Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-ISTANBUL … EYLÜL 1955

«….. Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ ……………., είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453…»

του Orhan Pamuk

             

 

Η συνέχεια στο εξαιρετικό αφιέρωμα από το ιστολόγιο Σαράντα Μήλα Κόκκινα

                      

 


….Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ο μισός πληθυσμός δεν ήταν μουσουλμάνοι, και το μεγαλύτερο μέρος του μη μουσουλμανικού πληθυσμού το αποτελούσαν οι Ρωμιοί που ήταν η συνέχεια των Βυζαντινών.

Στα παιδικά και στα πρώτα εφηβικά χρόνια υπήρχε μια κίνηση έντονου τουρκικού εθνικισμού που υποστήριζε ότι η χρήση της λέξης Κωνσταντινούπολη σήμαινε ότι οι Τούρκοι δεν ανήκουν σε αυτή την πόλη, ότι οι πρώτοι ιδιοκτήτες αυτής μια μέρα θα έρχονταν και θα έδιωχναν εμάς τους κατακτητές εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια ή, το λιγότερο, θα μας μετέτρεπαν σε υπηκόους δευτέρας κατηγορίας. Για τους οπαδούς του τουρκικού εθνικισμού η χρήση της λέξης άλωση είχε πολύ μεγάλη σημασία.

Υπήρχαν βέβαια περιπτώσεις που ακόμη και Οθωμανοί λέγανε την πόλη Κωνσταντινούπολη.

 

Therapia       Yenikoy 

Οι Τούρκοι που θέλανε τον εξευρωπαϊσμό προτιμούσαν να μην τονίζουν την «άλωση». ………

…….Τα πρώτα χρόνια του ψυχρού πολέμου η Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, δεν ήθελε να θυμίζει στον κόσμο την «άλωση».

Αν και έπειτα από δύο χρόνια , το 1955, καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν οι περιουσίες των Ρωμιών και των άλλων μειονοτήτων στην Ιστανμπούλ , επειδή ήταν αδύνατο να συγκρατηθούν τα πλήθη που είχαν υποκινηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Τα γεγονότα αυτά που συμπεριελάμβαναν καταστροφές εκκλησιών και δολοφονίες παπάδων, μοιάζουν σε λεηλασία και ωμότητα με τα γεγονότα που περιγράφουν οι «Δυτικοί» ιστορικοί της «πτώσης».

Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ εξαιτίας των λαθών των τουρκικών και των ελληνικών κυβερνήσεων που συμπεριφέρονταν στις μειονότητές τους, από τότε που η Ελλάδα και η Τουρκία έγιναν εθνικά κράτη, σαν να ήταν όμηροι, είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453.

  Grande rue de Pera 

Το 1955 όταν οι Εγγλέζοι ετοιμάζονταν να φύγουν από την Κύπρο και οι Έλληνες ν’ αναλάβουν ολοκληρωτικά την διακυβέρνηση του νησιού, ένας πράκτορας των μυστικών τουρκικών υπηρεσιών έβαλε βόμβα στο σπίτι που γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη.

Όταν οι εφημερίδες με έκτακτες εκδόσεις και μεγαλοποιώντας το περιστατικό κυκλοφόρησαν την είδηση, το εχθρικό προς τις μη μουσουλμανικές μειονότητες πλήθος που μαζεύτηκε στην πλατεία Ταξίμ, έκαψε, γκρέμισε και λεηλάτησε μέχρι το πρωί , πρώτα τα καταστήματα απ’ όπου ψωνίζαμε με την μητέρα μου στο Μπέγιογλου και έπειτα όλη την πόλη.

Οι καταστροφικοί τσέτες σε περιοχές όπως το Ορτάκιοϊ , το Μπαλουκλή , τα Ψωμαθειά, το Φανάρι όπου ζούσαν πολλοί Ρωμιοί , με βιαιότητα που προκαλούσε φρίκη, έκαψαν και λεηλάτησαν μικρά φτωχικά ρωμαίικα μπακάλικα , γκρέμισαν μάντρες και μπήκαν σε σπίτια, βίασαν Ρωμιές και Αρμένισσες.

Μπορεί να κανείς να πει ότι φέρθηκαν το ίδιο ανελέητα με τους στρατιώτες που λεηλάτησαν την Ιστανμπούλ , όταν ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής μπήκε στην πόλη.

Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι οι οργανωτές, τους οποίους στήριζε η κυβέρνηση, για να κινητοποιήσουν τους πλιατσικολόγους, που για δυο μέρες σκόρπισαν την φρίκη στην πόλη και μετέτρεψαν την Ιστανμπούλ σε κόλαση χειρότερη κι από τους πιο κακούς εφιάλτες των χριστιανών και των Ευρωπαίων, τους είχαν πει ότι το πλιάτσικο είναι ελεύθερο.

Το πρωί της νύχτας όπου στους δρόμους κινδύνευε να λιντσαριστεί όποιος δεν ήταν μουσουλμάνος, το Μπέγιογλου και η λεωφόρος Ιστικλάλ ήταν γεμάτη από αντικείμενα που δεν μπορούσαν να μεταφερθούν από τα λεηλατημένα μαγαζιά με τις σπασμένες βιτρίνες και πόρτες, αλλά είχαν καταστραφεί με πολλή χαρά.

Χρώματα χρώματα, τόπια τόπια τα υφάσματα, χαλιά και φορέματα κι από πάνω αναποδογυρισμένα ψυγεία…..ακρωτηριασμένες κούκλες που κοίταζαν τον ουρανό….και μερικά τανκς που έστω και αργά είχαν βγει στους δρόμους για να επαναφέρουν την τάξη.

Όλα αυτά επειδή περιγράφονταν για πολλά χρόνια στο σπίτι, είναι ζωντανά στο νου μου, με όλες τις λεπτομέρειες, σαν να τα έχω δει ο ίδιος…………..

TEŞEKKÜRLER ORHAN PAMUK

Istanbul Indymedia

Mehmet Ali Birand

Radikal

04/09/2008 - Posted by | -Γενοκτονία στην Ανατολή, -Κωνσταντινούπολη, -Τουρκία

9 σχόλια »

  1. Να μην ξεχνάμε την Αλεξανδρέττα
    Σχολιαζοντας την Επικαιροτητα
    Με Το Γαβριηλ Μηνα
    Η εθνική επιβίωσή μας, η συνέχιση και η περαιτέρω προαγωγή της πολιτισμιακής μας παρουσίας και παραγωγικότητας στη γενέθλια γη συνιστούν ό,τι το σημαντικότερο, το αξιολογότερο και το ευγενέστερο θα μπορούσαμε ως Έλληνες με εθνικό αυτοσεβασμό και αξιοπρέπεια να επιδιώξουμε και να αγωνιστούμε να πραγματώσουμε. Η προάσπιση της ελευθερίας και της τιμής της πατρίδας και της τρισχιλιετούς εθνικής πολιτισμικής παράδοσης, η διασφάλιση ανόθευτης της εθνικής ιδιαιτεροπροσωπίας και η εθνική αυτοκαταξίωση δεν αποτελούν στόχους σοβινιστικούς, δεν συνιστούν εκδηλώσεις έξαλλου εθνικιστικού φανατισμού. Αντίθετα συνιστούν δικαίωμα ανθρώπινο πρωταρχικής σημασίας και σπουδαιότητας, χρέος και επιταγή εξόχως ανθρωπιστική. Δεσπόζουσα και μονίμως γρηγορούσα είναι η αγωνία και η μέριμνα κάθε πολίτη και κάθε λαού για όλα αυτά, κάθε πολίτη, βέβαια, και κάθε λαού που έχει συνείδηση της ουσίας της ανθρώπινης ύπαρξης και του βαθύτερου νοήματος της παρουσίας του ανθρώπου πάνω στη γη.

    Σήμερα στην Κύπρο, για πολλοστή φορά στη μακρόχρονη ιστορία μας, διακυβεύονται τα πάντα, τα ιερά και τα όσιά μας. Διακυβεύεται και η προοπτική της συνέχισης και της επαύξησης της πολιτισμικής μας παρουσίας και δημιουργικότητας στην πατρώα γη. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι πολλοί, πολύμορφοι και εξαιρετικά σοβαροί. Είναι κίνδυνοι που απορρέουν από την πολυπλοκότητα και τη δυσλειτουργικότητα της προτεινόμενης λύσης? είναι κίνδυνοι που συνεπάγονται από την κατάφωρη παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου, του ευρωπαϊκού κεκτημένου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου που επιχειρείται μέσα από το καθεστώς των φυλετικών σε βάρος μας διακρίσεων που υιοθετείται. Είναι κίνδυνοι που εκπηγάζουν από τα εγγυητικά δικαιώματα που διατηρεί στην Κύπρο η Τουρκία, από την ισχυρή στρατιωτική παρουσία της χώρας αυτής στο νησί και από την ταυτόχρονη απόλυτη αμυντική απογύμνωση της ελληνικής πλευράς. Είναι κίνδυνοι που προέρχονται από το γεγονός της πλήρους, της αδιαμφισβήτητης εξάρτησης της τουρκοκυπριακής πλευράς από τα εκάστοτε συμφέροντα και τις επιταγές της Άγκυρας.

    Ο υπέρτατος, όμως, κατά την άποψή μου, κίνδυνος που απειλεί τον κυπριακό Ελληνισμό προέρχεται από τον εποικισμό της κατεχόμενης κυπριακής γης, από τη συνειδητή και προγραμματισμένη σοβαρή αλλοίωση της δημογραφικής ταυτότητας της Κύπρου. Ο προσεκτικός μελετητής της ιστορίας του τουρκικού έθνους πολύ εύκολα διακρίνει πόσο έντονο, πόσο κυρίαρχο, πόσο διάχυτο στην πολιτική της χώρας αυτής είναι το στοιχείο του επεκτατισμού, που εκδηλώνεται μέσα από τη στρατηγική του εθνικού ξεκαθαρίσματος, του συστηματικού εποικισμού και της δημογραφικής αλλοίωσης των υπό τον έλεγχό της περιοχών.

    Η Αλεξανδρέττα, για παράδειγμα, η Ισκεντερίμ στα Tούρκικα, είναι η παραλιακή πόλη της νότιας Τουρκίας, που βρίσκεται ακριβώς στην προέκταση του ακρωτηρίου του Απόστολου Ανδρέα. Η Αλεξανδρέττα υπήρξε το σημαντικότερο λιμάνι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μεσόγειο και αποτελούσε τον ζωτικό κόμβο που συνέδεε την αυτοκρατορία με τις γειτονικές της χώρες.

    Με βάση τη Συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφτηκε μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, το 1920, και επισφράγισε την οριστική διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το σαντζάκιο της Αλεξανδρέττας, η πόλη δηλαδή και η γύρω της περιοχή, παραχωρήθηκαν στη Συρία, που τότε τελούσε υπό καθεστώς προσωρινής επικυριαρχίας της Γαλλίας. Το 1930 η Κοινωνία των Εθνών, ο διεθνής οργανισμός που λειτουργούσε κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, διενήργησε απογραφή του πληθυσμού της περιοχής, από την οποία αποδείχθηκε ότι στην Αλεξανδρέττα κατοικούσαν 129.000 Άραβες, 64,5%, και 71.000 Τούρκοι, 35,5%.

    Η παραχώρηση της Αλεξανδρέττας στη Συρία, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας. Η κυβέρνηση της Τουρκίας υπό τον Κ. Ατατούρκ από την πρώτη στιγμή ανέλαβε αγώνα για την ανατροπή της σχετικής διάταξης της Συνθήκης των Σεβρών, δηλώνοντας ότι για τους Τούρκους ήταν ολότελα απαράδεκτο να ανατεθεί η διακυβέρνηση της τουρκικής κοινότητας της περιοχής σε χώρα «αμόρφωτη και απολίτιστη». Ο Τούρκος, μάλιστα, υπουργός Εξωτερικών Αράς έφτανε στο σημείο να αμφισβητεί και την εγκυρότητα της απογραφής της Κοινωνίας των Εθνών και να ισχυρίζεται ότι οι Τούρκοι αποτελούν την πλειονότητα στο σαντζάκιο της Αλεξανδρέττας.

    Η τουρκική κυβέρνηση εφαρμόζοντας την παραδοσιακή της διπλωματία των εκβιασμών και των ανταλλαγμάτων, πλησιάζοντας άλλοτε τη Γαλλία, άλλοτε την Αγγλία και άλλοτε τη χιτλερική Γερμανία, κατόρθωσε σε πρώτο στάδιο να επιτύχει, το 1937, την ανακήρυξη της Αλεξανδρέττας σε αυτόνομη περιοχή. Οι Τούρκοι κάτοικοι της περιοχής, εκμεταλλευόμενοι τη νέα κατάσταση της αυτονομίας, όπως γράφει ο Άγγλος συγγραφέας Φρανκ Γουέμπερ, στο έργο του «Ο Eπιτήδειος Oυδέτερος» (πολύ επιτυχής ο χαρακτηρισμός αυτός της Άγκυρας), άρχισαν να επιτίθενται εναντίον των Αράβων κατοίκων, μουσουλμάνων και χριστιανών, δολοφονώντας πολλούς από αυτούς με αποτέλεσμα να εξασφαλιστεί η πλειοψηφία των Τούρκων στην περιοχή. «Η κυβέρνηση της Άγκυρας», γράφει, «δημόσια αποδοκίμασε τα εγκλήματα αυτά, μυστικά, όμως, τα ενθάρρυνε στέλνοντας Κούρδους νομάδες να περάσουν τα σύνορα και να δολοφονήσουν Άραβες κατοίκους της Αλεξανδρέττας. Τζαμιά και εκκλησίες βεβηλώθηκαν χωρίς διάκριση» (Eλληνική έκδοση του βιβλίου, σελ. 39).

    Η Αγγλία και η Γαλλία εξέφρασαν τον αποτροπιασμό τους για τα ειδεχθή αυτά εγκλήματα και καταδίκασαν επισήμως τους Τούρκους στασιαστές και τις βιαιότητές τους. Η Γερμανία, όμως, για να ενισχύσει τις καλές της σχέσεις με την Τουρκία, διαχώρισε τη θέση της και αρνήθηκε να συνυπογράψει την επίσημη καταδίκη των τουρκικών εγκλημάτων. Δεν πέρασε, ωστόσο, παραμόνο ένα μόλις έτος και οι Ευρωπαίοι κόλακες της Τουρκίας ικανοποίησαν το δεύτερο αίτημά της, να ανατεθεί στον τουρκικό στρατό ο έλεγχος της Αλεξανδρέττας. Τον Ιούνιο του 1938, λοιπόν, ο τουρκικός στρατός εισέρχεται στην πόλη. Η πραγμάτωση του τελικού στόχου της Τουρκίας αποβαίνει πια εύκολη υπόθεση. Στις εκλογές του 1939, οι Τούρκοι αναδεικνύοντας πλειοψηφία, εξασφαλίζουν την πλειοψηφία στη Βουλή και κηρύσσουν (δημοκρατικότατα, ασκώντας το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης) την ένωση της περιοχής με την Τουρκία.

    Από τον Δεκέμβριο του 1990, με δύο άρθρα μου αναφερόμενα στην ιστορία της Αλεξανδρέττας, προέβαλλα την άποψη ότι η περίπτωση της Αλεξανδρέττας αποτελεί το επιτυχημένο μοντέλο, το αποτελεσματικό πρότυπο της επεκτατικής πολιτικής που ακολουθεί η Τουρκία και στην Κύπρο για μισό περίπου αιώνα. Η πολιτική στρατηγική της Τουρκίας στο θέμα της Αλεξανδρέττας και η ως τώρα πανομοιότυπη, τηρουμένων βέβαια των σχετικών αναλογιών, πολιτική της στο Κυπριακό, θα έπρεπε να οδηγήσουν την ηγεσία μας, αλλά και όλους μας, στο αναμφισβήτητο ιστορικά συμπέρασμα ότι ο εποικισμός της κατεχόμενης Κύπρου δεν είναι μια τυχαία, μια χωρίς νόημα και απώτερο σκοπό πολιτική πράξη, αποτέλεσμα τάχα μιας εποχιακής ή προσωρινής ανάγκης λόγω έλλειψης εργατικών χεριών. Αντίθετα θα έπρεπε όλοι μας να τον αντιμετωπίσουμε ως μια συνειδητή, εμπρόθετη και επαναλαμβανόμενη στρατηγική της Τουρκίας, που στόχευε και στοχεύει στην ουσιαστική αλλοίωση της δημογραφικής σύνθεσης της Κύπρου και στην τελική ολοκληρωτική κατάκτησή της.

    Η ηγεσία, όμως, του Ελληνισμού της Κύπρου, όπως και η ηγεσία των Αθηνών, έχουν, δυστυχώς, εγκληματικά υποτιμήσει τη σημασία του εποικισμού και τη σοβαρότατη απειλή που αυτός συνιστά για το μέλλον του τόπου. Ο εποικισμός των κατεχόμενων εδαφών και γενικά η όποια αλλοίωση της δημογραφίας των κατακτώμενων εδαφών συνιστούν, ως γνωστόν, έγκλημα πολέμου, σύμφωνα με τις αρχές του ισχύοντος διεθνούς δικαίου του πολέμου. Η Τουρκία ως η κατοχική δύναμη της βόρειας Κύπρου, εφαρμόζοντας την πολιτική του εθνικού ξεκαθαρίσματος και στη συνέχεια του εποικισμού στα υπό τον έλεγχό της εδάφη, ενέχεται σε προφανέστατο έγκλημα πολέμου.

    Και όμως, ποτέ μέχρι τώρα η πολιτική ηγεσία μας δεν θεώρησε αναγκαίο να εγγράψει το θέμα του εποικισμού στον ΟΗΕ και ποτέ δεν το έχει συζητήσει σοβαρά στο τραπέζι των πολύχρονων και αλλεπάλληλων συνομιλιών που διεξάγονται υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στο περίγραμμα λύσεως που υπέβαλε ο Γενικός Γραμματέας Γκουεγιάρ, το 1989, και στην έκθεση των ιδεών Γκάλι, του 1992, δεν γίνεται καμιά απολύτως αναφορά στο πρόβλημα και την τύχη των εποίκων. Ούτε, όμως, και στο εκτενέστατο σχέδιο του Ανάν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στον εποικισμό της κατεχόμενης Κύπρου. Πράγμα που σημαίνει ότι η δική μας πλευρά δεν το έχει συζητήσει, δεν του έχει δώσει τη δέουσα σημασία.

    Σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέχει η κυπριακή Kυβέρνηση και σύμφωνα με τα δημοσιεύματα αυτού του ίδιου του τουρκοκυπριακού Τύπου, οι έποικοι ανέρχονται στις 120.000. Η τουρκική πλευρά στις τελευταίες της προτάσεις, διά του στόματος του προσφιλούς στην πολιτική μας ηγεσία Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, απαιτεί τη νομιμοποίηση και την παραμονή όλων των εποίκων, απαιτεί την παραχώρηση της κυπριακής ιθαγένειας σε 50.000 άνδρες εποίκους και επιπλέον στις γυναίκες και τα παιδιά τους.

    Τον Μάρτιο του 1961 έγινε επίσημη απογραφή του πληθυσμού της Κύπρου, η οποία απέδειξε ότι οι Έλληνες ήταν 442.000, οι Τούρκοι 105.000 και οι άλλες εθνότητες 27.000. Επειδή στα ποσοστά των Ελλήνων συνυπολογίζονται και οι άλλες εθνότητες, οι Έλληνες αποτελούσαν το 82% και οι Τούρκοι το 18%. Σήμερα στην Κύπρο υπολογίζεται ότι διαμένουν γύρω στις 80.000 Τουρκοκύπριοι, αλλά την κυπριακή ιθαγένεια κατέχουν και Τουρκοκύπριοι που ξενιτεύτηκαν για διάφορους λόγους. Υπολογίζεται ότι οι Τουρκοκύπριοι που κατέχουν την κυπριακή ιθαγένεια θα πρέπει να ανέρχονται τουλάχιστον στις 150.000. Αν σ’ αυτούς προστεθούν και οι 120.000 έποικοι, τότε το σύνολο των Τούρκων ανέρχεται στις 270.000 έναντι 700.000 Ελλήνων, οπότε τα ποσοστά 82% και 18% του 1961 μεταβάλλονται σε 72% για τους Έλληνες και σε 28% για τους Τούρκους. Αν ληφθούν υπόψη η υπογεννητικότητα που παρατηρείται ανάμεσα στις ελληνικές οικογένειες και η υπεργεννητικότητα που χαρακτηρίζει τις τουρκικές οικογένειες, τότε ο κίνδυνος οι Τούρκοι να αποβούν η πλειονότητα στην Κύπρο πλησιάζει απειλητικά, είναι ορατός, μπορούμε να τον αγγίξουμε. Οπότε το προηγούμενο της Αλεξανδρέττας θα επαναληφθεί και στην Κύπρο.

    Άραγε, έστω και τη δωδεκάτη, οι πολιτικοί μας ηγέτες θα συνειδητοποιήσουν τις εφιαλτικές για το μέλλον του Ελληνισμού στην Κύπρο συνέπειες του εποικισμού των κατεχομένων; Προσωπικά, θεωρώ το θέμα των Τούρκων εποίκων ως την πιο σοβαρή πτυχή του κυπριακού δράματος και ως τη μεγαλύτερη απειλή για την εθνική μας επιβίωση. Στο ερώτημα «γιατί η Τουρκία εποίκισε και εποικίζει την κατεχόμενη Κύπρο», η ωμή και τρομακτική απάντηση δίνεται μέσα από το ιστορικό προηγούμενο της Αλεξανδρέττας: Οι Τούρκοι εποίκισαν και εποικίζουν τη B. Κύπρο, γιατί θέλουν να καταστούν στο μέλλον η πλειοψηφία στο νησί και να καταλάβουν το νησί αμαχητί, «νόμιμα», ασκώντας το δικαίωμά τους για αυτοδιάθεση!!

    http://www.simerini.com.cy/nqcontent.cfm?a_id=136206

    Σχόλιο από Hatay | 04/09/2008

  2. “….. Οι Ρωμιοί που εγκατέλειψαν τα τελευταία πενήντα χρόνια την Ιστανμπούλ ……………., είναι περισσότεροι από κείνους που την εγκατέλειψαν στα πενήντα χρόνια μετά το 1453…”

    [ Μπορώ να μην κάνω την προβοκάτσια μου; Μάλλον όχι! 8) ]

    ΝΤΟΚΤΟΡΑ, τί έχει πάθει ο Orhan Pamuk και βλέπει συνέχειες;

    Μπας και είναι κι αυτός εθνίκι;

    Ομέρ ο Ρωμιός

    ———————————

    Ένα καλό αφιέρωμα θα δείτε και εδώ :
    http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/03/blog-post_5055.html

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 04/09/2008

  3. Mehmet Ali BIRAND

    The shame of Sept. 6-7 is always with us
    Wednesday, September 7, 2005
    print contact a writer mail to a friend
    Font Size: Larger|Smaller

    ADnet Advertise

    Saç Ekim Merkezi
    TEB’den 12Ay vadeli Estetik Kredisi
    Eski Saçlarınıza Kavuşabilirsiniz.
    http://www.esteworld.com.tr

    Dial 1095, Call for less!
    It’s easy: when calling,
    dial 1095 then the phone number
    http://www.1095.com.tr/

    OPINIONS
    All News »

    » An offer and beyond
    (YUSUF KANLI )
    » A foreign policy briefing
    (İLTER TÜRKMEN )
    » Turkey’s stance on being Western
    (CENGİZ ÇANDAR )
    » Paradigms can bankrupt too
    (CÜNEYT ÜLSEVER )
    » More democracy more growth
    (Eser Karakaş )
    » History of anger
    (Can Dündar )
    » There is a point PM is right about but…
    (Mehmet Ali Birand)
    » After Sex, Cancer, etc. Here Comes HATE
    (DENNIS REDMONT )
    » MORE

    I am one of the living witnesses of what happened in Istanbul 50 years ago. I was 14 years old. I did not know what it was all about. However, the passage of time made me understand the seriousness of the incidents and I always carry the shame.

    Mehmet Ali BIRAND
    I am one of the living witnesses of what happened in Istanbul 50 years ago. I was 14 years old. I did not know what it was all about. However, the passage of time made me understand the seriousness of the incidents, and I always carry the shame. Even though it was the only such incident in which the Turkish state officially admitted its culpability and tried to compensate its victims, it still continues to weigh on our conscience.

    I can never forget.

    I can still remember what I saw in Beyoğlu on the morning of Sept. 7, 1955.

    I had to go to Galatasaray High School to register for their preliminary class. I reached Beyoğlu with great difficulty. When I went to Tunel from Karaköy, I just was flabbergasted.

    The scene was shocking.

    The huge street seemed like a war zone, with windows of the shops on both sides of the street shattered and all their goods strewn all over the street. Bunches of clothes, books, notebooks, chandeliers and much more. People were taking home whatever they could find. The scene was like judgment day.

    I was a child, and I had no idea what had happened.

    What I noticed immediately was that while some shops were plundered, others were not even touched. I had a look and saw that there was a Turkish flag hanging on the windows of the shops that were not looted. Those that were had Greek names.

    People with long beards and those who were dressed very shabbily were walking around. I saw that some people who were dressed normally were hiding in the shops, looking outside.

    The police and the soldiers seemed like they were saying: “Enough is enough. You did what you did, but now just leave.” They were both intervening and not intervening at the same time.

    That scene has always remained with me.

    Even though half a century has passed, I still shiver when I remember it.

    When I read the newspapers a day later, I realized the extent of the matter.

    Similar incidents had occurred also in Taksim and Şişli, where most of the citizens of Greek origin lived. Not only the shops, but also churches, even cemeteries were damaged and plundered. Jewish citizens also got their share of trouble, but the main targets were Greeks.

    Newspapers were writing about people waving Turkish flags, pleading with the looters: “Please don’t do it. I’m a Turk. I am a Turkish citizen.”

    It was a disgusting, belittling and tragic affair.

    My mother and other adults were criticizing what had happened, while officials were talking about “the placing of a bomb at the house in Thessaloniki where Atatürk was born, which had been turned into a museum, and the anger felt against what was happening in Cyprus,” explaining that the people had become enraged.

    We were living on Ethem Efendi Street at the time. Our neighbors were mostly Greek. They were my best friends. All of a sudden, they shut themselves in their homes. They talked to no one. I can never forget Madam Eleni when she asked, “Can we seek refuge in your home if they attack us?” The barbershop she managed with her husband was in ruins. They were in shock. My mother sent them food for a week. We let them live in one of our rooms.

    I was too young to make sense of what had happened. Why should they attack Madam Eleni? What could they ask from them? Why were they different from me?

    As I was seeking answers to these questions, the Greek families in our neighborhood started to move to other places or go to Greece. After 1963 none of them were left. They left Istanbul.

    They took with them an important culture, a color and a different lifestyle.

    They left us alone in Istanbul to live our colorless lives.

    Later on we were full of regret, but by then it was too late.

    Turkey admitted all culpability, accepted responsibility:

    Much later, we learned the Sept. 6-7 incidents were the doing of the infamous “deep state.” It was planned with government approval in order to let diplomats say “The people are reacting” during the U.N. discussions on Cyprus. However, it later got out of control and turned into a shameful plunder. It became a crime that the deep state could not handle, and it shamed the Turkish nation.

    What’s interesting is that apart from a few injuries, no one was killed. It wasn’t a massacre. It was a disgusting plunder aimed at frightening people.

    What’s even more interesting is the way Sept. 6-7 shamed us and hurt us and tainted us as a nation.

    This was also recorded as the only such incident when the Republic of Turkey officially admitted its responsibility, apologized and compensated the victims.

    At the Yassıada trials, after the May 21, 1960 military coup, the Sept. 6-7 incidents were investigated down to the smallest detail, and those held responsible were tried and punished.

    As always, there was no mention as the deep state. It emerged entirely unscathed by the affair. A few thieves, civilians with no links to the planning or to the politicians, were punished.

    In the later years, whenever the Sept. 6-7 incidents were mentioned, I felt an overwhelming shame and I always apologized to the victims I saw at international meetings.

    During the Sept. 6-7 incidents our Turkishness was trampled underfoot. It was then I realized that if we don’t criticize such incidents and apologize to the victims, we can never feel proud of ourselves.

    Apologizing is enriching. It shows self-confidence.

    Discriminating due to religion, language or culture or using force on the weak is belittling one’s self.

    I don’t know you, but I apologize to our neighbor Madam Eleni from Erenköy

    http://www.turkishdailynews.com.tr/article.php?enewsid=22723

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 16/09/2008

  4. ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΤΩΝ ΣΤΟΝ Ο.Α.Σ.Ε.

    Ο Σύλλογος Κωνσταντινουπολιτών, ο οποίος τυγχάνει μέλος ως μη κυβερνητικός οργανισμός, από της συστάσεως περίπου, του «Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη» (Ο.Α.Σ.Ε. πρώην Δ.Α.Σ.Ε.), παρέστει όπως κάθε χρόνο ανελλιπώς, στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού που πραγματοποιήθηκε την 1η Οκτωβρίου στη Βαρσοβία.

    Κατά την διάρκεια της συνεδρίας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, προέβαλε δια του εκπροσώπου του, κ. Αντωνίου Λαμπίδη τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελληνική Μειονότητα στην Τουρκία, συμβάλλοντας στη διεθνή προβολή αυτών.

    Το περιεχόμενο της εκθέσεως υπήρξε αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας του Συλλόγου και της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών.

    Σας διαβιβάζουμε τις εν λόγω εκθέσεις που είναι ανηρτημένες στην επίσημη ιστοσελίδα του Οργανισμού, καθώς και την απάντηση του επικεφαλής της τουρκικής διπλωματικής αποστολής.

    Επίσης και απάντηση της ελληνικής διπλωματικής αποστολής.

    Τα εν λόγω κείμενα έιναι ανήρτημένα στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις:

    http://www.osce.org/conferences/hdim_2008.html?page=documents&session_id=298
    http://www.osce.org/conferences/hdim_2008.html?page=documents&session_id=285

    ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΠΑΧΟΠΟΥΛΟΣ

    Πρόεδρος Συλλόγου Κωνσταντινουπολιτών

    Σχόλιο από Eiς την Πόλιν | 03/11/2008

  5. Hμερομηνία δημοσίευσης: 11-01-09 , Καθημερινή

    Οταν οι διανοούμενοι έπαιρναν θέση

    Θεοτοκάς, Σεφέρης και Καραγάτσης ανταλλάσσουν δημόσια απόψεις μέσω επιστολών για το θέμα της Κύπρου το 1954

    Της Ολγας Σελλα

    Ολοι τις περιμένουν, και πάντα προκαλούν αντιδράσεις. Οι γνώμες, οι απόψεις, οι αναλύσεις των διανοουμένων και των αναλυτών, σε στιγμές εθνικής ή κοινωνικής κρίσης, αναμένονται πάντα με ενδιαφέρον. Ανθρωποι του πνεύματος, των γραμμάτων, της επιστήμης ή της πολιτικής επιχειρούν να ερμηνεύσουν ή να τοποθετηθούν σε θέματα που απασχολούν, κάθε φορά την κοινωνία. Και δεν είναι λίγες οι φορές που οι τοποθετήσεις τους προκαλούν νέες εντάσεις, νέες συμμαχίες, νέα στρατόπεδα σύμπλευσης ή αντιπαράθεσης, νέους κραδασμούς.

    Η «Κ» ξαναθυμίζει σήμερα πώς τρεις συγγραφείς της γενιάς του ’30 τοποθετήθηκαν στο θέμα της Κύπρου το 1954, λίγο πριν αρχίσει ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την ανεξαρτησία της Κύπρου από τους Αγγλους και ενώ στην Αθήνα κυριαρχούσαν οι μεγάλες διαδηλώσεις. Ο Γιώργος Θεοτοκάς (ευγενής, αλλά ευθύς) δημοσίευσε, το 1954, ένα κείμενο στην «Κ», στο οποίο κρίνει τη στάση Ελλήνων και Αγγλων, ανιχνεύει λάθη εκατέρωθεν, επικρίνει επιλογές και πρωτοβουλίες. Του απάντησε ο Γιώργος Σεφέρης (ποιητικός και συναισθηματικός) με μια επιστολή του από τη Βηρυτό. Ο Γιώργος Θεοτοκάς, όμως, δέχεται και μια επιστολή από τον Μ. Καραγάτση (πληθωρικός και άμεσος), που για πρώτη φορά δίνεται στη δημοσιότητα. Είναι ένα κείμενο που βρισκόταν στο αρχείο Γιώργου Θεοτοκά, αλλά λάνθανε.

    Τρία κείμενα που υπογραμμίζουν ένα θέμα πάντα επίκαιρο: ποια είναι η θέση των διανοουμένων σε περιόδους διαπραγμάτευσης κρίσιμων θεμάτων; Οφείλουν να φωτίζουν και άλλες πλευρές των πραγμάτων, ακόμα κι όταν η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να το ακούσει; Τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου στην Αθήνα και στην Ελλάδα, οι εκρήξεις οργής, αντίδρασης και βίας, τα πληκτρολόγια πήραν φωτιά, οι λέξεις επιχείρησαν να ερμηνεύσουν και να κρίνουν, οι αντιδικίες για μια ακόμα φορά ακολούθησαν τις απόψεις που εκφράστηκαν. Τα τρία κείμενα, των Θεοτοκά, Σεφέρη, Καραγάτση, υπενθυμίζουν στάσεις και συμπεριφορές των διανοητών που πάντα ισχύουν σε περιόδους κρίσης, αλλά αποκαλύπτουν τις αντιλήψεις και την προσωπικότητα καθενός από τους γράφοντες.

    Το κείμενο Θεοτοκά και η αντίδραση Σεφέρη

    Στις 22 Δεκεμβρίου 1954 ο Γιώργος Θεοτοκάς δημοσίευσε στην «Κ» ένα κείμενο με τίτλο «Ελληνες και Αγγλοι – Σκέψεις εξ αφορμής του Κυπριακού», το οποίο περιλαμβάνεται στο δίτομο έργο «Στοχασμοί και θέσεις – Πολιτικά κείμενα 1925-1966» (Εκδ. Εστία). «Οσοι έχουν τον τρόπο να εκφράζονται δημοσίως οφείλουν, όσο είναι καιρός, να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου». Στη συνέχεια κάνει μια αναδρομή στις διμερείς σχέσεις Ελλάδας – Βρετανίας και συνεχίζει με κριτική τοποθέτηση στους πολιτικούς χειρισμούς από τις δύο πλευρές: «Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, για κάθε απροκατάληπτο τρίτο, η κύρια ευθύνη βαρύνει τους αρμόδιους Βρετανούς υπουργούς. Οι Ελληνες επικαλούνται το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως των λαών, δηλαδή μίαν από τις αρχές στις οποίες στηρίζεται η πολιτική φιλοσοφία του δυτικού πολιτισμού. Οι Αγγλοι επικαλούνται τις ανάγκες της στρατηγικής τους και φοβούνται, προφανώς, ότι η υποχώρησή τους στην Κύπρο θα τους αναγκάση να υποχωρήσουν και σε άλλα σημεία του χάρτη. (…) Ας πούμε τώρα και τα δικά μας λάθη… (…) Λάθος ήταν ο φανατισμένος τόνος που προσέλαβε συχνά η ελληνική προπαγάνδα και η ενθάρρυνση των σκηνών του δρόμου. Φαντάζεται κανείς σοβαρά ότι οι εκκλήσεις προς το μίσος, οι προσβολές ξένων σημαιών και οι καταστροφές γραφείων και βιβλιοθηκών αποτελούνε επιχειρήματα που πρόκειται να ενισχύσουν τη διεθνή μας θέση; Ποιον πάμε να πείσωμε με τα μέσα αυτά;»

    Λίγες μέρες αργότερα, στις 28 Δεκεμβρίου 1954, του απαντά από τη Βηρυτό (η επιστολή δημοσιεύεται στον τόμο «Αλληλογραφία Γιώργος Θεοτοκάς και Γιώργος Σεφέρης, 1930-1966)», εκδ. Ερμής. «…Υπάρχουν σε μια γωνιά της γης 400 χιλιάδες ψυχές από την καλύτερη, την πιο ατόφια Ρωμιοσύνη, που προσπαθούν να τις αποκόψουν από τις πραγματικές τους ρίζες και να τις κάνουν λουλούδια θερμοκηπίου. Σ’ αυτή τη γωνιά της γης δουλεύει μια μηχανή που κάνει τους Ρωμιούς σπαρτούς-Κυπρίους-όχι-Ελληνες, που κάνει τους ανθρώπους μπαστάρδους, με την εξαγορά και την απαθλίωση των συνειδήσεων, με τις κολακείες των αδυναμιών ή των συμφερόντων (το Κυπριακό ζήτημα είναι πριν απ’ όλα ζήτημα καλλιέργειας, ζήτημα “κουλτούρας” με την πλατύτερη έννοια που έχει η λέξη), και ονομάζει τη φυσιολογική παιδεία αυτών των ανθρώπων “πολιτική προπαγάνδα”. (…) Απόκριση σ’ αυτό το αίτημα της συνείδησης περίμενα να βρω στο άρθρο σου, Γιώργο. Θα μου πεις: δεν ήταν το θέμα μου – έπρεπε να είναι κι αυτό».

    Η επιστολή Καραγάτση (31.12.1954)

    Αγαπητέ Γιώργο,

    Αργά διάβασα το περί Κύπρου άρθρο σου στην «Καθημερινή». Χρέος μου να σε συγχαρώ για τη νηφαλιότητα των απόψεών σου. Το ότι δεν συμφωνώ σε πολλά σημεία (ιδίως σε ό,τι αφορά την προϊστορία των ελληνο-βρετανικών σχέσεων) δεν έχει σημασία. Ο αγοραίος όμως τρόπος –ο ενθυμίζω δηλιγιαννική πολιτική σαπρία– με τον οποίο έγινε ο εσωτερικός και ο εξωτερικός χειρισμός ενός τόσο σοβαρού εθνικού ζητήματος με έκανε, πολλές φορές, να αηδιάσω. Μισώ το πεζοδρόμιο. Μισώ την ψευδορρητορική πομφόλυγα. Μισώ την επιπόλαια ταρταρινική προκλητικότητα, που μας γελοιοποιεί ανεπανόρθωτα στη διεθνή γνώμη. Με κάτι τέτοιες ευτράπελες μπαλαφάρες ο παλαιοκομματισμός χαντάκωσε τις εθνικές μας επιδιώξεις, τον περασμένο αιώνα. Δυστυχώς η βρετανική πολιτική υπέθαλπε, στην Ελλάδα, αυτή την ευτράπελη πολιτική ατμόσφαιρα, που τόσο εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Οταν όμως οι Αγγλοι είδαν πως ο Ελευθέριος Βενιζέλος έδωσε τη σφραγίδα της σοβαρότητας στην πολιτική ζωή μας (και πως συνεπώς τα διαλυτικά τεχνάσματά τους δεν έπιαναν πια τόπο) με πολιτική ευστροφία αξιοθαύμαστη επήραν την Ελλάδα στα σοβαρά, και την οδήγησαν στην Τσατάλτζα και στη Σμύρνη. Οταν πάλι ξαναγινήκαμε πολιτικώς ευτράπελοι, οι Βρετανοί ξαναγύρισαν στην παλιά διαλυτική πολιτική τους. Και γεννιέται το ερώτημα: φταιν οι Βρετανοί που μας διαλύουν πολιτικώς; Ή εμείς που προσφερόμεθα βλακωδέστατα στη διαβρωτική επενέργεια των Βρετανών; Οι Αγγλοι κάνουν τη δουλειά τους· κι όπως ξέρεις, στις business συναισθηματισμοί δεν στέκονται…

    Στο ζήτημα της Κύπρου έχουμε όλο το δίκιο με το μέρος μας. Μέσα στο σημερινό κυρίαρχο κλίμα της δημοκρατίας και της αυτοδιαθέσεως των λαών, ένας ήρεμος και σοβαρός πολιτικός χειρισμός θα μας οδηγούσε –αργά ίσως αλλά ασφαλώς– στην επιτυχία. Προτιμήσαμε το πεζοδρόμιο, τον κούφιο ψευδολυρισμό και τις φωνασκίες χυδαίων ρασοφόρων και ηλίθιων καθηγητάδων ενός δήθεν Πανεπιστημίου. Ετσι, γενήκαμε καταγέλαστοι. Σκατά!

    Δικός σου

    Μ. Καραγάτσης

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 13/01/2009

  6. […] τους ανθελληνικούς – αντιμειονοτικούς διωγμούς στις 6/7 Σεπτεμβρίου 1955, στην Πόλη… και την […]

    Πίνγκμπακ από -Φθινοπωρινός πόνος « Πόντος και Αριστερά | 13/05/2009

  7. Η τρίτη Άλωση
    Αρθρογραφία – Ελληνοτουρκικά

    Συντάχθηκε απο τον/την Δημήτρης Μαυρίδης
    Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

    Αυτός που σήμερα θα ταξιδεύσει στη γειτονική μας χώρα θα εντυπωσιασθεί από την γιγαντιαίας κλίμακας ανοικοδόμηση που συμβαίνει στις τουρκικές πόλεις. Από τις ριζικά ανοικοδομούμενες πόλεις του μακρινού Πόντου, στα Άδανα και στο Ικόνιο και από την τεράστια Άγκυρα στην Προύσα και στη Σμύρνη, αλλά κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της, παντού λαμβάνει χώρα μια μαζική ανοικοδόμηση. Η Τουρκία είναι μια μεγάλη χώρα και αυτό πλέον είναι εμφανές. Ωστόσο, στις ακτές του Αιγαίου και της Προποντίδας, ο γιγαντισμός της Σμύρνης, της Προύσας και, κυρίως, αυτός της Κωνσταντινούπολης δεν οφείλεται μόνο στη δημογραφική έκρηξη, ούτε στη μετακίνηση των αγροτών προς τις πόλεις, αλλά και στη μαζική μετακίνηση πληθυσμών από τις ανατολικές αγροτικές επαρχίες προς τις δυτικές αναπτυγμένες περιοχές και τις ακτές της Προποντίδας και του Αιγαίου. Η Τουρκία φαίνεται να μετατρέπεται σε μια χώρα του Αιγαίου που θυμίζει όλο και λιγότερο το τουρκικό περιβάλλον.

    Η Τουρκία δίνει την εντύπωση μιας νέας χώρας. Όλες οι ιστορικές και χρονικές αναφορές ξεκινούν από την τουρκική κατάκτηση. Όσα μνημεία των προηγούμενων εποχών διασώζονται δεν είναι ευρύτερα γνωστά στο τουρκικό κοινό, αλλά και αποτελούν κάποιο βάρος για τους ειδικούς. Μέσα στις τουρκικές πόλεις είναι παντού καταφανής η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των νεήλυδων με τον χώρο τον οποίο τώρα κατοικούν. Υπάρχει η γνώριμη αίσθηση της μη μονιμότητας, του ανεκπλή­ρωτου, του ελλιπούς και της νοσταλγίας χωρίς αντικείμενο. Στην Ελλάδα, σε πρώτη ευκαιρία, αδειάζουν οι μεγάλες πόλεις για τα χωριά που επισκευάστηκαν και ξανακτίστηκαν για τον λόγο αυτό. Στην Τουρκία τέτοιες γέφυρες με τις ρίζες είναι δύσκολες. Στον διάχυτο αυτό ψυχισμό πρέπει να επιδρά και η νομαδική καταγωγή των Τούρκων. Το να κατοικούν κάπου δεν φαίνεται να θεωρείται ως κάτι μόνιμο. Στις πρόσφατα κτισμένες, νέες εκτεταμένες περιοχές των τουρκικών πόλεων, υπάρχει μία πλήρης και εμφανής αναντιστοιχία του δομημένου προς το ανθρώπινο περιβάλλον. Τα τεράστια κτήρια, τα δημόσια έργα και οι παντοειδείς δυτικότροπες αναπτύξεις, δεν φαίνεται να έχουν σχέση προς την αλλοτριωμένη άχρωμη μάζα των ανατολιτών και των οικονομικώς περιθωριοποιημένων ημιαστών, οι οποίοι γεμίζουν τούς χώρους. Ο χώρος των ανθρώπων φαίνεται να βρίσκεται αλλού, να είναι κρυμμένος και άγνωστος. Οι άνθρωποι μοιάζουν σαν να έρχονται από μακριά και κάπου έξω από την πραγματικότητα των επιφαινομένων. Ποιοί δημιούργησαν τον δομημένο αυτό χώρο ; Στην αναπτυγμένη Δύση και τον υποανάπτυκτο Τρίτο Κόσμο ο χώρος εμφανίζεται με ενάργεια ως δημιούργημα των ανθρώπων που βρίσκονται και απαντώνται εντός του. Στις μεγάλες πόλεις της Τουρκίας υπάρχει μία έντονη αντανάκλαση της αλλοτρίωσης των ατόμων στους δομημένους χώρους. Η έλλειψη εσωτερίκευσης του χώρου φαίνεται, επίσης, στη μιζέρια και στη θλίψη του αστικού περιβάλλοντος, καθώς και στην ασαφή ανησυχία που σχετίζεται με ό,τι ονομάζουμε κρίση ταυτότητας.

    Οι Έλληνες συνήθως ταξιδεύουν στην Κωνσταντινούπολη και εκεί περιορίζονται κατά κανόνα στο ιστορικό κέντρο που, λίγο-πολύ, παραμένει αναλλοίωτο. Όμως, η Κωνσταντινούπολη σήμερα είναι μία τερατώδης πόλη. Αν λογαριάσουμε τον Βόσπορο, την ασιατική ακτή της Βιθυνίας και το οικοδομημένο μήκος της παραλίας της Προποντίδας, η Κωνσταντινούπολη απλώνεται σήμερα σε μία παράλια γραμμή με μήκος κοντά στα διακόσια τόσα χιλιόμετρα, που την κατοικούν δέκα οκτώ εκατομ­μύρια άνθρωποι. Είναι μία κοσμόπολη που ξεραίνει τα πάντα στο άπλωμά της, απομυζά την υπόλοιπη χώρα, καταστρέφει τα ίχνη του παρελθόντος και δημιουργεί ένα κατ’ εξοχήν αντιαισθητικό νέο χώρο.

    «Καλύτερα που τελικά δεν κατόρθωσαν οι Έλληνες να αποκτήσουν την Κωνσταντι­νούπολη» – έγραφε, με κάποια δόση ενοχής, ο Άρνολντ Τόϋνμπη –, «θα δημιουργούσαν έναν αστικό εφιάλτη που θα τους έπνιγε». Αυτό ακριβώς έγινε τώρα, ογδόντα έξη χρόνια μετά την είσοδο του νικηφόρου κεμαλικού στρατού στην Κωνσταντινούπολη. Αυτόν τον «αστικό εφιάλτη» δημιούργησαν οι ανατολίτες που ζουν τώρα εδώ.

    Η Κωνσταντινούπολη, βέβαια, κρατά στο ιστορικό της κέντρο, τον αέρα της αυτοκρατορικής μητρόπολης με τούς απεριόριστους ορίζοντες, τους μεγαλειώδεις δημόσιους χώρους και τα εντυπωσιακά μνημεία, τον κοσμοπολιτισμό της Πόλης, της πρωτεύουσας της οικουμενικής αυτοκρατορίας, τη μοναδική ομορφιά της, τη θαλπωρή της πατρίδας και τη μυστική της λάμψη ως μυθικού κέντρου της Ρωμηοσύνης. Είναι η πόλη η οποία για δέκα έξη αιώνες αποτελούσε το κέντρο του Ελληνισμού. Όμως, τη σύγχρονή μας τρίτη άλωση, η καλύτερα με άλλα λόγια, τον τρομακτικό δυναμισμό της Ανατολής που τραβά προς τη Δύση, δεν τον υποψιάζεται κανείς, παρά μόνο αν βρεθεί και διασχίσει τα προάστια της Κωνσταντινούπολης η την εφιαλτική ανοικοδόμηση στις παραλίες της Προποντίδας.

    Ο επισκέπτης που απομακρύνεται από το ιστορικό κέντρο της Κωνσταν­τινού­πολης βρίσκεται μέσα σε ένα αστικό εφιάλτη από παρατάξεις δεκάδων και εκατοντάδων, πανομοιότυπων κατά ομάδες γιγάντιων πολυκατοικιών σε εκτάσεις με μήκος πολλών χιλιομέτρων. Ο εφιάλτης είναι η αστική έρημος, όπου το άτομο συντρίβεται μέσα στο χωρίς τέλος καταθλιπτικό δομημένο χάος. Ο εφιάλτης είναι τα υβριστικά και απειλητικά μεγέθη˙ είναι, ακόμη, η ενοχλητική έλλειψη αισθητικής στις μάζες των άμορφων κτισμάτων, που διακόπτονται μόνο από κάποιο κατάλευκο τεράστιο τζαμί. Αυτά τα τεράστια τζαμιά καθώς εμφανίζονται σε κανονικά διαστήματα γρήγορα γεννούν μια αίσθηση απειλής, που εξαφανίζει την πρώτη εντύπωση των πανύψηλων μιναρέδων που λογχίζουν τον ουρανό και τα σύννεφα.

    Πρόκειται για μετακίνηση του πληθυσμιακού και του οικονομικού κέντρου βάρους της Τουρκίας από την ύπαιθρο στις πόλεις, αλλά και για μαζική μετακίνηση προς τις ακτές και δυτικά. Φαίνεται πως διαψεύδεται σήμερα μερικά ο λόγος του Κεμάλ το 1929: «Στο εξής η Κωνσταντινούπολη δεν θα κυβερνά την Ανατολία, αλλά θα πρέπει να την ακολουθεί». Η Κωνσταντινούπολη αναλαμβάνει πάλι τα πρωτεία και ενισχύει τη σπουδαιότητά της ως κέντρο και πόλος έλξης. Η Κωνσταντινούπολη όμως ακολουθεί την Ανατολία, αφού κατοικείται από ανατολίτες και αφού Έλληνες δεν υπάρχουν πια εκεί.

    Πρόκειται για αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ­–μετά την μοιραία Πρώτη Άλωση του 1204 και την Άλωση του 1453–, ως Τρίτη και οριστική Άλωση.

    Πρόκειται, δηλαδή, για την οριστική εγκατάσταση των Τούρκων στη Μικρά Ασία, γεγονός που επιβεβαιώθηκε το 1922 και ολοκληρώνεται σήμερα με την κατάληψη του χώρου και την αλλοτρίωσή του. Το 1922 είναι μια νίκη των Τούρκων στην τυφλή αταβιστική πορεία τους προς τη Δύση και είναι μια ήττα όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης. Το τέλος της πορείας των Τούρκων από τις στέππες της Κεντρικής Ασίας προς τη Δύση θα είναι η είσοδός τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Με την αποχώρηση των ελληνικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και τη Θράκη παύει να ισχύει αυτό που διαπίστωσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους, ότι δηλαδή το γεωγραφικό κέντρο του Ελληνισμού βρίσκεται στη νήσο Σκύρο, όπως παύει να ισχύει και η παρατήρηση του Πλάτωνα ότι οι Έλληνες μαζεύονται γύρω από τις θάλασσες όπως τα βατράχια γύρω από τους λάκκους με νερό μετά τη βροχή. Για πολλούς αιώνες οι Έλληνες κατοικούσαν γύρω από τις τρεις θάλασσες της Ρωμηοσύνης: το Αιγαίο, την Προποντίδα και τον Εύξεινο. Η Κωνσταντινούπολη ήταν η μεγαλύτερη πόλη των Ελλήνων για δεκαέξη συναπτούς αιώνες. Ο άξονας Εύξεινος-Κωνσταντινούπολη-Αιγαίο δεν υπάρχει σήμερα και το κέντρο βάρους του Ελληνισμού έχει μετατεθεί από την Προποντίδα στον Σαρωνικό. Οι Έλληνες επιστρέφουν στην ευρωπαϊκή τους αρχέγονη κοιτίδα και στρέφουν τα νώτα προς την Ανατολή. Το γεγονός αυτό είναι ιστορικά πρωτοφανές.

    Ολόκληρη η τεράστια Μικρά Ασία, αλλά και η Κωνσταντινούπολη και η Ανατολική Θράκη εξακολουθούν να είναι γεμάτες από τα μνημεία και τα σπαράγματα της μακραίωνης ελληνικής παρουσίας. Κάθε στιγμή, κάποια από τα ίχνη και τα μνημεία της παράδοσης και της ιστορίας αίρονται από το ετερόδοξο, το αλλότριο και το τυχαίο. Πρόκειται για τη θύελλα μιας πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Ο χρόνος καταστρέφει, η μνήμη προσπαθεί να διασώσει. Ένας μανιασμένος άνεμος παρασύρει τα αδύναμα οχυρώματα που έστησε με υπομονή η μνήμη. Η ταυτότητα όμως στηρίζεται στη μνήμη. Γι’ αυτό είναι ιδιαίτερα πολύτιμα τα βιβλία και οι εξιστορήσεις που αποτυπώνουν τις πραγματικότητες της χαμένης πάλαι ποτέ ελληνικής Ανατολής και τα οποία το ελληνικό κοινό συνήθως παραβλέπει και αγνοεί.

    http://www.antibaro.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=4158:0509-mauridhs-alwsh&catid=43:greekturkish&Itemid=83

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 27/05/2009

  8. […] -ISTANBUL … EYLÜL 1955 […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: