Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Η κοινωνία του θεάματος

Internationale Situationniste 

Η «Κοινωνία του θεάματος»  του  Γκι Ντεμπόρ στα ελληνικά…

«…Για να πούμε την αλήθεια δεν πιστεύω ότι υπάρχει κανένας στον κόσμο που να μπορεί να ενδιαφερθεί για το βιβλίο μου, εκτός από κείνους που είναι εχθροί της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης πραγμάτων και που δρουν έμπρακτα με βάση αυτή την τοποθέτηση. Η βεβαιότητα μου ως προς αυτό, καλά θεμελιωμένη στη θεωρία, επικυρώθηκε από την εμπειρική παρατήρηση των σπάνιων και φτωχών κριτικών ή υπαινιγμών που προκάλεσε, ανάμεσα σ’ αυτούς που κατέχουν, ή προσπαθούν ακόμα να αποκτήσουν την εξουσία, να μιλούν δημόσια μέσα στο θέαμα, ενώπιον άλλων που σιωπούν. Aυτοί οι διάφοροι ειδικοί των φαινομενικών συζητήσεων που αποκαλούμε ακόμη, καταχρηστικά πάντως, πολιτιστικές ή πολιτικές, έχουν ευθυγραμμίσει αναγκαστικά τη λογική και την κουλτούρα τους με τη λογική και την κουλτούρα του συστήματος που τους χρησιμοποιεί κι αυτό όχι μόνο γιατί έχουν επιλεγεί απ’ αυτό αλλά κυρίως γιατί ποτέ δεν διαπαιδαγωγήθηκαν από κάτι άλλο.»

 Guy Debord

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο από το  ΕΔΩ και…

Kαλή ανάγνωση…

imgp0504.JPG

Υ.Γ. Για την άνοδο και την πτώση της Καταστασιακής Διεθνούς (Internationale Situationniste), κάντε κλικ στο:

για τον ντεμπορισμό

dsc04049.jpg

Για την Ιστορία

Εκτός από μια κληρονομιά -που παραμένει σημαντική, αλλά είναι καταδικασμένη να φθίνη συνεχώς- από βιβλία και παλαιά κτίρια, τα οποία άλλωστε όλο και συχνότερα επιλέγονται και παρουσιάζονται σε προοπτική ανάλογα με τα οφέλη του θεάματος, δεν υπάρχει πια τίποτα, τόσο στην κουλτούρα όσο και στη φύση που να μην έχει αλλοιωθεί και μολυνθεί, σύμφωνα με τα μέσα και τα συμφέροντα της σύγχρονης βιομηχανίας. (…)

Η διακυβέρνηση του θεάματος, η οποία κατέχει στις μέρες μας όλα τα μέσα πλαστοποίησης του συνόλου τόσο της παραγωγής όσο και της αντίληψης, είναι απόλυτος κύριος των αναμνήσεων όπως είναι ανεξέλεγκτος κύριος των σχεδίων που διαμορφώνουν το απώτερο μέλλον. Κυριαρχεί απόλυτα παντού˙ εκτελεί τις ετυμηγορίες στις οποίες καταλήγει έπειτα από συνοπτική διαδικασία. (…)

Η πρωταρχική επιδίωξη της θεαματικής κυριαρχίας ήταν να εξαλείψει την ιστορική γνώση εν γένει και καταρχήν σχεδόν όλες τις πληροφορίες και τα εύλογα σχόλια σχετικά με το πιο πρόσφατο παρελθόν. Ένα τόσο κατάφορο και αυταπόδεικτο γεγονός δε χρειάζεται εξηγήσεις. Το θέαμα οργανώνει με μαεστρία την άγνοια για όσα συμβαίνουν και, αμέσως μετά, την λήθη όσων μολαταύτα κατόρθωσαν να γίνουν γνωστά. Το πιο σημαντικό είναι και το πιο κρυφό. (…) Μια απολυταρχική εξουσία τόσο πιο ριζικά καταργεί την ιστορία όσο πιο επιτακτικές είναι οι ανάγκες για κάτι τέτοιο, και προπαντών ανάλογα με τις μεγαλύτερες ή μικρότερες πρακτικές ευκολίες εκτέλεσης που συναντά. Ο Τσιν Τσε Χοάνγκ Τι διέταξε να καούν τα βιβλία, αλλά δεν κατάφερε να τα εξαφανίσει όλα. Ο Στάλιν είχε προωθήσει ακόμα παραπέρα την πραγματοποίηση ενός παρόμοιου σχεδίου στο αιώνα μας αλλά, παρόλα τα κάθε λογής ερείσματα που είχε καταφέρει να βρεί έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας του, παρέμενε απροσπέλαστη στην αστυνομία του μια εκτεταμένη ζώνη του κόσμου όπου κορόιδευαν τις αγυρτίες του. Το ενσωματωμένο θεαματικό τα κατάφερε καλύτερα, με νέες μεθόδους και δρώντας αυτή την φορά παγκόσμια. (…)

Το πεδίο της ιστορίας ήταν το αξιομνημόνευτο, η ολότητα των συμβάντων οι συνέπειες των οποίων εκδηλώνονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης αξεχώριστα η γνώση έπρεπε να διαρκεί και να βοηθάει στην κατανόηση, τουλάχιστον εν μέρει, όσων θα συνέβαιναν εκ νέου: «κτήμα ες αεί», λέει ο Θουκυδίδης. Με αυτό τον τρόπο η ιστορία ήταν το μέτρο μιας πραγματικής καινοτομίας. Όποιος πουλάει την καινοτομία έχει κάθε συμφέρον να εξαλείψει το μέσο αποτίμησής της. (…)

Όλοι οι ειδικοί είναι άνθρωποι του κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι παρά μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Κάθε ειδικός υπηρετεί το αφεντικό του, διότι καθεμία απ τις παλιές δυνατότητες ανεξαρτησίας έχει σχεδόν εκμηδενιστεί απ’ τις συνθήκες οργάνωσης της σημερινής κοινωνίας. Ο ειδικός που υπηρετεί καλύτερα είναι ασφαλώς εκείνος που ψεύδεται. (…) Δεν υπάρχει τώρα πια κρίση, για την οποία να υπάρχει η εγγύηση μιας σχετικής ανεξαρτησίας, από μέρους εκείνων που αποτελούσαν τον επιστημονικό κόσμο. Απο μέρους εκείνων, λόγου χάρη, που υπερηφανεύονταν άλλοτε για την ικανότητα τους επαλήθευσης, που τους επέτρεπε να προσεγγίζουν ό,τι αποκαλούσαν αμερόληπτη ιστορία των πραγμάτων, ή τουλάχιστον να πιστεύουν ότι άξιζε να γνωστοποιηθεί. Δεν υπάρχει καν αδιαμμφισβήτητη βιβλιογραφική αλήθεια, και οι περιλήψεις που έχουν καταχωρηθεί με την βοήθεια της πληροφορικής στις καρτελοθήκες των εθνικών βιβλιοθηκών θα σβήσουν ακόμα περισσότερο τα ίχνη της. Είναι να τα χάνει κανείς αναλογιζόμενος τι ήταν κάποτε οι δικαστές, οι γιατροί, οι ιστορικοί και τα επιτακτικά καθήκοντα που έθεταν συχνά στον εαυτό τους μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων τους: οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο στην εποχή τους παρά στον πατέρα τους. (…)
 

Η δυαδική γλώσσα των ηλεκτρονικών υπολογιστών αποτελεί επίσης μια ακαταμάχητη προτροπή να δεχόμαστε ανα πάσα στιγμή, αναντίρρητα, αυτό που έχει προγραμματιστεί σύμφωνα με την βούληση κάποιου άλλου, και που παρουσιάζεται σαν η άχρονη πηγή μιας ανώτερης, αμερόληπτης και τέλειας λογικής. Τι κέρδος σε ταχύτητα και σε λεξιλόγιο προκείμένου να κρίνεις τα πάντα! (…) Δεν είναι επομένως παράξενο που οι μαθητές, απ’ την παιδική τους ηλικία, ξεκινούν χωρίς δυσκολίες και με ενθουσιασμό απ’ την Απόλυτη Γνώση της πληροφορικής, ενώ αγνοούν όλο και περισσότερο την ανάγνωση, που απαιτεί αληθινή κρίση σε όλη την έκταση του κειμένου κι επιπλέον είναι η μόνη που μπορεί να διευκολύνει την πρόσβαση στην τεράστια προθεαματική ανθρώπινη εμπειρία. Διότι η συζήτηση σχεδόν πέθανε, και σε λίγο θα πεθάνουν και πολλοί από εκείνους που ήξεραν να μιλάνε. Το άτομο, που αυτή η άγονη θεαματική σκέψη το έχει σημαδέψει πιο βαθειά απʼ οποιοδήποτε άλλο στοιχείο της διαμόρφωσης του, τίθεται έτσι εξαρχής στην υπηρεσία της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, ενώ η υποκειμενική του πρόθεση μπορεί να ήταν εντελώς αντίθετη με μια τέτοια κατάληξη. Στην ουσία, θα μεταχειριστεί την γλώσσα του θεάματος γιατί είναι η μόνη που του είναι οικεία: αυτή με την οποία του έμαθαν να μιλάει. Αναμφίβολα θα επιδιώξει να φανεί εχθρός της ρητορικής του, αλλά θα χρησιμοποιήσει το συντακτικό του. Είναι ένα από τα σπουδαιότερα σημεία της επιτυχίας που έχει σημειώσει η θεαματική κυριαρχία. Η τόσο γρήγορη εξαφάνιση του προυπάρχοντος λεξιλογίου δεν είναι παρά μια στιγμή αυτής της επιχείρισης. Αυτήν εξυπηρετεί.

Γνωρίζουμε ασφαλώς ότι η ιστορία εμφανίστηκε στην Ελλάδα μαζί με την δημοκρατία. Μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι χάθηκε απ’ τον κόσμο μαζί με την τελευταία. (…)

Από το «Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος»

imgp0504.JPG  «Όλοι οι ειδικοί είναι άνθρωποι του κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι παρά μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Κάθε ειδικός υπηρετεί το αφεντικό του, διότι καθεμία απ’ τις παλιές δυνατότητες ανεξαρτησίας έχει σχεδόν εκμηδενιστεί απ’ τις συνθήκες οργάνωσης της σημερινής κοινωνίας. Ο ειδικός που υπηρετεί καλύτερα είναι ασφαλώς εκείνος που ψεύδεται.… Δεν υπάρχει τώρα πια κρίση, για την οποία να υπάρχει η εγγύηση μιας σχετικής ανεξαρτησίας, από μέρους εκείνων που αποτελούσαν τον επιστημονικό κόσμο. Απο μέρους εκείνων, λόγου χάρη, που υπερηφανεύονταν άλλοτε για την ικανότητα τους επαλήθευσης, που τους επέτρεπε να προσεγγίζουν ό,τι αποκαλούσαν αμερόληπτη ιστορία των πραγμάτων, ή τουλάχιστον να πιστεύουν ότι άξιζε να γνωστοποιηθεί.…»

 Guy Debord

——————————————————————————–

117896-purpled_out-medΔείτε:

Περί Θεού, κεφαλαίου και οικολογίας

….του Raoul Vaneigem :

——————————————————————————-

Δείτε :  http://thrymmata.blogspot.com/

——————————————————————

http://bestimmung.blogspot.gr/2013/08/guy-debord-1-13-131.html

Guy Debord, Η Κοινωνία του Θεάματος (σχολιασμός των θέσεων 1-13 και της θέσης 131)

Οι υπογραμμίσεις με μαύρα γράμμα είναι δικές μου (καμιά φορά, μπορεί να συμπίπτουν με εμφάσεις του συγγραφέα).

Guy Debord, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας-Νίκος Β.Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Ε’ έκδοση.


Ο Ολοκληρωμένος Διαχωρισμός

Αξίζει να παρατηρήσουμε τον τίτλο του πρώτου κεφαλαίου, ο ολοκληρωμένος διαχωρισμός: ο τίτλος αυτός εκφράζει μια πραγματική αντίφαση-από τη μία διαχωρισμός, το διαλεκτικό σχίσιμο στα δύο, από την άλλη ολοκλήρωση. Το ολόκληρο και το διχασμένο, μια διαδικασία διχασμού που ολοκληρώνεται. Νομίζω πως πρέπει να μην προσπεράσουμε βιαστικά την περιγραφή. Ο ολοκληρωμένος διαχωρισμός είναι ο διαχωρισμός στο στάδιο της ολοκλήρωσης. Έχουμε μια θέση για την ιστορία και την περιοδολόγησή της και μια περιγραφή από τη σκοπιά της ολότητας. Ο Debord δεν είναι ένας »μεταμοντέρνος» ή είναι τόσο μεταμοντέρνος όσο κάποιος που λαμβάνει σοβαρά υπόψη την »εργασία του αρνητικού» στον Hegel, συλλαμβάνοντας τη στιγμή της ολοκλήρωσής του.

Το βιβλίο ξεκινά με μια παράθεση από τον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της »Ουσίας του Χριστιανισμού» του Feurbach. Ο Debord αμέσως δείχνει τις προθέσεις του-ο Feuerbach στο απόσπασμα τονίζει το πρωτεία της εικόνας »στην εποχή μας», το πρωτείο του αντιγράφου έναντι του πρωτότυπου, του φαινομένου έναντι της ουσίας. Ο Debord προτίθεται να εντοπίσει την εικονολατρία, τη θεολογία, το ιερό, τη μεταφυσική, σε μια εποχή που τάχα έχουμε ξεμπερδέψει από όλα αυτά, σε μια εποχή που συγκαλύπτεται ο χαρακτήρας τους.

1.

Όλη η ζωή των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχούν οι σύγχρονες συνθήκες παραγωγής εκδηλώνεται σαν μια τεράστια συσσώρευση θεαμάτων. Ό,τι είχε άμεσα βιωθεί απομακρύνθηκε σε μιααναπαράσταση.

Αντιδιαστολή ανάμεσα στο ζωντανό του βιώματος και το νεκρό της αναπαράστασης. Το Θέαμα είναι η αρχή της αναπαράστασης του βιωμένου. Συσσωρεύεται όπως το κεφάλαιο, που είναι σύμφωνα με τον Μάρξ συσσωρευμένη νεκρή κοινωνική εργασία. Κατ’αναλογία, θα ορίσουμε το Θέαμα ως τησυσσωρευμένη, νεκρή, παρελθούσα επικοινωνία, που αντιδιαστέλλεται στη ζωντανή, »άμεση», βιωμένη, παρούσα επικοινωνία. Θα δούμε αν σε επόμενα αποσπάσματα επαληθεύεται ο ορισμός αυτός από το κείμενο του Debord.

2.

Oι εικόνες, που αποσπάστηκαν από κάθε πλευρά της ζωής, συγχωνεύονται σ’ένα κοινό ρεύμα όπου η ενότητα αυτής της ζωής δεν μπορεί πια να αποκατασταθεί. Η αποσπασματικά θεωρημένη πραγματικότητα εκτυλίσσεται μέσα στην ίδια της τη γενική ενότητα σαν ένας ξεχωριστός ψευδο-κόσμος, αντικείμενο της μοναδικής παρατήρησης.Η εξειδίκευση των εικόνων του κόσμου ξαναβρίσκεται, ολοκληρωμένη, μέσα στον κόσμο της αυτονομημένης εικόνας όπου το ψεύτικο εξαπάτησε τον ίδιο του τον εαυτό. Το θέαμα γενικά, σαν συγκεκριμένη αντιστροφή της ζωής, είναι η αυτόνομη κίνηση του μη-ζωντανού. 

Το θέαμα απονεκρώνει τη ζωή, είναι ψευδο-κόσμος του κόσμου, η ανεστραμμένη του όψη, με τον ίδιο τρόπο που ο Μάρξ όριζε την ιδεολογία ως ανεστραμμένη συνείδηση. Με »το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω», ο μη-ζωντανός ψευδο-κόσμος των εικόνων κινείται σαν να ήταν ο αληθινός, ζωντανός κόσμος. Όπως το Κεφάλαιο αυτόνομα κινείται ως η μη-ζωντανή κοινωνική εργασία.

Ο Debord εξ αρχής προϋποθέτει μια αναλογία των κατηγοριών του Κεφαλαίου του Μάρξ με κατηγορίες ευρύτερες, που αφορούν συνολικά την κοινωνική ζωή. Στον παραλληλισμό του Θεάματος με το Κεφάλαιο, με κοινό τους παρονομαστή το ότι αποτελούν μια συσσωρευμένη, νεκρή ανθρώπινη δραστηριότητα (επικοινωνία, εργασία), βλέπουμε τη προσπάθεια του Debord να αγγίξει μια διαλεκτική λογική ευρύτερη του οικονομικού, κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Να αγγίξει μια διαλεκτική του κοινωνικού, και όχι απλώς του οικονομικού κόσμου, όπως αυτή ενεργοποιείται ειδικά στην εποχή της »κοινωνίας του θεάματος». Ο Debord πειραματίζεται στο δρόμο που άνοιξε ο Lukacs και το Ιστορία και Ταξική Συνείδηση.

3.

Ο Debord μας λέει πως το θέαμα είναι όργανο ενοποίησης, ο χώρος του παραπλανημένου βλέμματος και τη ψευδούς συνείδησης και η ενοποίηση που πραγματοποιεί δεν είναι τίποτ’άλλο απ’την επίσημη γλώσσα του γενικευμένου διαχωρισμού.

4.

Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση ατόμων μεσολαβημένη από εικόνες.

Η κοινωνική σχέση »αδιαμεσολάβητη» θα ήταν η άμεσα βιωμένη κοινωνική σχέση η οποία »απομακρύνθηκε από την αναπαράσταση», όπως μας λέει ο Debord στη θέση 1. Στην Κοινωνία του Θεάματος, η κοινωνική σχέση των ατόμων μεσολαβείται από εικόνες. Υπάρχει εδώ ευθεία αναλογία με τη μαρξική αντίληψη του φετιχισμού του εμπορεύματος: ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι ηαντικειμενική φαινομενικότητα-παραγνώριση, στον καπιταλισμό, των κοινωνικών σχέσεων ως σχέσεων μεταξύ πραγμάτων. Οι Εικόνες ακριβώς μεσολαβούν τις κοινωνικές σχέσεις ως Πράγματα. Αποκομμένες από τη δυναμική των σχέσεων, απόλυτες, ενώ στη πραγματικότητα προκύπτουν από αυτές.

5.

Το θέαμα δεν μπορεί να νοηθεί σαν κατάχρηση ενός κόσμου της όρασης, σαν ένα προιόν των τεχνικών μαζικής διάδοσης εικόνων. Είναι μάλλον μια Weltanschauung (σ.μ κοσμοθεώρηση, σ.σ κοσμοείδωλο) πραγματωμένη, μεταφρασμένη υλικά. Είναι μια θεώρηση του κόσμου που έχειαντικειμενοποιηθεί. 

Θέση-κλειδί για την κατανόηση του έργου. Το Θέαμα δεν είναι αποκλειστικά αυτό στο οποίο αποβλέπει η ανθρώπινη όραση. Είναι μια »οπτική γωνία» με την ευρύτερη έννοια της κοσμοθεώρησης ή κοσμοειδώλου. Και μάλιστα, μια »οπτική» γωνία του κόσμου ή μια θεώρηση που έχειαντικειμενοποιηθεί, πραγματωμένη, μεταφρασμένη υλικά. 

Με όρους της Γενικής Θεωρίας Συστημάτων, το Θέαμα του Debord είναι η προσομοίωση του περιβάλλοντος (βιο)κόσμου από το σύστημα. Το σύστημα δεν είναι άλλο από αυτή την προσομοίωση, την παρατήρηση, την κοσμο-θεώρηση. Άλλωστε ήδη από τη θέση 1 είδαμε πως το Θέαμα είναιαναπαράσταση του βιωμένου. Έτσι, το Θέαμα είναι ο συνεκτικός ιστός του συστήματος των κοινωνικών σχέσεων, το σύνολο των συστημικών εικόνων που αναπαριστούν την κοινωνική ζωή, το συστημικό Νόημα (Noema, για Γενική Θεωρία Συστημάτων και Νόημα βλ. εδώ).

Το Θέαμα είναι η καθορισμένη Γωνία Λήψης του κοινωνικού βιόκοσμου.

Αν το Θέαμα είναι προσομοίωση, το »σύνολο των εικόνων» που συναποτελούν το Θέαμα είναι ομοιώματατων πραγματικών κοινωνικών σχέσεων.

Το Θέαμα είναι Ολόγραμμα.

6.

Το θέαμα, θεωρημένο στην ολότητά του, είναι ταυτόχρονα το αποτέλεσμα και ο σκοπός του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής. Δεν είναι ένα συμπλήρωμα του πραγματικού κόσμου, κάποιο πρόσθετο διακοσμητικό του στοιχείο. Είναι η καρδιά της έλλειψης ρεαλισμού της πραγματικής κοινωνίας. Κάτω απ’όλες τις ιδιαίτερες μορφές του, πληροφόρησης ή προπαγάνδας, διαφήμισης ή άμεσης κατανάλωσης ψυχαγωγίας, το θέαμα αποτελεί το σύγχρονο μοντέλο της κοινωνικά κυρίαρχης ζωής. Είναι η πανταχού παρούσα επιβεβαίωση της επιλογής που έχει ήδη γίνει μέσα στην παραγωγή, και η αντίστοιχη κατανάλωσή της. Μορφή και περιεχόμενο του θεάματος ταυτίζονται εξίσου με την ολική δικαιολόγηση των συνθηκών και των στόχων του υπάρχοντος συστήματος. Το θέαμα είναι επίσης η διαρκής παρουσία αυτής της δικαιολόγησης, σαν κατοχή του μεγαλύτερου μέρους του χρόνου που βιώνεται έξω απ’τη σύγχρονη παραγωγή. 

Ξεκινώντας από την »πανταχού παρούσα επιβεβαίωση της επιλογής που έχει ήδη γίνει μέσα στην παραγωγή», ο Debord δεν εννοεί τίποτα άλλο από τον πρωταρχικό χωρισμό των παραγωγών από τα μέσα παραγωγής στην κεφαλαιοκρατία, τη »πρωταρχική συσσώρευση». Αυτή η αξιωματική Επιλογή στην παραγωγή διατρέχει, σύμφωνα με τον Debord, όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Πρόκειται για την αξιωματική, αξιο-λογική Διάκριση του Συστήματος, το Ίχνος που ξεχωρίζει τις δύο πλευρές του φεγγαριού, τη θεαματική φωτεινή και την αθέατη σκοτεινή, το Θέαμα-αναπαράσταση και το αναπαριστώμενο Πραγματικό.

Σύγχρονο μοντέλο της κοινωνικά κυρίαρχης ζωής, μοντέλο, προσομοίωση, όπως είπαμε. Το Θέαμα δεν είναι ένα συμπλήρωμα, είναι η καρδιά της έλλειψης ρεαλισμού της πραγματικής κοινωνίας. Νομίζω ότι εδώ υπάρχει υπαινιγμός στη Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου του Κ.Μάρξ, πράγμα που μας επιτρέπει να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, και σε σχέση με προηγούμενες θέσεις.

Κ.Μάρξ, Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, εκδόσεις Παπαζήση 1978.

σελ 17

Ο άνθρωπος που δεν θα βρει στη φαντασμαγορική πραγματικότητα του ουρανού, όπου αναζητούσε έναν υπεράνθρωπο, παρά την αντανάκλαση του εαυτού του, δεν θα είναι πια διατεθειμένος να βρίσκει απλώς την ομοίωσή του, τον μη-άνθρωπο, εκεί όπου αναζητά, και υποχρεωτικά πρέπει να αναζητά, την αυθεντική του πραγματικά.
 
Η φαντασμαγορική (προσ)ομοίωση του ζωντανού (άνθρωπος) στο μη-ζωντανό (μη άνθρωπος).
Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το Κράτος, η κοινωνία. Το Κράτος αυτό, η κοινωνία αυτή, παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, γιατί αυτά τα ίδια είναι έναςκόσμος ανεστραμμένος. Η θρησκεία είναι η καθολική θεωρία του κόσμου τούτου, ηεγκυκλοπαιδική του συνόψιση, η εκλαικευμένη λογική του, το σπιριτουαλιστικό του pointd’honneur, ο ενθουσιασμός του, η ηθική του κύρωση, το μεγαλόπρεπο συμπλήρωμά του, τοκαθολικό θεμέλιο της παραμυθίας του και της δικαίωσής του. Είναι η φαντασμαγορική πραγμάτωση της ανθρώπινης ουσίας, γιατί η ανθρώπινη ουσία δεν έχει πραγματωθεί αληθινά.
Όπου »Θρησκεία» μπορούμε να βάλουμε, στην περίπτωση του Debord, το Θέαμα. Ο Feuerbach, όπως τον παραθέτει ο Debord, συλλαμβάνει τη μετάβαση από τη θρησκευτική φαντασμαγορία στη φαντασμαγορία της εικόνας, του Θεάματος. Το Θέαμα είναι η Θρησκεία, το Ιερό, σε καιρούς άθρησκους, αδιάφορους για την ιερότητα. Το Θέαμα είναι η Φαντασμαγορία ενός »εκκοσμικευμένου» κοινωνικού συστήματος, μιας τυπικής δυτικής δημοκρατίας. Η »εκκοσμίκευση» όμως, στη πραγματικότητα, δεν έχει συντελεστεί. Παραμένει η φαντασμαγορία, το σύνολο των ομοιωμάτων, η »παραμυθία». Δεν πρόκειται για »συμπλήρωμα», λέει ο Debord για το Θέαμα, πρόκειται για την καρδιά της έλλειψης του ρεαλισμού της πραγματικής κοινωνίας

Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όποιο του λαού (σ.μ αναλγητικό)

ενός κοινωνικού ρεαλισμού, που όταν πραγματωθεί, θα συντρίψει το Θέαμα, το Ομοίωμα, τη Φαντασμαγορία, θα έρθει στο προσκήνιο της Ιστορίας ο άνθρωπος »που λείπει», ο »πραγματικός», »αυθεντικός» άνθρωπος, ο άνθρωπος της »πραγματικής», »αυθεντικής» ιστορίας της ανθρωπότητας, με το ξεπέρασμα της μυθικής προϊστορίας της.

σελ 18

Ξεπέρασμα της θρησκείας σαν απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει την απαίτηση της πραγματικής του ευτυχίας. Η απαίτηση να αρνηθεί τις αυταπάτες σχετικά με την κατάστασή του σημαίνει απαίτηση να αρνηθεί μια κατάσταση που έχει ανάγκη από αυταπάτες 

Το Θέαμα λοιπόν, η φαντασμαγορία, η απατηλή φαινομενικότητα, δεν είναι παρά η άλλη όψη της έλλειψης ρεαλιστικής, χωρίς αυταπάτες, αντιμετώπισης της κοινωνικής πραγματικότητας, μιας πραγματικότητας μέσα στην οποία μαίνονται οι ταξικές συγκρούσεις. Το Θέαμα, αυτή η ιδιότυπη, τελευταία »θρησκεία», είναι και αυτό ένα όπιο, ένα αναλγητικό για τα πραγματικά βάσανα αυτού εδώ, και κανενός άλλου, κόσμου.

Η κριτική ξεγύμνωσε τις αλυσίδες από τα φανταστικά λουλούδια που τις σκέπαζαν, όχι για να κουβαλά ο άνθρωπος τις αλυσίδες χωρίς φαντασία, απελπισμένα, αλλά για να πετάξει τις αλυσίδες και να περισυλλέξει το ζωντανό ανθό. Η κριτική της θρησκείας καταστρέφει τις αυταπάτες του ανθρώπου για να μπορέσει (αυτός) να δράσει, να σκεφτεί, να διαμορφώσει την πραγματικότητά του σαν άνθρωπος απαλλαγμένος από τις αυταπάτες, που έχει φτάσει στην ηλικία του λόγου, για να μπορεί να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή γύρω από τον πραγματικό του ήλιο.

Για τον Debord, αυτή η κριτική του Marx, επικαιροποιημένη, είναι η κριτική του Θεάματος.

Στόχος της ιστορίας είναι, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση του Επέκεινα της αλήθειας, να καθιερώσει τηναλήθεια του Ενθάδε. Κατ’αρχήν, είναι στόχος της φιλοσοφίας, που υπηρετεί την ιστορία, αμέσως μόλις ξεμασκαρευτεί η ιερή μορφή της αυτοαλλοτρίωσης του ανθρώπου, να ξεμασκαρέψει την αυτό-αλλοτρίωση και στις βέβηλες μορφές της. Η κριτική του ουρανού μετατρέπεται έτσι σε κριτική της γης, η κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίουη κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής.

Θα ήταν ενδιαφέρον να βλέπαμε το Θέαμα του Debord σε σχέση με τις »κριτικές» και τις ισοδυναμίες που εγκαθιδρύει εδώ ο Marx. Η κριτική της φαντασμαγορίας του ουρανού ισοδυναμεί με κριτική της κυριαρχίας επί της γης, έτσι η κριτική της θρησκείας είναι κριτική του δικαίου, η κριτική της θεολογίας κριτική της πολιτικής. Άραγε το Θέαμα τί σχέση έχει με το Δίκαιο και την Πολιτική, δηλαδή τον νομικοπολιτικό πόλο που »εκκοσμικεύει» τον θεολογικό στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες σήμερα; Ας μην ξεχνάμε, πως η έννοια του Θεάματος στον Debord δεν περιορίζεται στην καθομιλούμενη και την αίσθηση της όρασης. Αφορά το »μοντέλο της κυρίαρχης ζωής». Τέτοιο μοντέλο είναι ο Νόμος, μια αναπαράσταση στην οποία ο δικαστής υπαγάγει όλο το πλούτο της πραγματικής ζωής. Το Δίκαιο αποτελεί ένα Θέατρο με ρόλους(Υποκείμενα Δικαίου, Νομικά Πρόσωπα), μια κυριαρχική προσομοίωση της ζωής, ένα Θέαμα, το »Θέατρο της Αναπαράστασης», όπως θα έλεγε και ο Gilles Deleuze.

7.

Ο διαχωρισμός είναι κι αυτός μέρος της ενότητας του κόσμου, της καθολικής κοινωνικής Πράξης η οποία χωρίστηκε σε εικόνα και πραγματικότητα. Η κοινωνική πρακτική, ενώπιον της οποίας τίθεται το αυτόνομο θέαμα, είναι επίσης η πραγματική ολότητα που εμπεριέχει το θέαμα. Όμως το σχίσμα μέσα σ’αυτήν την ολότητα την ακρωτηριάζει σε τέτοιο βαθμό, ώστε το θέαμα να φαίνεται σαν σκοπός της. Η γλώσσα του Θεάματος συνίσταται από σημεία της άρχουσας παραγωγής που αποτελούν ταυτόχρονα και τον έσχατο σκοπό αυτής της παραγωγής. 

Το καταστατικό Σχίσμα, η καταστατική Διαφορά Νοήματος-Μη Νοήματος, η Διαφορά Πρότασης-Εικόνας και κατάστασης πραγμάτων, αναπαριστάνοντος και αναπαριστώμενου, Έκφρασης και Εκφραζόμενου. Το Θέαμα φαίνεται σαν ο Σκοπός, σαν η ταυτότητα της ταυτότητας και της ετερότητας που συγκαλύπτει το σχίσμα , ενώ το Σχίσμα είναι παραγωγός των γλωσσικών σημείων του Θεάματος. Νομίζουμε πως το Logic of Sense του Deleuze και βέβαια το έργο του Hegel είναι κατάλληλα ερμηνευτικά κλειδιά για να συλλάβουμε αυτή τη λογική.

Το Θέαμα, μας λέει ο Debord, εμπεριέχεται στην κοινωνική πρακτική, που αποτελεί τη πραγματική ολότητα, όμως εμφανίζεται σαν σκοπός της κοινωνικής αυτής πρακτικής. Σε ένα εγελιανό πλαίσιο, θα λέγαμε πως το Θέαμα εμφανίζεται ως η αφηρημένη Έννοια του »κοινωνικού Είναι», ενώ δεν είναι παρά ο πόλος της μορφής (εικόνα) έναντι του πόλου του περιεχομένου (ζωντανή πραγματικότητα πραγματικότητα). Όχι το Θέαμα, αλλά η διαφορά ή το σχίσμα Μορφής-Περιεχομένου, Ουσίας-Είναι/Εμφάνειας, Εικόνας-Ζωής, είναι ο κινητήρας, η κοινωνική Πράξη. Όμως η Ιδέα αιχμαλωτίζει τη Ζωή, πράγμα που το επιτρέπει το σχίσμα ανάμεσά τους.

Η Κριτική του Θεάματος σημαίνει τη κριτική της αφηρημένης Έννοιας, τη κριτική της αφηρημένης Ιδέας, την »αλήθεια του ενθάδε» της κοινωνικής Πράξης έναντι της αλήθειας του Επέκεινα ενός ιδεατού, φανταγμαγορικού ψευδο-κόσμου. Σημαίνει την ανάδυση του διαλεκτικού Λόγου ως ενότητας »ψυχής και σώματος» (Hegel) και τη συντριβή της (θρησκευτικής) ανα-παράστασης (die Vorstellung).

11.

[…] Το Θέαμα δεν είναι παρά το νόημα της συνολικής πρακτικής ενός οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού, ο τρόπος χρήσης του χρόνου του. Είναι η ιστορική στιγμή που μας εμπεριέχει.

Βλ. και ανάλυση της θέσης 5. Το Θέαμα όπως ήδη έχουμε πει είναι το Νόημα του Συστήματος, ακριβώς επειδή είναι το μοντέλο της συστημικής ζωής, η συστημική προσομοίωση του κόσμου. Το νόημα ορίζεται από τον Debord ως ο τρόπος χρήσης του χρόνου του (του οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού-συστήματος).

12.

Το Θέαμα εμφανίζεται σαν μια τεράστια, αδιαμφισβήτητη και απρόσιτη θετικότητα. Δεν λέει τίποτα περισσότερο από: ό,τι φαίνεται είναι καλό, ό,τι είναι καλό φαίνεται. Η στάση που αξιωματικά προάγει είναι αυτή η παθητική αποδοχή την οποία έχει ήδη εξασφαλίσει με τον τρόπο που εμφανίζεται χωρίς να επιδέχεται αντίρρηση, με το μονοπώλιό του της φαινομενικότητας. 

Αυτή την »παθητικότητα» παρατηρεί και ο Gilles Deleuze, στο δεύτερο τόμο του έργου του για τον Κινηματογράφο, ότι προωθούν τα »οπτοσημεια» και τα »ηχοσημεια» του σύγχρονου κινηματογράφου, που παραλύουν τους αισθητηριοκινητικούς δεσμούς της εικόνας-κίνηση (ερέθισμα που οδηγεί σε αντίδραση, κάτι σαν κινηματογραφικός συμπεριφορισμός). Ήχοι και Εικόνες από το περιβάλλον δεν εγκαλούν τον δέκτη σε πράξη τροποποιητική του περιβάλλοντός του (όπως συμβαίνει στον κινηματογραφικό ρεαλισμό), αντίθετα ο δέκτης γίνεται μια επιφάνεια που δέχεται παθητικά τα ηχητικά και οπτικά ερεθίσματα. Τα ερεθίσματα αυτά υπερβαίνουν τις δυνατότητες κινητικής αντίδρασής του, υπερβαίνοντας έτσι την υποταγή του χρόνου στη (σωματική κίνηση) και απελευθερώνοντας μιαχρονοεικόνα. Ο Deleuze προσπαθεί να αντλήσει από την κατάσταση αυτή τη δυνατότητα μιας οραματικήςλειτουργίας: από τη στιγμή που η σωματική αντίδραση προς το περιβάλλον δεν επαρκεί, αφού το σώμα ακινητεί, πυροδοτείται η φαντασία που μεταπλάθει τα ηχητικά και οπτικά ερεθίσματα του Θεαματικού. Η φαντασία μπορεί να σημάνει τη δημιουργία ενός διαφορετικού Κόσμου, ένα όραμα το οποίο θα σωματοποιηθεί αργότερα. Όμως τονίζει και τις αρνητικές πλευρές, αυτές που προς το παρόν είναι οι κυρίως ενεργές-το ολοκληρωτικό Θέαμα των Ναζί, το παραλυτικό Θέαμα των Μ.Μ.Ε.

13.

O Debord μας λέει ότι το θέαμα […] Είναι ο Ήλιος που δε δύει ποτέ στην αυτοκρατορία της σύγχρονης παθητικότητας. Καλύπτει όλη την επιφάνεια του κόσμου και κολυμπά απεριόριστα μέσα στην ίδια του τη δόξα

Αναφορικά με τη θέση 6. παραθέσαμε το παρακάτω απόσπασμα του Μάρξ από τη Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου

 Η κριτική της θρησκείας καταστρέφει τις αυταπάτες του ανθρώπου για να μπορέσει (αυτός) να δράσει, να σκεφτεί, να διαμορφώσει την πραγματικότητά του σαν άνθρωπος απαλλαγμένος από τις αυταπάτες, που έχει φτάσει στην ηλικία του λόγου, για να μπορεί να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή γύρω από τον πραγματικό του ήλιο.

Ο τελευταίος κυριαρχικός Ήλιος, το τελευταίο λαμπερό, φαντασμαγορικό κέντρο γύρω από τον οποίο πρέπει να πάψουν οι άνθρωποι να περιστρέφονται, είναι σύμφωνα με τον Debord η αναπαράσταση, το Θέαμα.

Έχουμε υποστηρίξει πως το Θέαμα ορίζεται πρωταρχικά ως η συσσωρευμένη, νεκρή επικοινωνία μεταξύ των ανθρωπομορίων του συστήματος. Η συσσωρευμένη, νεκρή, παρελθούσα επικοινωνία είναι ακριβώς το Νόημα. Η νεκρή επικοινωνία είναι νόημα ή αλλιώς πληροφορία, έναντι της ζωντανής επικοινωνίας. Πληροφορία αποθηκευμένη, αποθηκευμένη νεκρή επικοινωνία, για αυτό ακριβώς το Θέαμα για τον Debord είναι μια συσσώρευση, όπως το Κεφάλαιο  είναι συσσώρευση νεκρής, παρελθούσας κοινωνικής εργασίας. Έχουμε δει την ιδέα της πληροφορίας ως νεκρής επικοινωνίας, κατ’αναλογία της νεκρής εργασίας, στον Tony Negri. Στον Debord βλέπουμε ένα παράλληλο σκεπτικό, και μια νέα θεωρία του φετιχισμού στην προέκταση της κλασικής μαρξιστικής. Σε παλαιότερη ανάρτησή μας είχαμε δει τον Giorgio Agamben να συμβαδίζει με μια τέτοια αντίληψη

http://bestimmung.blogspot.gr/2013/04/giorgio-agamben.html

Στην κοινωνία του θεάματος, για την ακρίβεια, η απομόνωση του Skekinah εισάγεται στην τελευταία της φάση, όταν η γλώσσα δεν συνίσταται μόνο ως μία αυτόνομη σφαίρα, αλλά δεν αποκαλύπτει πλέον τίποτα-ή καλύτερα, αποκαλύπτει το τίποτα όλων των πραγμάτων. Δεν υπάρχει τίποτα από τον Θεό, από τον κόσμο, ή από τα αποκαλυφθέντα στην γλώσσα. Σε αυτή την ακραία μηδενιστική αποκάλυψη, όμως, η γλώσσα (η γλωσσική φύση των ανθρώπων) παραμένει για μία ακόμα φορά απόκρυφη και διαχωρισμένη, και επομένως, για μία τελευταία φορά, διά της άρρητής της δύναμης, καταδικάζει τους ανθρώπους σε μία ιστορική εποχή και ένα κράτος: την εποχή του θεάματος ή του επιτελεσμένου μηδενισμού. Τούτος είναι ο λόγος που η δύναμη (Σ.τ.Μ: εξουσίας) που βασίζεται πάνω σε ένα προϋποτιθέμενο θεμέλιο γκρεμίζεται ανά την υφήλιο και τα επί της γης βασίλεια οδηγούνται, το ένα μετά το άλλο, προς το δημοκρατικό-θεαματικό καθεστώς που συνιστά την τελείωση της κρατικής μορφής. Περισσότερο και από την οικονομική αναγκαιότητα και την τεχνολογική ανάπτυξη, αυτό που οδηγεί τα έθνη της γης προς μία και μοναδική και κοινή μοίρα είναι η αποξένωση από το γλωσσικό είναι, ο ξερριζωμός όλων των λαών από την ζωτικής σημασίας κατοικία στην γλώσσα.

Δεν έχουμε την ίδια αντίληψη με τον G.Agamben για τη σημασία της οικονομικής παραγωγής (ούτε ο Debord θα συμφωνούσε μαζί του). Βλέπουμε όμως και στη δική του ανάλυση τη χρήση μιας εννοιολογικής φόρμας που υπάγεται στο οπλοστάσιο της Γενικής Θεωρίας των Συστημάτων, πράγμα που διαπιστώσαμε και στον Debord. Aς δούμε μια τελευταία θέση από την Κοινωνία του Θεάματος

131.

Η γένεση της πολιτικής εξουσίας, συνδεδεμένη, απ’ο,τι φαίνεται, με τις τελευταίες μεγάλες επαναστάσεις της τεχνικής, όπως το λιώσιμο του σιδήρου, στο κατώφλι μιας περιόδου που δεν θα γνωρίσει πια βαθιές αναταραχές ως την εμφάνιση της βιομηχανίας, είναι επίσης η στιγμή που αρχίζουν να διαλύονται οι δεσμοί αιματοσυγγένειας. Έκτοτε, η διαδοχή των γενεών εγκαταλείπει τη σφαίρα του καθαρά φυσικού κύκλου για να γίνει προσανατολισμένο γεγονός, διαδοχή εξουσιών. Οανεπίστρεπτος χρόνος ανήκει σ’αυτόν που βασιλεύει. Οι δυναστείες είναι το πρώτο του μέτρο, η γραφή, το όπλο τουΜέσα στη γραφή, η γλώσσα φθάνει στην πλήρη πραγματικότητά της, ανεξάρτητη από κάθε μεσολάβηση μεταξύ συνειδήσεων. Αυτή όμως η ανεξαρτησία είναιταυτόσημη με τη γενική ανεξαρτησία της διαχωρισμένης εξουσίας, σαν μεσολάβηση που συγκροτεί την κοινωνία. Με τη γραφή, εμφανίζεται μια συνείδηση που δε φέρεται, ούτε μεταδίδεται πια μέσα στην άμεση σχέση των ζωντανώνμια απρόσωπη μνήμη, η μνήμη της διοίκησης της κοινωνίας. »Τα γραπτά είναι οι σκέψεις του Κράτους, τα αρχεία η μνήμη του.» (Νοβάλις).

Γραφή, εγ-γραφή, Νόημα, Απρόσωπη Μνήμη, Αρχεία. Ο Μάρξ ονόμασε τη θρησκεία, όπως είδαμε, ‘‘εγκυκλοπαιδική συν-όψιση του Κόσμου». Mια Εγκυκλοπαίδεια λοιπόν, μια συσσώρευση και αρχειοθέτηση πληροφοριών, μια διοικητική μνήμη, ένα σύνολο εγγραφών στον γενικό κώδικα της κοινωνίας, παρελθούσα κοινωνική επικοινωνία, κοινωνικό Νόημα ή Θέαμα που »μιλιέται» μέσα από μια γλωσσική παραγωγή σημείων, όπως μας είπε ο Debord. Ίσως ο όρος »Θέαμα» του Debord δεν είναι κατάλληλος, από τη στιγμή που μας οδηγεί στο να σκεφτόμαστε τον κόσμο των ΜΜΕ και την οπτική, ειδικά, εικόνα. Όμως ο Debord μας διευκρίνισε, στη θέση 5, πως δεν πρόκειται απλά για αυτό.

Βλέπουμε στον Guy Debord κάτι διαφορετικό, από ό,τι συνήθως βλέπουν σε αυτόν. Βλέπουμε μια προσπάθεια της μαρξιστικής διαλεκτικής να αναλύσει το σύγχρονο κόσμο, ξεπερνώντας τα ιστορικά της όρια. Όμως η προσπάθεια αυτή είναι εκ προοιμίο καταδικασμένη στο να αποτελεί ένα σύνολο καλών ιδεών, χωρίς να αποτελεί ακόμη μια συστηματική έκθεση.

Συστηματική, στο πρότυπο του μαρξικού Κεφαλαίου, δηλαδή αποτελεσματική, θα ξαναγίνει η επαναστατική θεωρία αν δει, σε όλες αυτές τις αποτυχημένες απόπειρες, τη στιγμή της επιτυχίας τους, τη στιγμή της αλήθειας τους.

Ο δρόμος της φωτιάς θα περάσει και πάλι μέσα από τον Hegel. Αυτή τη φορά, ξεπερνώντας διαλεκτικά την ανώτερη μεθοδολογία που κατέκτησε ποτέ άρχουσα τάξη, τη Γενική Θεωρία των Συστημάτων. Οι άνθρωποι με όπλο τη Διαλεκτική θα συνεχίσουν τον ιερό τους πόλεμο για την κατάκτηση της Αλήθειας και της Ελευθερίας.

Δημοσιεύτηκε 7th August 2013 από τον χρήστη 

02/01/2007 - Posted by | -Ιδεολογικά, -καπιταλισμός

5 σχόλια »

  1. […] ΔΕΙΤΕ….    ΕΔΩ […]

    Πίνγκμπακ από -Tout est possible! « Πόντος και Αριστερά | 26/05/2008

  2. […] -Η κοινωνία του θεάματος […]

    Πίνγκμπακ από -Δύο χρόνια Π&Α: Ένας “εγωκεντρικός” απολογισμός! « Πόντος και Αριστερά | 31/12/2008

  3. […] ορισμούς του σταλινισμού έδωσε ο Γκι Ντεμπόρ στην Κοινωνία του Θεάματος: «Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και […]

    Πίνγκμπακ από Για το σταλινισμό, το ΚΚΕ και τους Πόντιoυς « Vanessa111's Weblog | 27/07/2010

  4. Η κοινωνία του θεάματος σήμερα Η κοινωνία του θεάματος σήμερα Δημοσιεύθηκε : Σάββατο, 11 Αύγουστος 2012 09:00 | Εμφανίσεις: 1375 Γιάννης Ιωαννίδης Η κοινωνία τού θεάματος είναι, όπως γνωρίζετε, ο τίτλος ενός βιβλίου που θεωρείται οτι ξεκίνησε να γράφει γύρω στα 1963 ο Γκυ Ντεμπόρ, συνιδρυτής και εξέχον μέλος τής καταστασιακής Διεθνούς, και το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στη Γαλλία το 1967, λίγο πριν τον περίφημο «Μάη του ΄68». Σύμφωνα με τον συγγραφέα του, το βιβλίο αυτό διατυπώνει μια επαναστατική θεωρία, εντελώς απαραίτητη για όσους «θέλουν πραγματικά να ανατρέψουν μια κατεστημένη κοινωνία»× μια θεωρία, η οποία «εξηγεί σε βάθος αυτή την κοινωνία ή τουλάχιστον δίνει την εντύπωση» οτι το κάνει× και η οποία πέτυχε «να διακηρύξει οτι το ίδιο το κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου είναι κακό, αποκαλύπτοντας την ακριβή του φύση» (Πρόλογος στην τέταρτη ιταλική έκδοση τής Κ.τ.Θ, 1979). Με άλλα λόγια, ο Γκυ Ντεμπόρ θεωρούσε πως μάς προσέφερε μια πλήρη αλήθεια επί τής ουσίας τού υπάρχοντος κόσμου, και βεβαίως γι’ αυτό τόνιζε πως, όσα έγραφε εκεί το 1967, θα ισχύουν «μέχρι το τέλους αυτού τού αιώνα [τού 20ού] κι ακόμα πιο πέρα» (στο ίδιο) – προφανώς δηλαδή και για το 2004 και για όσο αυτός ο υπάρχων κόσμος και το κέντρο του παραμένουν όρθια. Αυτό σημαίνει πως η όποια συζήτηση για την επικαιρότητα τής θεωρίας του, οφείλει να τοποθετείται κατ’ αρχήν πάνω σ’ αυτή τη θεμελιώδη αξίωση με την οποία την φόρτισε ο ίδιος ο συγγραφέας της. Ο Γκυ Ντεμπόρ πέτυχε διάνα; Η θεωρία τού «θεάματος» εξηγεί πράγματι «ικανοποιητικά την κατεστημένη κοινωνία»; Φανερώνει και κατονομάζει την «ακριβή φύση» τού «ίδιου τού κέντρου τού υπάρχοντος κόσμου»; Είναι απαραίτητο ν’ απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα, ώστε να συζητήσουμε σοβαρά για την «κοινωνία τού θεάματος σήμερα». Επιπλέον, τα ερωτήματα αυτά, όποια κι αν είναι η τελική μας απάντηση, πρέπει να μάς απασχολούν πάντοτε, εάν δεν θέλουμε «η κριτική έννοια τού θεάματος να εκχυδαϊστεί σε κάποια κενή φόρμουλα τής κοινωνιολογικοπολιτικής ρητορείας, για να εξηγεί και να καταγγείλει αφηρημένα τα πάντα» (Κ.τ.Θ. § 203). Η προϊστορία τής έννοιας «θέαμα» στη σκέψη του Γκυ Ντεμπόρ Για ν’ απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα, θεωρώ πως πρέπει να εξετάσουμε τη διαμόρφωση και μετεξέλιξη τής έννοιας «θέαμα» μέσα στη σκέψη τού Ντεμπόρ, διότι ο όρος αυτός εμφανίζεται στη σκέψη του πολύ νωρίτερα από το 1967, νωρίτερα ακόμα κι από το 1963. Μόνο που, τότε, τον συσχετίζει μεν με την κατεστημένη αλλοτρίωση αλλά δεν τού αποδίδει ακόμα την ιδιότητα να κατονομάζει «το ίδιο το κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου». 1957 Πράγματι, το 1957, στην Έκθεση πάνω στην κατασκευή καταστάσεων – κατά κάποιον τρόπο ιδρυτικό κείμενο τής Κ.Δ. –, συσχετίζει άμεσα την «κατασκευή καταστάσεων» με το «θέαμα» ως εξής: «Η κατασκευή καταστάσεων αρχίζει με την κατάρρευση τού σύγχρονου θεάματος. Είναι εύκολο να δει κανείς σε ποιό βαθμό η ίδια η αρχή τού θεάματος – η μη-παρέμβαση – συνδέεται με την αλλοτρίωση τού παλιού κόσμου. Συνεπώς τα πλέον οξυδερκή επαναστατικά πειράματα στο πεδίο τής κουλτούρας πρέπει να αποσκοπούν στο σπάσιμο τής ψυχολογικής ταύτισης τού θεατή με τον ήρωα, ώστε να τον σπρώξουν να δραστηριοποιηθεί προκαλώντας τις ικανότητές του να επαναστατικοποιήσει την ίδια του τη ζωή». Εδώ το «θέαμα» προσδιορίζεται ως η αρχή τής «μη-παρέμβασης», όπως το 1967 θα κατονομαστεί μεταξύ άλλων και σαν «το αντίθετο τού διαλόγου» (Κ.τ.Θ., § 18). Ναι μεν «συνδέεται με την αλλοτρίωση τού παλιού κόσμου», αλλά δεν φιλοδοξεί να περιγράφει ούτε αυτή την ίδια την αλλοτρίωση επακριβώς ούτε «το ίδιο» το κέντρο τού «παλιού κόσμου». Περιγράφει απλώς την αρχή τής αλλοτρίωσης, που ισχύει για το αποκλειστικό πεδίο τής κουλτούρας. 1960 Το ίδιο συμβαίνει και με το κείμενο Προκαταρκτικές σημειώσεις για τον προσδιορισμό ενός ενιαίου επαναστατικού προγράμματος, που έγραψε ο Ντεμπόρ το 1960 μαζί με τον Πιέρ Κανζουέρ, στέλεχος τής ομάδας «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Το «θέαμα» αφορά και εδώ στο αποκλειστικό πεδίο τής κουλτούρας. Διαβάζουμε: «Όλες οι μορφές τής καπιταλιστικής κοινωνίας σήμερα βασίζονται σε τελική ανάλυση στη γενικευμένη και – στο επίπεδο τών μαζών – σταθερή διαίρεση μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών, μεταξύ εκείνων που δίνουν εντολές κι εκείνων που τις εκτελούν […] Έξω από την εργασία [Προσέξτε: έξω από την εργασία], το θέαμα είναι ο κυρίαρχος τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους. Μόνο μέσω τού θεάματος ο λαός αποκτά μια (πλαστοποιημένη) γνώση κάποιων γενικών όψεων τής κοινωνικής ζωής, από τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα έως τούς κυρίαρχους τρόπους συμπεριφοράς και τις ενορχηστρωμένες συνδιασκέψεις τών διεθνών αρχηγών κρατών. Η σχέση μεταξύ δημιουργών και θεατών είναι μόνο μια μετάθεση τής σχέσης μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών». Το «θέαμα» λοιπόν δεν αφορά, ούτε εδώ, το «κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου» αλλά την κουλτούρα. Είναι ο κυρίαρχος τρόπος σχέσης «έξω από την εργασία», μια μετάθεση στο πεδίο τής κουλτούρας τής διαίρεσης μεταξύ διευθυνόντων και εκτελεστών. 1961 Το 1961, στα πλαίσια τής συνεργασίας του με την ομάδα «Εργατική Εξουσία», που είχε προέλθει από το «Σ.ή.Β», ο Ντεμπόρ γράφει το κείμενο Για να κρίνουμε επαναστατικά την τέχνη, με αφορμή την ταινία «Με κομμένη την ανάσα», τού Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, που είχε εντυπωσιάσει το κοινό εκείνη την εποχή. Εκεί, ο Ντεμπόρ επανέρχεται στην έννοια τού «θεάματος» ως εξής: «Τη σχέση ενός θεάματος με τα προβλήματα τής κοινωνίας δεν πρέπει να την αναζητήσουμε στις επιφανειακές σημασιοδοτήσεις του, αλλά στο επίπεδο τής λειτουργίας του ως θέαμα». Αμέσως μετά παραθέτει το απόσπασμα από την Έκθεση…, που προανέφερα, και παρακάτω συνεχίζει: «Η συγγένεια ανάμεσα στην πρωτοκαθεδρία τού θεάματος στην κοινωνική ζωή και την πρωτοκαθεδρία μιάς τάξης διευθυνόντων (που αμφότερες θεμελιώνονται στην αντιφατική ανάγκη μιάς παθητικής συναίνεσης), δεν είναι ένα παράδοξο, μιά παραδοξολογία. Είναι μια εξίσωση γεγονότων, που χαρακτηρίζουν αντικειμενικά το σύγχρονο κόσμο. Εδώ συναντούνται η πολιτιστική κριτική, που αντλεί την εμπειρία της από την αυτοκαταστροφή τής μοντέρνας τέχνης, και η πολιτική κριτική, που αντλεί την εμπειρία της από την καταστροφή τού εργατικού κινήματος από τις δικές του αλλοτριωμένες οργανώσεις». Το «θέαμα» αφορά λοιπόν, και εδώ, τη σφαίρα τής κουλτούρας και τής πολιτιστικής κριτικής έξω από την εργασία, ενώ η διαίρεση διευθυνόντων-εκτελεστών (θέση τής ομάδας «Σ. ή Β.» από κάμποσα χρόνια πριν) αφορά το πεδίο τής εργασίας και την πολιτική κριτική. Υπάρχει μεν «συγγένεια» και «εξίσωση γεγονότων» μεταξύ τους, αλλά το «θέαμα» δεν κατονομάζεται ως κέντρο ή κεντρικότερο. Την ίδια χρονιά, στην ομιλία του Προοπτικές για συνειδητές τροποποιήσεις μέσα στην καθημερινή ζωή (Internationale Situationniste, τχ 6), ο Ντεμπόρ γράφει: «Αυτή η κοινωνία τείνει ν’ απομονώνει τους ανθρώπους σαν μεμονωμένους καταναλωτές [προσέξτε: σαν καταναλωτές, δηλαδή και πάλι «έξω από την εργασία»], ν’ απαγορεύει την επικοινωνία. Έτσι η καθημερινή ζωή είναι επίσης ιδιωτική ζωή, τόπος τού διαχωρισμού και τού θεάματος […] το προλεταριάτο οφείλει να απαρνηθεί ο,τιδήποτε υπερβαίνει την καθημερινή ζωή, ή μάλλον ισχυρίζεται οτι την υπερβαίνει: το θέαμα, τις ‘ιστορικές’ λέξεις ή χειρονομίες, το ‘μεγαλείο’ τών διευθυνόντων, το μυστήριο τών εξειδικεύσεων, την ‘αθανασία’ τής τέχνης και την εξωτερική προς τη ζωή σπουδαιότητά της». Έως εδώ λοιπόν ο Ντεμπόρ δεν θεωρούσε οτι η κοινωνία βασίζεται στο «θέαμα» αλλά στο διαχωρισμό «διευθυνόντων-εκτελεστών» μέσα στην εργασία. Θεωρούσε οτι το «θέαμα» και η κριτική τού θεάματος αφορά την πολιτιστική σφαίρα και τη σφαίρα τής «καθημερινής ζωής», ενώ ο «διαχωρισμός διευθυνόντων-εκτελεστών» και η κριτική του αφορά την πολιτική σφαίρα – τη σύνδεση τών οποίων έθετε σαν ζητούμενο στη βάση τής «συγγένειας» μεταξύ τού πολιτιστικού «θεάματος» και τού «διαχωρισμού διευθυνόντων-εκτελεστών» μέσα στην παραγωγή. Έτσι, η ίδια η κοινωνία δεν κατονομάζεται ως «κοινωνία τού θεάματος». 1963 Δύο χρόνια αργότερα, το 1963, συναντάμε – αλλά χωρίς καμμιά επεξήγηση – τον όρο «κοινωνία τού θεάματος» στο κείμενο Κυριαρχία τής φύσης, ιδεολογία, τάξεις, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση I.S. (τχ 8) Το κείμενο αυτό, που ασφαλώς συνυπογράφει ο Ντεμπόρ, επαναλαμβάνει το μαρξικό σχήμα περί αντίφασης μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, με τη διευκρίνηση οτι “αυτή η αντίφαση πρέπει τώρα να αναγνωσθεί ως η καταδίκη τής ποταπής και ταυτόχρονα επικίνδυνης ανάπτυξης που επιφυλάσσει για τον εαυτό της η αυτο-ρύθμιση αυτής τής παραγωγής, σε σχέση με τη μεγαλειώδη δυνατή ανάπτυξη που μπορεί να στηριχτεί στην παρούσα οικονομική υποδομή». Εδώ, στηριγμένοι στο σχήμα τής ομάδας «Σ.ή.Β.» περί «διευθυνόντων-εκτελεστών», οι καταστασιακοί και ο Ντεμπόρ το προεκτείνουν προς τις πιο οικείες τους περιοχές. Πράγματι εξηγούν πως, «προλετάριοι είναι εκείνοι που δεν έχουν καμμιά δυνατότητα να μετασχηματίσουν τον κοινωνικό χωρόχρονο που η κοινωνία τούς δίνει να καταναλώσουν» (ιδέα που ξανασυντάμε στην Κ.τ.Θ., § 114), ενώ «οι διευθύνοντες είναι εκείνοι που οργανώνουν αυτό το χωρόχρονο κι έχουν ένα περιθώριο προσωπικής επιλογής». Μάλιστα, αυτό το διαχωρισμό τον θεωρούν, εδώ, κεντρικό αυτού τού κόσμου: «Με δεδομένη αυτή τη διαίρεση, όλες οι άλλες διαφορές κοινωνικής θέσης πρέπει να θεωρούνται σαν δευτερεύουσες». Άρα, κεντρικό στον υπάρχοντα κόσμο δεν είναι το «θέαμα» αλλά ο διαχωρισμός μεταξύ «διευθυνόντων-οργανωτών» τού κοινωνικού χωρόχρονου και «εκτελεστών-διευθυνόμενων» καταναλωτών του. Εκτός αυτού, εκείνο που, στο παραπάνω κείμενο, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για το θέμα που συζητάμε, είναι η σαφής και αποκλειστική σύνδεση τής έννοιας «θέαμα» με την ιδεολογία και την προπαγάνδα. Αφ’ ενός, με βάση μια ιδέα τού Ραούλ Βανεγκέμ (Βασικές κοινοτοπίες, I.S. τχ 7, 1962), η ιδεολογία προτείνεται εδώ σαν ένα «αναλγητικό, υπνωτικό, ηρεμιστικό» και σαν «ναρκωτικό» — «το θέαμα είναι ένα ναρκωτικό για σκλάβους», θα διαβάσουμε τρία χρόνια αργότερα. Αφ’ ετέρου, οι καταστασιακοί εξηγούν την αξία ενός βιβλίου τού Ζακ Ελύλ για την προπαγάνδα («περιγράφει την ενότητα τών διαφόρων μορφών παραγωγής εξαρτημένων ανακλαστικών» και « δείχνει οτι αυτή η διαφήμιση-προπαγάνδα είναι κι ένα φάρμακο σε μια κοινωνία σφαιρικά άρρωστη, το οποίο μάς επιτρέπει να ανεχόμαστε την αρρώστεια χειροτερεύοντάς την»), και καταλήγουν: «Οι άνθρωποι είναι σε μεγάλο βαθμό συνένοχοι τής προπαγάνδας, τού κυρίαρχου θεάματος, επειδή δεν θα μπορούσαν να το απορρίψουν παρά αμφισβητώντας ολοκληρωτικά την κοινωνία» (η υπογράμμιση δική μου). Συνεπώς, έως εδώ, τίποτα δεν μάς επιτρέπει ακόμα να σκεφτούμε πως ο Ντεμπόρ θεωρούσε το «θέαμα» σαν «το ίδιο το κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου». Ίσα-ίσα, η έννοια αυτή εξακολουθούσε να μένει στο πεδίο τής κουλτούρας, τής ιδεολογίας, ή ακόμα πιο περιορισμένα τής διαφήμισης και τής προπαγάνδας. 1966 Έστω όμως οτι το 1963 είναι ακόμη μακρυά από το 1967, και οτι στα μεταξύ τους τέσσερα χρόνια μετεξελίχθηκε η σκέψη τού Ντεμπόρ πάνω στο «θέαμα». Απολύτως θεμιτό. Ωστόσο, όσα έλεγε από το 1957 έως το 1963, τα επαναλαμβάνει ατόφια και το 1966, δηλαδή ένα μόλις χρόνο πριν από την κυκλοφορία του «Η κοινωνία τού θεάματος». Εννοώ βεβαίως το κείμενο Η παρακμή και η πτώση τής θεαματικής-εμπορευματικής οικονομίας, που γράφτηκε από τον ίδιον το Ντεμπόρ, όπως θεωρείται, με αφορμή την εξέγερση στο Λος Άντζελες την προηγούμενη χρονιά (I.S. τχ 10). Σ’ αυτό το κείμενο μάλιστα ο Ντεμπόρ επεξηγεί για πρώτη φορά εκτεταμμένα τη σχέση μεταξύ «θεάματος» και εμπορεύματος, κι είναι σημαντικό να δούμε πώς το έκανε τότε. Η εξέγερση εκείνη περιγράφεται ως «εξέγερση [Προσέξτε: όχι κατά τού «θεάματος» αλλά] κατά τού εμπορεύματος, κατά τού κόσμου τού εμπορεύματος και τού εργαζόμενου-καταναλωτή που είναι ιεραρχικά υποταγμένος στα μέτρα και σταθμά τού εμπορεύματος». Πιο συγκεκριμένα, ο Ντεμπόρ θεωρεί πως η εξέγερση στο Λος Άντζελες οφειλόταν στο γεγονός οτι οι Μαύροι τής αμερικανικής κοινωνίας «παίρνουν κατά γράμμα την προπαγάνδα τού σύγχρονου καπιταλισμού, τη διαφήμισή του περί αφθονίας [Προσέξτε: την «προπαγάνδα», τη «διαφήμιση» τού σύγχρονου καπιταλισμού] και γι’ αυτό θέλουν αμέσως όλα αυτά τα εμπορεύματα που δείχνονται και είναι αφηρημένα διαθέσιμα [Προσέξτε: «δείχνονται» και «αφηρημένα διαθέσιμα»], επειδή θέλουν να τα χρησιμοποιήσουν» (στο ίδιο). Οπότε: «Οι αμερικανοί Μαύροι είναι το προϊόν τής σύγχρονης βιομηχανίας, όπως και η ηλεκτρονική, τη διαφήμιση, το κύκλοτρον. Φέρουν κι αυτοί τίς αντιφάσεις του. Είναι οι άνθρωποι που ο θεαματικός παράδεισος οφείλει ταυτόχρονα ν’ αφομοιώνει και ν’ απωθεί. Έτσι, μέσω αυτών, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο θέαμα και τη δραστηριότητα τών ανθρώπων φανερώνεται ολοκληρωτικά. Το θέαμα είναι οικουμενικό όπως και το εμπόρευμα. Αλλά επειδή ο κόσμος τού εμπορεύματος θεμελιώνεται πάνω σε μια ταξική αντίθεση, το εμπόρευμα είναι και το ίδιο ιεραρχικό. Η υποχρέωση που έχει το εμπόρευμα, συνεπώς και το θέαμα που πληροφορεί τον κόσμο τού εμπορεύματος [Προσέξτε: «πληροφορεί»], να είναι ταυτόχρονα οικουμενικό και ιεραρχικό, οδηγεί σε μια οικουμενική ιεράρχηση […] Το θέαμα είναι ένα ναρκωτικό για σκλάβους. Δεν εννοεί να το παίρνει κανείς κατά γράμμα, αλλά να το ακολουθεί από κάποια ελάχιστη απόσταση (εάν δεν υπάρχει αυτή η καθυστέρηση, τότε φανερώνεται ο φενακισμός)» (στο ίδιο). Είναι λοιπόν σαφέστατο οτι ακόμα και έως το 1966 ο Ντεμπόρ, όχι μόνο δεν προσδιορίζει το «θέαμα» ως το «κέντρο τής υπάρχουσας κοινωνίας» αλλά, συγκεκριμενοποιώντας κατά κάποιον τρόπο τις προηγούμενες ιδέες του για το ρόλο τού «θεάματος» στη σφαίρα τής κουλτούρας, το προσδιορίζει κυρίως ως ιδεολογία, προπαγάνδα, πληροφόρηση και διαφήμιση τού κόσμου τού εμπορεύματος και τού καπιταλισμού. Ελάχιστη σχέση έχουν όλα αυτά με τις διατυπώσεις του στην Κοινωνία τού θεάματος, την αμέσως επόμενη χρονιά, σύμφωνα με τις οποίες το «θέαμα» δεν αφορά αποκλειστικά στο πεδίο τής κουλτούρας, ούτε τής ιδεολογίας και τής προπαγάνδας ή τής πληροφορίας τού κόσμου τού εμπορεύματος, αλλά κάτι πολύ περισσότερο και ουσιαστικότερο, δηλαδή το «ίδιο το κέντρο τής υπάρχοντος κόσμου». Όπως θα προσπαθήσω να δείξω, αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς «εννοιολογικού βάθους» αλλά θέτει ένα καίριο πρόβλημα στην ίδια την έννοια τού «θεάματος», όπως μάς τη δίνει το βιβλίο τού 1967. Το πρόβλημα τής ντεμπορικής έννοιας «θέαμα» Συγκεκριμένα: 1. Εάν, όπως μάς λέει ο Ντεμπόρ μεταξύ 1957 με 1966, ο κόσμος μας βασίζεται στη διαίρεση μεταξύ «διευθυνόντων» και «εκτελεστών»× 2. εάν η κεντρική του αντίφαση συνίσταται στο διαχωρισμό μεταξύ εκείνων που οργανώνουν το χωρόχρονο κι εκείνων που τον καταναλώνουν «παθητικά», δηλαδή χωρίς δυνατότητα να τον μετασχηματίσουν× 3. εάν, συνεπώς, σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο υπάρχουν κάποιοι, εκείνοι που τον διευθύνουν και οργανώνουν, οι οποίοι μάλιστα «έχουν ένα περιθώριο προσωπικής επιλογής» πάνω στο πώς θα οργανώσουν τον κοινωνικό χωρόχρονο, αποκλείοντας τον υπόλοιπο κόσμο από αυτή την κεντρική δραστηριότητα× 4. εάν ο όρος «θέαμα» περιγράφει την «αρχή τής μη-παρέμβασης» — δηλαδή την «αρχή» τής οργανωμένης από κάποιους παρεμπόδισης στους υπολοίπους να «παρέμβουν» στα πράγματα× 5. εάν, έτσι, υπάρχει μεν «συγγένεια αρχής» μεταξύ τού διαχωρισμού διευθυνόντων-εκτελεστών και «θεάματος» αλλά 6. στο επίπεδο τής κεντρικής αντίφασης τού υπάρχοντος κόσμου η «ακριβής φύση» αυτής τής αρχής είναι ο αποκλεισμός, 7. ενώ το «θέαμα» είναι «ένα ναρκωτικό για σκλάβους», δηλαδή η ιδεολογία που «πληροφορεί τον κόσμο τού εμπορεύματος» τυλίγοντας σ’ ένα πέπλο ομίχλης την κεντρική αντίφαση τού υπάρχοντος κόσμου, τότε είναι προφανές οτι η αρχή και η έννοια τού «θεάματος» δεν περιγράφει όλο τον υπάρχοντα κόσμο, δεν επεξηγεί ικανοποητικά όλη την κατεστημένη κοινωνία, ούτε πολύ περισσότερο το «κέντρο» της. Πολύ απλά: εάν υπάρχουν σ’ αυτό τον κόσμο κάποιοι που τον διευθύνουν και τον οργανώνουν, έχοντας μάλιστα «ένα περιθώριο προσωπικής επιλογής», τότε αυτοί οι διευθύνοντες-οργανωτές δεν είναι θεατές – ούτε κάν σκλάβοι! Και βέβαια, ο όρος «θέαμα» και «ναρκωτικό για σκλάβους» δεν κατονομάζει τη δραστηριότητά τους, που ασκείται ακριβώς στο κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου, έστω κι αν αυτοί οργανώνουν τον κόσμο έτσι ώστε οι υπόλοιποι άνθρωποι να μην έχουν δυνατότητα παρέμβασης και να καταντούν, έτσι, «θεατές». Επιπλέον εάν, όπως λέει ο Ντεμπόρ μεταξύ 1957 με 1966, η υπάρχουσα κοινωνία θεμελιώνεται στον αποκλεισμό τής μεγάλης πλειοψηφίας τών ανθρώπων από τις διαδικασίες «οργάνωσης και μετασχηματισμού τής ζωής» τους, τότε είναι επόμενο αυτοί οι αποκλεισμένοι άνθρωποι να βρίσκονται στη θέση τού θεατή ως προς αυτές τις διαδικασίες. Αυτό όμως σημαίνει οτι πρώτα αποκλείονται, δηλαδή στέλνονται στην «κερκίδα» τής ζωής, και έτσι, έπειτα, γίνονται «θεατές» τού υπάρχοντος κόσμου ή «κόσμου τού εμπορεύματος». Συνεπώς, με βάση αυτά τα δεδομένα: · το «θέαμα» είναι ένα δευτερεύον αποτέλεσμα τού αποκλεισμού τών ανθρώπων από τίς διαδικασίες οργάνωσης και μετασχηματισμού τής ζωής τους× · πρωτεύων, άρα κεντρικός στην υπάρχουσα κοινωνία, είναι αυτός ο αποκλεισμός τών «εκτελεστών-σκλάβων» από τούς «διευθύνοντες-κυρίους», με διακυβευόμενο αντικείμενο την οργάνωση και μετασχηματισμό τών συνθηκών ζωής× ενώ · το «θέαμα» ακολουθεί, έπεται, στη σφαίρα τής κουλτούρας, τής καθημερινής ζωής, τής ιδεολογίας, τής διαφήμισης-προπαγάδας, σαν «πληροφόρηση τού κόσμου τού εμπορεύματος» και «ναρκωτικό για σκλάβους». Αυτά μάς λένε οι χρήσεις κι επεξηγήσεις τής έννοιας «θέαμα» από τον Ντεμπόρ μεταξύ 1957 με 1966. Κι όλα αυτά συνιστούν, σαφώς, μια πολιτική, άρα θεσμική, σκέψη και τοποθέτηση, η οποία – εάν την ακολουθήσουμε – μάς καλεί να τοποθετηθούμε πρωταρχικά, όχι πάνω στο «θέαμα» αλλά πάνω στον αποκλεισμό. Ο κόσμος ως «σκηνοθεσία» Μήπως όμως θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως η κεντρική δραστηριότητα αυτών τών μη-θεατών και μη-σκλάβων διευθυνόντων-οργανωτών τού κόσμου είναι η «παραγωγή θεάματος», οπότε δικαίως ο Ντεμπόρ θεώρησε πως η έννοια τού «θεάματος» περιγράφει το ίδιο το κέντρο αυτού τού κόσμου; Ασφαλώς και όχι! Εάν η κεντρική δραστηριότητα τών μη-θεατών και μη-σκλάβων διευθυνόντων-οργανωτών αυτού τού κόσμου συνίσταται στην «παραγωγή θεάματος», τότε η κεντρική αυτή δραστηριότητά τους – η οποία στήνει την υπάρχουσα κοινωνία και συνεπώς αποτελεί το «κέντρο» της — δεν θα πρέπει να περιγράφεται με τον όρο «θέαμα» αλλά με τον πολύ πιο ακριβή όρο «σκηνοθεσία» … και οι ίδιοι να μην κατονομάζονται πλέον σαν «διευθύνοντες-οργανωτές» απλώς, αλλά σαν «σκηνοθέτες» τού υπάρχοντος κόσμου! Εάν προσέξουμε τα κείμενα που έγραψε αργότερα ο Γκυ Ντεμπόρ, από τον Πρόλογο στην ιταλική έκδοση τής «Κ.τ.Θ.» το 1979 κι έπειτα, θα δούμε πως αυτή η … φαντασμαγορική ιδέα περί τού κόσμου ως «σκηνοθεσία» και περί «σκηνοθετών» του, όχι μόνον δεν απουσιάζει αλλά αντίθετα επιβάλλεται όλο και περισσότερο! Τι άλλο πράγματι υπονοούν όλες αυτές οι περίπου «συνωμοσιολογικές» απόψεις του που διαβάζουμε εκεί; Ωστόσο, παρά τη μερική αλήθεια τους – διότι, βεβαίως, συνομωσίες υπήρξαν και υπάρχουν ανέκαθεν, μόνο που δεν φτιάχνουν αυτές την ανθρώπινη ιστορία, είτε προέρχονται από «αντιδραστικούς» είτε από «επαναστάτες» –, αυτές οι ύστερες απόψεις τού Ντεμπόρ είναι άκρως απογοητευτικές. Και θεωρητικά, και πολιτικά, και φιλοσοφικά, και υπαρξιακά ακόμη. Εάν ο υπάρχων κόσμος χαρακτηρίζεται κεντρικά από το «διαχωρισμό μεταξύ διευθυνόντων-εκτελεστών», αυτοί οι διευθύνοντες και οργανωτές τής ζωής δεν σκηνοθετούν τον κόσμο. Αποκλείουν. Και δεν αποκλείουν εκτοξεύοντας «εικόνες αποσπασμένες από κάθε όψη τής ζωής» και «θεάματα»! Πώς είναι δυνατόν ν’ αποκλειστεί κάποιος από την «οργάνωση και το μετασχηματισμό τής ζωής» του μόνο και μόνον επειδή κάποιοι άλλοι τού σερβίρουν «εικόνες» και «θεάματα»; Εάν οι διευθύνοντες-οργανωτές αποκλείουν, το κάνουν πρωταρχικά με άλλους τρόπους, όπως εκείνοι λ.χ. που περιέγραψε ο Μαρξ στην Πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου. Και αφού αποκλείσουν τούς υπολοίπους, τότε φέρνουν τούς αποκλεισμένους στην «κερκίδα» και στην κατάσταση τού «θεατή». Ε, άμα είσαι στην κερκίδα, θέλεις και πασατέμπο … αλλά δεν είναι ο πασατέμπος που σε βαστάει εκεί! Για το τι τρέχει στην «κερκίδα» έκανε τόση φασαρία ο Ντεμπόρ μιλώντας περί «θεάματος»; Σ’ αυτή την απογοητευτική σκέψη μάς οδηγεί όμως, εκ τών πραγμάτων, η τοποθέτηση τής έννοιας «θέαμα» αντί τής έννοιας «αποκλεισμός» στο «κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου». «Η κοινωνία τού θεάματος» Μήπως όμως την απάντηση σε όλα τα παραπάνω προβλήματα, μάς τη δίνει το θεωρούμενο ως το ώριμο και πιο ολοκληρωμένο έργο του, Η κοινωνία τού θεάματος τού 1967; Στο βιβλίο αυτό συναντούμε, πράγματι, μια μετεξέλιξη σε σχέση με όλους τούς μέχρι και το 1966 ορισμούς του τής έννοιας «θέαμα». Το κατά πόσον αυτή η μετεξέλιξη είναι και πρόοδος — δηλαδή αποσαφηνίζει καλύτερα την «ακριβή φύση» τού υπάρχοντος κόσμου — ή όχι, θα το εξετάσω ευθύς αμέσως. Τώρα πλέον, στην Κοινωνία τού θεάματος, το «θέαμα» δεν προσδιορίζεται απλώς ως ιδεολογία, έστω και οπτικοακουστική, αλλά ως «υλοποιημένη ιδεολογία»× δεν περιγράφει απλώς τον «τρόπο κατά τον οποίο οργανώνει τη ζωή ο καπιταλισμός», ούτε μόνο την «πληροφορία τού κόσμου τού εμπορεύματος», δηλαδή την «προπαγάνδα» και τη «διαφήμισή» του× δεν είναι πλέον απλώς ένα «ναρκωτικό για σκλάβους», αλλά «παρουσιάζεται σαν η ίδια η κοινωνία, σαν ένα μέρος τής κοινωνίας και σαν όργανο ενοποίησης» (Κ.τ.Θ., § 3). Βεβαίως, και εδώ το «θέαμα» προσδιορίζεται σε μέγιστο βαθμό ως ιδεολογία και προπαγάνδα. Δεν θα σάς κουράσω με πολλές παραθέσεις αποσπασμάτων. Ας θυμίσω μόνο: «[Το θέαμα] είναι η πανταχού παρούσα επιβεβαίωση τής επιλογής που έχει ήδη γίνει μέσα στην παραγωγή και η αντίστοιχη κατανάλωσή της» (§ 6). « Το θέαμα είναι ο μή-διακοπτόμενος λόγος, που η παρούσα τάξη πραγμάτων επιφυλάσσει για τον εαυτό της, ο εγκωμιαστικός της μονόλογος» (§ 24). «Το θέαμα εκφράζει αυτό που η σύγχρονη κοινωνία μπορεί να κάνει, μέσα όμως σ» αυτή την έκφραση το επιτρεπτό αντιτίθεται απολύτως στο εφικτό» (§ 25). «Ο ταυτόχρονα παρών και απών κόσμος, που το θέαμα μάς δείχνει, είναι ο κόσμος τού εμπορεύματος, ο οποίος κυριαρχεί σε ό,τι είναι βιωμένο» (§ 37). «Το θέαμα είναι ένας διαρκής πόλεμος τού οπίου για να μάς αναγκάσει ν΄ αποδεχτούμε την ταύτιση τών αγαθών με τα εμπορεύματα και την ταύτιση τής ικανοποίησης με την επιβίωση» (§ 44). Ωστόσο, κατά τον Ντεμπόρ, το «θέαμα» είναι τώρα κάτι πολύ περισσότερο από ιδεολογία και προπαγάνδα, κι αυτό υποτίθεται οτι θέλει επί τής ουσίας να μάς πει Η κοινωνία τού θεάματος όταν το τοποθετεί στο «ίδιο το κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου», θεωρώντας οτι περιγράφει «την ακριβή φύση του ». Πώς όμως στηρίζει κάτι τέτοιο; Πώς είναι δυνατόν το «θέαμα» να είναι κάτι περισσότερο από ιδεολογία-προπαγάνδα, έστω και οπτικοακουστική; Πώς είναι δυνατόν να κατονομάζει και να περιγράφει κάτι περισσότερο από αυτό που συμβαίνει στην «κερκίδα»; Πώς είναι δυνατόν το «κέντρο» τής υπάρχουσας κοινωνίας να είναι το «θέαμα» και όχι ο, εκ μέρους μιάς μειοψηφίας, πρωτεύων και καθοριστικός αποκλεισμός τής μεγάλης πλειοψηφίας τών ανθρώπων από τις διαδικασίες οργάνωσης και μετασχηματισμού τής ζωής τους, δηλαδή από τούς θεσμούς και την παραγωγή θεσμών; Πώς είναι δυνατόν το «θέαμα» να μην είναι πλέον απλώς και μόνον η «πληροφόρηση τού κόσμου τού εμπορεύματος» κι «ένα ναρκωτικό για σκλάβους»; Πώς είναι δυνατόν να κατονομάζει το κέντρο τής υπάρχουσας κοινωνίας; Λογικά, αυτό είναι δυνατόν μόνον εάν υποθέσουμε οτι όλοι μα όλοι οι άνθρωποι, όχι μόνον οι «εκτελεστές-οργανωνόμενοι» αλλά και οι «διευθύνοντες-οργανωτές», έχουν περιέλθει στην κατάσταση τού θεατή, στην κατάσταση τού σκλάβου, στην κατάσταση τού ανθρώπου τής κερκίδας τής ζωής. Αυτό είναι δυνατόν εάν υποθέσουμε οτι όλοι μα όλοι οι άνθρωποι αποκλείονται από την οργάνωση και το μετασχηματισμό τής ζωής τους. Με άλλα λόγια, μόνον εάν υποθέσουμε οτι ο διαχωρισμός μεταξύ «διευθυνόντων-οργανωτών» και «εκτελεστών-οργανωνόμενων» έχει πάψει να είναι κεντρικός στην υπάρχουσα κοινωνία, και όλοι μα όλοι έχουν περιέλθει στην κατάσταση τού «θεατή». Το πρόβλημα αυτό είναι τόσο σαφές, τόσο στη θεωρητική, τη φιλοσοφική όσο και στην πολιτική του διάσταση, που ο Ντεμπόρ δεν μπορούσε βέβαια να το αγνοήσει. Πώς τού απάντησε λοιπόν στην Κ.τ.Θ. ; Η « οικονομία που αναπτύσσεται για τον εαυτό της » Η ιδέα μιάς τόσο γενικευμένης και καθολικής «σκλαβιάς», όπως αυτή που εννοούν ρητά οι αξιώσεις τής έννοιας «θέαμα» στην Κ.τ.Θ., δεν μπορεί να στηριχτεί και να υποστηριχθεί παρά με την ιδέα οτι κάποια έξω-ανθρώπινη «δύναμη» έχει επιβληθεί στους ανθρώπους, σε όλους τούς ανθρώπους. Προσέξτε: αυτό το «έξω-ανθρώπινη» δεν υπονοεί κάποια … εξωγήινη-UFO δύναμη ! Υπονοεί μιά παντελώς μη-συνειδητοποιημένη ή «ασυνείδητη» aντικειμενική απρόσωπη δύναμη, η οποία, επιπλέον, έχει καταλάβει ολόκληρη τη συνείδηση όλων τών ανθρώπων ανεξαιρέτως – όπως το λέει απερίφραστα λ.χ. ο Άνσελμ Γιάπε στο βιβλίο του για τον Ντεμπόρ, μιλώντας περί ολοκληρωτικής κατάληψης τού συνειδητού από την «αφαίρεση». Βέβαια, ένα καυτό ερώτημα εδώ είναι: εάν έχει υπάρξει τέτοια ολοκληρωτική κατάληψη τού συνειδητού από την ασυνείδητη «αφαίρεση», τότε πώς κάποιοι άνθρωποι, λ.χ. ο Ντεμπόρ ή ο Γιάπε, τη συνειδητοποίησαν; Πώς βρέθηκαν «έξω» από αυτήν, ώστε να την κατονομάζουν και καταγγέλουν; Μυστήριο ! Ας θέσουμε λοιπόν μιά πιο πρωταρχική ερώτηση : ποιά θα μπορούσε άραγε να είναι αυτή η έξω-ανθρώπινη, ασυνείδητη απρόσωπη αντικειμενική «δύναμη» μέσα στην ανθρώπινη ιστορία; Για ν’ απαντήσει σ’ αυτή την ερώτηση, ο Ντεμπόρ καταφεύγει, όπως και ο Μαρξ, σε μια κυρίαρχη επιστημονίζουσα «λαϊκή δοξασία» τού 19ου αιώνα. Αυτή η απρόσωπη αντικειμενική «δύναμη», που σκλαβώνει ανεπίγνωστα τη σύμπασα ανθρωπότητα, «διευθύνοντες» και «διευθυνόμενους», μετασχηματίζοντας την κοινωνία σε « κοινωνία τού θεάματος », είναι η οικονομία. Ιδού : «Η ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων υπήρξε η πραγματική ασυνείδητη ιστορία, που οικοδόμησε και τροποποίησε τις συνθήκες ύπαρξης τών ανθρώπινων ομάδων σαν συνθήκες επιβίωσης και επέκτασης αυτών τών συνθηκών : η οικονομική βάση όλων τους τών προσπαθειών […] Η οικονομική ανάπτυξη απελευθερώνει τις κοινωνίες από τη φυσική πίεση, που απαιτούσε τον άμεσο αγώνα τους για επιβίωση, αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο υποτάσσονται στον απελευθερωτή τους» (Κ.τ.Θ § 40). Έτσι, «το θέαμα υποτάσσει τούς ζωντανούς ανθρώπους στο μέτρο που η οικονομία τούς έχει ολοκληρωτικά καθυποτάξει. Δεν είναι τίποτε άλλο από την οικονομία που αναπτύσσεται για τον εαυτό της» (Κ.τ.Θ. § 16). Το «θέαμα» είναι «η νίκη τής αυτόνομης οικονομίας» (Κ.τ.Θ. § 51). Να λοιπόν πώς θεμελιώνεται το «θέαμα», ως το «κέντρο τής υπάρχουσας κοινωνίας» και «καθολική» αλλοτρίωση. Η βιολογικοποίηση τού κοινωνικοπολιτικού Αυτή η επιστημονίζουσα «λαϊκή δοξασία» τού 19ου αιώνα περί «οικονομίας» εξακολουθούσε στα χρόνια και στους κύκλους τού Γκυ Ντεμπόρ – και σήμερα ακόμα — να είναι τόσο βαθιά, που το περί «θεάματος» οικοδόμημα, το οποίο όπως είδαμε στήριξε σε αυτήν, μοιάζει πράγματι αριστοτεχνικό και ακλόνητο. Δεν είναι όμως αριστοτεχνικό κι ακλόνητο επειδή εμβαθύνει όντως στα πράγματα, αλλά επειδή στηρίζει τα επιχειρήματά του σε μια ευρέως διαδεδομένη κι αποδεκτή «λαϊκή δοξασία». Ας την παρακολουθήσουμε. Πράγματι, για να δικιολογηθεί η παντοκρατορία τής οικονομίας, και άρα τού «θεάματος», πάνω στούς ανθρώπους, η ιδέα περί «ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων» προβλήθηκε έως το απώτατο παρελθόν τής ανθρωπότητας. Έτσι θεμελιώθηκε η υπόθεση οτι υπήρξε κάποτε ένα «σημείο μηδέν», ένα σημείο μηδενικής ανάπτυξης τών ασυνείδητων, αντικειμενικών κι απρόσωπων «παραγωγικών δυνάμεων», ένα σημείο «πρωταρχικής υλικής ή φυσικής σπάνης» κατά το Μαρξ, το οποίο ακολούθησε αναγκαία μια περαιτέρω «αυτόματη», δηλαδή εξίσου ασυνείδητη-αντικειμενική-απρόσωπη επαύξησή τους. Έτσι η ιστορία θεμελιώθηκε σαν μια πρόοδος αυτής τής επαύξησης έως την τελική «αφθονία», υποτιθέμενο θεμέλιο ενός επίγειου παραδείσου. Έστω κι αν αυτή η «πρόοδος» εμπεριέχει συγκρούσεις (ταξικές, κ.α.), αυτή προηγείται ως «οικοδόμημα»× αυτές έπονται, ως «μορφή» ή «εποικοδόμημα». Σ’ αυτό το γραμμικό ποσοτικό σχήμα περικλείστηκε ολόκληρη η ανθρώπινη ιστορία ή «προϊστορία», και ο σκοπός και το νόημά της× και σ’ αυτό στηρίζει τα επιχειρήματά του και ο Ντεμπόρ όταν ορίζει το «θέαμα» ως τη στιγμή τής πλήρους «αυτονόμησης τής οικονομίας», ως «νίκη τής αυτόνομης οικονομίας». Ωστόσο, από το δεκαετία τού 1960 κι έπειτα, τα πορίσματα τής σύγχρονης εθνολογίας και ανθρωπολογίας υπήρξαν συντριπτικά γι’ αυτή τη λαϊκή δοξασία. Δεν έχω εδώ το χρόνο ν’ αναφερθώ διεξοδικότερα στο εμπεριστατωμένο έργο εκείνων τών εθνολόγων και ανθρωπολόγων που κλόνισαν συθέμελα τις μαρξιστικές – και κατ’ επέκταση ντεμπορικές – ιδέες περί «οικονομίας». Θ’ αναφέρω μόνο το Πολιτισμός και πρακτικός λόγος, τού Μάρσαλ Σάλινς, το Βία και ιερό, τού Ρενέ Ζιράρ, και βέβαια το Η αρχαιολογία τής βίας. Ο πόλεμος στις πρωτόγονες κοινωνίες, τού Πιέρ Κλαστρ. Εκείνο που κατέδειξαν όλοι αυτοί, είναι κατ’ αρχήν πως ουδέποτε «η ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων υπήρξε η πραγματική ασυνείδητη ιστορία, που οικοδόμησε και τροποποίησε τις συνθήκες ύπαρξης τών ανθρώπινων ομάδων σαν συνθήκες επιβίωσης και επέκτασης αυτών τών συνθηκών », όπως ισχυριζόταν ο Ντεμπόρ. Κατέδειξαν επίσης οτι η περίφημη «επιβίωση», δεν υπήρξε ούτε «συνειδητό» ούτε κι «ασυνείδητο» μέλημα τών πρωτόγονων κοινωνιών. Ο Πιέρ Κλαστρ, για παράδειγμα, αποδεικνύει πως, εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο και μάλιστα όπως το επικαλείται ο Ντεμπόρ και οι μαρξιστές γενικότερα, τότε η πρωτόγονη κοινωνία δεν θα ξόδευε τόσο αφειδώς τις δυνάμεις της στο πόλεμο, όπως δείχνουν όλα τα διαθέσιμα ντοκουμέντα. Πολύ δε περισσότερο που δεν πολεμούσαν διεκδικώντας «υλικά αγαθά», π.χ. για το ποιός θα φάει πρώτος το αγριογούρουνο, αλλά για λόγους που ανήκουν σε μια εντελώς άλλη τάξη πραγμάτων : στην επιβεβαίωση και διατήρηση τής «πολιτικής» αυτονομίας τους, δηλαδή στην επιβεβαίωση τών θεσμών-δεσμών τους. Τέλος, σε συνάρτηση με αυτό, εκείνο που κατέδειξαν πληθωρικά οι σύγχρονοι αυτοί εθνολόγοι και ανθρωπολόγοι, είναι οτι όλη αυτή η δοξασία περί «οικονομίας», «ικανοποίησης τών υλικών αναγκών», «επιβίωσης» (με τα συμπαρομαρτούντα τους περί «ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων», κ.ο.κ.), συνιστούν μια επαίσχυντη απόπειρα βιολογικοποίησης τού κοινωνικού και τού πολιτικού — αυτήν ακριβώς τη βιολογικοποίηση που υπάρχει στην Κοινωνία τού θεάματος και που ο Άνσελμ Γιάπε, στα βήματα τού Μπορντίγκα, τράβηξε στα άκρα της ισχυριζόμενος οτι, τελικώς, οι ιδέες τού Ντεμπόρ παρέχουν «τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα για το απελευθερωτικό σχέδιο : για πρώτη φορά μπορεί να κινητοποιήσει προς όφελός του το ένστικτο τής επιβίωσης» (Γκυ Ντεμπόρ, σελ. 187). Αυτή την απόπειρα βιολογικοποίησης τού κοινωνικο-πολιτικού την αποκάλεσα ακριβώς επαίσχυντη, διότι όλες αυτές οι δοξασίες περί «οικονομίας» τυλίγουν το κοινωνικό-πολιτικό-θεσμικό ζήτημα με τον αδιαπέραστο μανδύα μιάς «τυφλής μοίρας», κι αυτό ανεξάρτητα από το εάν κάποιος την αποδέχεται παθητικά ή επιδιώκει να τη γκρεμίσει εξεγερτικά. Η θεωρία τού «θεάματος» σαν ομίχλη Αντίθετα από αυτές τις δοξασίες τού 19ου αιώνα, πρέπει να γνωρίζουμε πως «η ανθρώπινη κοινωνία δεν ανήκει στη φυσική αλλά στην πολιτισμική τάξη× η ανθρώπινη κοινωνία εκδιπλώνεται στο σύμπαν τού κανόνα και όχι στο σύμπαν τής ανάγκης× στον κόσμο τού θεσμού και όχι στον κόσμο τού ενστίκτου» (Πιέρ Κλαστρ, Η αρχαιολογία τής βίας). Αυτό άλλωστε μπορεί να γίνει κατανοητό και από μια φράση τού ίδιου τού Μαρξ, την οποία ωστόσο άφησε ανεκμετάλλευτη: «Παράγοντας, οι άνθρωποι δεν σχετίζονται μόνο με τη φύση. Δεν παράγουν παρά εφόσον συνεργαστούν μ’ έναν ορισμένο τρόπο και ανταλλάξουν τις δραστηριότητές τους» (Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο, 1849). Ανάλογα είπε και στη Γερμανική ιδεολογία, αλλά ούτε κι ο ίδιος τα άκουσε. Τι σημαίνει αυτό εάν δεν το δούμε με το μάτι τών «οικονομικών» δοξασιών; Σημαίνει οτι, ακόμα και για ν’ αντιμετωπίσουν τη «φυσική πίεση» (που λέει ο Ντεμπόρ), οι άνθρωποι οφείλουν πρωτίστως να συνεργαστούν, δηλαδή να οργανωθούν αναμεταξύ τους ως άνθρωποι. Σημαίνει δηλαδή οτι, στον άνθρωπο, ακόμα και η ικανοποίηση τής πείνας, περνάει από τον κόσμο τών θεσμών-δεσμών και τής πολιτισμικής τάξης – όχι από τον κόσμο τής ανάγκης και τού ενστίκτου. Σημαίνει πως η ποιότητα μιάς ανθρώπινης κοινωνίας δεν συναρτάται με το «επίπεδο ανάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων» και τής «οικονομίας» της, αλλά με την ποιότητα τών θεσμών-δεσμών που έχει διαπλάσει και διαπλάθει. Πού λοιπόν βρίσκεται ο κόσμος τών θεσμών, το θεσμικό ζήτημα, μέσα στη ντεμπορική θεωρία τού «θεάματος», κατά την οποία «η οικονομία» και η «ασυνείδητη ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων» μάς έχει «ολοκληρωτικά καθυποτάξει»; Δεν βρίσκεται πουθενά! Τα πάντα είναι «θέαμα» ή, αργότερα, τα πάντα είναι «σκηνοθεσία»! Το πώς ακριβώς πραγματοποιείται, θεσμικά-κοινωνικά-πολιτικά, ο αποκλεισμός τών ανθρώπων από την οργάνωση και το μετασχηματισμό τής ζωής, τυλίγεται κάτω από ένα πέπλο ομίχλης εντυπωσιακών λέξεων και συνθηματολογικών φράσεων. Έτσι όμως η Κοινωνία τού θεάματος δεν αποκαλύπτει την «ακριβή φύση» τού υπάρχοντος κόσμου, αλλά μάλλον την προδιάθεση και λειτουργία τού ίδιου τού Ντεμπόρ ως διανοουμένου-δημαγωγού, δηλαδή ενός ανθρώπου που ανακατεύει ποικίλες ιδεολογικές κατασκευές και δοξασίες σε ένα αμάλγαμα με αξιώσεις απόλυτης αλήθειας, ώστε να παράσχει στις μάζες οδοδείκτες για εύκολο προσανατολισμό. Επικοινωνία, διάλογος, γιορτές και καταστάσεις Αυτό θα γίνει ίσως ακόμα πιο σαφές, εάν παρατηρήσουμε το εξής: τυλίγοντας τον κόσμο τών θεσμών-δεσμών με την ομίχλη τού «θεάματος», ο Ντεμπόρ άφησε κατά κάποιον τρόπο ορφανά και αδικαίωτα, μέσα στο βιβλίο του, όλα όσα έλεγε κι εκεί και αλλού περί «επικοινωνίας», «διαλόγου», «γιορτής» και «κατασκευής καταστάσεων» — και δίνοντας έτσι το δικαίωμα στον Άνσελμ Γιάπε να τα πετάει όλ’ αυτά διαμιάς στον κάλαθο τών αχρήστων σαν «οντολογικές» κι «αριστερίστικες» παραφυάδες και παρεκλίσεις. Πράγματι, εάν και για όσο η οικονομία συνιστά «ασυνείδητα» τη «βάση» τών ανθρώπινων προσπαθειών στην ιστορία, τότε η μόνη επικοινωνία, ο μόνος διάλογος και οι μόνες «καταστάσεις» που αξίζουν κι έχουν νόημα, είναι ασφαλώς εκείνες που μάς βοηθούν να συνειδητοποιήσουμε αυτή την «ασυνείδητη βάση». Να συνειδητοποιήσουμε όμως τι; Οτι οι ανθρώπινες κοινωνίες και προσπάθειες καθορίζονται από τη «φυσική πίεση» και την «επιβίωση»; Να συνειδητοποιήσουμε οτι μάς λείπουν οι επαρκείς «υλικοτεχνικές υποδομές»; Μα τότε, τό μόνο που μπορούμε να κάνουμε μ’ αυτή τη συνειδητοποίηση είναι να παλέψουμε για την … «πλέρια ανάπτυξη τών παραγωγικών δυνάμεων», ούτως ώστε να απαλλαγούμε από τη «φυσική πίεση» και την «επιβίωση». Κοντολογίς, η δικαίωση τής «επικοινωνίας», τού «διαλόγου», τής «γιορτής» και τών «καταστάσεων» βρίσκεται έξω από αυτές, …στις αντικειμενικές κι απρόσωπες υλικοτεχνικές «υποδομές». Ζήτω η βιομηχανία κι ο σταχανοβισμός! Ο μόνος λόγος που ο Ντεμπόρ δεν υιοθετεί αυτό το σύνθημα, είναι – εκτός από τη δηλωμένη απέχθειά του για την εργασία βεβαίως – οτι θεωρεί πως οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν πλέον αναπτυχθεί τόσο πολύ, ώστε μπορούμε λ.χ. να φτιάχνουμε «καταστάσεις» χωρίς να νοιαζόμαστε για μια περαιτέρω ανάπτυξή τους. Έτσι όμως, παρά τα φαινόμενα, η δικαίωση τής «κατασκευής καταστάσεων», τής επικοινωνίας και τού διαλόγου, τοποθετείται και πάλι έξω από αυτές – στην «αυτοματοποίηση». Τοποθετώντας στο κέντρο τού υπάρχοντος κόσμου το «θέαμα», αντί τού αποκλεισμού, και μάλιστα το «θέαμα» ως «θρίαμβο τής αυτόνομης οικονομίας», ο Ντεμπόρ – όπως και ο Μαρξ – αφ’ ενός μεν βιολογικοποίησε κι έκανε έτσι αδιαπέραστο το μόνο πραγματικά «κεντρικό» ζήτημα τού κόσμου, το ζήτημα τής πολιτισμικής τάξης και τών θεσμών. Αφ’ ετέρου, άφησε έτσι αδικαίωτο, τόσο στο παρελθόν όσο και στο σήμερα, όλο εκείνο το κατ’ εξοχήν ανθρώπινο κομμάτι τής καταστασιακής και γενικά τής ανθρώπινης εμπειρίας, που έχει να κάνει άμεσα με το κεντρικό ζήτημα τής πολιτισμικής τάξης και τών θεσμών-δεσμών και την ποιότητά τους, με τα οποία συναρτάται η ποιότητα και το νόημα τής «επικοινωνίας», τού «διαλόγου» και τής «γιορτής». Έτσι όμως άφησε αδικαίωτη και κάθε προσπάθειά μας να βρούμε, να ελέγξουμε και να στηρίξουμε την ποιότητα και το νόημα τών συναντήσεών μας, τών συζητήσεών μας, τών συνεργασιών μας, ακόμα κι αυτής εδώ τής συνάθροισης ετούτη τη στιγμή. Ο κόσμος σαν έρμαιο και σαν φάντασμα Αυτή η τόσο άδοξη κατάληξη τής τόσο πολλά υποσχόμενης ντεμπορικής θεωρίας τού «θεάματος» – κατάληξη που συνδέεται άλλωστε άμεσα με το γεγονός οτι αυτή η θεωρία κ

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 09/10/2014


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: