στην Πετρούπολη. Στρατιώτες πυρπολούν πορεία διαδηλωτών. Το ένδοξο παρελθόν των γνήσιων πατριωτών αντανακλούσε στα μάτια τους ένα μέλλον που σάπιζε. Σε μια πόλη χωρίς ηλεκτρισμό ή υπηρεσίες αποχέτευσης, με λίγο νερό και φαγητό, όλοι έρχονταν αντιμέτωποι με τον λοιμό και την αρρώστια. Οι φίλοι της Άννας πέθαιναν γύρω της και άλλοι έφευγαν κατά κύματα για ασφαλέστερα καταφύγια στην Ευρώπη και την Αμερική, συμπεριλαμβανομένου και του Άνρεπ, που δραπέτευσε στην Αγγλία. Η Άννα, βρέθηκε σε δίλημμα. Δεν ήταν σίγουρη για το αν θα έπρεπε να φύγει ή να μείνει. Τελικά επέλεξε να μείνει και ήταν περήφανη για αυτή της την απόφαση. Το καλοκαίρι έγραψε:Είσαι ένας προδότης, και για ένα πράσινο νησί,
Πρόδωσες, ναι, πρόδωσες τη γενέθλια
Χώρα σου,
Εγκατέλειψες όλα τα τραγούδια μας και τις ιερές
Εικόνες μας,
Και την πεύκη πάνω από μια ήσυχη λίμνη.
 
(Από το «Πράσινο Νησί»)
 

Έγραψε για τον πειρασμό της να φύγει:

Μια φωνή ήρθε σ’ εμένα. Φώναξε παρηγορητικά.
Είπε, «Έλα εδώ,
Άφησε την κουφή και αμαρτωλή σου χώρα,
Άφησε τη Ρωσία για πάντα,
Θα ξεπλύνω το αίμα από τα χέρια σας,
Θα ξεριζώσω τη μαύρη ντροπή από την καρδιά σας»
[…] απαλά και αδιάφορα,
Κάλυψα τα αυτιά μου με τα χέρια μου,
Έτσι ώστε η βαθύτατη θλίψη μου
Να μην είναι λεκιασμένη απ’ αυτές τις επαίσχυντες λέξεις.

(Από το «Στην οδύνη της αυτοκτονίας» – «When in suicidal anguish»)

Joseph Brodsky 1988.jpgΤα επόμενα χρόνια, έλαβε από τον Άνρεπ μόνο μερικές επιστολές. Στην Αγγλία εκείνος έγινε διάσημος ζωγράφος, γνωστός για τα μωσαϊκά του. Σε ένα απ’ αυτά απεικόνισε την Άννα, την οποία είχε επιλέξει ως μοντέλο του για το θέμα της συμπόνοιας. Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνονται στην τρίτη της συλλογή «Λευκό Σμάρι», και που κυκλοφόρησε το 1917, είναι αφιερωμένα σ’ εκείνον. Ο ποιητής και κριτικός Τζόζεφ Μπρόντσκι διείδε στη γραφή της ένα προσωπικό τόνο λυρισμού χρωματισμένο με  μια «νότα ελεγχόμενου τρόμου». Ο μελετητής Τζων Μπέιλι περιγράφει τη γραφή της εκείνης της περιόδου, ζοφερή, λιτή και λακωνική. Στις μνήμες όλων αργότερα, ήρθε πάντως να μείνει ως «μοιρολόγος μούσα».

Η μούσα


Θα με ξεχάσουν; Καθόλου δεν εκπλήσσομαι γι’ αυτό!
Τόσες φορές με ξέχασαν, πληθώρα…
Χίλιες φορές βρισκόμουνα σε τάφο ανοιχτό
Που ίσως βρίσκομαι και τώρα.
Η μούσα έχει κουφαθεί και τυφλωθεί,
Σα σπόρος έλιωσε μέσα στη γη
Να ξαναζωντανέψει στον αιθέρα το γαλάζιο
Σαν Φοίνιξ, απ’ την τέφρα, να υψωθεί.

1957
Ο Γκουμιλιόφ, έχοντας ενταχθεί στο ρωσικό στρατό, κατάφερε να τιμηθεί δύο φορές για την ανδρεία του ενώ την εμπειρία του από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις την αποτύπωσε μέσω των ποιημάτων του και ειδικότερα στη συλλογή με τον τίτλο «Ανατριχίλα», 1916.
1918: η Άννα χωρίζει μαζί του, αν και για πολλοί φίλοι της, το θεώρησαν λάθος. Αποφασίζει να παντρευτεί τον Ασσυριολόγο και ποιητή Βλαντιμίρ Σιλέικο. Είπε αργότερα: «Ένιωθα τόσο βρώμικη. Σκέφτηκα πως θα ήταν σαν κάθαρση. Σαν να πηγαίνεις σε μοναστήρι, γνωρίζοντας πως θα χάσεις την ελευθερία σου». Ήλπιζε, όπως εξομολογήθηκε σε φίλους της, σε μια λιγότερο ανταγωνιστική σχέση. Η σχέση της με τον Σιλέικο, ήταν φυλακή. Τυφλή υπακοή στη βούλησή του. Εκτός του ότι είχε περιοριστεί στο να κάνει τις δουλειές του σπιτιού και να εκτελεί χρέη γραμματέως και μεταφράστριας για τον Σιλέικο, ο ίδιος, δεν την άφηνε να γράφει ποίηση και να ανοίγει τα γράμματα που λάμβανε. Η Άννα άρχισε να έχει σχέσεις με τον θεατρικό σκηνοθέτη Μιχαήλ Ζίμερμαν και το συνθέτη Αρθούρ Λουριέ, ο οποίος μελοποίησε και πολλά από τα ποιήματά της.
1921: Αποφασίζοντας να χωρίσει οριστικά με τον Σιλέικο, η Αχμάτοβα πηγαίνει να δηλώσει τη λύση του γάμου τους στο ληξιαρχείο και προς μεγάλη της έκπληξη, πληροφορείται πως ο γάμος αυτός δεν είχε δηλωθεί ποτέ! Πολλά χρόνια αργότερα, εκείνη γελώντας εξηγούσε την αιτία αυτής της ανόητης ένωσης: «Όλοι, μα όλοι, και ο Γκουμιλιόφ και ο Λοζίνσκι, μου έλεγαν με μια φωνή: αφού είναι ασσυριολόγος, θα είναι Αιγύπτιος. Τελικά υποχρεώθηκα να συμφωνήσω μαζί τους».
Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, πεθαίνει ο Αλεξάντερ Μπλόκ. Στην κηδεία του, η Αχμάτοβα μαθαίνει πως ο Γκουμιλιόφ συνελήφθη ως συμμέτοχος στην επονομαζόμενη υπόθεση Ταγκάντσεφ, μια συνομωσία νεαρών αξιωματικών των Λευκοφρουρών για την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας. Δυο εβδομάδες αργότερα τον εκτέλεσαν. Μοναδική του ενοχή ήταν ότι γνώριζε τη συνομωσία, αλλά δεν την κατήγγειλε στις αρχές. Η καταδίκη σε θάνατο

Και έπεσε ο πέτρινος ο λόγος
Στο στήθος μου ακόμα ζωντανό,
Είναι αβάσταχτος ο πόνος,
Και βλέπω να ‘ρχεται το μέλλον ορφανό.
Σήμερα έχω διάφορα να κάνω:
Να θανατώσω πρέπει το θυμητικό,
Και την ψυχή μου πρέπει να μη χάσω
Πρέπει ξανά να μάθω, πώς να ζω.
Αλλιώς… Το θρόισμα του θέρους το ζεστό,
Σαν να ‘χουμε γιορτή αυτήν την Τρίτη.
Από καιρό προαισθανόμουν όλ’ αυτά,
Την φωτεινή ημέρα και το έρημο το σπίτι.

1939

(Από το «Ρέκβιεμ», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
Μέσα σε λίγες μέρες από το θάνατο του Νικολάι Γκουμιλιόφ, η Αχμάτοβα έγραψε:«Δάχτυλα του τρόμου, όλα τα πράγματα στο σκοτάδι,
Οδηγεί το σεληνόφως στο τσεκούρι.
Υπάρχει ένα δυσοίωνο χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο:
Ένα φάντασμα, ένας κλέφτης ή ένας αρουραίος…»
 
Εκείνο τον Αύγουστο στην Ελλάδα, αυτοκτόνησε και ο αδελφός της Άννας, Αντρέι Γκορένκο. Τα συναισθήματα που της προκάλεσαν οι δυο αυτοί θάνατοι, εκφράστηκαν στην ποιητική της συλλογή, «Συνοδοιπόρος», την οποία αργότερα, αφού τη συμπλήρωσε με νέα ποιήματα, την τιτλοφόρησε «Anno Domini MCMXXI».
 
3.
 
Όχι, δεν είμαι εγώ μα κάποιος άλλος αυτός που υποφέρει.
Εγώ δεν θα το άντεχα αυτό που έχει συμβεί
Πάρτε πανιά, μαύρα πανιά, καλύψτε το
Φανάρια ας το πάρουν μακριά…
Νύχτα
(Από το «Ρέκβιεμ», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
 
 
Το νέο καθεστώς επηρρέασε πολύ τους Ρώσους διανοούμενους, καταστρέφοντας τον κύκλο των ακμεϊστών και στιγματίζοντας την Αχμάτοβα και το γιό της, Λέων Γκουμιλιόφ. Από μια νέα μαρξιστική θεώρηση, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύει μια «αστική αισθητική», αντικατοπτρίζοντας μόνο ασήμαντες «γυναικείες» ανησυχίες, που δεν συνάδουν με αυτή τη νέα επαναστατική πολιτική του καιρού. Ανεπίσημα η Αχμάτοβα είχε μπει στη λίστα των απαγορευμένων ποιητών. Για τα επόμενα 15 χρόνια, ούτε ένας στίχος της δεν θα δημοσιευτεί πουθενά. Αυτό όμως δεν σήμαινε πως εκείνη θα σταματούσε να γράφει. Να περιγράφει. Να καταγράφει τις αυλακιές του χρόνου στα μάτια όσων αγωνίζονταν.
 
Δεν είμαι από ’κείνους  ’γω
που την πατρίδα
άφησαν να την ξεσκίσουν
οι εχθροί
Στη βάρβαρη τους γαλιφιά
δεν υποκύπτω.
Μηδέ και τα τραγούδια μου
τους δίνω
 

(«Anno Domini MCMXXI», 1922)

Άνοιξη του 1925: Η Άννα αρρωσταίνει και πάλι από φυματίωση. Μπαίνει στο σανατόριο κι εκεί την επισκέπτεται καθημερινά ο Νικολάι Πούνιν, ιστορικός της τέχνης. Ένα χρόνο αργότερα, η Αχμάτοβα, συμφωνεί να ζήσει μαζί του στο σπίτι του στη Φοντάνκα και να γευτεί αυτή την ιδιόμορφη σχέση. Εκείνος, ήταν επίσημα παντρεμένος. Ζούσε στο ίδιο διαμέρισμα με τη γυναίκα του και την κόρη τους. Ο Πούνιν με την Αχμάτοβα, είχαν μεν δικό τους διαμέρισμα, αλλά παρόλα αυτά συνήθιζαν να γευματίζουν όλοι μαζί. Ακροβατούσαν σε ένα εξαιρετικά τεταμένο σχοινί. Είναι η εποχή που η Άννα, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να δημοσιεύει ποιήματά της, θα στραφεί προς την επιστημονική εργασία. Κάνει εξαιρετικές μεταφράσεις έργων των Βίκτωρ Ουγκό,   Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, Τζιάκομο Λεοπάρντι και επιδίδεται σε ακαδημαϊκές μελέτες πάνω στον Πούσκιν και στον Ντοστογιέφσκι.

Καλοκαίρι του 1928:΄Ερχεται να μείνει μαζί της ο γιος της Λέων, ο οποίος τότε ήταν 16 ετών. Του ήταν αδύνατο να σπουδάσει σε ακαδημαϊκά ινστιτούτα, λόγω των παρακρατικών δραστηριοτήτων των γονιών του.

1930: Η Αχμάτοβα προσπαθεί να χωρίσει με τον Πούνιν, εκείνος όμως την μεταπείθει απειλώντας την πως θα αυτοκτονήσει. Έτσι, εκείνη παραμένει στο σπίτι στη Φοντάνκα. Η απόλυτη ανέχεια χαρακτήριζε τις συνθήκες ζωής της. Ζούσε με λίγο φαγητό και σχεδόν καθόλου χρήματα μέσα στην πλήρη ακαταστασία. Προτιμούσε να ζει με τα απολύτως απαραίτητα και να δίνει τα δώρα και τα χρήματα που της χάριζαν φίλοι, σε όσους τα είχαν περισσότερη ανάγκη από ‘κείνη. Είχε αδυνατίσει πολύ και ντυνόταν φτωχικά. Ποτέ ωστόσο δεν αποχωριζόταν το καπέλο της. Κάποιοι πίστευαν πως ήταν άλλη μια έκφανση της κομψότητάς της. Λοιπόν, ακόμα και σ’ αυτή την κατάσταση, η Άννα κατάφερνε να προκαλεί εντύπωση. Άλλωστε, την είχαν χρίσει «Βασίλισσα του Νέβα».

Ο αντίκτυπος της ευρείας καταπίεσης του έθνους και οι εκκαθαρίσεις είχαν ένα αποδεκατιστικό αποτέλεσμα στον κύκλο των φίλων, καλλιτεχνών και διανοουμένων της Πετρούπολης. Ο στενός της φίλος και ποιητής Μάντελσταμ, απελάθηκε και καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα στο στρατόπεδο Γκούλαγκ, όπου πέθανε. Η Αχμάτοβα για λίγο γλίτωσε τη σύλληψη, ενώ ο γιός της Λέων, φυλακίστηκε πολλές φορές από  το Σταλινικό καθεστώς, με την κατηγορία της αντιεπαναστατικής δράσης. Ήταν τότε που η Άννα παρέμενε στην ουρά των φυλακών για ώρες, προκειμένου να του δώσει πακέτα φαγητού και να παρακαλέσει για την τύχη του στης μοίρας την ποδιά. 1.

Το χάραμα σε πήρανε
Κι έτρεξα πίσω σου στο ξόδι
Στην κάμαρα τη σκοτεινή κλαίγαν παιδιά
Και στο εικόνισμα μπροστά στάζαν κεριά.
Έμεινε η ψύχρα της εικόνας πάνω στα χείλη σου
Στάλες ιδρώτα που κυλούν στο μέτωπό σου
Τον θάνατο θυμίζουν… Δεν ξεχνώ!
Σαν τις γυναίκες των Στρελτσί
Σιμά στους πύργους του Κρεμλίνου
Ουρλιάζοντας θα σε θρηνώ.

5.

Μήνες τώρα δεκαεφτά είναι που σε φωνάζω
Στο σπίτι πίσω να γυρίσεις.
Γονατιστή τον δήμιο παρακαλώ
Γιόκα μ’ εσύ τη φρίκη να μη ζήσεις.
Μπλεγμένα όλα και θολά
Το κτήνος από την ανθρωπιά
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια,
Η εκτέλεση θ’ αργήσει;
Άνθη από την σκόνη πια βαριά,
Του θυμιατού η αγκομαχιά
Τα βήματα στο πουθενά
Να συντροφεύουν θέλουν.
Από ψηλά κατάματα κοιτάζει
Και μ’ όλεθρο με απειλεί
Ένα πελώριο αστέρι.

6.

Γρήγορα φεύγουν οι βδομάδες
Τι έγινε, να καταλάβω δε μπορώ
Γιόκα μ’ στη φυλακή
Οι νύχτες οι λευκές περνούνε
Και τώρα πάλι σε γρικούν
Με βλέμμα γερακίσιο, φλογερό
Για τον μεγάλο τον σταυρό
Για θάνατο μιλούνε.

1939

(Από το «Ρέκβιεμ», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)

Μέχρι το 1935, εκείνη αναφέρει πως κάθε φορά που πήγαινε στον σιδηροδρομικό σταθμό, έπιανε τον εαυτό της να χαιρετά φίλους σε κάθε της βήμα, στο δρόμο τους για την εξορία… Τόσες πολλές φιγούρες της διανόησης και της κουλτούρας της Αγίας Πετρούπολης έφευγαν στο ίδιο τρένο! Από τον κύκλο της ποίησης, ο Μαγιακόφσκι και ο Γιεσένιν αυτοκτόνησαν και η «αδελφή» της ποιήτρια, Μαρίνα Τσβετάγιεβα θα τους ακολουθήσει το 1941, γυρίζοντας από την εξορία. Η Αχμάτοβα με τον Νικολάι Πούνιν έμεινε ως το 1935. Κι αυτός συνελήφθη κατ’ επανάληψη και πέθανε στο στρατόπεδο Γκούλαγκ το 1953. Ο τραγικός αυτός κύκλος, τα ντοκουμέντα του «Ρέκβιεμ», η προσωπική της εμπειρία με βάση τα βιώματά της, την ώθησαν να γράψει: «ένα δισεκατομμύριο φωνές έβγαιναν μέσα από το βασανισμένο μου στόμα».

Προοίμιο

Συνέβη όταν χαμογελούσε ο νεκρός
Που γαλήνη βρήκε μόνο αυτός.
Νεκρό το Λένινγκραντ μπροστά στις φυλακές του
Αργοσαλεύει.
Κι απ’ τα μαρτύρια τρελές
Των κρατουμένων οι στρατιές
Βάδιζαν στα χαμένα.
Τραγούδια αποχαιρετισμού
Μέσα σε τρένα που σφυρίζουν.
Κι από ψηλά στον ουρανό τ’ αστέρια του θανάτου
Την Ρούς ακίνητη κατάχαμα κρατούν
Ματοβαμμένες μπότες την πατούν
Κι από την κλούβα οι μαύρες ρόδες.

2.

Κυλάει γαλήνια ο ήρεμος Δον
Και φεγγάρι κίτρινο μες στο σπίτι μπαίνει

Τον σκούφο του στραβά φοράει
Και μια σκιά το φεγγάρι το κίτρινο αντικρίζει

Βλέπει μια άρρωστη κυρά
Μία γυναίκα μόνη

Στο μνήμα ο άντρας της, στη φυλακή ο γιος της
Κάντε για με μια προσευχή.

4.

Ποιος να το φανταζότανε τότε που χαρωπή
Των φίλων όλων η λατρεμένη
Του Τσάρσκογιε Σελό χαρούμενη αμαρτωλή
Στη ζωή σου τι θα συμβεί.
Τριακόσια άτομα μπροστά
Κι εσύ, με το δέμα στην ουρά
Κυλούν τα δάκρυα καυτά
Σπάνε τον πάγο του χειμώνα.
Και στην αυλή της φυλακής
Μια λεύκα τα κλαδιά αργοσαλεύει..
Βουβά τα πάντα γύρω σου
Και των αθώων οι ζωές πηγαίνουν στα χαμένα…

(Από το «Ρέκβιεμ», 5, μτφ Δ. Μ. Τριανταφυλλίδης)

1940: Εντελώς αναπάντεχα της επιτρέπουν να δημοσιεύσει έργα της. Αρχικά δημοσιεύτηκαν μερικά μεμονωμένα ποιήματα, ενώ στη συνέχεια κυκλοφόρησε μια συλλογή της με τίτλο «Από έξι βιβλία», στην οποία συμπεριλήφθηκαν ποιήματα από προηγούμενες ποιητικές της συλλογές. Παρόλα αυτά αποτέλεσε μεγάλο εκδοτικό γεγονός και μέσα σε λίγες ώρες είχαν εξαφανιστεί όλα τα αντίτυπα από τα βιβλιοπωλεία. Μετά από λίγους μήνες, οι αρχές θεώρησαν λάθος την έκδοση του βιβλίου αυτού και με απόρρητη διαταγή αποσύρθηκε από όλες τις βιβλιοθήκες της ΕΣΣΔ.

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Αχμάτοβα έγινε μάρτυρας των 900 ημερών πολιορκίας του Λένινγκραντ (όπως ονομάζεται σήμερα η Αγία Πετρούπολη). Κατά τη διάρκεια των ανελέητων βομβαρδισμών της πόλης, μιλάει στο ραδιόφωνο και απευθύνεται στις γυναίκες του Λένινγκραντ. Μαζί με όλους τους πολίτες της ηρωικής αυτής πόλης φυλάει με βάρδιες στις σκεπές των σπιτιών ως μέλος ομάδας αεράμυνας. Με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης (Κ.Κ.Σ.Ε.), εγκαταλείπει την αγαπημένη της πόλη. Aπό ειρωνεία της τύχης, οι αρχές που την καταδίωκαν μέχρι τότε, αποφασίζουν να σώσουν τη ζωή της και έτσι αεροπορικώς- μέσω Μόσχας, Καζάν και Τσιστόπολ- φτάνει στην Τασκένδη στο Ουζμπεκιστάν, μαζί με άλλους καλλιτέχνες, όπως τον Σοστακόβιτς. Εκεί θα μοιραστεί το ίδιο διαμέρισμα με την Ναντιέζντα Μαντελστάμ και τη Λυδία Κορνέγιεβνα Τσουρκόφσκαγια. Μια φιλία που έμελλε να κρατήσει ως το τέλος της ζωής της. Όσο ζούσε στην Τασκένδη έγραφε ποιήματα. Όλα αφιερωμένα στο Λένινγκραντ. ΑΦΙΕΡΩΣΗ

Τα βουνά λυγίζουν μπρος σ’ αυτή τη συμφορά
δεν κυλάει ο μέγας ποταμός
μα της φυλακής τα σίδερα γερά
κι από πίσω τους του κάτεργου η «μονιά»
κι ο θανατερός καημός.
Δροσερό φυσάει το αγέρι, γι’ άλλους, ξένους
γι’ άλλους γλυκοφέγγει άχνα το δειλινό
ίδιοι εμείς παντού, δεν παίρνουμε είδηση κανένας
τα κλειδιά μονάχα ακούμε σιχαμένα
και τα βήματα βαριά των στρατιωτών.
Σηκωνόμασταν, λες κ’ είτανε για τους εωθινούς
μες στην αποθηριωμένη πόλη οδεύοντας ξανά,
συναντιόμασταν πιο ξέπνοοι κι από τους νεκρούς
χαμηλότερος ο γήλιος και στο πούσι ο Νέβας, στους καπνούς,
κι όμως τραγουδάει η ελπίδα πέρα μακριά.
Καταδίκη… και τα δάκρυα ευθύς, μα τι να σώσουν
έχει απ’ όλους ήδη αποκοπεί
λες και τη ζωή με πόνο απ’ την καρδιά θα ξεριζώσουν
λες και βάναυσα τ’ ανάσκελα θα την ξαπλώσουν
μα βαδίζει… και τρικλίζει… μοναχή.
Τάχατες οι αθέλητές μου φίλες πού είναι τώρα εκείνες
των σατανικών μου δύο ετών;
Τί στης Σιβηρίας τις θύελλες βλέπουν, στου χιονιού τη δίνη
τι φαντάζονται στον κύκλο γύρω απ’ τη σελήνη
Στέλνω σ’ όλες τους τον ύστατο χαιρετισμό.


Μάρτιος 1940

(μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
Το 1993 αποκαλύφθηκε πως οι αρχές, είχαν εισχωρήσει στο διαμέρισμα της Αχμάτοβα και την κρατούσαν υπό συνεχή επιτήρηση. Είχαν στα χέρια τους λεπτομερή αρχεία εκείνης της εποχής που την αφορούσαν, αποκομίζοντας 900 σελίδες προερχόμενες από «καταγγελίες, αναφορές από τηλεφωνικές συνομιλίες, δηλώσεις από γραπτές εκθέσεις, εξομολογήσεις αυτών που ήταν κοντά της». Αν και επισήμως στιγματίστηκε, το έργο της Αχμάτοβα συνέχισε να κυκλοφορεί μυστικά (samizdat). Το έργο της κρύφτηκε, πέρασε και διαβάστηκε στα Γκούλαγκ. Η καλύτερη φίλη της Αχμάτοβα και χρονικογράφος Λυδία Τσουκόφσκαγια, αναφέρει πως οι συγγραφείς τότε, προκειμένου να διατηρήσουν τα ποιητικά τους μηνήματα ζωντανά, χρησιμοποιούσαν διάφορες στρατηγικές. Ένας μικρός κύκλος ατόμων εμπιστοσύνης, για παράδειγμα, θα μνημόνευε ο ένας το έργο του άλλου και θα το κυκλοφορούσαν μόνο με προφορικά μέσα. Λέει πως η Αχμάτοβα έγραφε το ποίημά της για έναν επισκέπτη σε ένα πρόχειρο χαρτί για να διαβαστεί σε μια στιγμή, και μετά το έκαιγε στην κουζίνα της. Τα ποιήματα προσεχτικά διαδίδονταν με αυτό τον τρόπο, ωστόσο, είναι πιθανόν πολλά συμμορφωμένα με αυτόν τον τρόπο, να χάθηκαν. Ήταν κάτι σαν τελετουργικό. Η Τσουκόφσκαγια  έγραψε: «Χέρια, σπίρτα, ένα σταχτοδοχείο. Ένα τελετουργικό όμορφο και πικρό».

Αφιέρωση

27 Δεκεμβρίου 1940
Βσ. Κ.
………………………………..
… κι αφού είχα έλλειψη χαρτιού
Στο πρόχειρο τετράδιό σου γράφω.
Μια λέξη ξένη φαίνεται,
Σαν κάποτε μια του χιονιού νιφάδα,
Και λιώνει αθώα και γλυκά πάνω στο χέρι.
Κι οι μαύρες τ’ Αντίνοου βλεφαρίδες
άξαφνα σηκωθήκαν – κι’ εκεί
ένας πράσινος καπνός,
Φυσά ένα αεράκι γνώριμο…
Μην είναι η θάλασσα;
Όχι, πάνω στους τάφους μόνο τα φύλλα
Δέντρων κωνοφόρων είναι και η σαπίλα των ριζών
Ολοένα και πιο κοντά, πιο κοντά ….
Marche funebre …
Σοπέν…
Νύχτα. Σπίτι στη Φοντάνκα

(Από το «Ποίημα Δίχως Ήρωα», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
Από το 1940, η Άννα είχε αρχίσει να δουλεύει το «Ποίημα Δίχως Ήρωα». Τελειώνοντας ένα προσχέδιο στην Τασκένδη και δουλεύοντας πάνω στο «Ποίημα» για 20 χρόνια, το θεωρούσε το μεγαλύτερο έργο της ζωής της. Ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του πρώτου του ακροατηρίου – τους φίλους και συμπολίτες που χάθηκαν στο Λένινγκραντ κατά τη διάρκεια της πολιορκίας.ΕΙΣΑΓΩΓΗΑΠΟ ΤΟ ΧΙΛΙΑ ΕΝΝΙΑΚΟΣΙΑ ΣΑΡΑΝΤΑ
ΣΑΝ ΑΠΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΑΠΟ ΨΗΛΑ.
ΣΑ ΝΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩ ΞΑΝΑ
ΟΛΑ ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΚΑΙΡΟ ΤΩΡΑ ΕΧΩ ΑΦΗΣΕΙ.
ΕΚΑΝΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΗΝ ΣΚΟΤΕΙΝΗ25 Αυγούστου 1941
Πολιορκημένο Λένινγκραντ


(Από το «Ποίημα Δίχως Ήρωα», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
Αρχές του 1944: Η Άννα φεύγει από την Τασκένδη και πηγαίνει να βρει στο Λένινγκραντ τον Γκαρσίν. Ο Βλαντιμίρ Γκεοργκίεβτς Γκαρσίν, ήταν ένας αξιόλογος άνθρωπος και πολύ καλλιεργημένος, με τον οποίο συνδέθηκε μετά το χωρισμό της από τον Πούτιν. Ήταν παθολογοανατόμος και νοιαζόταν πολύ για την υγεία της, την οποία η ίδια περιφρονούσε εντελώς. Όταν η Άννα βρισκόταν στην Τασκένδη έλαβε μια επιστολή του, στην οποία την πληροφορούσε πως η σύζυγός του είχε πεθάνει και σε επόμενή του επιστολή, την παρακάλεσε να τον παντρευτεί. Εκείνη δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Γεμάτη χαρά και όνειρα για μια νέα ζωή δίπλα στον Γκαρσίν, δεν δίστασε να ανακοινώσει παντού πως θα τον παντρευόταν. Και πάλι όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια γι’ αυτήν. Όταν τον συνάντησε στο σιδηροδρομικό σταθμό, εκείνος με ύφος απλανές τη ρώτησε: «Πού να Σας πάω;» Μια ερώτηση. Ένα κενό από συνεχιζόμενες τελείες… Εκείνη ανέκφραστη, σχεδόν παγωμένη, κοίταξε γύρω της μήπως της δώσει κάποιος άλλος την απάντηση που γύρευε. Όλα ήταν τόσο απλά. Οι απαντήσεις κρύβονταν στα γκριζογάλανα βλέμματα. Στους κύκλους γύρω από τα μάτια. Στους κύκλους που χωρίζονταν στο κέντρο της παλάμης. Ήταν αλήθεια. Ο Γκαρσίν είχε παντρευτεί κρυφά μια νοσοκόμα. Ίσως να είχε χάσει τα λογικά του. Ή ίσως να τα είχε ξαναβρεί. Η γραμμή άλλωστε ήταν πάντα πολύ λεπτή για να το πει κανείς με σιγουριά. Ήταν εξάλλου και το κρύο! Και η πείνα! Και η μοίρα; Ήταν η φρίκη της πολιορκίας. Ο Γκαρσίν πέθανε το 1956. Την ημέρα του θανάτου του η καρφίτσα που κάποτε της είχε χαρίσει έσπασε… Άλλο ένα σημάδι σαν αυτά που την ακολουθούσαν σε όλη την πορεία της ζωής της.  Κάθε άντρας κι ένα σημάδι. Μια χαρακιά στο δέρμα της μοίρας. Σημάδια παθιασμένα, εκκεντρικά, σοφά κι αγωνιώδη. Αδύναμα να καθρεφτίσουν και να καθρεφτιστούν μέσα απ’ τα μάτια της. Μέσα απ’ τα μάτια μιας ξένης… και πάντα μόνης… στο διάβα του χρόνου….ΑΥΤΗ ΕΙΜΑΙ

Αυτή είμαι σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη.
Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,
σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.
Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,
εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,
κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!
Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία
και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες
ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.
Ω, τι να την κάνω αυτή την αγνότητα
τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;
Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!
δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,
για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν
στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας
Επιστρέφοντας από την Τασκένδη, τα σημάδια την είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια η ίδια. Δεν θα μπορούσε εξάλλου. Μετά τον τύφο που πέρασε εκεί, είχε αρχίσει να παίρνει βάρος. Έβγαλε και το περίφημο καπέλο που την καθιέρωσε. Τίποτα πια δεν την θύμιζε, σε όψη και συμπεριφορά. Τα σημάδια την έκαναν να φαίνεται πιο απόμακρη. Όμως παρέμενε το ίδιο απλή.
Μάης του 1944: Η Άννα γυρίζει στο Λένινγκραντ. Περιγράφει την ταραχή της όταν αντίκρισε «ένα τρομερό φάντασμα που υποκρινόταν πως ήταν η πόλη της». Τακτικά διάβαζε σε στρατιώτες στα στρατιωτικά νοσοκομεία και πραγματικά, τα ποιήματά της, έμοιαζαν να είναι η φωνή αυτών που είχαν αγωνιστεί και όσων είχαν επιβιώσει. Κάποια από τα πιο πατριωτικά της ποιήματα εμφανίστηκαν στις πρώτες σελίδες της Πράβντα. Η εξουσία τώρα την αποδέχεται. Της απονέμεται το παράσημο «Για την πολιορκία του Λένινγκραντ» για τους πατριωτικούς στίχους που είχε γράψει. Τώρα ετοιμάζεται και η έκδοση των άρθρων της σχετικά με τον Πούσκιν, καθώς και μια εκλογή ποιημάτων της. Μια γη όχι δική μου, κι όμως
για πάντα αξιομνημόνευτη,
τα νερά του ωκεανού της
παγωμένα και δροσερά.
Άμμος στο βάθος λευκότερη από κιμωλία,
Κι ο αγέρας μεθυσμένος, σαν κρασί,
Αργά ο ήλιος κείτεται γυμνός
Τα ρόδινα άκρα των πεύκων.Το ηλιοβασίλεμα στα αιθέρια κύματα
Δεν μπορώ να πω αν η μέρα
Τελειώνει, ή ο κόσμος, ή αν
Το μυστικό των μυστικών είναι μέσα μου πάλι.

(«Μια γη όχι δική μου» – «A land not mine», 1964)
1945: επιστρέφει ο γιός της, από την εξορία όπου βρισκόταν από το 1939. Αυτό το γεγονός της δίνει μεγάλη χαρά. Τώρα μητέρα και γιος αρχίζουν να ζουν μαζί. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια φαίνεται ότι η ζωή της αποκτά μια σταθερότητα.

Φθινόπωρο του 1945: Η Αχμάτοβα γνωρίζεται με τον κριτικό της λογοτεχνίας Ισαάκ Μπερλίν, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν στέλεχος της βρετανικής πρεσβείας. Οι επαφές με ξένους, ιδιαίτερα με στελέχη πρεσβειών, δεν γίνονταν αντιληπτές ως φιλικές πράξεις απέναντι στο καθεστώς. Παρόλα αυτά ο Μπερλίν την επισκέφτηκε αρκετές φορές και ήταν ο τελευταίος από εκείνους που άφησαν τα ίχνη τους στην καρδιά της. Όμως αυτή η συνάντηση για εκείνη ήταν μοιραία και οικουμενικής σημασίας. Αφιέρωση δεύτερη
Ο.Σ.

Εσύ είσαι Αράχνη – Ψυχή
Που με ασπρόμαυρη βεντάλια
Αέρα μου κάνεις σκυμμένη πάνω μου.
Μυστικά θέλεις να μου πεις
Πως πέρασε το Καλοκαίρι
Και περιμένεις την επόμενη άνοιξη.
Μην μου υπαγορεύεις, τ’ ακούω κι εγώ:
Μια βροχή ζεστή χτυπάει τη στέγη,
Ψίθυρους ακούω από τον κισσό.
Κάποιος μικρός αποφάσισε να ζήσει
Πρασίνισε, φούντωσε, προσπάθησε
Αύριο σε νέο αστραφτερό αντίσκηνο
Θα κοιμηθώ –
μόνη, μονάχη με τον εαυτό μου.
Εκείνο που οι άνθρωποι άνοιξη ονομάζουν,
Εγώ το λέω μοναξιά.
Κοιμάμαι –
Και ονειρεύομαι τη νιότη μας,
Εκείνη, τη στιγμή που έφυγε
Στον ξύπνιο μου,
Αν θέλεις, στην δίνω να θυμάσαι,
Σα να ‘ναι φλόγα καθαρή μέσα στη λάσπη,
σα γαλανθός στου μνήματος την άκρη.

25 Μαΐου 1945
Σπίτι στη Φοντάνκα.

(Από το «Ποίημα Δίχως Ήρωα», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)
14 Αυγούστου του 1946: Με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Σοβιετικής Ένωσης, τα έργα του Μιχαήλ Ζόσενκο και της Άννας Αχμάτοβα που παρουσιάζονταν μέσα από τις σελίδες των περιοδικών «Ζβεζντά» και «Λένινγκραντ», κατηγορήθηκαν ως ιδεολογικώς εχθρικά προς το κράτος και διαγράφηκαν οι συγγραφείς από την Ένωση Συγγραφέων. Σε λιγότερο από ένα μήνα, η επιτήρηση της Αχμάτοβα αυξήθηκε και της αφαιρέθηκαν τα κουπόνια με τα οποία προμηθευόταν τρόφιμα. Το βιβλίο της που βρισκόταν στο στάδιο της εκτύπωσης πολτοποιήθηκε. Ο αρχηγός της Σοβιετικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας και στενός συνεργάτης του Στάλιν, Αντρέι Ζντάνοφ, δημόσια την αποκάλεσε «μισή πόρνη, μισή καλόγρια» και χαρακτήρισε το έργο της προϊόν ερωτισμού, μυστικισμού και πολιτικής αδιαφορίας. Την κατηγόρησε πως δηλητηρίασε τα μυαλά της Σοβιετικής νεολαίας. Μετά τη δημοσίευση της απόφασης του κόμματος, η Αχμάτοβα βρέθηκε στην απόλυτη απομόνωση. Ακόμα και με όσους την νοιάζονταν διέκοψε κάθε είδους επαφή, για να μην τους εκθέσει σε κίνδυνο. Παρόλα αυτά, υπήρξαν άνθρωποι που την επισκέπτονταν καθημερινά, της έφερναν τρόφιμα, της ταχυδρομούσαν επιστολές και κουπόνια για την προμήθεια τροφίμων. Η ίδια βαθιά συγκινημένη από την αγάπη του κόσμου, συνέχιζε να δουλεύει το «Ποίημα Δίχως Ήρωα», αντικρίζοντας και πάλι με αντοχή τα σημάδια της μοίρας.Αλλά το θέμα είναι
Πως είμαστε όλοι καταδικασμένοι να γνωρίζουμε
Τι σημαίνει να μην κοιμάσαι για τρία χρόνια,
Τι σημαίνει να μαθαίνεις τη μέρα
Για αυτούς που χάθηκαν τη νύχτα
Τέλη του 1949: Ο γιος της Λέων  συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε 10 χρόνια σε στρατόπεδο αιχμαλώτων της Σιβηρίας. Η Αχμάτοβα πέρασε πολλά από τα επόμενα χρόνια, προσπαθώντας να διασφαλίσει την απελευθέρωσή του. Για το σκοπό αυτό, και για πρώτη φορά, δημοσίευσε απροκάλυπτα προπαγανδιστική ποίηση, με τίτλο «Δόξα στον κόσμο» στο περιοδικό «Ογκονιόκ», υπερασπίζοντας ανοιχτά τον Στάλιν. Την ίδια χρονιά, το καθεστώς ζητά συγγνώμη από την Αχμάτοβα. Ποτέ όμως η ίδια δεν αναγνώρισε αυτά της τα ποιήματα ως γνήσιο μέρος του έργου της. Πως θα μπορούσε άλλωστε; Διέφεραν τόσο από τα γνήσια σημάδια που της είχε σκαλίσει το καθεστώς του χρόνου μέσα στα μάτια. «Μὴ ἐποδύρου μου Μῆτερ, καθορῶσα ἐν τάφῳ…»
ΣΤΑΥΡΩΣΗ


1.
Χορός αγγέλων ύμνησε τη δοξασμένη ώρα
Κι ο ουρανός συντρίφθηκε μέσα στην πυρκαγιά.
Κι είπε προς τον Πατέρα του: Ινα τι με εγκατέλιπες
Κι είπε προς τη Μητέρα του: Μη θρηνείς δι’ εμέ.
1940, Μέγαρο Φοντάνκα

2.
Θρηνούσε και χτυπιόταν η Μαγδαληνή,
Ο πιο καλός του μαθητής έστεκε σαν την πέτρα,
Και κανείς στη Μητέρα του, τη σιωπηλή και μόνη
Να στρέψει δεν ετόλμησε για μια στιγμή το βλέμμα.

1943, Τασκένδη

(Από το «Ρέκβιεμ», απόδοση Γιάννης Αντιόχου)
Σιγά σιγά, το έργο της Αχμάτοβα αναγνωρίστηκε ανάμεσα στους Ρώσους ποιητές και από κομματικά στελέχη.
1951: Η Άννα γίνεται και πάλι δεκτή στην Ένωση Συγγραφέων.
5 Μαρτίου 1953: Πεθαίνει ο Ιωσήφ Στάλιν.
1956: Αρχίζουν να επανεμφανίζονται ποιήματα της Αχμάτοβα. Ο γιός της Λέων παρέμεινε στο στρατόπεδο μέχρι αυτή τη χρονιά. Η τελική του αποφυλάκιση, έγινε μετά το θάνατο του Στάλιν. Εκείνη ωστόσο, ποτέ δεν σταμάτησε να προσπαθεί για την αποφυλάκισή του. Όταν βγήκε από το στρατόπεδο ο Λέων, ήταν πεπεισμένος πως η μητέρα του δεν είχε κάνει τίποτα για να τον βοηθήσει. Θεωρούσε πως εκείνη ενδιαφερόταν περισσότερο για την ποίηση παρά για ‘κεινον. Όσο ζούσαν μαζί, οι σχέσεις τους ήταν τεταμένες. Όταν ο Λέων άρχισε να ζει μόνος του, διακόπηκαν σχεδόν εντελώς. Εκείνος έγινε γνωστός επιστήμονας ειδικευμένος στις ανατολικές σπουδές. Εξάλλου είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του στα στρατόπεδα των απομακρυσμένων ανατολικών περιοχών της αχανούς του πατρίδας. Σήμερα τα έργα του θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικά για τους ιστορικούς. Η αλήθεια είναι πως η Άννα ποτέ δεν έπαψε να είναι πολύ περήφανη για το γιό της. Η άγνοια, ήταν ακόμα ένα σημάδι χαραγμένο που την πονούσε…
«Σκουριάζει το χρυσό και το ατσάλι παίρνει σήψη,
η πέτρα θρυμματίζεται, ο θάνατος παντού.
Πάνω στη γη πιο σταθερή η θλίψη
και πιο μακρόβιος ο λόγος του σοφού.»
1958: Η κοινωνική καταξίωση της Αχμάτοβα είναι γεγονός. Εκδίδεται μια σειρά του συλλογικού της έργου που περιλαμβάνει ποιήματα από το 1909-1960 και άλλη μια με τίτλο «Η πτήση του Χρόνου» που περιλαμβάνει ποιήματα από το 1909-1965.Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο…

Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.
Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτω απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.
Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου…
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.

1936-1960
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της ζωής της, συνέχισε να ζει με την οικογένεια του Πούνιν στο Λένινγκραντ. Συνέχιζε να μεταφράζει και να ανακαλύπτει τον Πούσκιν ενώ δεν σταμάτησε να γράφει και τη δική της ποίηση. Τώρα ζούσε πολύ διαφορετικά απ’ ότι στο παρελθόν και βίωνε διαφορετικές συγκινήσεις. Ο γιος της ήταν ελεύθερος και η ίδια είχε αποκτήσει το δικαίωμα να δημοσιεύει τα έργα της. Αν και λογοκρίθηκε, προσπάθησε να ξαναχτίσει το έργο που καταστράφηκε ή καταστάληκε κατά τις εκκαθαρίσεις. Εκείνο το έργο που είχε θέσει σε κίνδυνο τη ζωή του γιου της στα στρατόπεδα αιχμαλωσίας. Δούλευε επίσης το χαμένο, ημι-αυτοβιογραφικό έργο «Ενούμα Έλις» καθώς και τα επίσημα απομνημονεύματά της, κάποια προσχέδια  διηγημάτων και φυσικά το επικό της «Ποίημα δίχως Ήρωα».
Τώρα τα μοναδικά της προβλήματα είναι οι αρρώστιες που την ταλαιπωρούν. Έχοντας πάρει αρκετό βάρος, της ήταν αδύνατο να περπατήσει και ως εκ τούτου αντιμετώπιζε καρδιολογικά προβλήματα. Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η Αχμάτοβα παρέμενε όμορφη και αξιοπρεπής. Η ευγένεια των τρόπων της, η σοβαρότητα του βλέμματος και η έκφραση μιας ακαθόριστης θλίψης στα χαρακτηριστικά του προσώπου της, συνέχιζαν να μαγνητίζουν τους γύρω της. Εκείνη συνέχιζε να γράφει ερωτικά ποιήματα και προειδοποιούσε τους νέους που την επισκέπτονταν: «Μόνο εμένα δεν χρειάζεται να ερωτευτείτε! Αυτό είναι το μόνο που δεν χρειάζομαι πια». Πόσα ακόμα βλέμματα θα μπορούσε εξάλλου να αντικρύσει ο καθρέφτης της ψυχής της και να μην σπάσει; Δεν διακινδύνευε τη μοίρα του. Έφερε ήδη πάνω του πολλά σημάδια… Η Άννα, ενέπνευσε και συμβούλεψε ένα μεγάλο κύκλο νέων Σοβιετικών συγγραφέων. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της περιτριγυρισμένη από νέους ανθρώπους, παιδιά φίλων του παρελθόντος, μαθητές της. Ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις είχε αναπτύξει με τους νέους ποιητές του Λένινγκραντ, όπως τους: Γιεβγένι  Ρέιν,  Ανατόλι Νάιμαν,  Ντμίτρι Μπομπίσεφ, Γκλέμπ Γκορμπόφσκι και τον Ιωσήφ Μπρόντσκι, τον μετέπειτα νομπελίστα ποιητή.
1960: Το «Ρέκβιεμ», καθιερώνει την Άννα ως ηγέτη του κινήματος των διαφωνούντων κι εκείνη ενδυναμώνοντας αυτή την εικόνα, χαιρετίζεται ως εκπρόσωπος «πασών των Ρωσιών». Τώρα η Άννα είναι πιο δημοφιλής απ’ ότι ήταν πριν την επανάσταση. Σε μορφή βιβλίου, το «Ρέκβιεμ» στα Ρώσικα, εμφανίστηκε το 1963 στο Μόναχο. Στη Ρωσία, όλο το έργο δεν δημοσιεύτηκε ως το 1987.
Όχι δεν ζήτησα τον ξένο ουρανό
ούτε φτερούγας ξένης προστασία
είμουν με τον λαό μου τότε εδώ
όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία
(1961, μτφ Άρης Αλεξάνδρου)
Η  Άννα Αχμάτοβα τιμήθηκε ευρέως στη Ρωσία και στη Δύση. Απέκτησε μάλιστα το δικαίωμα να μπορεί να ταξιδεύει στο εξωτερικό.
1964: Για τα 75 της γενέθλια, νέες συλλογές των στίχων της δημοσιεύονται. Την ίδια χρονιά της απονέμεται το βραβείο «Αίτνα –Ταορμίνα».
1965: Πηγαίνει στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης συνοδευόμενη από την πολύχρονη φίλη της και γραμματέα Λύδια Τσουκόφσκαγια, για να παραλάβει τιμητικό διδακτορικό δίπλωμα, για το σύνολο των έργων της σχετικά με τον Πούσκιν.

Ταξίδεψε στο Λονδίνο και στο Παρίσι και κατά την παραμονή της εκεί είχε την ευκαιρία να συναντηθεί με φίλους της νιότης της, τη Σαλώμη Γκαλπέρι, τον Γιούρι Άννενκοφ, ο οποίος κάποτε την είχε ζωγραφίσει, τον Ισαάκ Μπερλίν, τον Μπόρις Άνρεπ. Ήταν όλοι εκεί. Σκιές του παρελθόντος, μνημονικά γερά δεμένα μέσα της, κάτω απ’ το γκριζογάλανο βλέμμα που τώρα την κοιτούσε με απορία για το μετά… Εκείνη και πάλι έψαχνε την απάντηση. Την απάντηση που ίσως τώρα να μην είχε ανάγκη να δώσει. Γιατί πολύ απλά δεν χρειαζόταν απάντηση. Τι θα μπορούσε να περιγράψει τώρα; Τώρα οι γραμμές της παλάμης της, είχαν κάνει τον κύκλο τους. Τα σημάδια του χρόνου κάτω απ’ τα μάτια της, κόντευαν να κλείσουν. Κι εκείνη δεν είχε κάτι άλλο να πει, ούτε και να αντικρίσει. Για ένα ήταν όμως τόσο σίγουρη! Πως θα συνέχιζε να καθρεφτίζει όπως έκανε πάντα… Ναι! Θα συνέχιζε να ακούει τις φωνές όλων και θα συνέχιζε να περιγράφει μέσα απ’ τα μάτια όσων θα στέκονταν δίπλα της στου χρόνου την ουρά. Κι εκείνη…, κι η άλλη…, η γνώριμη τώρα μορφή, δεν θα ήταν πια μόνη. Ούτε και ξένη. To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης


Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ήχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου”.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ’ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

(μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
Νοέμβριος του 1965: Σύντομα μετά την επίσκεψή της στην Οξφόρδη, η Άννα παθαίνει εγκεφαλικό και μπαίνει στο νοσοκομείο. Την Άνοιξη της ίδιας χρονιάς, μεταφέρεται σε σανατόριο στη Μόσχα.

5 Μαΐου 1966:  Τη μέρα της επετείου του θανάτου του Στάλιν, η Άννα Αχμάτοβα πεθαίνει από καρδιακή ανεπάρκεια στην ηλικία των 76 ετών. Τι τραγική ειρωνεία να πεθάνει τη μέρα που τόσο λάτρευε να γιορτάζει! Εις θάνατον

Έτσι κι αλλιώς θα ‘ρθείς γιατί όχι τώρα;
Σε καρτερώ κι ας είναι δύσκολο πολύ.
Τα φώτα έσβησα κι η πόρτα είναι ανοιχτή
Να μπεις εσύ, απλός και σπάνιος, σα θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ‘ρθείς
Βλήμα φαρμακερό και σκότωσέ με
Ή λεπίδα ύπουλη ληστή
Ή του τύφου την ανάσα.
Ή σαν παραμύθι που ‘χεις σκαρφιστεί
Γνωστό μέχρι αηδίας
Σε όλους από χρόνια, –
Για να μπορέσω πια να δω
Το γαλάζιο καπέλο στην αυλή
Και το χλωμό από τον τρόμο πρόσωπο του θυρωρού.
Όλα αδιάφορα μου είναι. Κυλάει αφρίζοντας ο Γιενισέι
Κι αστέρι πολικό στο βάθος αχνοφέγγει.
Κι η λάμψη η γλυκιά από τα γαλάζια μάτια
Την φρίκη τη στερνή να σβήσει.

19η Αυγούστου 1939
Σπίτι στη Φοντάνκα

(Από το «Ρέκβιεμ», μτφ. Δ. Τριανταφυλλίδης)

Δυο τελετές έγιναν – μία στη Μόσχα και μια στο Λένινγκραντ – την οποία παρακολούθησε πλήθος χιλιάδων. Αφού εμφανίστηκε σε ανοιχτό φέρετρο, μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία στο ναό Νικόλσκι του Λένινγκραντ, η Άννα Αντρέγιεβνα Αχμάτοβα ενταφιάστηκε στο Κομάροβο Νεκροταφείο στην Αγία Πετρούπολη. Η τελευταία της μόνιμη κατοικία. Το τελευταίο της ταξίδι με συνοδεία το πλήθος. Το τελευταίο της όραμα υπογράφει: «Deus conservat omnia» – «Ο Θεός τα πάντα σώζει»,

Επίλογος


Ι
Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ
Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:
Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,
Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».
Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.
Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.
Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε
Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα
Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε
Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν
Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ – να στέκει
Όχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,
Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,
Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.
Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου
Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

Μάρτιος 1940

(Από το «Ρέκβιεμ», απόδοση: Γιάννης Αντιόχου)
 ————————————————————————–

Άννα Αχμάτοβα Οι υπερασπιστές του Στάλιν

Είναι εκείνοι που φώναζαν: «Τον Βαραββά!

Ελευθέρωσε για τη γιορτή…», εκείνοι,

Που το κώνειο διέταξαν στο Σωκράτη να πιει

Στη πνιγηρή, στενάχωρη φυλακή.

Αυτό το πιοτό θα πρέπει

Στ’ αθώο του συκοφάντη στόμα να χυθεί,

Εκείνων που τα βασανιστήρια αγαπούσαν

Εκείνων που ‘ξεραν πως να παράγουν ορφανά.

25 Οκτωβρίου 1962

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Το ποίημα αυτό προέρχεται από τον ποιητικό κύκλο «Από το κρυφό τετράδιο», στο οποίο περιλαμβάνονται ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια 4 δεκαετιών και παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι το τέλος της ζωής της. Ο ποιητικός αυτός κύκλος ανήκει στην ποιητική της συλλογή «Η φυγή του χρόνου».

http://samizdatproject.blogspot.gr/2013/10/blog-post_30.html

Advertisements

30/09/2014 - Posted by | -ποιητές, -τραγούδια, -Γραμματεία, -Ιδεολογικά, -Ποίηση, ΕΣΣΔ

2 Σχόλια »

  1. О́сип Мандельшта́м (Οσίπ Μαντελστάμ)
    Ερανίσματα από την ποίησή του
    Του Δημήτρη Β. Τριανταφυλλίδη

    Μία από τις πλέον τραγικές μα και συνάμα λυρικές μορφές της ρωσικής ποίησης των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ο Οσίπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ.

    Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, αλλά την παιδική του ηλικία και τα πρώτα χρόνια της νεότητάς του τα πέρασε στην Πετρούπολη, όπου ζούσε η οικογένειά του και στο Πετροπάβλοσκ, όπου πήγαιναν διακοπές τα καλοκαίρια.

    Ο πατέρας του ήταν ένας Εβραίος αυτοδίδακτος μικροαστός κύριο χαρακτηριστικό της ζωής του οποίου ήταν οι συνεχείς αποτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Εκτός απ’ αυτό, εκείνο που τον χαρακτήριζε ήταν η κακή γνώση και χρήση τόσο της ρωσικής όσο και της γερμανικής γλώσσας. Απεναντίας, η μητέρα του ήταν μια καλλιεργημένη γυναίκα που προσπαθούσε να μεταδώσει στον γιο της την αγάπη για τη λογοτεχνία.

    Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και για τον λόγο αυτό του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι’ αυτό και ο Οσίπ σε ηλικία 14 ετών έφυγε από το σπίτι και κατέληξε στην ανώτατη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο. Αντί όμως να μελετάει το ιερό βιβλίο των ομοφύλων του, προτιμούσε να ασχολείται με τα κείμενα του Σίλερ και των άλλων Γερμανών φιλοσόφων του 18ου αιώνα.

    Οσον αφορά τα βιογραφικά στοιχεία του Οσίπ Μαντελστάμ που αναφέρονται στην προεπαναστατική Ρωσία ότι διαθέτει σήμερα ο ερευνητής είναι ελάχιστα και συνήθως θησαυρίζονται είτε στο αυτοβιογραφικό του δοκίμιο «Ο θόρυβος του Χρόνου», είτε στις αναμνήσεις ανθρώπων του περιβάλλοντός του.

    Συνεχείς αλλαγές του τόπου διαμονής, προφανώς εξαιτίας των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε ο πατέρας του αλλά και η φοίτηση στην ανώτατη εμπορική σχολή, ένα από τα πλέον προοδευτικά εκπαιδευτική ιδρύματα της εποχής εκείνης, είναι μερικές από τις εικόνες που έχουμε για τον Μαντελστάμ. Το 1907 φεύγει για το Παρίσι λόγω της γοητείας που ασκούσαν πάνω του οι Γάλλοι συμβολιστές. Το 1910 θα φοιτήσει για δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο της Χαϊλδεβέργης, ενώ το 1911 θα αρχίσουν οι σπουδές του στο τμήμα της Ρωμανογερμανικής Γλώσσας της Ιστορικής και Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Πετρούπολης. Σπουδές τις οποίες δεν θα ολοκληρώσει, παρ’ όλο που διάφορες μαρτυρίες επιβεβαιώνουν αυτό που θα φανεί αργότερα περίτρανα στη τέχνη του, τη γοητεία που ασκούσε πάνω του η ελληνική γλώσσα και ιστορία.

    Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και είναι συνδεδεμένα με την κυκλοφορία του περιοδικού «Απόλλων», στα τέλη του 1909. Την περίοδο αυτή γνωρίστηκε με τον Ν. Σ. Γκουμιλιόφ, μια φιλία που κράτησε μέχρι τον θάνατό του. Ταυτόχρονα εισέρχεται στον κύκλο του ποιητή Βιατσεσλάβ Ιβανόφ, στον οποίο είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση το πάθος του νεαρού Οσίπ. Το 1913 κυκλοφορεί ιδίοις αναλώμασι η πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο «Λίθος» από τον εκδοτικό οίκο «Ακμή». Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Μαντελστάμ γράφει μερικά ποιήματα επηρεασμένος από την πρωτόγνωρη φρίκη των πολεμικών συγκρούσεων. Το 1916 βρίσκεται για ένα χρονικό διάστημα στην Κριμαία, όπου γράφει ένα από τα καλύτερά του ποιήματα, το Tristia.

    Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του Μαντελστάμ τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια. Μοναδικές μαρτυρίες τα άρθρα του σε αντικομμουνιστικές εφημερίδες και φυλλάδια μεταξύ 1917-1918. Την επόμενη χρονιά πηγαίνει από το Κίεβο στην Κριμαία με τα στρατεύματα των λευκών υπό τον στρατηγό Βράνγκελ, ενώ το 1920 καταφεύγει στη Γεωργία προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τους Κόκκινους. Από εκεί για ένα διάστημα βρίσκεται στη Μόσχα αλλά και στην Πετρούπολη, δίχως όμως να έχουμε σαφείς ενδείξεις για τον ακριβή χρόνο, παρά μόνο τις δικές του σημειώσεις στα ποιήματά του.

    Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη. Το 1922 κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή «Tristia» με τον υπότιτλο «Πετρούπολη-Βερολίνο». Προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζειν κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά. Την ίδια χρονιά, το 1922, παντρεύεται στη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα, αδελφή του ποιητή Ευγένιου Χαζίνα.

    Το 1925 κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ο θόρυβος του Χρόνου». Το 1928 κάνει την εμφάνισή της η πρώτη αναδρομική συλλογή έργων του, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή δοκιμίων του με τον γενικό τίτλο «Περί ποιήσεως». Μετά από τη χρονιά αυτή ο Οσίπ Μαντελστάμ δεν εκδίδει τίποτε.

    Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και μετά ο Μαντελστάμ αρχίζει, μαζί με άλλους, να βιώνει τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πλήθος λογοτεχνών της εποχής του στρέφεται, καθ’ υπόδειξη της κομματικής ιεραρχίας, εναντίον του. Πολλοί διακόπτουν κάθε επαφή μαζί του. Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις δημόσιων προπηλακισμών.

    Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους και επιγράμματα κατά του Στάλιν και καταδικάζεται σε φυλάκιση τριών ετών στο στρατόπεδο Τσερντίν. Εκεί κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου. Από εκεί, σε χρόνο άγνωστο σε μας, μεταφέρεται στο Βαρόνεζ. Εικάζουμε όμως ότι πρόκειται για το 1935. Στοιχεία για τον βίο του ποιητή κατά τη διάρκεια αυτής της τριετούς εξορίας δεν υπάρχουν.

    Για δεύτερη φορά συλλαμβάνεται στις 2 Μαΐου 1938 και εξορίζεται στο Μαγκαντάν, στην ανατολική Σιβηρία. Κατά τη διάρκεια της μεταγωγής του εκεί, τα όργανα της Κα.Γκε.Μπε. τού δημιουργούν τις υπόνοιες ότι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Φτάνοντας στο στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει και κλέβει το φαγητό των συγκρατούμενων του, οι οποίοι τον χτυπούν, τον χλευάζουν και τον αναγκάζουν, εν τέλει, να τρέφεται με σκουπίδια και να ζει έξω από τα παραπήγματα στο τρομερό σιβηριανό κρύο. Μετατρέπεται σε μια εξαθλιωμένη φιγούρα και παρά τις φροντίδες κάποιων εξόριστων γιατρών ο θάνατος τον βρίσκει στο Βλαδιβοστόκ στις 27 Δεκεμβρίου του 1938.

    Τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου δεν τις γνωρίζουμε και προφανώς δεν θα τις μάθουμε ποτέ. Γνωρίζουμε όμως τις συνθήκες που επικρατούσαν την εποχή εκείνη για κάθε ελεύθερο πνεύμα. Γνωρίζουμε τις θηριωδίες που διαπράχθηκαν στο όνομα ενός καλύτερου μέλλοντος για τον άνθρωπο. Γνωρίζουμε το συλλογικό έγκλημα που έγινε στο όνομα του ανθρωπισμού. Η ζωή και το έργο του Οσίπ Μαντελστάμ δεν θα μας αφήσουν ποτέ να τα λησμονήσουμε.

    *

    Τίποτα δε ‘ναι πιο γλυκό
    Από το πρόσωπό σου,
    Κατάλευκο και ξέξασπρο
    Το χέρι σου είναι,
    Κι εσύ από τον κόσμο
    φεύγεις μακριά
    Κι ύπαρξή σου ολάκερη
    Γέννημα μοίρας είναι.

    Της μοίρας
    Είν’ η θλίψη σου
    Και τα ζεστά σου χέρια,
    Η ήρεμη φωνή
    Των θαρραλέων λόγων σου,
    Και των ματιών σου
    Το μακρινό το βάθος

    Silentium

    Αυτή δεν έχει ακόμη γεννηθεί,
    Αυτή, είναι η μουσική κι ο λόγος
    Είναι ο ακατάλυτος δεσμός
    Ολάκερης της πλάσης

    Του στήθους ήρεμα αναπνέουν τα πελάγη
    Και σαν η μέρα φωτίστηκε καλά
    Κλαδιά μιας πασχαλιάς χλωμής
    Μέσ’ το γαλάζιο βάζο είναι.

    Τη δύναμη τα χείλη μου θα βρουν
    Τον πρώτο δισταγμό να ξεπεράσουν
    Νερό κρυστάλλινο να πιουν
    Γιατί αυτό, αγνό γεννήθηκε στον κόσμο!

    Ακίνητη στάσου Αφροδίτη
    Στη μουσική επέστρεψε τον λόγο,
    Των άλλων τις καρδιές να λυπηθείς
    Με την αρχέγονη ζωή ενώσου!

    *

    Ισως να σου ‘μαι άχρηστος,
    Νύχτα – από τα βάθη του ωκεανού
    Σαν όστρακο δίχως μαργαριτάρι
    Ξεβράστηκα στην ακτή σου.

    Κάνεις τα κύματα αδιάφορα ν’ αφρίζουν
    Κι αδιάλλακτα τραγουδάς –
    Μα θ’ αγαπήσεις κάποτε και τότε θα εκτιμήσεις
    Τ’ άχρηστο ψέμα αυτού του κογχυλιού.

    Στην άμμο δίπλα της ξαπλώνεις
    Φοράς τ’ άμφια τα δικά της,
    Μαζί της δένεσαι για πάντα
    Μεγάλη της αποθαλασσιάς καμπάνα

    Και οι λεπτοί του κογχυλιού οι τοίχοι,
    Σαν έρημο σπίτι πλημμυρίζουν
    Απ’ τους ψιθύρους του αφρού,
    Τ’ αγέρα, της βροχής και της ομίχλης…

    *

    Μισώ των ομοιόμορφων
    Αστεριών το φως.
    Παραλήρημα – παλιέ μου γνώριμε,
    Σε χαιρετώ από το ύψος της πολεμίστρας.

    Γύρω μου πέτρες μοναχά
    Και της αράχνης το λημέρι.
    Αδειος ουρανός το στήθος μου,
    Που μια λεπτή βελόνα το χαράζει.

    Θε’ να ‘ρθει κι η δική μου η σειρά
    Τ’ άνοιγμα των φτερούγων δοκιμάζω.
    Λοιπόν – σα βέλος ζωντανό
    Η σκέψη δεν ξέρει πού να πάει

    Ο χρόνος και ο δρόμος μου σα θα σωθούν
    Θα επιστρέψω ξέρω:
    Είτε εκεί όπου δεν μπόρεσα ν’ αγαπήσω
    Είτε εκεί όπου φοβάμαι ν’ αγαπήσω

    Η Αμερικάνα

    Αμερικάνα, είκοσι χρονών,
    Στην Αίγυπτο να φτάσει θέλει,
    Του «Τιτανικού» το πάθημα λησμόνησε,
    Οτι ο ύπνος στο βυθό πιο σκοτεινός κι από τάφο είναι.

    Σειρήνες της Αμερικής ηχούν
    Κόκκινων ουρανοξυστών, σάλπιγγες αντιλαλούν.
    Σύννεφα ψυχρά σκεπάζουν
    Τα καπνισμένα χείλη σου.

    Σα λεύκα λυγερή τ’ ωκεανού η κόρη
    Στο Λούβρο στέκεται –
    Πετώντας από την Ακρόπολη ένας σκίουρος
    Ερχεται το κατάλευκο μάρμαρο να κομματιάσει

    Τον «Φάουστ» στο βαγόνι ξεφυλλίζει
    Μα δεν καταλαβαίνει τι διαβάζει
    Η θλίψη την ψυχή της πλημμυρίζει
    Που ο εραστής της το θρόνο του θρηνεί.

    Αχμάτοβα

    Γύρισες ω θλίψη
    και τους αδιάφορους κοίταξες,
    Πέτρωσες, πέφτοντας από τους ώμους
    Ψευτο-κλασική εσάρπα.

    Ψυχή κακιασμένη -μεθύσι πικρό-
    Και να η ψυχή τα σωθικά της ξύνει.
    Ετσι, κάποτε στεκόταν,
    Η ανήμπορη Φαίδρα στο Ρασέλ.

    *

    Δίπλα στη φλόγα του κεριού
    Γλυκά αναλογιέσαι
    Την πρωτόγνωρη αυτή ελευθερία.

    – Μαζί μου να ‘σαι από την αρχή,

    Η πίστη μέσ’ τη νυχτιά θρηνούσε.

    – Το στέμμα μου στεφάνι
    Στο κεφάλι σου θα βάλω
    Και με αγάπη η λεφτεριά
    Θα σου υποταχθεί
    Σα να ‘σουν νόμος.

    Ο νόμος με εδίκασε
    Ελεύθερος να είμαι
    Τούτο το στέμμα τ’ αλαφρύ
    Ποτέ μου να μην βγάλω

    Στο διάστημα χαμένοι
    Σε θάνατο δικασμένοι
    Την πίστη και την όμορφη αιωνιότητα
    Για πάντα θα πενθούμε.

    Tristia

    Του χωρισμού την επιστήμη σπούδασα
    Στα αλλοπαρμένα της νύχτας τα παράπονα
    Τα βόδια αργοσαλεύουν κι αναμονή μακραίνει
    Την ύστατη ώρα των νυχτεριτών της πόλης
    Τιμώ την τελετή του πετεινού της νύχτας
    Την στιγμή που το βάρος της θλίψης ένιωσα
    Με μάτια δακρυσμένα κοίταξα μακριά.

    Ποιος άραγε μπορεί να πει η λέξη χωρισμός τι να σημαίνει
    Ποιος αποχωρισμός μας περιμένει
    Ποιες υποσχέσεις κρύβει του πετεινού η κραυγή
    Την ώρα που στην ακρόπολη η φωτιά ανάβει
    Και στην αυγή μιας νέας ζωής
    Oταν το βόδι τραβάει την άμαξα και μασουλάει βαριεστημένα
    Γιατί ο πετεινός, αυτός της νέας ζωής ο κήρυκας
    Ανεβασμένος στα τείχη της πόλης
    Χτυπά τις φτερούγες του;

    Μ’ αρέσουν οι συνηθισμένες αγκράφες:
    Ανεβοκατεβαίνει η σαΐτα, βουίζει το αδράχτι
    Κοίτα, του κύκνου ένα φτερό να μας προϋπαντήσει έρχεται
    Και η ξυπόλητη Ντέλια ήδη πετάει!
    Ω, η ζωή μας έγινε και πάλι πληκτική
    Η γλώσσα μας χαρά δεν ξέρει
    Oλα είναι παλιά μα επαναλαμβάνονται ξανά
    Πόσο γλυκιά είν’ η στιγμή την ώρα που τη νοσταλγώ.

    Ας γίνει κι έτσι: φιγούρα διάφανη
    Ξαπλωμένη σε πιάτο καθαρό
    Σα γούνα σκίουρου
    Σκυμμένη η κόρη πάνω απ’ το κερί κοιτά απορημένη
    Εμείς δεν θα μαντέψουμε το Ερεβος των Ελλήνων
    Αυτό που για τους άντρες είν’ χαλκός
    Κερί για τις γυναίκες είναι
    Για μας στις μάχες πέφτει ο κλήρος
    Ενώ αυτές μαντεύοντας πεθαίνουν.

    *

    Πάρε από την παλάμη χαρά να βρεις
    Μια στάλα ήλιο και λίγο μέλι
    Ετσι όπως μας πρόσταξε της Περσεφόνης το μελίσσι

    Τη σάπια βάρκα μην ξεδένεις
    Το δέρμα, που φοράει σκιές μην τ’ ακούς,
    Τον τρόμο μιας ζωής φοβισμένης να μην κατανικάς.

    Το μόνο που απέμεινε είν’ τα φιλιά
    Σα χνουδωτό μικρό μελίσσι
    Το δρόμο χάνει της επιστροφής από την κυψέλη σαν απομακρυνθεί

    Θροΐζουν στις διάφανες της νύχτας λόχμες
    Πατρίδα τους, το πυκνόφυτο δάσος
    Τροφή τους, ο χρόνος, η πουλμοναρία και η μέντα

    Πάρτο κι ας είν’ πρωτόγονο το Δώρο μου αυτό
    Χαρά για να βρεις
    Το δύσμορφο στεγνό γιορντάνι
    Που μέλισσες νεκρές τον ήλιο μέλι ‘κάναν.

    *

    Αφού τα χέρια σου δεν μπόρεσα κοντά μου να κρατήσω
    Και πρόδωσα τα τρυφερά σου χείλη, τ’ αλμυρά
    Στα ερείπια της ακρόπολης την αυγή θα προσμένω.
    Πόσο μισώ την κλαίουσσα ξυλεία την αρχαία.

    Ανδρες Αχαιοί μεσ’ το σκοτάδι τ’ άλογα ετοιμάζουν
    Πριόνια οδοντωτά τα τείχη ροκανίζουν με μανία
    Του αίματος η ταραχή δε λέει να κοπάσει
    μηδ’ όνομα έχεις, μηδέ ήχο, μηδέ μάσκα.

    Τι θράσος να μπορέσω να σκεφτώ ότι θα επιστρέψεις!
    Γιατί νωρίς απομακρύνθηκα από σένα!
    Το λυκαυγές δεν φάνηκε κι ο πετεινός δε λάλησε ακόμη
    Πάνω στον ξύλινο κορμό δεν έπεσε τσεκούρι.

    Σα δάκρυ διάφανο πάνω στα τείχη το ρετσίνι φάνηκε
    Η πόλη νιώθει τα ξύλινα πλευρά της
    Το αίμα πλημμύρισε τις σκάλες και στο κατώφλι βγήκε
    Και μια μορφή απατηλή οι άντρες απόψε ονειρευτήκαν.

    Γλυκιά μου Τροία πού ‘σαι; Πού ‘ν’ το παλάτι και το σπίτι των παρθένων;
    Του αψηλού του Πρίαμου η φωλιά θε’ να καταστραφεί
    Τα βέλη σα στεγνή ξύλινη βροχή πέφτουν
    Κι άλλα βέλη φυτρώνουν στη γη σα στάχυα.

    Το τελευταίο αστέρι μάταια σβήνει τον νυγμό
    Και γκρίζο χελιδόνι χτυπά το παραθύρι το πρωί,
    Αργόσυρτη η μέρα, σα βόδι που στ’ άχυρα ξυπνά
    Στις θημωνιές τις φουντωτές τεντώνεται από τον ύπνο.

    *

    Να σε υπηρετήσω επιθυμώ
    Από κοινού με άλλους,
    Μάγια να κάνω
    Με ξεραμένα από τη ζήλια χείλη.
    Οι λέξεις να δροσίσουν
    Δεν μπορούν τα διψασμένα χείλη.
    Πυκνός αγέρας γύρω μου
    Μα εγώ μονάχος είμαι.
    Εσύ, για άλλη μια φορά
    Εδώ δεν είσαι.

    Δεν σε ζηλεύω πια
    Μα σε ποθώ.
    Θυσία στον δήμιο
    Τον εαυτό μου κάνω
    Ούτε χαρά είσαι πια
    Ούτε έρωτας για μένα.
    Το αίμα πάγωσε
    Σαν άγριο θηρίο.

    Κάποια στιγμή
    Θε’ να σου πω
    Πως βάσανα αντί χαράς
    Μου δίνεις.

    Το βυσσινί του, τρυφερό
    Το στόμα, με τραβά
    Σα να ‘μαι εγκληματίας.

    Γύρνα σε μένα
    Δίχως εσένα δεν μπορώ.
    Πιο δυνατός από ποτέ
    Ολα τα θέλω τώρα.
    Δεν σε ζηλεύω πια
    Μα σε ποθώ.

    Αιώνας

    Αιώνα μου
    Θηρίο μου
    Στα μάτια ποιος μπορεί
    Να σε κοιτάξει
    Και με το αίμα του να δέσει
    Των δυο αιώνων σπόνδυλους;
    Το αίμα – τέκτονας αναβλύζει
    Από των γήινων πραγμάτων τον λαιμό
    Κι ο ρόγχος το σπαρτάρισμα αρχίζει
    Στο κατώφλι των νέων ημερών.

    Από τη ζωή αρπάζεται η πλάση
    Τη ραχοκοκκαλιά θα πρέπει να μεταφέρει
    Και κάτι το αόρατο παίζει
    Με τον κυματισμό των σπονδύλων.
    Σα γλυκό τράγανο παιδιού –
    Ο αιώνας της παιδικής χώρας
    Θυσία και πάλι σαν αμνός
    Στο βρέγμα γίνεται της ζωής.

    Από τη σκλαβιά για να βγει ο αιώνας
    Κι ο νέος κόσμος να προβάλει
    Του γόνατου οι ροζιασμένες μέρες
    Με φλάουτο ας τυλιχθούν.
    Είν’ ο αιώνας που το κύμα καν’ ν’ αφρίζει
    Με την ανθρώπινη τη θλίψη
    Η Εχίδνα αναπνέει στο χορτάρι
    Το μέτρο του αιώνα του χρυσού.

    Πάνω π’ ανθίζουν τα μπουμπούκια
    Πετάγεται το βλαστάρι τρυφερό
    Είν’ όμως τσακισμένη η ραχοκοκκαλιά σου
    Γλυκιέ, θλιμμένε μου αιώνα.
    Μ’ αμήχανο χαμόγελο
    Κοιτάζεις προς τα πίσω, σκληρός κι αδύναμος
    Σαν ένα ευλύγιστο θεριό,
    Στα ίχνη π’ άφησαν τα χέρια τα δικά σου.

    *

    Να μην μιλήσεις σε κανένα
    Για όλα αυτά που είδες,
    Για το πουλί, για τη γριά
    Τη φυλακή ή ό,τι άλλο

    Μόλις, σα ξημερώσει,
    Τα χείλη θα σφραγίσεις
    Η πρωινή δροσιά σα ρίγος
    Απ’ το κορμί σου θα διαβεί

    Θα θυμηθεί στην εξοχή τη σφήκα
    Την κασετίνα σου την παιδική
    Ή μεσ’ το δάσος το μυρτίλι
    Που δεν το μάζεψες ποτέ

    *

    Τυφλίδα
    Χάθηκα μεσ’ τον ουρανό…
    Δεν ξέρω τι να κάνω;
    Εκείνος που γνωρίζει
    Απάντηση ας δώσει.
    Πιο εύκολο όμως θα ‘ταν
    Του Δάντη τους εννιά
    Δίσκους αθλητικούς να σημάνει.

    Στον ύπνο μου βλέπω τη ζωή
    Μην με χωρίζετε απ’ αυτήν.
    Ο θάνατος μαζί με χάδια πάει
    Στα μάτια, στις κόρες και στ’ αυτιά
    Η θλίψη της Φλωρεντίας θα χτυπάει.

    Στο ουίσκι μην μου βάζετε
    Δάφνη ηδύποτη να πιω –
    Μόλις ο ήχος γαλανός σημάνει
    Κάλλιο να ξεριζώσετε την καρδιά μου.

    Και σαν πεθάνω, έχοντας
    Τους ζωντανούς υπηρετήσει
    Ας ακουστεί ψηλά, πλατιά, στον ουρανό,
    Φίλε συνοδοιπόρε,
    Στο στήθος μου το κάλεσμα του.

    *

    Ω, πώς θα ήθελα –
    Δίχως κανείς να καταλάβει –
    Ν’ ακολουθήσω την αχτίδα
    Να πάω εκεί όπου δεν είμαι.

    Εσύ να ακτινοβολείς –
    Η ευτυχία μου θα ‘ναι
    Στ’ άστρα να δείχνεις
    Φως τι θα πει.

    Σε ποθώ
    Να ψιθυρίσω θέλω
    Στην αχτίδα
    Εσένα θέλω, σε ποθώ.

    Εκείνος είναι μόνο αχτίδα
    Εκείνος είναι μόνο φως
    Να ψιθυρίζει ξέρει μόνο
    και να ζεσταίνει με αυτό.

    http://www.poema.gr/poem.php?id=77&pid=16

    Σχόλιο από Ρoema | 30/09/2014

  2. Το 1934 Αχμάτοβα δεν εκδιδόταν. Ένα χρόνο μετά, ο γιος της συνελήφθη για πρώτη φορά κι η ποιήτρια έλιωνε στις πόρτες των φυλακών και των στρατοπέδων, προσπαθώντας να μάθει αν ζούσε ή όχι και να του δώσει λίγα από τα αναγκαία, χωρίς να μπορέσει να αποτρέψει τον θάνατό του στα γκουλάγκ.

    Τρεις ήταν οι μεγάλοι ποιητές του πρώτου μισού του 20ου αιώνα στη Ρωσία: Ο Μάντελσταμ, ο Πάστερνακ κι η Αχμάτοβα. Τον πρώτο το καθεστώς τον εξόντωσε, ενώ τους δυο άλλους τους φίμωσε και τους εξουθένωσε ψυχικά, φυλακίζοντας κι εξορίζοντας κοντινά τους πρόσωπα, παρακολουθώντας τις κινήσεις και την αλληλογραφία τους, «παγώνοντας» τις δημόσιες εμφανίσεις τους, κλπ.

    Ο Βικτόρ Σερζ εξορίστηκε το 1933.

    Ο Σαλάμοφ είχε αποφυλακιστεί το 1932, μετά από τριετή φυλάκιση. Το 1937 ξανασυνελήφθη και εστάλη στα πιο δύσκολα γκουλάγκ της Σιβηρίας, της Κολιμά, απ᾿ όπου επέστρεψε στη Ρωσία το 1953 και στη Μόσχα το 1956, με κατεστραμμένη την υγεία του.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 16/02/2015


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: