Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Στίβεν Rάνσιμαν

Tο Βυζάντιο κι εμείς

100_0947.jpg

Δημοσιογράφος: Πώς νοιώθει ένας άνθρωπος που ασχολείται τόσα χρόνια με το Βυζάντιο; Κουραστήκατε;

S.R. Δύσκολο να απαντήσω. Το ενδιαφέρον μου ποτέ δεν εξανεμίστηκε. Οταν άρχισα να μελετώ το Βυζάντιο, υπήρχαν πολλοί λίγοι άνθρωποι σ’ αυτήν τη χώρα (σ.σ. τη Μεγάλη Βρετανία) που ενδιαφέρονταν, έστω και ελάχιστα για το Βυζάντιο. Μ’ αρέσει να πιστεύω πως «δημιούργησα» ενδιαφέρον για το Βυζάντιο. Αυτό που με ικανοποιεί, ιδιαίτερα σήμερα, είναι ότι πλέον υπάρχουν αρκετοί, πολλοί καλοί εκπρόσωποι (σ.σ. της σπουδής του Βυζαντίου) στη Βρετανία. Μπορώ να πω ότι αισθάνομαι πατρικά απέναντί τους. Είμαι ευτυχής, λοιπόν, που επέλεξα το Βυζάντιο ως το κύριο ιστορικό μου ενδιαφέρον.

Κι ήταν ελκυστικό για σας όλα αυτά τα χρόνια;

Πιστεύω πως κάθε γεγονός της ιστορίας, αν αρχίσεις να το μελετάς σε βάθος, μπορεί να γίνει συναρπαστικό. Το δε Βυζάντιο το βρίσκω εξαιρετικά συναρπαστικό, γιατί ήταν ένας αυθύπαρκτος πολιτισμός. Για να μελετήσεις το Βυζάντιο, πρέπει να μελετήσεις την τέχνη, να μελετήσεις τη θρησκεία, να μελετήσεις έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, που είναι πολύ διαφορετικός από το σημερινό.

Καλύτερος ή χειρότερος;

Κοιτάξτε… Δεν είμαι σίγουρος αν θα μου άρεσε να ζήσω στους βυζαντινούς χρόνους. Δε θα μου άρεσε, λόγου χάριν, να αφήσω γένια. Ωστόσο, στο Βυζάντιο είχαν έναν τρόπο ζωής που ήταν καλύτερα δομημένος. Αλλωστε, όταν έχεις έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ζωή σου «μορφοποιείται» κι είναι πολύ πιο ικανοποιητική από τη σημερινή, όπου κανείς δεν πιστεύει σε τίποτε αρκετά.

Αρα ήταν μία θρησκευτική Πολιτεία;

Ηταν ένας πολιτισμός, στον οποίο η θρησκεία αποτελούσε μέρος της ζωής.

Kαι στους έντεκα αυτούς αιώνες;

Νομίζω ότι ο κόσμος μιλά για το Βυζάντιο λες κι παρέμεινε το ίδιο, ένας πολιτισμός αμετάβλητος κατά την διάρκεια όλων αυτών των αιώνων. Είχε αλλάξει πολύ από την αρχή ως το τέλος του, αν και κάποια συγκεκριμένα βασικά στοιχεία κράτησαν σε όλη τη διάρκειά του -όπως το θρησκευτικό αίσθημα. Μπορεί να διαφωνούσαν για θρησκευτικά ζητήματα αλλά πίστευαν όλοι, κι αυτό το αίσθημα είναι μόνιμο. Ο σεβασμός, η εκτίμηση στις τέχνες, ως εκείνες που ευχαριστούν το Θεό, κι αυτά διατηρήθηκαν. Κι έτσι, παρ’ ότι οι μόδες άλλαζαν, η οικονομική κατάσταση άλλαζε, οι πολιτικές καταστάσεις άλλαζαν, υπήρχε μια ακεραιότητα, πολύ ενδιαφέρουσα μέσα στο σύνολο.

Μιλάμε για θρησκεία κι ηθική. Το Βυζάντιο πολλοί το θεωρούν μία περίοδο πολέμων, δολοφονιών, δολοπλοκιών, «βυζαντινισμών» που ουδεμία σχέση είχε με την ηθική.

Γίνονταν και τότε πολλοί φόνοι, αλλά δεν υπάρχει περίοδος της ιστορία που αυτοί να λείπουν. Κάποτε έδινα μια διάλεξη στις Η.Π.Α., και στο ακροατήριό μου ήταν κι η κόρη του προέδρου Τζόνσον, που μελετούσε το Βυζάντιο. Ηρθε στη διάλεξη με δύο σωματοφύλακες, δύο σκληρούς κυρίους που την πρόσεχαν. Μου εξήγησε ότι αγαπούν τη βυζαντινή ιστορία, γιατί είναι γεμάτη φόνους, και φαντάζει σαν σχολικό μάθημα (homework). Είχα το τακτ να μη της πω ότι, ως τότε, το ποσοστό των αμερικανών προέδρων που είχαν δολοφονηθεί ήταν πολύ μεγαλύτερο -σε σχέση με τα χρόνια ύπαρξης των Η.Π.Α.- από το ποσοστό των δολοφονημένων βυζαντινών αυτοκρατόρων στη διάρκεια της αυτοκρατορίας. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να δολοφονούν.

Γράφετε στο Βυζαντινό πολιτισμό ότι δεν υπήρχε θανατική ποινή στο Βυζάντιο.

Οντως, δεν σκότωναν. Και η μεγάλη διαφορά φαίνεται στους πρώτους χρόνους. Οταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, μία από τις βασικότερες αλλαγές ήταν να σταματήσουν οι μονομαχίες, να μη πετούν πια ανθρώπους στα λιοντάρια, κι όλα τα σχετικά. Η αυτοκρατορία έγινε πολύ πιο ανθρωπιστική. Και πάντα, απέφευγαν όσο μπορούσαν τη θανατική ποινή. Κατά καιρούς, κάποιοι αυτοκράτορες κατέφευγαν σε αυτή, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούσαν ως εσχάτη τιμωρία, μια μέθοδο που σήμερα μας φαίνεται αποτρόπαια: τον ακρωτηριασμό κάποιας μορφής. Αλλά μου φαίνεται, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα προτιμούσαν να τους κόψουν π.χ. ένα χέρι, παρά να τους θανατώσουν.

Υπάρχει εδώ και καιρό ένας διάλογος ανοικτός στην Ελλάδα. Υπάρχουν σύγχρονοι Ελληνες διανοούμενοι που υποστηρίζουν ότι το Βυζάντιο δεν αξίζει να μελετηθεί ιδιαίτερα, ότι δε δημιούργησε τίποτε, ότι είχε σχολιαστές των γραφών κι όχι διανοούμενους. Με μια φράση «δεν ήταν και τίποτε αξιομνημόνευτο».

Νομίζω ότι αυτοί οι Ελληνες είναι πολύ άδικοι με τους βυζαντινούς τους προγόνους. Δεν ήταν μια κοινωνία χωρίς διανοούμενους -αρκεί να δεις τη δουλειά και την πρόοδο της βυζαντινής ιατρικής. Μπορεί να μη συμπαθεί κάποιος τη θρησκεία, αλλά μερικοί από τους εκκλησιαστικούς συγγραφείς όπως οι Καπαδόκες πατέρες, και πολλοί ακόμη, ως το Γρηγόριο τον Παλαμά, ήταν άνθρωποι μοναδικής πνευματικότητας… Υπήρχε έντονη διανόηση και πνευματική ζωή στο Βυζάντιο. Κυρίως δε, στο τέλος των βυζαντινών χρόνων, π.χ. στην Παλαιολόγεια περίοδο. Είναι αρκετά περίεργο πως, την ώρα που η αυτοκρατορία συρρικνώνονταν η διανόηση ήταν πιο ανθηρή από ποτέ.

Κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είχε τέχνη.

Τότε αυτοί δεν πρέπει να ξέρουν τίποτε από τέχνη. Η βυζαντινή τέχνη ήταν από τις μεγαλύτερες σχολές τέχνης παγκοσμίως. Κανένας αρχαίος Ελληνας δε θα μπορούσε να χτίσει την Αγία Σοφία, αυτό απαιτούσε πολύ βαθιά τεχνική γνώση. Κάποιοι, ξέρετε, υποστηρίζουν, ότι η βυζαντινή τέχνη είναι στατική. Δεν ήταν καθόλου στατική, αλλά ήταν μια σχολή τέχνης από τις σημαντικότερες στον κόσμο, που όσο περνά ο καιρός εκτιμάται όλο και περισσότερο, κι όσοι έλληνες διανοούμενοί σας λένε ότι το Βυζάντιο δε δημιούργησε τίποτε, είναι τυφλοί.

Αρα, όσοι χαρακτηρίζουν «απλή μίμηση κι αντιγραφή» τη βυζαντινή τέχνη, μάλλον σφάλουν.

Αν κάνεις κάτι άριστα, μπορείς να το επαναλάβεις άριστα. Αλλά υπήρχαν πάντα διαφορές. Βλέποντας μια εικόνα, μπορούμε τη χρονολογήσουμε -αν ήταν όλες ίδιες αυτό δε θα συνέβαινε. Υπάρχουν συγκεκριμένες παραδόσεις που διατηρούνταν, αλλά η τέχνη αυτή παρουσιάζει μεγάλες διαφορές από αιώνα σε αιώνα. «Κόλλησε» και παρέμεινε η ίδια μετά την πτώση της Τουρκοκρατίας, διότι έλειπαν από τη χώρα σας οι φωτισμένοι χορηγοί.* Η τέχνη των Παλαιολόγων είναι πολύ διαφορετική από την Ιουστινιάνεια. Φυσικά, είχε και αναλογίες, αλλά δεν ήταν μιμητική. Τα πράγματα είναι απλά: οι άνθρωποι που κατατρέχουν το Βυζάντιο ποτέ δεν το μελέτησαν, ξεκίνησαν με προκαταλήψεις εναντίον του. Δε γνωρίζουν τι κατόρθωσε, τι επετεύχθη.

Υποστηρίζεται από ορισμένους ότι το βυζάντιο δεν ήταν Ελληνικό και δεν αποτέλεσε κανενός είδους συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας. Δεν είχε δημοκρατία, ή έστω δημοκρατικούς θεσμούς.

Δε νομίζω ότι οι σύγχρονοι έλληνες είναι περισσότερο έλληνες από τους βυζαντινούς. Μέσα στο χρόνο, μες στους αιώνες, οι φυλές δε μένουν καθαρές, υπάρχουν όμως ορισμένα χαρακτηριστικά των πολιτισμών που παραμένουν εθνικά. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα -που άλλαξε λίγο, αλλά οι γλώσσες αλλάζουν- ενδιαφέρονταν για τη φιλοσοφία και τη φιλοσοφική ζωή πάρα πολύ, ήταν μεν υπήκοοι ενός αυτοκράτορα, αλλά αυτός ο αυτοκράτορας έπρεπε να φέρεται σωστά, γιατί γίνονταν εύκολα λαϊκές εξεγέρσεις. Το χειρότερο που θα μπορούσαν να πουν για το Βυζάντιο είναι πως ήταν, μάλλον, ένα γραφειοκρατικό κράτος. Ομως είχε μια πολύ μορφωμένη γραφειοκρατία, πολύ πιο μορφωμένη από τους γραφειοκράτες του σημερινού κόσμου. Και, τι εννοείτε με τη λέξη «δημοκρατία»; Ηταν όλη η αρχαία Ελλάδα δημοκρατική; Οχι. Θα έλεγα στους Ελληνες που υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, να διαβάσουν την ίδια τους την ιστορία, ειδικότερα της κλασσικής Ελλάδας. Εκεί, θα βρουν πολλά να κατακρίνουν… Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει «δημοκρατία». Στα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα, δημοκρατία σημαίνει να σε κυβερνούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εφημερίδες, η τηλεόραση. Διότι, είναι θεμιτό να έχουμε αυτό που ονομάζεται «λαϊκή ψήφος» αλλά, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να κρίνουν μόνοι τους -κι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο που δε σκέφτονται- τότε μεταφέρουν την εξουσία στα χέρια όσων κατέχουν τα ΜΜΕ, οι οποίοι, με τη δύναμη που έχουν, θα έπρεπε να επιλέξουν το δύσκολο δρόμο και να μορφώσουν όλο τον κόσμο. Πολλοί εξ αυτών, όχι όλοι ευτυχώς, είναι ανεύθυνοι. Δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνον εάν έχουμε ένα υψηλής μόρφωσης κοινό. Σε μία πόλη σαν την αρχαία Αθήνα υπήρχε δημοκρατία -χωρίς να σκεφτόμαστε πως περνούσαν οι σκλάβοι ή οι γυναίκες-, διότι οι άνδρες είχαν όλοι πολύ καλή μόρφωση. Συνήθως δεν εξέλεγαν τους κυβερνήτες τους, τραβούσαν κλήρο, σα να το άφηναν στα χέρια του Θεού -καμία σχέση με τη βουλή των κοινοτήτων.

Υπήρχε κοινωνικό κράτος στο Βυζάντιο;

Η Εκκλησία έκανε πολλά για τους ανθρώπους. Το Βυζάντιο είχε πλήρη κοινωνική αίσθηση. Τα νοσοκομεία ήταν πολύ καλά, όπως και τα γηροκομεία, τα οποία ανήκαν κυρίως στην Εκκλησία, αλλά όχι μόνο σε αυτήν -υπήρχαν και κρατικά. Ας μη ξεχνάμε ότι ένας από τους πιο υψηλόβαθμους αξιωματούχους του κράτους ήταν ο Ορφανοτρόφος. Σίγουρα η Εκκλησία έπαιξε βασικό κοινωνικό ρόλο. Δεν ήταν απλά ένα καθεστώς ερημιτών που κάθονταν στο Αγιον Ορος -ήταν κι αυτό, αλλά υπήρχε ένα σύστημα από μοναστήρια στις πόλεις. Τα μοναστήρια φρόντιζαν τους Οίκους για τους γέροντες, των οποίων οι μοναχοί μόρφωναν τη νεολαία -κυρίως τα αγόρια γιατί τα κορίτσια μορφώνονταν στο σπίτι- και τα περισσότερα παρείχαν πολύ καλή μόρφωση. Τα κορίτσια του Βυζαντίου είχαν πολλές φορές καλύτερη παιδεία διότι «απολάμβαναν» περισσότερη ιδιωτική, προσοχή. Νομίζω ότι η βαθμολογία που θα δίναμε στο κοινωνικό έργο της Εκκλησίας, στο Βυζάντιο είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Και η παιδεία τους, κατά το Μέγα Βασίλειο, όφειλε να στηρίζεται στον Ομηρο, τον «διδάσκαλο των αρετών».

Ηταν γνώστες της αρχαίας ελληνικής Γραμματείας. Είναι αξιομνημόνευτο, ωστόσο, ότι δεν έδιναν μεγάλη σημασία στους Αττικούς Τραγωδούς, αλλά στους λοιπούς ποιητές. Υπάρχει η διάσημη ιστορία μιας ελκυστικής κυρίας, φίλης ενός αυτοκράτορα, που μας διηγείται η Αννα Κομνηνή. Την ώρα που η κυρία περνούσε, κάποιος της φώναξε έναν ομηρικό στίχο, που μιλούσε για την Ελένη στην Τροία, κι εκείνη κατάλαβε το υπονοούμενο. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να της εξηγήσει κάποιος, ποιανού ήταν οι στίχοι. Ολα ανεξαιρέτως τα αγόρια και τα κορίτσια ήξεραν τον Ομηρο. Η Αννα Κομνηνή δεν εξηγεί ποτέ τα σημεία στα οποία αναφέρεται στον Ομηρο, όλοι οι αναγνώστες της τα γνώριζαν.

Αμόρφωτοι, δεν υπήρχαν στο Βυζάντιο;

Αλλα ήταν τα προβλήματα της βυζαντινής γραμματείας. Ηταν τόσο καλοί γνώστες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας ώστε επηρεάστηκαν στη διαμόρφωση της γλώσσας. Πολλοί ιστορικοί ήθελαν να γράψουν σαν τον Θουκυδίδη, δεν ήθελαν να γράψουν στη γλώσσα που τους ήταν πιο φυσική αλλά στην αρχαία. Η μεγάλη τραγωδία των βυζαντινών γραμμάτων ήταν η εξάρτησή της από την κλασσική γραμματεία. Οχι γιατί δεν γνώριζαν αρκετά, αλλά γιατί γνώριζαν πολύ περισσότερα από όσα ήταν απαραίτητα, για το δικό τους «δημιουργικό» καλό.

Θα θέλατε να ζείτε στο Βυζάντιο;

Δεν ξέρω αν προσωπικά θα ταίριαζα στην εποχή του Βυζαντίου. Αν ζούσα τότε, σκέφτομαι ότι θα αναπαυόμουν σε κάποιο μοναστήρι, ζώντας, όπως πολλοί μοναχοί ζούσαν, μια ζωή διανοούμενου, χωμένος στις θαυμάσιες βιβλιοθήκες που διέθεταν. Δε νομίζω πως θα ήθελα μια ζωή στη βυζαντινή πολιτική, αλλά, είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια περίοδο στην παγκόσμια ιστορία στην οποία θα ήθελες να ζήσεις… Ολα εξαρτώνται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την τάξη στην οποία γεννιέσαι. Θα ήθελα να ζω στη Βρετανία του 18ου αιώνα αν είχα γεννηθεί αριστοκράτης, αλλιώς δε θα μου άρεσε καθόλου. Είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας.

Η κατάσταση στη Βαλκανική σας ανησυχεί;

Με ενδιαφέρουν πολύ τα Βαλκάνια, είναι ένα μέρος του κόσμου που με «συντροφεύει» πολλά χρόνια, κι έτσι, φυσικά, και ενδιαφέρομαι και θλίβομαι. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Ενα από τα πράγματα που με ενοχλεί ελαφρώς στα γηρατειά μου, είναι ότι, θα ήθελα να γνωρίσω τι θα συμβεί σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου -και κυρίως στα Βαλκάνια- σε μερικά χρόνια. Η Ελλάδα θα προχωρήσει, και από τις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες μάλλον και η Βουλγαρία. Αλλά για τη Ρουμανία και την Γιουγκοσλαβία… νοιώθω απελπισμένος όταν σκέφτομαι το μέλλον τους…

Μήπως τα Βαλκάνια πληρώνουν την ιστορία τους, σήμερα;

Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Είναι μεγάλο πρόβλημα να έχεις μεγάλη ιστορία. Διότι, έχεις πολύ περισσότερες μνήμες από ότι μπορείς να σηκώσεις. Είναι μια τραγωδία στην περιοχή αυτές οι μνήμες, διότι έχεις να νοιαστείς για πάρα πολλά. Δεν κυλούν εύκολα τα πράγματα, λόγω της αρχαίας, με βαθιές ρίζες, μνήμης.

Πρόσφατα άνοιξε ένας παγκόσμιος διάλογος -και στη χώρα σας- για το κατά πόσον ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα είναι θρησκευτικός.

Ανησυχώ για συγκεκριμένες θρησκείες, με ανησυχούν οι εξτρεμιστές μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν ένα πολύ ρεαλιστικό κίνδυνο για τον πολιτισμό, αλλά η θρησκεία χρειάζεται. Οι άνθρωποι θα νοιώσουν ευτυχέστεροι, λιγότερο χαμένοι, με τη θρησκεία σήμερα. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε μία παγκοσμία θρησκεία, και οι διάφορες θρησκείες ποτέ δε συμπάθησαν ιδιαιτέρως η μία την άλλη. Η φιλανθρωπία δεν καλύπτει και το γείτονα της διπλανής πόρτας, αν αυτός πρεσβεύει άλλη θρησκεία. Δεν νομίζω, δηλαδή, ότι η θρησκεία θα είναι η σωτηρία, αλλά δεν γνωρίζω και τίποτε που να μπορεί να είναι η σωτηρία. Με τον πληθυσμό να αυξάνεται, είναι πολύ δύσκολο να βελτιωθούν τα δεδομένα της εκπαίδευσης, σε παγκόσμια κλίμακα. Απλώς, ποτέ δε θα υπάρξουν αρκετοί δάσκαλοι στον κόσμο, τουλάχιστον μορφωμένοι δάσκαλοι. Φοβάμαι πως είμαι απαισιόδοξος.

Πώς βλέπετε την Ορθοδοξία μες σε αυτό τον κύκλο;

Εχω μεγάλο σεβασμό για τα χριστιανικά δόγματα, και κυρίως για την Ορθοδοξία, διότι μόνον η Ορθοδοξία αναγνωρίζει πως η θρησκεία είναι μυστήριο. Οι ρωμαιοκαθολικοί κι οι προτεστάντες θέλουν να τα εξηγήσουν όλα. Είναι άσκοπο να πιστεύεις σε μία θρησκεία, θεωρώντας ότι αυτή η θρησκεία θα σε βοηθήσει να τα καταλάβεις όλα. Ο σκοπός της θρησκείας είναι ακριβώς για να μας βοηθάει να κατανοήσουμε το γεγονός ότι δε μπορούμε να τα εξηγήσουμε όλα. Νομίζω πως η Ορθοδοξία συντηρεί αυτό το πολύτιμο αίσθημα του μυστηρίου.

Μα, χρειαζόμαστε το μυστήριο;

Το χρειαζόμαστε, χρειαζόμαστε αυτήν τη γνώση που λέει πως στο σύμπαν υπάρχουν πολύ περισσότερα από αυτά που μπορούμε να κατανοήσουμε. Χρειαζόμαστε την διανοητική μετριοφροσύνη, κι αυτή απουσιάζει, ειδικά μεταξύ των Δυτικών Εκκλησιαστικών ανδρών.

Αυτό είναι χαρακτηριστικό της σχέσης των ορθοδόξων με τους αγίους τους -ο σεβασμός της ταπεινότητας. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι αρκετοί άγιοι ανακατεύτηκαν στην πολιτική ή άσκησαν πολιτική;

Ολοι όσοι θέλουν να επηρεάσουν άλλους ανθρώπους ασκούν πολιτική, και είναι πολιτικοί. Πολιτική σημαίνει να προσπαθείς να οργανώσεις την Πόλιν με ένα νέο τρόπο σκέψης. Οι άγιοι είναι πολιτικοί. Ποτέ δεν πίστεψα ότι μπορείς να διαχωρίσεις την πίστη προς τους Αγίους από τη διανόηση. Επιστρέφω σε όσα είπα για τις εκκλησίες. Από τη στιγμή που προσπαθείς να εξηγήσεις τα πάντα, καταστρέφεις ουσιαστικά αυτό που θα έπρεπε να αποτελεί την ανθρώπινη διαίσθηση, αυτή που συνδέει τη διανόηση με τους αγίους και την αίσθηση του Θεού.

Διανόηση, πολιτική και πίστη στα Θεία, λοιπόν, μπορούν να βαδίζουν μαζί;

Αποτελεί παράδειγμα η πόλη σας, η Θεσσαλονίκη. Ηταν πολύ φημισμένη για τους διανοητές της, ειδικά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Αλλά είχε και βοήθεια από τους στρατιωτικούς της που, όπως ο Αγιος Δημήτριος, που έρχονταν να τη σώσουν στη σωστή στιγμή. Η πίστη στους Αγίους σου δίνει κουράγιο να υπερασπιστείς την πόλη από τις επιθέσεις, όπως έκανε κι ο Αη-Δημήτρης.

Πώς βλέπετε τις άλλες εκκλησίες; 

Η ρωμαιοκαθολική εκκλησία ήταν πάντα και πολιτικό ίδρυμα, εκτός από θρησκευτικό, και πάντα ενδιαφερόταν για το νόμο. Πρέπει να θυμόμαστε πως, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε στη Δύση και ήρθαν τα βαρβαρικά βασίλεια, οι ρωμαίοι άρχοντες χάθηκαν αλλά οι εκκλησιαστικοί άνδρες παρέμειναν, κι ήταν κι οι μόνοι με ρωμαϊκή μόρφωση. Οπότε, αυτοί χρησιμοποιήθηκαν από τους βάρβαρους βασιλείς για να εφαρμόσουν το νόμο. Ετσι, η Δυτική Εκκλησία «ανακατεύτηκε» με το νόμο. Τον βλέπεις το νόμο στη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία: θέλει να είναι όλα νομικά κατοχυρωμένα. Στο Βυζάντιο -και είναι ενδιαφέρον πώς μετά την τουρκική κατάκτηση τα υποστρώματα παραμένουν- η Εκκλησία ενδιαφέρεται μόνον για τον Κανόνα, το νόμο των γραφών. Δεν έχει την επιθυμία να καθορίσει τα πάντα. Στις δυτικές Εκκλησίες που αποσχίστηκαν από τη ρωμαιοκαθολική, η ανάγκη του νόμου, του απόλυτου καθορισμού, έχει κληρονομηθεί. Εχει πολύ ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς -και μελετώ εδώ και καιρό- το διάλογο ανάμεσα στην Αγγλικανική Εκκλησία του 17ου αιώνα και την Ορθόδοξη. Οι Αγγλικανοί ήταν ιδιαίτερα ανάστατοι διότι δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι πίστευαν οι Ορθόδοξοι σχετικά με την μεταβολή του οίνου και του άρτου σε αίμα και σώμα. Οι Ορθόδοξοι έλεγαν «είναι μυστήριο, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Πιστεύουμε ότι γίνεται, αλλά το πώς δεν το γνωρίζουμε». Οι Αγγλικανοί -όπως κι οι ρωμαιοκαθολικοί- ήθελαν μια καθαρή εξήγηση. Αυτή είναι η τυπική διαφορά των Εκκλησιών και γι’αυτό ακριβώς αγαπώ τους Ορθοδόξους.

Τι γνώμη έχετε για τους νεοέλληνες; 

Υπάρχει ακόμη ζωντανή στο λαό αυτή η γρήγορη κατανόηση των πραγμάτων και των καταστάσεων. Υπάρχει έντονη επίσης, η άλλη ποιότητα των Βυζαντινών: η ζωηρή περιέργεια. Και οι νεοέλληνες έχουν, όπως είχαν κι οι Βυζαντινοί, αντίληψη της σημασίας τους στην ιστορία του πολιτισμού. Ολα αυτά δείχνουν μία ιστορική ενότητα, άλλωστε κανείς λαός δεν διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά του απείραχτα. Πολλά εξαρτώνται από τη γλώσσα, που είναι ο καλύτερος τρόπος συντήρησης της παράδοσης. Η γραμματεία του Βυζαντίου πληγώθηκε από τη σχέση της με την αρχαία γραμματεία. Ευτυχώς, οι νεοέλληνες έχουν τη δημοτική που επέτρεψε στην νεοελληνική γραμματεία να προχωρήσει, να εξελιχθεί μ’ έναν τρόπο που οι βυζαντινοί δεν κατάφεραν, με εξαίρεση την κρητική λογοτεχνία και το Διγενή. Τα μεγάλα βυζαντινά αριστουργήματα ήταν μάλλον λαϊκά.

————————————

Πρωτογνώρισα το Σεφέρη όταν ήμουν στην Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο. Οταν ήρθε πρεσβευτής στο Λονδίνο, τον έβλεπα πολύ συχνά. Εκείνη την εποχή, περνούσα πολύ καιρό σε ένα νησί στη Δυτική Ακτή της Σκωτίας, με πολύ μαλακό κλίμα λόγω του Ρεύματος του Κόλπου. Μια αλέα με φοινικιές οδηγούσε στο σπίτι μου. Ηρθε κι έμεινε μαζί με τη γυναίκα του. Ο καιρός ήταν υπέροχος, όπως συμβαίνει συχνά εκεί, και μου είπε «Είναι πιο όμορφα κι από τα ελληνικά νησιά» -κάτι πολύ ευγενικό εκ μέρους του. Είχαμε τακτική αλληλογραφία μέχρι το θάνατό του… Οταν έφυγε από το Λονδίνο για την Αθήνα, μου χάρισε την κάβα του, μια κάβα αποτελούμενη αποκλειστικά από ούζο και ρετσίνα. Ακόμη δεν έχω πιει όλο το ούζο, έχω… Είχε πει ότι ‘Οι Κέλτες είναι οι ρωμιοί του Βορρά’, ναι, το διασκέδαζε να κάνει τέτοια σχόλια. Αν κι εδώ έχει αρκετό δίκαιο…

Ο Καβάφης είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του κόσμου, και μάλιστα πρωτότυπος… Εκείνον που δε μπορώ να διαβάσω είναι ο Καζαντζάκης, τον γνώριζα προσωπικά, αλλά δεν μπορώ να τον διαβάσω, ποτέ δε μου άρεσε για να είμαι ειλικρινής. Μ’ αρέσει ο Ελύτης και πότε-πότε βρίσκω κάτι σημαντικό στο Σικελιανό. Τους νεώτερους δεν τους γνωρίζω, σταμάτησα να παρακολουθώ, κι όπως ξέρετε ανήκω σε μια πολύ παλιά γενιά.


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ* Οι βυζαντινοί αγιογράφοι δε μας είναι γνωστοί, διότι ο δημιουργός του ναού θεωρούνταν ο χορηγός, εκείνος που έδινε τα χρήματα και βεβαίως είχε άποψη επί του συνόλου. Σε ελάχιστες περιπτώσεις γνωρίζουμε το όνομα ενός αγιογράφου ή αρχιτέκτονα, στους έντεκα αιώνες του Βυζαντίου, αλλά σχεδόν πάντα μας είναι γνωστό το όνομα του χορηγού.

** Ο σερ Στήβεν μας ξενάγησε στον κήπο του σπιτιού του, μετά τη συνέντευξη, μιλώντας ελεύθερα, για τους αγαπημένους Ελληνες φίλους του. Η κουβέντα ήταν σχεδόν ολόκληρη «off the record», εκτός των αποσπασμάτων που δημοσιεύονται εδώ, τα οποία εν γνώσει του ειπώθηκαν «on camera», καθώς μας έδειχνε το αρχαιότερο δέντρο του κήπου του.

—————————–

Η συνέντευξη που ακολουθεί δόθηκε από το σερ Στίβεν Ράνσιμαν, στο Ελσισιλντς της Σκωτίας, στον πατρογονικό πύργο του, τον Οκτώβρη του 1994, για λογαριασμό της ΕΤ3, στις δημοσιογράφους Χρύσα Αράπογλου και Λαμπρινή Χ. Θωμά. (Aλιεύτηκε στον δικτυακό τόπο «Μυριόβιβλος»).

——————————-

Δείτε:

http://www.pravoslavie.ru/kino/byz-greek-320-240-6bee3d.wmv

 

http://gazaki.wordpress.com/2008/11/27/vyzantio/

Advertisements

01/01/2007 - Posted by | -Ιδεολογικά

25 Σχόλια »

  1. […] Κι όμως, η συγκεκριμένη έκφραση που δίνει στον καλλιτέχνη η βυζαντινή τεχνοτροπία, του επιτρέπει να αποδεσμευτεί από την  παραδοσιακή ρεαλιστική ματιά. Όπως ευφυώς γράφει και ο Στίβεν Ράνσιμαν: […]

    Πίνγκμπακ από -Ο "Άγιος" Κάρολος και ο "Οσιομάρτυς" Άρης « Πόντος και Αριστερά | 10/04/2007

  2. ———————————————————

    «Το Βυζάντιο κληροδότησε την ελληνική παιδεία»

    Γοητευτικός αφηγητής όταν γράφει για την Κωνσταντινούπολη ή τα ψηφιδωτά της Αγίας Σοφίας, ο καθηγητής Σίριλ Μάνγκο δημοσίευσε σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα, όπως το Χρονικό του Θεοφάνους, που καλύπτει μια περίοδο από το 280 μ.Χ. μέχρι το τέλος της Εικονομαχίας
    Η βυζαντινή τέχνη εθεωρείτο από ορισμένους διακοσμητική, ταγμένη στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Σήμερα υπάρχει μια τάση επαναξιολόγησής της…

    Αυτό ισχύει. Η βυζαντινή τέχνη έχει έναν αφηγηματικό ρόλο, είναι η ιστορία κυρίως της Καινής Διαθήκης και σπανιότερα της Παλαιάς. Είναι παρεξηγημένη, διότι κάθε γενιά ερμηνεύει τα πράγματα διαφορετικά. Το Βυζάντιο, φερ΄ ειπείν, δεν ήταν δημοκρατία. Ήταν απολυταρχικό. Υπήρξε μια εποχή, που ο Κοραής είπε στους σύγχρονούς του Έλληνες να απαλλαγούν από το Βυζάντιο, να δουν τους αρχαίους και να γίνουν σαν τους Γάλλους. Σιγά σιγά η πεφωτισμένη ευρωπαϊκή σκέψη είδε ότι το Βυζάντιο δεν ήταν αντίδραση. Υπήρξε στη Γαλλία μια θρησκευτική ανάκαμψη και τότε είπαν οι Έλληνες για το Βυζάντιο «αυτά είναι δικά μας». Τι κληροδότησε το Βυζάντιο στον δυτικό πολιτισμό και τους Τούρκους;

    Πρώτα απ΄ όλα την ελληνική παιδεία, κείμενα, τη Φιλοσοφία, τον Όμηρο, τα κείμενα της αρχαιότητας. Έπειτα, στην τέχνη έφερε την πρώιμη ιταλική Αναγέννηση. Στην αρχιτεκτονική, στα τζαμιά των Οθωμανών, η έμπνευση ήταν από το Βυζάντιο και την προσάρμοσαν στα δικά τους τεμένη.

    ———————————————————

    «Η Ιστορία δεν είναι μυθιστόρημα»

    «Η Ιστορία δεν είναι μυθιστόρημα για να τη γράφει ο καθένας όπως θέλει», λέει ο μεγαλύτερος εν ζωή βυζαντινολόγος, Σίριλ Μάνγκο
    «Το Βυζάντιο είναι για εμένα κάτι συναισθηματικό, αλλά δεν θα διάλεγα να ζήσω στη βυζαντινή εποχή», λέει ο βυζαντινολόγος Σίριλ Μάνγκο και επισημαίνει την έλλειψη ντοκουμέντων που θα τεκμηρίωναν τις κοινωνικές, οικονομικές συνθήκες στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

    Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1928, ο Κύριλλος-Σίριλ Μάνγκο θεωρείται ως μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια επί όλων των πεδίων του Βυζαντίου. Παίζει στα δάχτυλα τη Φιλολογία, τη Λογοτεχνία, την Ιστορία, την Επιγραφική και την Αρχαιολογία αυτής της σύνθετης εποχής και διετέλεσε διαδοχικά καθηγητής στο Κινγκς Κόλετζ, το Χάρβαρντ και την Οξφόρδη.
    Είναι έτοιμος να κατατροπώσει εκείνους που ερμηνεύουν το Βυζάντιο ελαφρά τη καρδία και προβάλλουν στο παρελθόν σημερινές αντιλήψεις και στερεότυπα. Στο ερώτημα για το πόσο «ελληνικό» εθνογραφικά και πολιτιστικά ήταν το Βυζάντιο, μπορεί να απαριθμήσει όλους τους ελλιπείς αριθμούς που σώθηκαν και τα στοιχεία εκατοντάδων πηγών για την πολυεθνικότητα. Βρέθηκε στην Αθήνα για να μιλήσει σε τιμητική εκδήλωση για το έργο του καθηγητή Χαράλαμπου Μπούρα, στο Μουσείο Μπενάκη. Αφορμή για το πρώτο ερώτημα ήταν η εξαιρετική απήχηση που είχαν τα τελευταία χρόνια οι εκθέσεις για το Βυζάντιο στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

    Γιατί μας αφορά σήμερα το παράδειγμα του Βυζαντίου;

    Δύσκολη ερώτηση. Στην Ευρώπη το ενδιαφέρον ξεκίνησε γύρω στο 1930 και συνέπεσε με την περίοδο του μοντερνισμού και τη στροφή προς την αφαίρεση. Σε μια εποχή που ο κόσμος είχε κουραστεί από τον νατουραλισμό στην τέχνη. Για αρκετό καιρό τώρα, υπάρχει η εκτίμηση ότι η βυζαντινή τέχνη είναι πνευματική και όχι νατουραλιστική.
    Μήπως υπάρχουν και άλλοι λόγοι, «πολιτικοί» με την ευρεία έννοια, αφού το Βυζάντιο υπήρξε κατ΄ εξοχήν ένα πολυεθνικό κράτος;

    Το Βυζάντιο ως πολιτική κατασκευή δεν ήταν μοντέρνο. Πράγματι υπήρξε ένα πολυεθνικό θρησκευτικό κράτος. Αυτή η ποικιλία των λαών, όμως, δεν αποτελούσε στοιχείο της συνείδησης ενός έθνους. Ο συνδετικός κρίκος ήταν η θρησκεία και η γλώσσα- κυρίως η θρησκεία. Όσον αφορά την κοινωνική οργάνωση και την οικονομία, δεν είναι εύκολο να τις προσεγγίσεις στο Βυζάντιο. Ένα «πάνω-κάτω» για την κοινωνική ιστορία, μπορεί να προκύψει από το διάστημα που παρέμειναν στην εξουσία κάποιες οικογένειες. Ειδικά τώρα παρουσιάζει ενδιαφέρον η σιγγιλοποιία. Σ΄ όλο τον κόσμο υπάρχουν 50.000-60.000 σιγγίλια- μολύβδινες σφραγίδες με τις οποίες επικύρωναν διάφορα έγγραφα.

    Από τη μελέτη τους μπορούν να λεχθούν κάποια πράγματα για τις οικογένειες, τις αφιερώσεις, τους τίτλους, του προστάτες αγίους. Το πρόβλημα είναι η πλήρης έλλειψη ντοκουμέντων. Τα μόνα που έχουμε είναι κάποια μοναστηριακά αρχεία και λίγα πατριαρχικά.

    Τι σας τράβηξε προς τη μελέτη του Βυζαντίου;

    Κάποια αγάπη για την Αρχαιολογία άρχισε από τα μνημεία, όχι από τα βυζαντινά. Με την οικογένειά μου πηγαίναμε στην Πρίγκιπο. Εκεί ήταν κάποια ερείπια, της Μονής της Ειρήνης. Υπήρχαν παρεκκλήσια. Στον βράχο υπήρχαν αλυσίδες και έλεγαν ότι στη βυζαντινή εποχή χρησιμοποιούσαν αυτές τις αλυσίδες για τους τρελούς. Άρχισα να σκέπτομαι «Τι είναι το Βυζάντιο;». Σιγά σιγά προχώρησα στη μελέτη. Μετά το Πανεπιστήμιο, όπου έκανα κλασικές σπουδές, σπούδασα το Βυζάντιο. Κάπως τους αισθάνομαι αυτούς τους χώρους. Είναι κάτι συναισθηματικό… Δεν μπορώ να πω ότι το αγαπώ. Ένα κομμάτι μου ενδιαφέρεται γι΄ αυτό. Δεν ξέρω αν το υπερασπίστηκα αρκετά. Αυτοί που έχουν «προσηλυτιστεί» στην τέχνη του Βυζαντίου το αντιμετωπίζουν σαν Παράδεισο. Όμως, η ζωή δεν ήταν ωραία. Δεν θα διάλεγα να ζήσω στο Βυζάντιο.
    Μπορεί- όπως τονίσατε- να μην έχουμε ντοκουμέντα, αλλά έχουμε όλη την τέχνη του Βυζαντίου. Δημιουργούς που παραμένουν κρυμμένοι πίσω από μια ευσεβή ανωνυμία και γι΄ αυτό είναι υποτιμημένοι.
    Ο καλλιτέχνης στο Βυζάντιο ήταν κατώτερο πρόσωπο. Είναι δυο-τρία ονόματα καλλιτεχνών που σώζονται για όλη τη βυζαντινή εποχή, όπως π.χ. ο Άγγελος, και ντοκουμέντα για τους καλφάδες δεν έχουμε. Εκείνοι που ασχολούνται με τη μελέτη της μεταβυζαντινής κριτικής ζωγραφικής μπορούν κάπως να διακινδυνεύσουν με εξαιρετική προσοχή κάποιες αποδόσεις. Για την Παλαιολόγεια Εποχή, τους ύστερους αιώνες του Βυζαντίου, έχουμε υλικό.

    http://www.tanea.gr//Article.aspx?d=20070511&nid=4710887
    http://www.tanea.gr//Article.aspx?d=20070511&nid=4707837

    —————————————————————————————–
    Για τον Μάνγκο, και τον προκάτοχό του στην έδρα Κοραή
    του King’s College,
    Ρόμιλυ Τζένκινς (έδρα η οποία εχρηματοδοτείτο
    από την Ελληνική Κυβέρνησι και τους Έλληνες του Λονδίνου), υπάρχει εκτενής αναφορά στο βιβλίο του Γ. Καραμπελιά
    «1204», καθώς και στο «Άρδην» τ. 57. Ο Μάνγκο έχει διακηρύξει ξεκάθαρα
    την απόλυτη αντίθεσί του στην ελληνικότητα του Βυζαντίου.

    Διάδοχός του στην έδρα Κοραή είναι ο Ντόναλντ Νίκολ, ο οποίος
    δεν συμμερίζεται τις απόψεις του Μάνγκο. Ιδού τί έχει γράψει ο ίδιος
    ο Νίκολ:

    «Όπως αναγνώρισε ο Ντόναλντ Νίκολ, διάδοχος του Τζένκινς και
    του Μάνγκο στην έδρα «Κοραής» στο Λονδίνο, ο πρώτος διατηρούσε
    μια σχέση αγάπης-μίσους με το αντικείμενο της ενασχόλησής του,
    και «η αποστροφή του προς τον βυζαντινό πολιτισμό και τις επιβιώσεις του
    στη ζωή και τη σκέψη της σύγχρονης Ελλάδας γινόταν εντονότερη
    με τα χρόνια», ενώ «ο άμεσος προκάτοχός μου, ο Σύριλ Μάνγκο,
    σε ένα βαθμό συμμερίζεται αυτήν την αποστροφή»
    [*]»

    [*] Donald Nicol, «Greece and Byzantium», Holy Cross Orthodox Press, 1983.
    Βλ. και Σp. Vryonis, «Recent scholarship on continuity and discontinuity…»,
    σελ. 240.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 14/05/2007

  3. Κάλλιστος Ware: ‘Σήμερα οι άνθρωποι δεν βρίσκουν λόγο ύπαρξης’

    Πεμ, 10 Ιαν 2008
    Για την έλλειψη νοήματος στη ζωή και τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου κάνει λόγο ο Μητροπολίτης Διοκλείας και καθηγητής Πατρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης κος Κάλλιστος Ware σε πρόσφατη συνέντευξή του.
    Ποια κατά τη γνώμη σας είναι τα σπουδαιότερα πνευματικά προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου;

    Κατά την άποψη μου, το σοβαρότερο πνευματικό πρόβλημα του σύγχρονου Ευρωπαίου είναι η απώλεια νοήματος και σκοπού. Στη σύγχρονη Δυτική Ευρώπη οι περισσότεροι άνθρωποι απολαμβάνουν μεγάλο βαθμό υλικής ευμάρειας, σαφώς μεγαλύτερης απ’ ότι στο παρελθόν, αλλά όπως είπε ο Κύριος «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος», καθώς το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι σήμερα είναι πως δεν βρίσκουν λόγο ύπαρξης, δεν βρίσκουν κανένα σκοπό ή κατεύθυνση στη ζωή τους, και αυτό συμβαίνει όχι μόνο μ’ εκείνους που έχουν απωλέσει την πίστη τους, μεγάλος αριθμός χριστιανών αισθάνεται το ίδιο. Ως ένα βαθμό αυτό συνδέεται με μια μεγάλη μεγαλύτερη αποδόμηση της κοινωνίας. Στο παρελθόν, στη Δυτική Ευρώπη, όπως συμβαίνει ακόμη σε άλλα μέρη της γης, οι άνθρωποι γεννιόντουσαν σε μια ζώσα κοινότητα, σε μια ευρύτερη οικογένεια, εντός πολλών δικτύων, εκείνων του χωριού ή της κωμόπολης, και ένοιωθαν ότι κατείχαν μια θέση στην κοινωνία. Σήμερα, ο σύγχρονος Ευρωπαίος νοιώθει μόνος, είτε –συχνότατα-, ακόμη και εάν δύο άνθρωποι συζευχθούν, πρόκειται απλώς περί δύο προσώπων, δεν υφίσταται η ευρύτερη οικογένεια, θείοι, θείες, εξαδέλφια, φίλοι, να τους στηρίξουν.

    Ό,τι αποκαλούμε πυρηνική οικογένεια.

    Ακριβώς, πυρηνική οικογένεια. Νομίζω δε ότι αυτή [η κατάσταση] υποβάλλει το γάμο σε μεγάλη πίεση και εξάλλου, στη σύγχρονη δυτική κοινωνία μας, ως ένα βαθμό άγνωστο στο παρελθόν, έχουμε ανθρώπους που δεν έχουν συζευχθεί, που πιθανόν να είχαν περιστασιακές σχέσεις με άλλους, αλλ’ όχι σταθερές με την έννοια της μακρόχρονης δέσμευσης, καθώς επίσης έχουμε γύρω μας τόσους ανθρώπους των οποίων οι γάμοι είναι διαλυμένοι. Όταν κοιτώ στην εκκλησία μου, εδώ στην Οξφόρδη, εννοώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αναλογίζομαι πόσοι από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχουν πραγματική οικογένεια. Φυσικά, υπάρχουν άλλοι στους οποίους τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά, υφίστανται μητέρα, πατέρας καθώς και οικογένειες με παιδιά, αλλά ακόμη βλέπω τόσους ανθρώπους απομονωμένους.

    Όταν δέχομαι τις εξομολογήσεις τους, αντιλαμβάνομαι ότι συνήθως οι άνθρωποι δεν έχουν διαπράξει ασυνήθιστα είτε υπερβολικά μεγάλα αμαρτήματα, και εάν αφουγκραστώ όχι τόσο αυτά που λένε όσο τη σιωπή τους, αυτά που δεν λένε, εκείνο που πραγματικά εξαγορεύουν στην εξομολόγηση είναι το εξής: «Δεν βρίσκω κανένα νόημα στη ζωή μου» . Και κατά συνέπεια, ένας από τους πρώτιστους σκοπούς του πνευματικού πατρός, σήμερα, είναι όχι να επιπλήττει τους ανθρώπους για την κακία τους, όχι να συντρίβει την υπερηφάνειά τους. Πολύ συχνά δεν έχουν ικανή αίσθηση της προσωπικής τους αξίας και νοήματος. Οφείλουμε να προσπαθήσουμε να δώσουμε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι ο Θεός τους αγαπά, ότι κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι μοναδικό, ότι ο Θεός έχει ένα ειδικό σκοπό για κάθε ένα μας και ότι δεν είμαστε απλά πιόνια επιτραπέζιου παιχνιδιού, που μπορούν να αντικατασταθούν. Σε κάθε ανθρώπινο πρόσωπο υπάρχει ένας θησαυρός, ο οποίος δεν ανευρίσκεται σε κανέναν άλλο. Όμως, για μένα αυτό είναι το μεγαλύτερο πνευματικό πρόβλημα. Φέρνω στη μνήμη μου κάποιον, ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε εδώ και λίγες εβδομάδες: «Εάν πέθαινα αύριο, δεν θα το έπαιρνε είδηση κανείς». Οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την αίσθηση της μοναξιάς, της απομόνωσης, η οποία συχνά δυνατόν να αποτελεί ένα είδος απόγνωσης.

    Κατά συνέπεια, εάν θα μπορούσα να προσθέσω δυό λέξεις ακόμη, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία για το ανθρώπινο πρόσωπο, είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα Θεού, τουθ’ όπερ σημαίνει, πρωτίστως κατ’ εικόνα Χριστού. Αυτό όμως ενέχει επίσης την έννοια κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος. Και αν αναρωτηθούμε ποιο είναι το βασικό νόημα της Τριάδος, σαφώς πρόκειται περί του ότι ο Θεός είναι αγάπη, όχι απλά αυταγάπη. Ο Θεός είναι αμοιβαία αγάπη. Δεν είναι ο Θεός απλά η ενδοστρεφής αγάπη του ενός, είναι η συνενωτική και συμμετοχική αγάπη των τριών, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αυτό που οι Έλληνες Πατέρες καλούν «περιχώρηση». Ώστε, εάν εμείς, τα ανθρώπινα πλάσματα, είμαστε κατ’ εικόνα του Τριαδικού Θεού, αυτό σημαίνει ότι είμαστε πλασμένοι να αγαπάμε ο ένας τον άλλο και ότι αδυνατούμε να είμαστε πλήρως ανθρώπινοι εάν είμαστε απομονωμένοι, εάν είμαστε μόνοι. Παρά μέσω των σχέσεών μας με τα άλλα ανθρώπινα πλάσματα φτάνουμε στην ολοκλήρωσή μας.

    Διαφορετικά παραμένουμε απλά σαρκικοί.

    Ακριβώς. Και θα συμφωνούσα με τον Γάλλο συγγραφέα Bernanos, που γράφει ότι «Κόλαση είναι να μην μπορείς να αγαπήσεις πλέον». Αυτό όμως είναι το πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας μας. Υπάρχει ασίγαστη δίψα μεταξύ των ανθρώπων, ασίγαστη δίψα για αγάπη. Ίσως δεν το έχουν αντιληφθεί, ίσως θεωρούν ότι υπάρχει δυστυχία, αλλά εάν μπορούσαμε να βρούμε τρόπους στη σύγχρονη κοινωνία μας να πληρώσουμε τη δίψα τους, ώστε οι άνθρωποι να γίνονται πραγματικές Τριαδικές εικόνες…

    Απόσπασμα από συνέντευξη του Κάλλιστου Ware
    στο Περιοδικό Τόλμη και τον π. Γ. Κανάκη
    (τέυχος Οκτωβρίου 2007)

    ———————————————————————

    Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο
    Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γράφει για την κληρονομιά της μεγάλης αλλά παρεξηγημένης και εν μέρει άγνωστης αυτοκρατορίας του Μεσαίωνα. Τι έδωσε στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη, στον κόσμο. Προδημοσίευση από το καινούργιο βιβλίο της που κυκλοφορεί αύριο
    Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009
    Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο (στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό) και στο σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του «ένδοξου» παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό.

    Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο… Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις.

    Χαρακτηριστικά θα πω εδώ ότι ενώ η αρχαιοελληνική γλώσσα έδωσε τα ονόματα των επιστημών (και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας αλλά και του θεάτρου) καθώς και τους αντικειμένου τους σε όλες σχεδόν τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το Βυζάντιο κληροδότησε γλωσσικά στην Ευρώπη όρους που σχετίζονται σχεδόν όλοι με τις ιδεολογίες, με τη θρησκεία και την εκκλησιαστική πρακτική. Αναφέρω ως παράδειγμα τους όρους: ορθοδοξία, καθολικός, κοιμητήριο, αίρεση και αιρετικός, ιεραρχία και εικονοκλάστης, λέξεις που τόσο χρησιμοποιούν οι νέοι της εποχής μας, αυτοί που αρνούνται την όποια αυθεντία.

    Σχολαστικισμός και λογιοτατισμός

    Προτομή του Κωνσταντίνου του Μεγάλου στην έκθεση «Βυζάντιον» της Βασιλικής Ακαδημίας Τεχνών του Λονδίνου Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν (ακόμη και στην Ελλάδα) τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου.

    Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Ρax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζην εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υπεστήριξε ο πρέσβης του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εσωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μάς αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δού λων» θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453.

    Η παγκόσμια δύναμη
    Θα πω τώρα, χωρίς αυτό να φανεί παραδοξολογία, ότι νομίζω πως η καινούργια παγκόσμια δύναμη, η Αμερική, αν και έχει για πρότυπο και υπόδειγμά της, όπως λέγεται, την αρχαία Ρώμη, οφείλει την ύπαρξή της στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Η πρόθεσή της άλλωστε να διασώσει τις αξίες του πολιτισμένου κόσμου την κάνουν να προσεγγίζει και ιδεολογικά στο Βυζάντιο. Θα αναφέρω λοιπόν βιαστικά ότι η εγκατάσταση των μουσουλμανικών δυνάμεων (Τούρκων αλλά και Μογγόλων, Μαμελούκων κ.ά.) στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών κ.ά.) από τους δρόμους της Ασίας, δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τα πολύτιμα είδη (πρώτες ύλες) του διεθνούς τότε διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη, αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων της τότε Μεσογείου.

    Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος με ευρεία ναυτική εμπειρία, ασφαλώς θα γνώριζε ταΜετεωρολογικάτου Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά ταΜετεωρολογικά, λοιπόν, η γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά»· έτσι μπορείς να φτάσεις σε όποιο σημείο της θέλεις, ξεκινώντας είτε από την ανατολή είτε από τη δύση. Την παρατήρηση αυτή ο Αριστοτέλης την έκανε όντας στην Κύπρο, όπου διαπίστωσε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό της Κύπρου δεν είχαν την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό της Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα της γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε άλλωστε πρώτα, όπως είναι γνωστό, «Δυτική Ινδία» δείχνει, αν μη τι άλλο, την πρόθεση αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά την πτώση της Πόλης.

    Ακριβώς την ίδια χρονιά οι χριστιανικότατες δυνάμεις της Ισαβέλας της Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, σηματοδοτώντας την έξοδο όλων των μουσουλμάνων από τη χριστιανική Ευρώπη. Επίσης διώχνουν τους Εβραίους της Ισπανίας, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνωρίζει η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι απόγονοί τους είχαν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η «πολιτισμένη» ναζιστική Γερμανία.

    Το τέλος του Μεσαίωνα
    Λογικά λοιπόν το 1492 περισσότερο ίσως και από το 1453 θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή της Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα της Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη της Μεσογείου εμπρός στα λιμάνια του Ατλαντικού, λιμάνια που κατακλύζει τώρα ο χρυσός του αμερικανικού Εldorado, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του Νέου Κόσμου και της ιστορίας των μοντέρνων χρόνων.

    Παγιδευμένο λοιπόν το Βυζάντιο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση από το τέλος κιόλας του 11ου αιώνα (η μάχη και η συγκλονιστική ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 συμπίπτει με την πτώση του Μπάρι- τελευταία βυζαντινή κτήση στην Ιταλία), το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453, παρασύροντας μαζί με την πτώση τής πρώην παγκόσμιας Νέας Ρώμης και τις δοξασίες και τις προφητείες για την αιωνιότητά της. Μπορεί η μόνη εκτός ισλαμικής κατοχής ορθόδοξη δύναμη, η Ρωσία, να διεκδικήσει τη συνέχειά του (η Μόσχα αυτοαποκαλείται τον 16ο αιώνα με τον τίτλο της Τρίτης Ρώμης), μπορεί οι υπόδουλοι λαοί που βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής ή στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα βέβαια οι Ελληνες-Ρωμιοί) να τρέφονται στο εξής με ελπίδες, όπως αυτή που εκφράζει το ποντιακό τραγούδι «η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο», και η πίστη για το θρύλο, τη μελλοντική δηλαδή ανάσταση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Κωνσταντίνου, μπορεί ακόμη ένας τεράστιος σταυρός να περιμένει να αναρτηθεί κάποτε στον τρούλο της Αγιασοφιάς (λέγεται ότι βρισκόταν ως το 1917 στην Οδησσό, περιμένοντας το πλοίο που θα τον έφερνε στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη), ένα ωστόσο είναι σίγουρο, ότι η Κωνσταντινούπολη, αν και κατακτήθηκε και από τους Λατίνους το 1204 και από τους Οθωμανούς το 1453, έμεινε πάντα, παρ΄ όλα τα παθήματά της αυτά, αναφορά αίγλης και μεγαλείου. Ετσι ο Μωάμεθ Β΄ θα προτρέψει τα στρατεύματά του να καταλάβουν την «πολυάνθρωπον και μεγάλην πόλιν, βασίλειον των πάλαι ποτέ Ρωμαίων, ες άκρον ευδαιμονίας και τύχης και δόξης ελάσασαν, κεφαλήν γεγενημένην της οικουμένης [απόδειξη αυτό του άλλοτε παγκόσμιου ρόλου της], ής το κλέος», συνεχίζει ο Μωάμεθ, «πάσαν επήλθε την οικουμένην».

    Ανεπηρέαστη και αλώβητη
    Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο ως του κόσμου Βασιλεύουσας, αλλά και ως του κατεξοχήν θαυμαστού πολεοδομικού κατορθώματος του Μεσαίωνα, έμεινε ανεπηρέαστη και αλώβητη παρά τις αντιξοότητες της αυτοκρατορίας.

    Η Κωνσταντινούπολη φτιάχνει αυτοκράτορες· η πρώην αρχαία Roma mobilis γίνεται στη Νέα Ρώμη Βασιλεύουσα, πάγια εστία αυτοκρατορίας και έδρα αμετακίνητη αυτοκρατόρων, Πόλις νομιμοποιούσα τις αυτοκρατορικές διεκδικήσεις: στο εξής όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι κύριος της αυτοκρατορίας και συμβολικά του κόσμου. Αυτό γράφει στον Μωάμεθ ο Κριτόβουλος Ιμβριώτης στην αφιερωτήρια επιγραφή της ιστορίας του, όταν τον αποκαλεί «Κύριον Γης και Θαλάσσης» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ή μάλλον χάρη σ΄ αυτήν.

    Και γι΄ αυτό οι Τούρκοι κατακτητές της θα φέρουν στο εξής ως τίτλο τους το: «Σουλτάνος, Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ασίας, Ευρώπης και των εξής» και θα αναφέρονται (όπως ο Μωάμεθ Β΄ στο γράμμα προς τον δόγη Μοτσενίγο το 1480) στο «κράτος της κοσμοκρατορικής βασιλείας τους». Κληρονομιά λοιπόν η παγκοσμιότητα, που η εξουθενωμένη Κωνσταντινούπολη παρέδωσε ακέραια στους νέους της κυρίους (και που αυτή είχε παραλάβει από την αρχαία Ρώμη), άσχετα όμως τώρα πια από το πρόσωπο του αυτοκράτορα, από την εθνικότητα και από τη θρησκεία του.

    Το ζωντανό κατόρθωμα
    Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ Η βυζαντινή κληρονομιά,το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»,θα ζήσει μέσα σ΄ αυτόν τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν νέο ουμανισμό,τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το μάθημα που μετέφεραν στη Δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας, την πνευματική κενότητα του κατακτητή.

    Η Εκκλησία θα οικειωθεί το σύμβολο του δικέφαλου αετού (όπως άλλωστε και πολλά ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Πολωνία, Αυστροουγγαρία, ως και η Αλβανία),ενώ ο πολύς λαός,υποσυνείδητα σχεδόν, θα περιμένει ακόμη (ιδιαίτερα βέβαια οι Νεοέλληνες) αυτό που «δεν χωρά ανθρώπου νους,να δει και πάλι δηλαδή,στην Πόλη ζωντανούς,τον πετρωμένο βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή».

    Αυτή είναι ίσως για τους Νεοέλληνες η πνευματική υποθήκη της παρωχημένης πια αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, σχετικά με αυτές που ονομάζουν «αλησμόνητες πατρίδες»,αυτό το τελευταίο κατάλοιπο της Μεγάλης Ιδέας,ενός σθεναρά ριζωμένου ιδεολογήματος, στην καρδιά του μόνο Βαλκάνιου λαού που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα της ύπαρξής του, δηλαδή τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη.

    Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης (ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος), εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη,που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ,Νέα Σιών,αλλά ουδέποτε «Νέαι Αθήναι», επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας. Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά,αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο,παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και «ένδοξου», όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού.Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου,αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα.Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων.

    Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική,και ελληνόφωνη,ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του. Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα,αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία,σύμφωνα αυτό με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Val ry για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ: Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Val ry, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης,που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πνευματικότητα.Κατά τον Val ry, Ευρώπη είναι εκεί όπου τα ονόματα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη,του Κικέρωνα, του Μωυσή και του Παύλου έχουν σημασία και βαρύτητα. Αυτά σε κείμενο γραμμένο το 1922,πολύ δηλαδή προτού γίνει λόγος για Ευρωπαϊκή Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ενωση, θεσμοί που έχουν κάποτε την ανιστόρητη τάση να θεωρήσουν αρχή της Ευρώπης την καρλομαγνική πολιτεία της Δύσης. Και αυτό γιατί ξέχασαν οι Δυτικοευρωπαίοι ότι το πνεύμα ταξιδεύει και μεταλαμπαδεύει το ζωογόνο μήνυμά του.Η Κωνσταντινούπολη είναι ο μακροχρόνιος σταθμός του, μετά την Αλεξάνδρεια και πριν τη Βενετία. Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο Βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοί του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης· άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια,το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Αραβες κυρίως της Ισπανίας. Αλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το Βυζάντιο,με επακόλουθο την αθέμιτη,αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης.Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων του.Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων,πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει.Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης.

    «Το Βυζάντιο και η αρχαία ελληνική σκέψη» είναι το θέμα του στρογγυλού τραπεζιού που παρουσιάζει και συντονίζει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ αύριο Δευτέρα,12 Οκτωβρίου, στις 7 μ.μ.στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο του Μegaron Ρlus.Παίρνουν μέρος η Χρύσα Μαλτέζου,η Φρανσουάζ Μισό, ο Πέδρο Μπαντένας ντε λα Πένα,ο Λίνος Μπενάκης και ο Συλβέν Γκουγκενέμ.

    http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=56&artid=293316&dt=11/10/2009

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 11/02/2008

  4. ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

    «Νά συνεχίσουμε τόν δρόμο πού ἀφήσαμε στή μέση πρίν 8 αἰῶνες»

    – Η μελέτη σας αυτή, όπως λέτε στον πρόλογό σας, σας βοήθησε να άρετε και να μεταβάλετε αρκετές φορές κάποιες απόψεις σας, αρνητικές, σχετικά με το Βυζάντιο. Αυτό σημαίνει και μια άρδην αλλαγή της ιδεολογικής οπτικής σας ως προς την προσέγγιση θεμάτων προηγού-μενων βιβλίων σας;

    – Ο υποφαινόμενος, όπως, πιστεύω, και η πλειοψηφία των Ελλήνων, έχει ανατραφεί με ένα σύνολο προκαταλήψεις και παρανα-γνώσεις που αφορούν στο Βυζάντιο: Ότι δηλαδή το Βυζάντιο ήταν σκοταδιστικό και παρηκμασμένο και γι’ αυτό υπέκυψε, αρχικά στους δυτικούς αποικιοκράτες και εν συνεχεία στους Τούρκους.

    Ωστόσο, μελετώντας τη βυζαντινή περίοδο, και ιδιαίτερα την υστεροβυζαντινή, μετά τον 11ο αιώνα, διαπίστωσα πως αυτή η εικόνα, την οποία κληρονομήσαμε από τους δυτικούς, είναι ψευδής και εσφαλμένη. Το Βυζάντιο, όταν άρχισαν οι επιθέσεις από Ανατολή και Δύση, αποτελούσε το πιο πολιτισμένο τμήμα της Ευρώπης και είχε ήδη εγκαινιάσει τις διαδικασίες που μερικούς αιώνες αργότερα θα οδηγούσαν στην Αναγέννηση: Οι Βυζαντινοί λόγιοι θα επιμείνουν στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, της οποίας εξάλλου θα διασώσουν και το μεγαλύτερο μέρος· το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης θα γνωρίσει μια νέα άνθηση μετά το 1054, ενώ δεν έχει καμμία σχέση με την εκκλησία, – σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη Δύση, όπου η εκπαίδευση εξαρτάται αποκλειστικά από αυτήν – και το πρόγραμμά του περιλαμβάνει τέσσερα θετικά μαθήματα (την «τετρακτύα») και τρία φιλολογικά (την «τριτύα»)· το σύγχρονο νοσοκομείο θα γεννηθεί στο Βυζάντιο και ανάμεσα στους γιατρούς θα περιλαμβάνονται και γυναίκες· η ζωγραφική επανάσταση, της οποίας κύκνειο άσμα απετέλεσε ο Θεοτοκόπουλος, θα εγκαινιαστεί αιώνες πριν την Αναγέννηση στη Δύση, κλπ κλπ.

    Εξάλλου, είναι χαρακτηριστικό πως, αυτή την περίοδο, διαμορφώνονται τελεσίδικα τα χαρακτηριστικά του νεώτερου ελληνισμού, το αντιστασιακό ήθος – σύμφωνα με τον Νίκο Σβορώνο το κύριο στοιχείο του – και η πολιτισμική υφή της ταυτότητάς του. Ως προς αυτό, είναι χαρακτηριστικό ότι ο Διγενής Ακρίτας, που γράφεται κατά τον 12ο αιώνα και, αποτελεί «το εθνικό έπος του νέου ελληνισμού», κατά τον Νικόλαο Πολίτη, έχει ως κεντρικό του ήρωα έναν… «διγενή», με πατέρα άραβα εκχριστιανισμένο και μητέρα ελληνίδα. Η ταυτότητά του είναι πολιτισμική και πνευματική και όχι φυλετική, κατα-δεικνύοντας πως η περιβόητη φράση του Ισοκράτη για τους αρχαίους Έλληνες, «οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες», ίσχυε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό για τον νεώτερο ελληνισμό. Ωστόσο, αυτός ο τόσο αναπτυγμένος πολιτισμός δεν διέθετε τα επιθετικά αντανακλαστικά της αποικιακής Δύσης, που άρχιζε την πορεία της για την κατάκτηση του κόσμου, ούτε των Τουρκομογγολικών φύλων, που την ίδια περίοδο εξαπλώνονται με αστραπιαία ταχύτητα από το Δελχί έως το Κίεβο. Θα υποκύψει, λοιπόν, μετά από έναν άνισο αγώνα τεσσάρων αιώνων αρχής γενομένης το 1071, όταν στο Μαντζικέρτ οι Σελτζούκοι θα νικήσουν τις βυζαντινές στρατιές και οι Νορμανδοί θα καταλάβουν το Μπάρι. Το 1453, ο Μωάμεθ θα δώσει απλώς τη χαριστική βολή σε ένα ξέπνοο πλέον Βυζάντιο.

    Όπως συνέβη με τα μπρούτζινα αγάλματα του ιππόδρομου, που θα μεταφερθούν από τους Ενετούς στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, έτσι και ο πλούτος, ο πολιτισμός, τα χειρόγραφα του Βυζαντίου, θα μεταφερθούν στη Δύση και θα αποτελέσουν τη βάση που θα πυροδοτήσει τη δυτική Αναγέννηση, ενώ ο ελληνικός κόσμος θα βυθιστεί για μερικούς αιώνες στο σκοτάδι. Και η κομβική στιγμή ήταν το 1204, όταν ακόμα η Κωνσταντινούπολη είχε τουλάχιστον 500.000 πληθυσμό και ήταν η «βασιλίδα των πόλεων» και όχι βέβαια το 1453, όταν περίπου 50.000 άνθρωποι κατοικούσαν στα ένδοξα ερείπιά της. Έτσι, η δική μας Αναγέννηση θα «ανασταλεί» για 500 χρόνια τουλάχιστον και όταν το 1700 ξαναπιάνουμε το νήμα, έχουν χαθεί 5 ολόκληροι αιώνες. Έτσι θα νομίσουμε πως πλέον δεν μας μένει τίποτε άλλο παρά να εισάγουμε τα πάντα από την Εσπερία.

    – Αναγέννηση και Διαφωτισμός είναι κατά κάποιον τρόπον κοινοί τόποι της ιδεολογίας της ελληνικής Δεξιάς και Αριστεράς. Θα μπορούσαμε να πούμε πως οι δύο πολιτικές πτέρυγες αλλιώς θα είχαν διαμορφώσει τις όποιες ιδεολογικές τους θέσεις μέσα από μια διαφορετική ανάγνωση των περιόδων αυτών;

    – Ο ακρωτηριασμός της Αναγέννησής μας, η αναστολή της «φυσιολογικής», κατά κάποιον τρόπο, εξέλιξης του βυζαντινού ελληνισμού προς τον νεώτερο, θα προκαλέσει ένα βαθύ σχίσιμο της ελληνικής ιδεολογίας και κοινωνίας που θα παγιώσει αυτό το αδιέξοδο δίπολο που ταλαιπωρεί μέχρι σήμερα την Ελλάδα: Από τη μια πλευρά, η πλειοψηφία του λαού και οι αγωνιστές μένουν αγκιστρωμένοι στην παράδοση που διασώζει την ταυτότητά μας, χωρίς όμως να μπορούν να διαμορφώσουν μία πρόταση για το σήμερα, από την άλλη οι ελίτ και το μεγαλύτερο μέρος των διανοουμένων λειτουργούν ως ο εκπρόσωπος της Δύσης μέσα στο λαϊκό σώμα. Κι’ αυτό το αδιέξο-δο θα καταγραφεί σε όλη τη σύγχρονη ιστορία μας, από τη μια ο Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης και ο… Βελουχιώτης, από την άλλη ο Μαυροκορδάτος, οι Βαυαροί, οι Εγγλέζοι και η… Κομιντέρν. Γι’ αυτό και η σημαντικότερη αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας, σήμερα, δεν είναι η παραδοσιακή σύγκρουση Αριστεράς – Δεξιάς, αλλά η αντίθεση ανάμεσα στο λαϊκό σώμα και μια ξενόφερτη ελίτ, η οποία βέβαια εμπεριέχει και μια βαθύτατα ταξική αντίθεση.

    – Η πρώτη άλωση της Πόλης το 1204 υπήρξε ένα γεγονός κρίσιμο, η σημασία του ωστόσο, όπως σημειώνετε, αποσιωπήθηκε. Ποιες είναι οι άμεσες συνέπειες από τη μη εκτίμηση της σημασίας του γεγονότος αυτού;

    – Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειάς του με τον βυζαντινό, καθώς, στην πραγματικότητα, το πρώτο «έθνος-κράτος» – ή κράτη – του νεώτερου ελληνισμού συγκροτείται κατά τη λεγόμενη υστεροβυζαντινή εποχή. Παράλληλα, και συναφώς, αυτή η παρασιώπηση συνεπάγεται την απόκρυψη των αποικιακού τύπου σχέσεων που εγκαθιδρύθηκαν έκτοτε ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου, παραχαράσσοντας, επί πλέον, την ίδια την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο αποφασιστικό κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρότηση της Δύσης, η οποία δεν εγκαινιάζεται με τον Κολόμβο αλλά με τις Σταυροφορίες και, κατ’ εξοχήν, με την κατάληψη και τον διαμελισμό του Βυζαντίου.

    Επί πλέον αποτελεί και την εσχάτη ταπείνωση για τον αποικιοκρατούμενο να αγνοεί ή να αποκρύπτει την υφή των σχέσεων υποταγής που έχει συνάψει με τον κυρίαρχο, διότι τότε θα συνεχίσει να μαϊμουδίζει εσαεί, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να συγκροτήσει έναν αυτό-νομο πολιτισμό. Σε έναν χώρο που η Δυτική αποικιοκρατία αρχίζει από το 1204.

    – Νομίζω πως το βιβλίο σας κινείται πολύ άνετα τόσο ως προς την παρουσίαση της ευρύτερης εποχής όσο και ως προς την εκτίμηση γεγονότων και απόψεων, διαλεγόμενο με παλαιότερους και νεότερους ερευνητές. Ποια είναι η μέχρι τώρα υποδοχή του βιβλίου; Ενόχλησε κάποιους;

    – Το βιβλίο μου συνάντησε μια πολύ θετική υποδοχή από το ευρύτερο κοινό κατά τους πρώτους δύο μήνες της κυκλοφορίας του, γι’ αυτό και ήδη κυκλοφορεί η τρίτη του επανέκδοση. Παράλληλα, εκφράστηκαν επαινετικά γι’ αυτό πολλοί ειδικοί της περιόδου και πανεπιστημιακοί, όπως ο Σπύρος Βρυώνης, ο Λίνος Μπενάκης, ο Σπύρος Τρωϊάνος, ο Μιχάλης Μερακλής, ο Μάνος Στεφανίδης, ο Νίκος Ζίας κ.λπ. Όσο για εκείνους που σίγουρα ενόχλησε, εξ αιτίας μάλιστα και του πολεμικού χαρακτήρα του, δεν έχουν ακόμα εκφραστεί, όπως ελπίζω ότι θα κάνουν, για να μπορέσει επί τέλους να υπάρξει ένας γόνιμος διάλογος.

    – Πέρα από οποιαδήποτε εσωτερική, ελληνική, ανάγνωση του τόμου, που έχει να προσφέρει πολλά ως προς το ξεκαθάρισμα κάποιων πραγμάτων, τι πιστεύετε ότι θα μπορούσε να προσφέρει στο πλαίσιο της ευρύτερης ευρωπαϊκής οικογένειας;

    – Σήμερα, η κυριαρχία της Δύσης κλείνει, σε πλανητικό πεδίο, με την ανάδυση νέων πόλων ισχύος – Κίνα, Ινδία, Ισλάμ, Λατινική Αμερική, κ.λπ. – και βαδίζουμε προς έναν θεμελιωδώς πολυπολικό κόσμο. Η Ευρώπη βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μια βαθιά και γενικευμένη κρίση, και για να ανασυγκροτηθεί ως ένας πόλος πολιτισμού και ισχύος θα πρέπει να ανασυσταθεί η ισορροπία ανάμεσα στη Δύση και τη Ανατολή της ηπείρου μας. Μια ισορροπία γεωπολιτική, με την ένταξη της Ρωσίας, και όχι βέβαια της μη ευρωπαϊκής Τουρκίας, σε μια μελλοντική ενωμένη Ευρώπη, αλλά και πνευματική.

    Το γεγονός πως ο πάπας ζήτησε συγνώμη, το 2004, από τους Έλληνες για το 1204, στην Αθήνα, ενώ ο σημερινός κάτοχος της παπικής έδρας Βενέδικτος, διακήρυξε τον περασμένο Σεπτέμβριο πως ο χριστιανι-σμός υπάρχει μόνο ως συνάντηση με τον ελληνικό ορθό λόγο, αποτελεί ένα βήμα προς την ορθή κατεύθυνση. Διότι, όπως απέδειξε η Ευρώπη μετά τον πόλεμο, μόνο η αναγνώριση των εγκλημάτων της χιτλερικής Γερμανίας έναντι των Εβραίων και των υπολοίπων ευρωπαϊκών λαών επέτρεψε να συγκροτηθεί η ενιαία Δυτική Ευρώπη και όχι βέβαια η λήθη.

    Κατά συνέπεια, η μελέτη της ρήξης που επέφερε το 1204 σε μια παλιότερη κοινή ευρωπαϊκή παράδοση, καθίσταται σήμερα επίκαιρη. Σε μια τέτοια στιγμή, η αναγνώριση της συμβολής της ελληνικής και της ορθόδοξης συνιστώσας στη διαμόρ-φωση, επιτέλους, μιας Ευρώπης που δεν θα περιορίζεται στην ανήμπορη πλέον δυτική της εκδοχή, αποτελεί μονόδρομο. Ο «ελληνικός δρόμος» της ισορροπίας μεταξύ πνεύματος και ύλης, ανθρώπου και φύσης, ανθρώπου και μηχανής, που θα έδινε πιθανόν μια διαφορετικού τύπου Αναγέννηση, εάν το Βυζάντιο είχε επιβιώσει, ίσως μπορεί, σήμερα πάλι, να ενεργοποιηθεί, μια και το δυτικό δυναμο-κεντρικό μοντέλο έχει εξαντληθεί σε ένα οικολογικό και ανθρωπολογικό αδιέξοδο.

    – Μπορούμε να πούμε πως το μήνυμα του βιβλίου, όπως λέγαμε παλιά, είναι δυνατόν να συμβάλει στην τόνωση της αυτοπεποίθησής μας για να προχω-ρήσουμε πάρα κάτω, κάτι που τα τελευταία χρόνια μόνο οι αθλητές μάς προσφέρουν;

    – Οπωσδήποτε, γιατί τονίζει πως η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ. Το 1204 σηματοδοτεί την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ «λατινικής» και ελληνικής παράδοσης, μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης, υπέρ της πρώτης. Γι’ αυτό και το θεωρούμε ως τον θεμέλιο λίθο της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού ως αντιστασιακής εθνικής ταυτότητας. Η διαμόρφωση των εθνών είναι, πριν απ’ όλα, η ρήξη με τον εγγύτερο «άλλο» και η σταδιακή διαφοροποίηση από αυτόν. Και αν αυτή η διαδικασία της ρήξης επιταχύνεται από τον 11ο μέχρι τουλάχιστον τον 18ο αιώνα, στη συνέχεια, οι δύο κόσμοι θα αρχίσουν να πλησιάζουν και πάλι, αλλά πλέον με όρους σχεδόν απόλυτης ανισοτιμίας. Η Δύση συνιστά το παγκόσμιο «κέντρο», ενώ ο ελληνικός και «ανατολικός» κόσμος, άλλοτε επίκεντρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είχε μεταβληθεί σε ημιπεριφέρεια και «παρασιτική απόφυση» του δυτικού παραδείγματος.

    Σήμερα που η Δύση μπαίνει σε κρίση, είναι δυνατόν, αν ξαναπιάσουμε το νήμα εκεί που το είχαμε αφήσει, να ξεπεράσουμε επιτέλους τον διχασμό ανάμεσα στην παράδοση που κοιτάει προς τα πίσω και τον «εκσυγχρονισμό» που κοιτάζει διαρκώς προς τα έξω, με μια ριζική νέα πρόταση που ίσως θα άρει επιτέλους τον «καημό της ρωμιοσύνης», για τον οποίο μίλαγε ο Μοσκώφ, με μια Τρίτη πρόταση που είναι ο εκσυγχρονισμός της παράδοσής μας. Όταν το παλιό πλαίσιο της δυτικής ηγεμονίας κομματιάζεται παγκοσμίως, και οι επιμέρους ταυτότητες διεκδικούν την ισότιμη μετοχή τους σε μια νέα οικουμενικότητα που θα συντίθεται από το παλίμψηστο των επί μέρους ταυτοτήτων, ανατρέποντας την σημερινή παγκοσμιοποίηση που έχει ένα και μόνο κέντρο, τότε παλιές ταυτότητες παλιές απόπειρες που είχαν μείνει στη μέση του δρόμου αναδύονται και πάλι ως δυνατότητα και λύση. Και η συνέχιση από εκεί που είχαμε μείνει όταν υπέστημεν έναν πρωτοφανή ακρωτηριασμό είναι η μόνη λύση που διαθέτουμε. Είτε ολοκλήρωση του προσώπου μας στις νέες συνθήκες της νεωτερικότητας είτε οριστική απώλεια κάθε προσώπου.

    «…σημαντικότερη αντίθεση της ελληνικής κοινωνίας, σήμερα, δεν είναι η παραδοσιακή σύγ- κρουση Αριστεράς – Δεξιάς, αλλά η αντίθεση ανάμεσα στο λαϊκό σώμα και μια ξενόφερτη ελίτ»

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 11/03/2008

  5. 20-01-08

    Η καρδιά της Ευρώπης είναι χριστιανική
    Ουσιώδες συστατικό της είναι ο σεβασμός της ελευθερίας τού κάθε προσώπου, τονίζει ο μητροπολίτης Διοκλείας κ. Κάλλιστος Γουέαρ
    Συνέντευξη στον Γιωργο Θ. Καλοφωνο*

    Από τους σημαντικότερους ορθόδοξους διανοητές της εποχής μας, ο μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ βρέθηκε πρόσφατα στην Αθήνα όπου αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Κάλλιστος Γουέαρ συνδυάζει την ιδιότητα του πανεπιστημιακού διδασκάλου με αυτήν του ποιμένα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και το σημαντικό συγγραφικό έργο του στα αγγλικά –που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες– έχει κάνει την ορθόδοξη παράδοση γνωστή σε ένα ευρύτατο διεθνές κοινό. Τα βιβλία του «Η Ορθόδοξη Εκκλησία» και «Ο ορθόδοξος δρόμος», είναι τα κείμενα μέσα από τα οποία, μια πλειάδα αναγνωστών ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με την Ορθοδοξία. Μέσα από το έργο και τη διδασκαλία του, ο Κάλλιστος Γουέαρ αναδεικνύει κατεξοχήν τη μυστική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαζί με τους Τζέραλντ Πάλμερ και Φίλιπ Σέρραρντ, ανέλαβαν το τιτάνιο έργο της μετάφρασης στα αγγλικά της «Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών» από το ελληνικό πρωτότυπο. Οι τέσσερις τόμοι που έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα είχαν μια πρωτοφανή επιτυχία, και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός έντονου ενδιαφέροντος για την Ορθοδοξία στον δυτικό κόσμο στις μέρες μας. Ο μητροπολίτης Κάλλιστος (κατά κόσμον Τίμοθυ Γουέαρ) γεννήθηκε στο Μπαθ της Βρετανίας από αγγλικανούς γονείς. Φοίτησε στη Σχολή του Ουέστμινστερ του Λονδίνου και στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Εγινε μοναχός στην Πάτμο και κατόπιν ιερέας της ελληνικής ενορίας της Οξφόρδης. Παράλληλα δίδαξε επί 35 χρόνια ορθόδοξη θεολογία και εκκλησιαστική ιστορία στην Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Χειροτονήθηκε τιτουλάριος επίσκοπος και κατόπιν μητροπολίτης Διοκλείας, του Οικουμενικού Θρόνου, διατηρώντας πάντοτε την ευθύνη της ενορίας της Οξφόρδης.

    Η Τουρκία πρέπει να γίνει δεκτή στην Ε.Ε.

    — Στη σημερινή Ευρώπη, και ευρύτερα στον δυτικό κόσμο, όλο και λιγότεροι άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται ως χριστιανοί. Πόσο πιστεύετε ότι θα έπρεπε να μας απασχολεί αυτή η υποχώρηση της χριστιανικής παράδοσης – που συχνά θεωρείται ως ένα από τα θεμελιώδη συστατικά της ευρωπαϊκής ταυτότητας;

    — Θα πρέπει να ειπωθεί ότι, πράγματι, στη Δυτική Ευρώπη –και όλο και περισσότερο στη Βόρειο Αμερική– ζούμε πλέον σε έναν κόσμο μεταχριστιανικό. Εάν όμως δούμε τον κόσμο συνολικά, δεν μπορούμε να πούμε ότι η θρησκευτική πίστη βρίσκεται κατ’ ανάγκην σε παρακμή. Σε ορισμένες περιοχές του κόσμου παραμένει ακόμη πολύ δυνατή, όπως στις ισλαμικές χώρες και, για παράδειγμα, στην Αφρική. Αλλά αυτό που είπατε για τη Δυτική Ευρώπη είναι αλήθεια, ότι, δηλαδή, τα τελευταία εκατό χρόνια είδαμε μια μεγάλης έκτασης παρακμή στη θεσμική άσκηση της θρησκείας.

    Βλέπω τον χριστιανισμό σαν κάτι που έπλασε την καρδιά της Ευρώπης. Είτε επιλέξουν να το αναφέρουν αυτό σε επίσημα έγγραφα, είτε όχι, αναμφισβήτητα η χριστιανική πίστη διαμόρφωσε την Ευρώπη όπως τη γνωρίζουμε. Πρέπει όμως να αποδεχθούμε ότι η Ευρώπη σήμερα –και ειδικά η Δυτική Ευρώπη– εμπεριέχει μια πλειοψηφία ανθρώπων που δεν έχουν ζωντανή επαφή με καμία μορφή θρησκείας. Οταν κοιτώ την Ευρώπη ως πνευματική οντότητα, και όχι απλώς ως γεωγραφική περιοχή, αυτό που μου φαίνεται ότι έχει ύψιστη σημασία για την ιδέα της Ευρώπης είναι ο σεβασμός στην ελευθερία της συνείδησης, ο σεβασμός για την αξιοπρέπεια του καθενός ανθρώπινου προσώπου. Είναι η ιδέα ότι ο κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να ακολουθεί την προσωπική του συνείδηση προκειμένου να κάνει τις ηθικές του επιλογές, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είναι καταστροφικές για τη ζωή της κοινότητας. Οπότε, ο σεβασμός για την ελευθερία του κάθε προσώπου είναι αυτό που θα θεωρούσα ως το ουσιώδες συστατικό της Ευρώπης σήμερα. Εμείς οι χριστιανοί μπορούμε να συνεργαστούμε άριστα με ανθρώπους που δεν έχουν καμία θρησκευτική πίστη ή που ανήκουν σε άλλες πίστεις, εφόσον μοιραζόμαστε αυτόν τον σεβασμό στην ελευθερία του ανθρώπου.

    «Ναι» στην Τουρκία

    — Θα έπρεπε, λοιπόν, μια χώρα σαν την Τουρκία να γίνει μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης;

    — Θα μπορούσε να πει κανείς, ότι εφόσον οι ρίζες της Ευρώπης είναι χριστιανικές, δεν υπάρχει χώρος για ένα μουσουλμανικό κράτος στην Ευρώπη. Δεν συμφωνώ με την άποψη αυτή. Συμφωνώ με την άποψη της Παναγιότητάς του, του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, ότι η Τουρκία πρέπει να γίνει δεκτή στην Ευρώπη, αρκεί να αποδέχεται πλήρως αυτήν την ιδέα της ελευθερίας της συνείδησης του κάθε ατόμου και, άρα, να υπάρχει στην Τουρκία πλήρης σεβασμός των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και πιο συγκεκριμένα των θρησκευτικών μειονοτήτων. Εφόσον η Τουρκία αποδεχθεί τις ιδέες αυτές –και πολλοί Τούρκοι ήδη τις αποδέχονται– πιστεύω ότι υπάρχει γι’ αυτήν μια θέση στην Ευρώπη. Βλέπω, λοιπόν, ότι η Ευρώπη έχει τις ρίζες της στον χριστιανισμό, παρότι βρισκόμαστε πλέον σε μια κατάσταση αποχριστιανισμού, και ότι αυτό που έχουμε κερδίσει στην Ευρώπη από τον χριστιανισμό είναι κατά βάσιν ο σεβασμός για το ανθρώπινο πρόσωπο.

    Το άβατο του Αγίου Ορους

    — Ομως αυτά τα πολύτιμα ευρωπαϊκά ιδεώδη της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε περίπλοκες συγκρούσεις. Ως πρόεδρος της βρετανικής Εταιρείας των Φίλων του Αγίου Ορους γνωρίζετε πολύ καλά το πρόβλημα με το άβατον. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι το άβατον παραβιάζει τις αρχές αυτές. Παρότι είναι εδραιωμένο σε μια χιλιόχρονη παράδοση και προστατεύεται από διεθνείς συμβάσεις, κάποια στιγμή, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκτήσει πραγματική εξουσία, πιθανότατα θα επιχειρήσει να επιβάλει την κατάργησή του.

    — Η ελευθερία είναι εξαιρετικά περίπλοκη και μπορούν να υπάρξουν συγκρούσεις ανάμεσα σε διαφορετικά είδη ελευθεριών. Καμιά ελευθερία δεν είναι απόλυτη. Πρέπει να εξισορροπείται από άλλες ελευθερίες ή να σέβεται την ελευθερία άλλων ατόμων στην κοινωνία μας. Μπορούμε να δούμε καθαρά αυτό το πρόβλημα σε σχέση με το Αγιον Ορος. Πιστεύω σθεναρά ότι οι μοναχοί του Αθω πρέπει να παραμείνουν ελεύθεροι να οργανώσουν την ζωή τους όπως έκαναν τα τελευταία χίλια χρόνια. Δεν πιστεύω ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ή η Ευρωπαϊκή Ενωση, έχει το δικαίωμα να επεμβαίνει στη θρησκευτική ζωή του Αγίου Ορους. Και μέρος της παράδοσης του Αγίου Ορους είναι η απαγόρευση εισόδου σε γυναίκες. Κάποιοι άλλοι, όμως, θεωρούν ότι εφόσον η Ευρωπαϊκή Ενωση υποστηρίζει την ισότητα των φύλων και αντιτίθεται σε οποιασδήποτε μορφής διάκριση εναντίον των γυναικών, και εφόσον υποστηρίζει την ελευθερία της μετακίνησης, τότε οι γυναίκες πρέπει να είναι ελεύθερες να επισκέπτονται το Αγιον Ορος.

    Πρόκειται για σύγκρουση μεταξύ δύο ειδών ελευθερίας, και το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί, πιστεύω, με προσφυγή στην αρχή της ενότητας μέσα στην ποικιλότητα. Προσβλέπουμε σε μια Ευρώπη ενιαία, αλλά σίγουρα θα πρέπει να υπάρχει χώρος μέσα στην ενιαία αυτή Ευρώπη για μια μεγάλη ποικιλία απόψεων. Υπάρχουν πολλά άλλα μοναστήρια και κέντρα του βυζαντινού πολιτισμού τα οποία οι γυναίκες μπορούν ελεύθερα να επισκεφθούν. Ας υπάρξει κι ένα μέρος στην Ευρώπη, όπου η θρησκευτική ζωή θα μπορεί να εξακολουθήσει να βιώνεται με τον τρόπο που βιώνεται εδώ και μία χιλιετία. Η ελευθερία πρέπει να επιτρέψει τη διαφορετικότητα: πρέπει να είμαστε και να μείνουμε ελεύθεροι, να είμαστε διαφορετικοί.

    Η Ορθοδοξία, πάνω απ’ όλα, είναι τρόπος προσευχής

    — Είστε πανεπιστημιακός διδάσκαλος αλλά και μητροπολίτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ποια είναι η σχέση αυτών των δύο πλευρών, της πανεπιστημιακής και της ποιμαντικής; Αλληλοσυμπληρώνονται; Υπάρχουν συγκρούσεις μερικές φορές;

    — Είναι αλήθεια ότι έχω ζήσει μια διπλή ζωή. Το 1966, όταν επέστρεψα στην Οξφόρδη χειροτονήθηκα ιερέας της Ορθόδοξης Εκκλησίας και ταυτόχρονα διορίσθηκα στη θέση του λέκτορα των Ανατολικών Ορθόδοξων Σπουδών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ως ιερέας, ήμουν επιφορτισμένος με την οργάνωση της ελληνικής ενορίας της Οξφόρδης. Είχα λοιπόν επί τριάντα πέντε χρόνια το διπλό καθήκον να είμαι ιερέας της ενορίας και πανεπιστημιακός διδάσκαλος. Στο πνευματικό και το διανοητικό επίπεδο δεν αισθάνθηκα ποτέ κάποια σύγκρουση διότι αυτά που δίδασκα στο πανεπιστήμιο –θεολογία και εκκλησιαστική ιστορία– ήταν πολύ κοντά με αυτά που έκανα στην ενορία. Υπήρξε όμως μια σύγκρουση στο επίπεδο του χρόνου και της ενέργειας, διότι όσο περνούσαν τα χρόνια, ο όγκος της εργασίας μου στο Πανεπιστήμιο αυξανόταν όπως άλλωστε και στην ενορία, η οποία διαρκώς αναπτυσσόταν. Συνειδητοποίησα ότι αν είχα γίνει αποκλειστικά πανεπιστημιακός, θα είχα περισσότερο χρόνο για έρευνα, και, ίσως, για τη συγγραφή περισσότερων βιβλίων. Παρόλα αυτά είμαι ευτυχής που είχα το διπλό αυτό καθήκον. Υπάρχει ο κίνδυνος μερικές φορές να γίνει η θεολογία κάτι το ακαδημαϊκό: κάτι το σχολαστικό με την κακή έννοια. Να γίνει κάτι που αφορά την επιχειρηματολογία και όχι την καρδιά, και το ποιμαντικό μου έργο βοήθησε τη θεολογία μου να παραμείνει –ελπίζω– μια ζωντανή θεολογία.

    Αθεος στα 14

    — Παραμένοντας στον χώρο της προσωπικής σας εμπειρίας, ήθελα να ρωτήσω αν θεωρείτε ότι το γεγονός πως μεγαλώσατε ως αγγλικανός και στραφήκατε αργότερα στην Ορθοδοξία, έδωσε στο έργο σας την ικανότητα που έχει να αγγίζει ανθρώπους από διαφορετικά πολιτισμικά ή και θρησκευτικά περιβάλλοντα, και να τους φέρνει έτσι σε επαφή με την ορθόδοξη παράδοση.

    — Είναι αλήθεια ότι οι γονείς μου ανήκαν στην Αγγλικανική Εκκλησία και ότι μου έδωσαν ανατροφή χριστιανική. Οταν ήμουν δεκατεσσάρων, για έξι μήνες, είχα πεισθεί ότι ήμουν άθεος, αλλιώς, καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, ήμουν οπωσδήποτε κοντά στoν χριστιανισμό. Ειδικά η αγγλικανική παράδοση μέσα στην οποία μεγάλωσα, και κυρίως στο σχολείο μου στο Λονδίνο, τη Σχολή του Ουέστμινστερ, βρισκόταν πολύ κοντά στην Ορθοδοξία. Η ανακάλυψη λοιπόν της Ορθοδοξίας ήταν, για μένα, η ανακάλυψη ενός κόσμου ξένου, αλλά που ταυτόχρονα αισθάνθηκα αμέσως ότι ήταν δικός μου. Βρήκα στην Ορθοδοξία μια πληρότητα αλήθειας και ζωής που δεν μπορούσα να βρω στον Αγγλικανισμό. Θα χρησιμοποιήσω την έκφραση «ζώσα παράδοση», τη συνέχεια, δηλαδή, με την αρχαία εκκλησία, αλλά και με την περίοδο των Πατέρων της Εκκλησίας και των οικουμενικών συνόδων: συνέχεια που δεν ήταν θεολογική αλλά εκφραζόταν μέσα από την καθημερινή πρακτική.

    — Τι έχει λοιπόν να προσφέρει η Ορθοδοξία στον σύγχρονο άνθρωπο;

    — Προσφέρει πολλά, αλλά πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι προσφέρει έναν τρόπο προσευχής. Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς μια ιδεολογία, μια κοσμοθεωρία. Δεν είναι απλώς φιλοσοφικές ιδέες ή ηθικοί κανόνες. Η Ορθοδοξία συνεπάγεται μια προσωπική εμπειρία του Θεού. Οπότε, αυτό που πρώτα απ’ όλα θεωρώ πολύτιμο στην Ορθοδοξία είναι η θεία λειτουργία. Η παράδοση των πνευματικών οδηγών, η πίστη που μας διαβιβάζεται με τρόπο προσωπικό, μέσα από την επαφή μας με τον πνευματικό μας πατέρα ή την πνευματική μας μητέρα, είναι το δεύτερο εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο στην Ορθοδοξία. Το τρίτο στοιχείο, που συνδέεται στενά με το δεύτερο, είναι η ορθόδοξη παράδοση της μυστικής προσευχής, και ειδικά της προσευχής του Ιησού: η παράδοση του ησυχασμού και της «Φιλοκαλίας». Η μετάφραση της «Φιλοκαλίας» στις γλώσσες του δυτικού κόσμου είχε μια τελείως απρόσμενη και ισχυρή επίδραση. Παρότι η «Φιλοκαλία» είναι ένα δύσκολο βιβλίο, μίλησε στις καρδιές πολλών ανθρώπων που βρίσκονται μακριά από τον ορθόδοξο κόσμο ή ακόμη και από τον χριστιανισμό.

    Αυτά είναι λοιπόν ορισμένα από τα πράγματα τα οποία πιστεύω ότι μπορούμε να συνεισφέρουμε ως ορθόδοξοι. Αυτά τα πράγματα, όμως προϋποθέτουν την ορθόδοξη πίστη. Θα έχαναν την αξία τους αν δεν στηρίζονταν πάνω της. Για πολλούς ανθρώπους, η Ορθοδοξία είναι ένας κόσμος άγνωστος· άσχετος. Αλλά εάν εμείς οι ορθόδοξοι θελήσουμε να εκφράσουμε τις απόψεις μας με τρόπο συγκροτημένο, όχι επαναλαμβάνοντας απλώς φράσεις σαν τους παπαγάλους, αλλά με τρόπο διορατικό, σαν τους αετούς, τότε οι άνθρωποι θα θελήσουν πράγματι να μας ακούσουν.

    — Εσάς πάντως σας ακούν…

    Το Βυζάντιο ζει ακόμη στη σύγχρονη Ελλάδα

    — Το Βυζάντιο και η Ορθοδοξία συνδέονται στενά. Ενα από τα σημαντικότερα στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού είναι οπωσδήποτε η ορθόδοξη πνευματικότητα. Το Βυζάντιο αποτελεί επίσης ένα αναγκαίο συστατικό της σύγχρονης ελληνικής ταυτότητας. Στην Ελλάδα που πάντοτε είχε μια προβληματική σχέση με το παρελθόν της, ακούγονται σήμερα απόψεις, που έχουν εντυπωσιακή αποδοχή, και που προβάλλουν το Βυζάντιο ως δύναμη καταστολής που κατέστρεψε τη θρησκεία και τον πολιτισμό της ελληνικής αρχαιότητας. Πώς βλέπετε εσείς τη βυζαντινή περίοδο;

    — Τα τελευταία πενήντα χρόνια έχουμε δει στον Δυτικό Κόσμο μιαν αξιοσημείωτη ανάπτυξη των βυζαντινών σπουδών και αυτό ασφαλώς με χαροποιεί. Για εμένα το Βυζάντιο εκπροσωπεί μια συνέχεια όλων των καλύτερων στοιχείων της κλασικής παράδοσης, άρα σκέπτομαι περισσότερο με όρους συνέχειας παρά αντίθεσης. Υπάρχουν βεβαίως και προβληματικά στοιχεία στο Βυζάντιο, αρνητικές πτυχές. Υπάρχουν όμως και θετικές πλευρές, και κυρίως η προσπάθεια να εκφρασθεί το χριστιανικό μήνυμα σε διανοητικό επίπεδο, αξιοποιώντας ό,τι καλύτερο είχε να προσφέρει η ελληνική φιλοσοφία, και η απόπειρα να μετουσιωθεί η κοινωνία. Τώρα, ο βαθμός επιτυχίας του εγχειρήματος αυτού ήταν περιορισμένος. Το Βυζάντιο παραμένει όμως μια άκρως σημαντική περίοδος της ιστορίας του χριστιανισμού και της ανθρωπότητας. Παρά τις όποιες αποτυχίες του, υπάρχουν πολλά που μπορούν να μας εμπνεύσουν, ακόμη και σήμερα: οπωσδήποτε στην τέχνη, στην αρχιτεκτονική, αλλά και στη θεολογία και όλες τις πτυχές της ανθρώπινης σκέψης.

    Είναι, όμως, αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι δεν πρέπει ποτέ να συγχέουμε μιαν επίγεια αυτοκρατορία με τη βασιλεία του Θεού. Ας μην ξεχνάμε την εσχατολογική διάσταση της χριστιανικής πίστης. Δεν πρέπει λοιπόν να εξιδανικεύουμε το Βυζάντιο. Μπορούμε, όμως, να μάθουμε από αυτό. Στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, από τα τέλη του δεκάτου ογδόου αιώνα και εξής, βλέπω μιαν ενδιαφέρουσα αλληλεπίδραση ανάμεσα στον Ελληνισμό και το Βυζάντιο, ανάμεσα στον «Ελληνα» και τον «Ρωμιό». Και δεν θεωρώ ότι αυτά τα δύο είναι αλληλοαποκλειόμενα ή ότι βρίσκονται σε αντίθεση. Χωρίς αμφιβολία, όμως, υπήρξαν στο παρελθόν πολλές εντάσεις. Αλλά αυτό είναι που κάνει την ιστορία της σύγχρονης Ελλάδος τόσο συναρπαστική.

    Ως κάποιος που αγαπάει την Ελλάδα χωρίς να είμαι Ελληνας στην εθνικότητα, θα έλεγα ότι, για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη Ελλάδα, χρειαζόμαστε τόσο τον Νικόδημο τον Αγιορείτη και τους Κολλυβάδες, όσο και τον Κοραή. Και χρειαζόμαστε τόσο τον Καποδίστρια όσο και τον Μακρυγιάννη. Συνεπώς αυτό που βρίσκω συναρπαστικό είναι η πολυπλοκότητα του νεοελληνικού πολιτισμού, και αυτή είναι που μπορεί να τον κάνει δημιουργικό. Πιστεύω επίσης ότι το Βυζάντιο μπορεί να συνεχίσει να ζει στην σύγχρονη Ελλάδα, όπως ακριβώς εξακολουθεί να ζει και η παράδοση του Ελληνισμού. Θα πρέπει όμως να μάθουμε, ως ορθόδοξοι, να εκφράζουμε αυτά τα πράγματα σε μια κοινωνία που, ακόμη και στην Ελλάδα, γίνεται όλο και περισσότερο μη θρησκευτική. Αλλά πιστεύω ακόμη ότι όλες αυτές οι ιδέες δεν έχουν χάσει την αξία τους.

    Πλούσιο έργο

    Στα ελληνικά έχουν μεταφρασθεί τα εξής έργα του μητροπολίτη Διοκλείας κ. Κάλλιστου Γουέαρ:

    – «Η Ορθόδοξη Εκκλησία», Αθήνα, εκδ. Ακρίτας, 1998.

    – «Ο ορθόδοξος δρόμος», εκδ. Ιδρυμα Γουλανδρή – Χορν, 1984.

    – «Η δύναμη του ονόματος», Αθήνα, εκδ. Ακρίτας, 1999.

    – «Η εντός ημών βασιλεία», Αθήνα εκδ. Ακρίτας, 2000.

    – «Η εσωτερική ενότητα και η επίδραση της Φιλοκαλίας σε Ανατολή και Δύση», Αθήνα, εκδ. Σύνδεσμος Υποτρόφων Κοινωφελούς Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης, 2004.

    – «Η ορθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα», Αθήνα, εκδ. Ινδικτος, 2005.

    – «Αρχή Ημέρας: Η ορθόδοξη προσέγγιση της Δημιουργίας», Ιωάννινα, εκδ. Ι. Προσκύνημα Αγ. Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις, 2007.

    * Ο κ. Γ. Θ. Καλόφωνος είναι ιστορικός.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 14/04/2008

  6. […] ιστορικούς/βυζαντινολόγους του 20ου αιώνα, με τίτλο “Το Βυζάντιο και Εμείς”. Βρήκα σε αυτή ένα ενδιαφέρον σημείο για την σχέση […]

    Πίνγκμπακ από Κύπριος Παρατηρητής » Κοινωνία » Πολιτικές | 01/12/2008

  7. Η Δύση ανακαλύπτει το Βυζάντιο, εμείς το συκοφαντούμε

    Ὅταν ὁ Ἀλεξανδρινός ποιητής Κωνσταντῖνος Καβάφης ἔγραφε γιά τόν «ἔνδοξο βυζαντινισμό μας», προφανῶς μιλοῦσε ἐπαινετικά γιά τήν ἱστορία καί τήν προσφορά τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, τῆς Ρωμανίας. Ἀντιθέτως στήν ἐποχή μας ἔχει καθιερωθεῖ μία ἀρνητική χρήση τοῦ ὅρου «βυζαντινισμός» καί ὁρισμένοι Νεοέλληνες στρέφονται κατ’ εὐθεῖαν στόν παποῦ μας-τήν Ἀρχαιότητα- ἀδιαφορῶντας γιά τόν πατέρα μας, τό Ἑλληνορθόδοξο Βυζάντιο. Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι ὁ μέν Καβάφης γνώριζε Ἱστορία, ἐνῶ οἰ χλευάζοντες τό Βυζάντιο ἤ δέν γνωρίζουν ἤ τήν μελετοῦν μέ παραμορφωτικούς φακούς. Ἀκόμη καί ἡ προσπάθεια τοῦ σκηνοθέτη Κώστα Γαβρᾶ νά δείξει ἄνευ τεκμηριώσεως ὅτι δῆθεν Χριστιανοί κατέστρεφαν τίς μετόπες τοῦ Παρθενῶνος, ἐντάσσεται στήν ἴδια φιλοσοφία. Ὁ σκοπός εἶναι νά δοθεῖ τό μήνυμα ὅτι ὅλα αὐτά ἔγιναν μέ τήν καθοδήγηση τῆς ἐπίσημης Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία δημιούργησε τό σκοταδιστικό, ὅπως τό βλέπουν, Βυζάντιο.

    Περί τοῦ Παρθενῶνος ἀπήντησαν καί θά ἀπαντήσουν οἱ ἀρχαιολόγοι καί οἱ εἰδικοί τῆς ἐποχῆς. Προσωπικά θά ἤθελα μόνο μία ἐπισήμανση νά κάνω: Ἄν οἱ Χριστιανοί τῆς Βυζαντινῆς ἐποχῆς εἶχαν τόσο μεγάλο μένος μέ κάθε τι ἀρχαῖο, τότε θά ἄλλαζαν τό ὄνομα τῶν Ἀθηνῶν καί δέν θά ἄφηναν ἕνα ὄνομα πού αναφέρεται στήν Ἀθηνᾶ. Ὄχι μόνο σεβάσθηκαν τό ὄνομα, ἀλλά ἐπιπλέον τόν Παρθενῶνα τόν ὀνόμασαν «Παναγία ἡ Ἀθηνιώτισσα» καί τόν ἀφιέρωσαν στήν Θεοτόκο. Γενικότερα , ὅμως, περί τῆς πολιτιστικῆς προσφορᾶς τῆς Βυζαντινῆς μας Ρωμηοσύνης, ἔρχονται νά δώσουν τή μαρτυρία τους πολλοί ξένοι συγγραφεῖς, ἀπό τούς ὁποίους σήμερα θά παρουσιάσω δύο. Ἐπιλέγω τό βιβλίο τοῦ ἀμερικανοῦ Κόλιν Οὐέλλς «Σαλπάροντας ἀπ’ τό Βυζάντιο – Πῶς μία χαμένη αὐτοκρατορία διαμόρφωσε τόν κόσμο» (1) . Καί τό ἔργο τοῦ Γάλλου καθηγητοῦ Συλβαίν Γκουγκενέμ μέ τίτλο «Ὁ Ἀριστοτέλης στό Μόν –Σαίν-Μισέλ» καί μέ ὑπότιτλο: «Οἱ Ἑλληνικές ρίζες τῆς Χριστιανικῆς Εὐρώπης». (2) Εὐτυχῶς καί τά δύο βιβλία ἔχουν μεταφρασθεῖ στά ἑλληνικά καί μποροῦν νά βοηθήσουν κάθε συμπατριώτη μας, ὁ ὁποῖος καλοπροαίρετα ἐνδιαφέρεται νά μάθει ποιά και πόσο σημαντική ἦταν ἡ προσφορά τῶν Βυζαντινῶν προγόνων μας στόν παγκόσμιο πολιτισμό.

    Ὁ νέος σέ ἡλικία Κόλιν Οὐέλλς σπούδασε ἀρχαία ἱστορία καί φιλολογία στίς ΗΠΑ καί ἔμαθε τό Βυζάντιο ἀπό ἕναν ἐξαίρετο δάσκαλο: Τόν διαπρεπῆ Ἕλληνα βυζαντινολόγο Σπύρο Βρυώνη. Στόν πρόλογό του ὁ συγγραφεύς σημειώνει: «Ἡ διάρθρωση τοῦ βιβλίου ἀπορρέει ἀπό δύο ἰδέες, πού καί οἱ δύο μαζί προσφέρουν ἕναν εὔκολο τρόπο γιά νά κατανοήσουμε τήν πολιτιστική κληρονομιά τοῦ Βυζαντίου. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ δυαδική φύση τῆς παράδοσής του, ἡ ὁποία ἀντικατοπτρίζεται στόν ἐνστερνισμό τόσο τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὅσο καί τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. Ἡ δεύτερη διαρθρωτική ἰδέα τοῦ βιβλίου συνίσταται ὅτι οἱ κληρονόμοι αὐτῆς τῆς δυαδικῆς παράδοσης ἦταν οἱ τρεῖς νεώτεροι πολιτισμοί πού ἀναδύθηκαν ἀρχικά σέ περιοχές οἱ ὁποῖες εἶχαν ἀποσπασθεῖ ἀπό τό Βυζάντιο: ὁ δυτικός, ὁ ἰσλαμικός καί ὁ σλαβικός κόσμος. Ὁ καθένας ἀπό αὐτούς τούς τρεῖς παγκόσμιους πολιτισμούς διαμορφώθηκε ριζικά ἀπό τό Βυζάντιο-ἀλλά ὁ καθένας ἦταν ἰδιαίτερα ἐπιλεκτικός ὅσον ἀφορᾶ τήν πλευρά τοῦ Βυζαντίου πού ἐπέλεξε νά ἐνστερνιστεῖ. Αὐτό τό βιβλίο τιμᾶ τή ἐνεργητικότητα καί τόν δυναμισμό ἐκείνων τῶν νεαρῶν πολιτισμῶν, ὅπως ἐπίσης καί τόν ἐκπληκτικό πλοῦτο τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ» (σελ. xxvii).

    Στήν πρώτη ἑνότητα ὁ Οὐέλλς ἐξηγεῖ πῶς τό Βυζάντιο μετέφερε στή Δυτική Εὐρώπη τήν ἀρχαιοελληνική γραμματεία καί σοφία. Στή δεύτερη μιλᾶ γιά τίς βυζαντινές ἐπιδράσεις στόν ἀραβικό καί μουσουλμανικό κόσμο. Στήν τρίτη ἑνότητα περιγράφει τήν διάδοση τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ ἑλληνορθοδόξου πολιτισμοῦ στόν σλαβικό κόσμο καί κυρίως στή Ρωσία. Ὁ Ἐπίλογος ἀφιερώνεται στόν «τελευταῖο βυζαντινό», τόν μοναχό Μιχαήλ Τριβώλη ἀπό τήν Ἄρτα, ὁ ὁποῖος δίδαξε πολλά στούς Ρώσους τόν 16ο αἰῶνα καί ἔμεινε γνωστός ὡς «Μάξιμος ὁ Γραικός». Δέν μπορεῖ, λοιπόν, νά ἦταν σκοταδιστικό τό Βυζάντιο, ὅπως τό παρουσιάζουν οἱ φανατικοί ἀντιεκκλησιαστικοί νεοέλληνες διανοητές, ὅταν τροφοδότησε πνευματικά τόσους πολλούς λαούς καί πολιτισμούς!

    Τό βιβλίο τοῦ Γάλλου Συλβαίν Γκουγκενέμ, καθηγητοῦ Μεσαιωνικῆς Ἱστορίας στό Πανεπιστήμιο τῆς Λυών, ἔχει ὡς στόχο να καταρρίψει τήν ἄποψη πού διδάσκουν πολλοί δυτικοί ἱστορικοί, ὅτι δῆθεν ἡ Δύση ἔμαθε τόν Ἀριστοτέλη και τούς ἄλλους ἀρχαίους συγγραφεῖς μέσῳ τῶν Ἀράβων μουσουλμάνων. Ὁ συγγραφεύς ἀποδεικνύει ὅτι ὁ μεγαλύτερος δάσκαλος τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης στήν ἀρχαία παιδεία ἦταν τό Βυζάντιο, τό ὁποῖο σεβάσθηκε καί καλλιέργησε τήν ἀρχαία ἑλληνική γραμματεία καί μέ τούς κληρικούς του καί μέ τούς μοναχούς καί μέ τούς λαϊκούς λογίους του. Γνωρίζουμε φυσικά ὅτι ἡ προσέγγιση τῶν Χριστιανῶν ἦταν ἐπιλεκτική πρός τά ἀρχαῖα κείμενα, ὅπως διδάσκει καί ὁ Μέγας Βασίλειος στό ἔργο του «Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων». Ὁ Γκουγκενέμ μᾶς βοηθεῖ νά κατανοήσουμε ὅτι τό Ὀρθόδοξο Βυζάντιο οὐδέποτε ἐδίωξε τήν κλασσική παιδεία, ἀλλά ἀντθέτως τήν προώθησε καί τήν διέδωσε σέ ἄλλους λαούς. Ἁναφέρεται ἐπίσης καί στόν ρόλο πολλῶν ἀραβοφώνων Χριστιανῶν –κυρίως μονοφυσιτῶν- στή μετάφραση ἑλληνικῶν κειμένων στά ἀραβικά καί μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ὕπαρξη ὁλοκλήρων ἐγαστηρίων ἀντιγραφῆς καί μεταφράσεως ἑλληνικῶν κειμένων στό γαλλικό μοναστῆρι τοῦ Μόν-Σαίν-Μισέλ περί τό ἔτος 1120. Ὁ μεταφραστής ἦταν ἕνας κληρικός μέ τό ὄνομα «Ἰάκωβος τῆς Βενετίας ὁ Ἕλληνας».

    Ἴσως νά μή συμφωνοῦμε μέ ὅλα τά σημεῖα τοῦ βιβλίου, ὅμως εἶναι ἀξιοπρόσεκτα τά κυριώτερα συμπεράσματα τοῦ συγγραφέως. Ὅτι δηλαδή «ἡ πολιτισμική ἐλίτ τοῦ Βυζαντίου ἦταν Χριστιανική καί ταυτόχρονα ἑλληνική» (σελ. 86). Καί ὅτι «οἱ πολιτισμικές ρίζες τῆς Εὐρώπης ἁπλώνονταν στόν ἑλληνικό πολιτισμό, τό ρωμαϊκό δίκαιο καί τή Βίβλο» (σελ. 216). Ὁ Γκουγκενέμ ἀντιτίθεται σαφῶς πρός τήν ἰσοπεδωτική παγκοσμιοποίηση καί μᾶς θυμίζει τά λόγια τοῦ μεγάλου Γάλλου ἱστορικοῦ Φερνάν Μπρωντέλ, πού ἐπέμενε ὅτι: «Μόνο οἱ οὐτοπιστές ὀνειρεύονται τή συγχώνευση τῶν θρησκειῶν. Οἱ θρησκεῖες, ὅ,τι ἀκριβῶς πιό προσωπικό ὑπάρχει, πιό ἀνθεκτικό μέσα σ’ αὐτό τό σύμπλεγμα ἀγαθῶν, δυνάμεων, πού εἶναι κάθε πολιτισμός» (σελ. 201). Καί ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

    (1) Ἐκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Ἀθήνα 2008
    (2) Ἐκδόσεις ΟΛΚΟΣ, Ἀθήνα 2009

    Κωνσταντῖνος Χολέβας
    Πολιτικός Ἐπιστήμων

    ΣΕΠΤ. 2009

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 23/10/2009

  8. […] -Στίβεν Rάνσιμαν […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010

  9. Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ: Το Βυζάντιο ήταν μονοπολιτιστικό αλλά όχι μονοεθνικό

    Παρόλο που η αφορμή της συνομιλίας μας με την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ ήταν η επέτειος της Άλωσης, εντούτοις θεωρήσαμε πως αυτό αποτελεί μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να της απευθύνουμε ερωτήσεις εφ’ όλης της… βυζαντινής ύλης.

    Συνέντευξη στον Στέλιο Κούκο

    Το ιδιαίτερο όμως στην περίπτωση της κορυφαίας στον κόσμο βυζαντινολόγου είναι η ξεχωριστή ενάργεια με την οποία παρακολουθεί και τα σημερινά γεγονότα, όπου στην ελληνική τουλάχιστον περίπτωση η βυζαντινή εμπειρία έχει να προσφέρει πάρα πολλά. Γι’ αυτό και η κυρία Αρβελέρ δεν διστάζει να προτείνει και τις λύσεις. Έτσι, οι σύγχρονες ελληνικές περιπέτειες μπήκαν κι αυτές στη συζήτησή μας, όπως και η μοναδική ίσως ευκαιρία για την ανάπτυξη της Θεσσαλονίκης.

    Ποια στοιχεία φανερώνουν τη συνέχεια του αρχαίου ελληνικού κόσμου μέσα στο Βυζάντιο;

    Η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και ίσως και η γνώση του Ομήρου. Στα μέσα του 11ου αιώνα, όταν η ερωμένη του αυτοκράτορα Μονομάχου, η ωραιοτάτη Σκλήραινα, πέρασε από την αγορά της Κωνσταντινούπολης, ένας μάγκας της είπε το περίφημο «Ου νέμεσις» του Ομήρου. Αυτό δηλαδή που οι γέροι Τρώες είπαν όταν είδαν την ωραία Ελένη. Ποιος από τους μάγκες της αγοράς σήμερα ξέρει τον Όμηρο;

    Κάποιος θα μπορούσε να πει πως από το Βυζάντιο λείπουν οι φιλόσοφοι και οι σχολές ή ακόμη και οι ποιητές. Οι πατέρες της εκκλησίας, οι βυζαντινοί λόγιοι και οι επιστήμονες, όπως και οι υμνογράφοι, μπορούν να συγκριθούν κατ’ αναλογία με τους φιλοσόφους και τους ποιητές της αρχαιότητας;

    Κάθε εποχή έχει το πνεύμα της. Δεν μπορώ λοιπόν να κάνω σύγκριση. Οι αρχαίοι έγιναν πανανθρώπινο κτήμα, ενώ οι Βυζαντινοί μένουν πάντοτε υπόδειγμα για τους χριστιανούς.

    Πάντως τα τελευταία χρόνια με την πρόοδο των βυζαντινών σπουδών, ο χαρακτηρισμός «βυζαντινός», που ξεκίνησε ως υποτιμητικός, φαίνεται πως έχει πάρει αντίθετες διαστάσεις και περιεχόμενο. Απόδειξη και οι μεγάλες διεθνείς εκθέσεις που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια με τίτλους όπως η «δόξα» και η «λάμψη» του Βυζαντίου…

    Το μόνο που έχω να πω είναι: Ευτυχώς!

    Η Θεσσαλονίκη με την ιστορία της, τα βυζαντινά κτίρια (κάστρα, εκκλησίες) και την πνευματική της ενδοχώρα, τον Άθωνα, δεν θα έπρεπε να «επενδύσει» στις σπουδές αυτές; Ή ακόμη να το αξιοποιήσει αυτό για την τουριστική της προβολή;

    Η Θεσσαλονίκη καλή, μετά την καλλίστη. Δηλαδή μετά την Κωνσταντινούπολη. Η πραγματικά συν-πρωτεύουσα του Βυζαντίου το δείχνει και τώρα ακόμη με το εξοχότατο και αξιολογότατο βυζαντινό μουσείο που έχει και το οποίο, όπως ξέρετε, έτυχε του βραβείου των Μουσείων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

    Δεν θα μπορούσε λοιπόν η Θεσσαλονίκη να αναδειχθεί ως βυζαντινή πόλη και να προκαλέσει και ανάλογο τουριστικό ενδιαφέρον;

    Μα για όνομα του Θεού, είναι το μόνο που πρέπει να κάνει. Όπως για παράδειγμα αυτό που έκανε η Αθήνα με την ενοποίηση των αρχαιολογικών της χώρων. Η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αναδείξει τη βυζαντινή της υπόσταση. Η πόλη έχει επίσης, όπως είπα, και το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού που πραγματικά είναι απ’ τα καλύτερα. Η πρώην διευθύντρια, Αναστασία Τούρτα, έχει κάνει τεράστια δουλειά.
    Αυτά θα πω και στις 5 Ιουνίου που θα μιλήσω στη Θεσσαλονίκη. Είναι ένα από τα πράγματα που πρέπει να κάνει τώρα ως η πρώτη πραγματικά ευρωπαϊκή πόλη. Γιατί η Θεσσαλονίκη διαθέτει και αρχαία και ρωμαϊκή αλλά και πρωτοχριστιανική ιστορία, ως πόλη που επισκέφθηκε ο Παύλος.

    Αυτό δεν πρέπει να είναι άλλωστε και το μέλημά μας; Να δείξουμε δηλαδή τη συνέχεια από τον αρχαίο κόσμο στον βυζαντινό.

    Περνώντας όμως από έναν κόσμο που κανείς δεν ξέρει ή που δεν θέλει να μάθει, ή που η Ελλάδα τον έχει βάλει σε παρένθεση. Περνώντας δηλαδή από τη Ρώμη. Αν δεν αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Ρώμης, δεν μπορεί να αναδειχθεί η μεγαλοσύνη της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη είχε ρωμαϊκό ανάκτορο, είχε ιππόδρομο και πολλά άλλα. Μολονότι η Αθήνα είχε πάψει τότε να υπάρχει και παρά τη δόξα του Αλεξάνδρου, όπως γράφει τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Έλιος Αριστείδης, κανένας δεν θέλησε να είναι απόγονος της Πέλλας ή γόνος της Πέλλας. Όλοι θέλουν να είναι γόνοι της Αθήνας.

    Ποια στοιχεία της πολιτικής ιδεολογίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας θα μπορούσαν να είναι ακόμη χρήσιμα για τους κυβερνώντες στην Ελλάδα και τον λοιπό κόσμο;

    Ίσως το… «χρήζομεν οικονόμου και ουχί βασιλέως», που ανεφώνησεν ο Μιχαήλ Παλαιολόγος στα μέσα του 15ου αιώνα! Πάντως, για να μιλήσω πιο σοβαρά, δύο τέτοια στοιχεία είναι η πολυεθνικότητα, ως μοχλός για νέα ξεκινήματα, αλλά και η προσήλωση στα πάτρια, ως μαγιά για την ενσωμάτωση των ξένων σε έναν ενιαίο πολιτισμό.

    Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία αποτελεί μια ευρύτερη ένωση εθνών, λαών, κρατών, θα μπορούσε να πάρει κάποια παραδείγματα από την πολιτική ιδεολογία και πρακτική των Βυζαντινών;

    Η κωνσταντινουπολιτική προσπάθεια αποτελεί και την απαρχή της δημιουργίας μιας καινούργιας ταυτότητας. Αυτό παρά τις διαφορές, εθνικές και άλλες. Γιατί οι Βυζαντινοί ήταν πολυεθνικό και όχι μονοεθνικό κράτος. Ήταν μονοπολιτιστικό, χάρη στην ελληνική γλώσσα, αλλά όχι μονοεθνικό.

    Σε ποια κατάσταση βρίσκονται η παιδεία και ο πολιτισμός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον καιρό της Άλωσης;

    Σε διχασμό και ανταγωνισμό, ανάμεσα σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, σε αναμοχλεύσεις παλιού μεγαλείου. Τόσο που τους Τούρκους, με τους οποίους πολεμούσαν, τους αποκαλούσαν Πέρσες και Αχαιμενίδες, σαν να ήταν δηλαδή οι απόγονοι των μαραθωνομάχων. Και βεβαίως βρισκόταν σε μια κατάσταση δεισιδαιμονίας, που χαρακτήριζε την εποχή εκείνη το Βυζάντιο.

    Πώς κυβερνάται το κράτος την εποχή αυτή; Είναι υπόθεση ενός ανδρός, δηλαδή του αυτοκράτορα;

    Η εκκλησία είναι αυτή που οργανώνει την κοινή γνώμη. Άρα δεν είναι μόνον οι πολιτικοί, ο αυτοκράτορας, αλλά και οι εκκλησιαστικοί που φέρνουν το βάρος αλλά και την ευθύνη αν θέλετε της εποχής. Το Βυζάντιο θεωρείται και ήταν δημιούργημα θρησκευτικών λόγων, ως αποδέκτης δηλαδή της χριστιανικής θρησκείας. Αλλά και ο θάνατός του ίσως επήλθε για λόγους επίσης θρησκευτικούς. Ως μη αποδέκτης δηλαδή της ένωσης με τους Δυτικούς.

    Σε τι κατάσταση βρίσκονται οι πολίτες της Βασιλεύουσας τα τελευταία χρόνια πριν από την πτώση;

    Να θυμίσω ότι είναι μια πόλη καταδικασμένη από τις πολλαπλές πολιορκίες που έχουν γίνει ήδη πριν από το 1453, που βρίσκεται σε οικονομική εξάντληση λόγω ακριβώς των προνομίων των Βενετών, των Γενοβέζων και άλλων, οι οποίοι έχουν μεταφέρει και τον πόλεμό τους στα λιμάνια της, και επίσης λόγω των δυναστικών διχασμών. Να τονίσω αυτό που γράφει ο Παλαμάς: «Πόρνη η Πόλις και περίμενε τον μακελάρη και περίμενε τον Τούρκο να την πάρει».

    Πέρα από τα γνωστά κείμενα, όπως του Φραντζή, του Μπάρμπαρο κ.ά., ποιες άλλες πηγές πληροφόρησης αξιοποιούνται από τους ιστορικούς για τις μέρες της Αλώσεως;

    Τα ανακαλήματα, οι θρήνοι, ενώ έχουμε και αρκετά δείγματα από την αλληλογραφία μεταξύ των παθόντων εκείνης της εποχής. Υπάρχουν επίσης και πολλά έργα των Δυτικών, μεταξύ των οποίων του Έλιο Σίλβιο, του μετέπειτα πάπα της Ρώμης.

    Όπως έχετε πει, η Ελλάδα είναι η μοναδική βαλκανική χώρα η οποία συγκροτήθηκε χωρίς την απελευθέρωση της πρωτεύουσάς της, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που μετά την απελευθέρωση έγινε προσπάθεια σύνδεσής μας κατευθείαν με την αρχαιότητα; Πόσο μας ταλαιπωρούν ακόμη τα δύο αυτά γεγονότα;

    Νομίζω πως αυτό αποτελεί μια αιτία εθνικής σχιζοφρένειας, όπως παραδείγματος χάριν το δείχνει η σημερινή μας παιδεία. Μιλάμε για αρχαίους συγγραφείς στο σχολειό, αλλά δεν διδάσκουμε κανέναν βυζαντινό, ενώ τα παιδιά όταν πηγαίνουν στο σπίτι βλέπουν να ξαναζεί το Βυζάντιο, είτε από τα χριστιανικά ονόματα που φέρουν στην οικογένεια, είτε από το εικονοστάσι κτλ. Και επιπλέον μένει πάντοτε το ερώτημα, ανήκομεν άραγε εις την Δύσιν ή εις την Ανατολήν; Ο Ζουράρις θα γράψει για ευρωλιγούρηδες, άλλοι για ευρωσκεπτικιστές και άλλοι για ευρωλάτρες. Άρα βρισκόμαστε ακόμα στο ερώτημα: πού είμαστε; Ασφαλώς ανάμεσα στα δύο, και δεν ξεχνάμε ότι η Δύση της Ανατολής είναι η Ανατολή της Δύσης.

    Μια διαφορετική παιδεία θα μπορούσε να μας φέρει πιο κοντά στην ιστορική και πολιτισμική μας φυσιογνωμία, στη μη απελευθερωμένη πρωτεύουσά μας; Δεν μιλάω ρατσιστικά, εθνικιστικά, ούτε για κάποια απομόνωσή μας. Αλλά για να ζούμε και να υπάρχουμε ως Έλληνες Ευρωπαίοι, οικουμενικοί άνθρωποι. Όπως φαντάζομαι ζείτε κι εσείς…

    Ασφαλώς ναι. Μια διαφορετική παιδεία. Αλλά το ποια πρέπει να είναι αυτή η παιδεία είναι θέμα όχι μόνο ελληνικό. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος μας δεν μπορεί πια να περιορίζεται στα ελληνικά όρια, ούτε η παιδεία.

    Τι σήμαινε η Άλωση της Πόλης για τον υπόλοιπο κόσμο;

    Ένας Πολωνός γράφει ότι η «χριστιανοσύνη έμεινε μονόφθαλμη». Στη Δύση, όταν οι Βυζαντινοί υπέγραψαν την Ένωση στη σύνοδο της Φεράρας του 1438, οι ιερωμένοι κυρίως νόμιζαν πως πλέον είχαν γίνει μία κοινότητα και γι’ αυτό πλέον ερχόταν η δική τους σειρά. Αυτά στη Δύση. Οι Ρώσοι, οι οποίοι τότε ήταν άκρως ανθενωτικοί και βρίσκονται εναντίον των βυζαντινών πολιτικών οι οποίοι είχαν αποδεχθεί την Ένωση, μένουν σχεδόν μακριά από το γεγονός της Άλωσης. Ο Κωνσταντίνος ο 11ος ακριβώς στις 12 Δεκεμβρίου του 1452 υπέγραψε την Ένωση στην Αγιά-Σοφιά. Μόνο μία μικρή ανάμνηση γράφει «έπεσε η Πόλις». Μετά θα ξυπνήσουν για να την κλάψουν, κυρίως όταν θέλουν να θεωρήσουν τη Μόσχα ως Τρίτη Ρώμη.
    Όσο για τους Βυζαντινούς, η πτώση της Πόλης σημαίνει το τέλος του κόσμου. Κατά τις προφητείες το τέλος του κόσμου το περίμεναν χρόνια και χρόνια μετά. Σχεδόν ακόμη… Να σκεφθείτε ότι έχουμε ένα γράμμα ενός Κωνσταντινουπολίτη που γράφει σε φίλο του στην Κρήτη και του λέει, στείλε μου το τάδε εσχατολογικό έργο με τις προφητείες, το έχω απόλυτη ανάγκη τώρα που περιμένουμε το τέλος του κόσμου.

    Η Δύση δεν βοήθησε την Αυτοκρατορία για λόγους ανταγωνισμού μεταξύ των εκκλησιών ή για καθαρά πολιτικούς λόγους επικράτησης;

    Αυτό είναι λάθος. Η Δύση δεν είναι μία πολιτική ενότητα. Δεν υπάρχει ένα κράτος, όπως ήταν το Βυζάντιο που θα μπορούσε να βοηθήσει τη Δύση. Το πρόβλημα μπορεί να τεθεί μόνο όσον αφορά τον πάπα, ο οποίος είναι η μόνη ενιαία αρχή της Δύσης. Ωστόσο το 1450 ο πάπας της εποχής, Νικόλαος Ε’, όταν γιορταζόταν το ιωβηλαίο του, αναγγέλλει ότι όλες οι αφέσεις αμαρτιών που δίνει, τα συγχωροχάρτια δηλαδή, τα οποία τότε πληρώνονταν αδρά, θα χρησιμοποιηθούν για την εκστρατεία contra Turcos. Λοιπόν μόνο ο Αντωνίνος, ένας επίσκοπος της Φλωρεντίας, λέει εκείνη την εποχή «άσ’ τους να χαθούν εφόσον είναι και σχισματικοί». Ενώ τόσο στην παπική μεριά όσο και στους αρχηγούς των τότε μικρών κρατών υπάρχει η προετοιμασία για την εκστρατεία contra Turcos. Λοιπόν αυτό είναι ένα από τα πράγματα που πρέπει να πάψουμε να λέμε στα παιδιά, ότι η Δύση δεν βοήθησε. Έκανε ό,τι μπορούσε, και πρέπει να πούμε πως δεν μπορούσε τότε να κάνει πολλά.

    Πώς κρίνετε την άποψη ότι ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας αποτελεί μεγαλύτερη καταστροφή από την Άλωση;

    Κατά τη γνώμη μου αποτελεί την κατακλείδα της ίδιας ιστορίας, της ιστορίας δηλαδή που άρχισε με την Άλωση. Αλλά πλέον σημαίνει το τέλος, που πια δεν έχει επιστροφή. Είναι η μη αναστρέψιμη λύση. Τότε ασφαλώς, κατά κάποιον τρόπο, θάφτηκε ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Οπότε μ’ αυτή την έννοια ίσως αποτελεί μια συμφορά μεγαλύτερη και από αυτήν της άλωσης της Πόλης.

    Στη σημερινή κρίση που μαστίζει την Ελλάδα τι θα μπορούσαμε να πάρουμε από τους Βυζαντινούς;

    Η αποφυγή του διχασμού ίσως θα ήταν το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να μας βοηθήσει για να μη γίνουμε όπως οι Βυζαντινοί στο τέλος τους. Όσο για τα άλλα, πρέπει να κρατήσουμε και την ακράδαντη πίστη των Βυζαντινών στο παρελθοντικό μεγαλείο. Πιο πριν είπα πως οι Βυζαντινοί έλεγαν Πέρσες και Αχαιμενίδες τους Τούρκους, όχι γιατί πίστευαν ότι οι Τούρκοι ήταν απόγονοι των Περσών, αλλά γιατί οι ίδιοι οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι συνέχιζαν τη μάχη του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας.

    Πηγή: http://www.makthes.gr/news/politics/56131/

    Ημερομηνία: 30/05/2010

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 31/05/2010

  10. Σχόλιο από mr P. | 27/03/2011

  11. Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 24/06/2011

  12. …..Ως Έλληνες γνήσιοι γνωρίζουμε να σεβώμεθα κάθε λαό κάθε ιστορία και κάθε άνθρωπο πάνω στήν γή.με το να γνωρίζουμε και να τιμούμε την ιστορία άλλων λαών δεν σημαίνει ότι αποποιούμεθα και περιφρονούν με την πάτριο Ιστορία μας.ακόμη και ακραίες συμπεριφορές κατά καιρούς κάποιων Ελλήνων χριστιανών
    Εξηγούνται ιστορικά εάν λάβουμε υπόψιν μας το πόσος διωγμός εξασκείτο από τούς Ρωμαίους και εθνικούς εναντίον των Χριστιανών.Όμως αυτό δεν εμπόδιζε όλους τούς μεγάλους θεολόγους να σπουδάζουν στην Αθήνα όλη την αρχαία ιστορία και φιλοσοφία

    Και να μιμούνται κατά το ύφος η την γραφή τούς μεγάλους μας αρχαίους ποιητές ,ρήτορες ηφιλοσόφους.και το κλήσιμο των αρχαίων σχολών τής Αθήνας δεν είναι πανάκια
    Ότι δήθεν οι Χριστιανοί κατέστρεψαν τον Ελληνισμό όσο και αν συχνά διαφωνούμε με την πρακτική πολλών χριστιανών αυτοκρατόρων.εξάλλου το κώνιο στον Σωκράτη το έδωσαν οι Αθηναίοι οι ίδιοι και όχι οι Χριστιανοί.Η Τήν διάλυση του αρχαίου Ελληνικού
    Κόσμου με τον εμφύλιο Αθηναίων και Σπαρτιατών την επέφεραν οι ίδιοι οι Έλληνες και όχι οι Χριστιανοί Αυτοκράτορες.Επομένως για τίς αρχαίες η τίς Χριστιανικές ακρότητές μας δεν ευθύνεται ο Χριστιανισμός αλλά η ταλαίπωρη αλλά και μεγαλόπρεπη φύση τής
    Φυλής μας η οποία εξαρχής εκινείτο στα άκρα τού καλού η τού κακού ,τής Σοφίας η τής
    Αυτοκαταστροφής.για δές τε δε ενώ ο λαός μας δημιουργεί το έπος του 40 και γείνεται αντικείμενο παγκόσμιου θαυμασμού αμέσως μετά ο ίδιος λαός ξεπέφτει και αυτοθανατώνεται μέσα στον εμφύλιο χωρισμένος σε δεξιούς και αριστερούς ,κουμουνιστές και εθνικόφρονες.Ναί ο ίδιος λαός και το ίδιο μεγαλείο ψυχής που μας καθιστά ήρωες συνχγρόνως μας βυθίζει στον Αδη και στην κόλαση του αδελφοκτόνου μιλσους .Διότι και οι κουμουνιστές Έλληνες είχαν δίκαιο αγωνιζόμενοι για την ισότητα και την ελευθερία των λαών και οι εθνικόφρονες Έλληνες είχαν δίκαιο αγωνιζόμενοι για την ελευθερία τού ανθρώπου ως πρόσωπο και την μή υποταγή του στήν πολτοποίηση των λαών και των ανθρώπων που προωθούσε ο αριστερότροπος καπιταλισμός.Και στίς δύο περιπτώσεις Οι Έλληνες εμάχοντο για το δίκαιο όπως και στο έπος του 40 αλλά και σε όλα τα έπη των.

    Έτσι όταν οι Έλληνες είδαν τον Ελληνισμό των να καθίσταται είδωλολατρεία στα χέρια των Ρωμαίων η άλλων λαών με ασιατικές καταβολές δεν εδίστασαν να αποστασιοποιηθούν απο τα δικά των πράγματα και να εγκολπωθούν την Εβραϊκή θρησκευτική Παράδοση χωρίς όμως να χάνουν τον εαυτό των .απλώς παίρνουν απο τον Εβραισμό ότι εθεωρούσαν ότι ήταν πανανθρώπινη αλήθεια και κυρίως τον εβραϊκό μεσιανισμό που εσχετίζετο άμεσα με το πρόσωπο του Χριστού.

    Από την άλλη μεριά οι ίδιοι
    Οι Έλληνες ως Χριστιανοί ελεηνολογούν τούς Εβραίους ως φονιάδες του ιδίου του Θεού
    Για τον οποίο προφήτευαν οι Εβραίοι Προφήτες .Δεν νομίζω δε ότι οι Έλληνες ως Χριστιανοί απέρριψαν την δική των ιστορία η τούς δικούς των ήρωες η ποιητές .αυτό που απέριπταν ήταν ότι εθεωρούσαν λανθασμένο σε αυτούς.διότι ας μην ξεχνάμε ότι οι Έλληνες δεν έβαζαν τίποτα πάνω από την Αλήθεια .Έτσι οι προσωκρατικοί έβριζαν ο Ένας τον άλλο ότι ψεύδεται και συχνά έκαιγαν και τα βιβλία των αντιπάλων των χωρίς να είναι Χριστιανοί .Ο Ηράκλειτος κατηγορούσε τον Πυθαγόρα ως αγράμματο ,οι σοφιστές
    Γελοιωποιούσαν μαζί με τον Ευριπίδη τούς όλύμπιους θεούς ,ο Πλάτων έκαιγε τα βιβλία του Δημόκριτου η ήθελε να καούν ,οι ατομιστές κατέριπταν την ανθρωπόμορφη θεολογία
    Όπως παλαιώτερα ο Ξενοφάνης αλλά και οι ποιητές ο ένας κατηγορούσε τον άλλο ότι ψεύδεται και καλούσαν τίς Μούσες για να τούς στηρίξουν να βρούν και να πούνε την αλήθεια.Επομένως οι Έλληνες ως Χριστιανοί δεν έκανα τίποτε άλλο από το να αναζητούν την Αλήθεια και να μην Τήν υποτάσουν σε ουδέν άλλο συμφέρον ακόμη και το εθνικών των συμφέρον.

    Ας γίνουμε λοιπόν ήπιοι και ας μήν είμεθα έτοιμοι είτε ως Έτλληνες είτε ως Χριστιανοί να ρίπτουμε τούς άλλους επι τής πυράς .Εξάλλου Ο ίδιος Ο Χριστός αποκαλύπτει την υποκρισία του λαού του και τούς έλεγε ότι ουδείς προφήτης εφονεύθη
    Έξω απο την Αγία πόλη τής Ιερουσαλήμ αποκάλυπτοντας και παραδεχόμενος ότι ο ίδιος ο λαός του ο περιούσιος είναι σκληροτράχιλος και φονιάδες των προφητών τού Θεού.Και ο Ίδιος ο Χριστός όταν ζητούν να τον δουν οι Έλληνες είπε Νύν εδοξάσθη Ο Υιός του Ανθρώπου διαβλέπων Τήν Αγάπη και τόν Έρωτα που θα έδειχνε ο Λαός των Ελλήνων στο
    Πρόσωπότου.Και ας μην ξεχνάμε ότι ο Πλάτωνας έλεγε χαρακτηριστικά πώς εμείς οι Έλληνες ότι έχουμε, ενούσε πνευματικό στοιχείο,το έχουμε πάρει απο άλλους λαούς
    Αλλά και ότι πήραμε το κάναμε καλύτερο.Αυτό συνέβη και με την Εβραϊκή θεολογία
    Η οποία δεν μπόρεσε να δεί ότι ο Θεός είναι Τριάδα Προσώπων ,επομένως η ουσία του Θεού είναι Η Αγάπη και η Συμπόνοια ,και όχι απρόσωπη ουσία δηλαδή νόμος και εξουσία
    Που δεν έχει Υιό ,Υιούς και θυγατέρες αλλά υπηκόους και δούλους.

    Η μήπως θέλει πολύ
    Φιλοσοφία η εξυπνάδα για να δούμε πώς μέχρι σήμερα η ιστορία καταγράφεται ως η συνεχιζόμενη αντιπαλότητα ένός Προσωπικού Θεού Αγάπης ,ακόμη και πρός τούς εχθρούς τής Αληθείας όπως γράφει ο Αγιος Ισαάκ ο Σύρος ,Ενός Θεού Ελεημοσύνης ,Συμπόνιας ,Ισότητας ,Ελευθερίας ,Δημοκρατίας ,Αδελφοσύνης ,Πραότητας ,Θυσίας,Συνχώρησης,Και ενός θεού Αντίθεου μίσους ,εξουσίας,πολτοποίησης των ανθρώπων ,ψυχρότητας ,Αδιαφορίας ,σκληρότητας ,φεουδαρχικού, βάναυσου ,ανθρωποκτόνου,πολεμοχαρούς,Αδελφοκτόνου,απροσώπου ,κρυπτομένου,τερατώδους,
    Χρηματιζομένου και σκοτεινού….

    ΓΕΏΡΓΙΟς πΑΎΛΟΥ

    Σχόλιο από ΑΡΧΑΙΟΙ | 22/05/2013

  13. Σχόλιο από Β | 24/05/2014

  14. Ο Χριστιανισμός ως επανάσταση

    Η πίστη και ο αγώνας για τη βελτίωση του κόσμου μας και των συστημάτων του είναι αναμφισβήτητα καλή. Εκατομμύρια είναι οι αγωνιστές της ελευθερίας, του αγώνα κατά της φτώχειας, του αιτήματος για δικαιοσύνη. Ο κόσμος μας, ωστόσο, ελάχιστα έχει βελτιωθεί στο πέρασμα των αιώνων. Βασικότατη καμπή αυτή της αλλαγής υπήρξε μια “εισβολή στην ανθρώπινη ιστορία”.

    Η ζωή και το έργο του Χριστού πάνω στη γη. Για τους καλόπιστους ερευνητές ο Χριστιανισμός υπήρξε η πιο μεγάλη επανάσταση. Η πιο μεγάλη πνευματική επανάσταση. Δεν παρουσίασε ένα επαναστατικό πρόγραμμα, για να αλλάξει το κοινωνικό ή πολιτικό κατεστημένο με εξωτερικές μεταρρυθμίσεις. Έριξε μέσα στην ανθρωπότητα ή μάλλον στις καρδιές, ένα σπέρμα επαναστατικό που θα τις αναμοχλεύει αδιάκοπα. Δεν έφερε απλώς ένα νέο πρόγραμμα ζωής, έφερε μια καινούργια ζωή, δεν επεδίωξε να αλλάξει βίαια και βεβιασμένα συνήθειες εξωτερικές ή συστήματα κοινωνικά.

    Θέλησε να αλλάξει όχι τα συστήματα, αλλά τους ίδιους τους ανθρώπους, να μεταμορφώσεις τις καρδιές και έτσι με νέους και αναγεννημένους ανθρώπους να οικοδομήσει μια νέα κοινωνία. Ήξερε πολύ καλά, ότι οποιαδήποτε αλλαγή, μεταρρύθμιση ή επανάσταση, που δεν αλλάζει και δε μεταμορφώνει τον άνθρωπο και δεν ανακαινίζει και δεν εξαγνίζει την καρδιά του, είναι ματαιοπονία και αυταπάτη. Χωρίς την επανάσταση μέσα στην καρδιά τα αποτελέσματα είναι επιφανειακά, προσωρινά και ασήμαντα. Το είδαμε αυτό σε πολλές “επαναστάσεις” ή “αλλαγές”. Χωρίς μια διαδικασία αυτοαλλαγής, τα υποκείμενα της αλλαγής αλλοτριώνονται και τα επαναστατικά κινήματα μετατρέπονται σε αντιδραστικά.

    Δεν ήταν, λοιπόν, επαναστατική η διδασκαλία του Χριστιανισμού και δεν ήταν επαναστάτης ο Χριστός; Μα η πρώτη λέξη που πρόφερε στην αρχή της δημόσιας δράσης Του, το πρώτο κήρυγμά Του, άρχισε με μια λέξη κατ’ εξοχήν επαναστατική: «Μετανοείτε» (Ματθ. δ΄17). Αλλάξτε, δηλαδή, νοοτροπία και ζωή. Κάντε στροφή εκατόν ογδόντα μοίρες και βάλτε νέες αρχές και κατευθύνσεις. Αρχίστε μια καινούργια ζωή.

    Τι σημαίνει τώρα νέα ζωή για το Χριστιανό; Τέτοια ζωή δε θα μπορούσε ούτε να τη φανταστεί κι ο πιο τολμηρός επαναστάτης του υλισμού. Μια ζωή αληθινά προοδευτική, ζωή αγάπης, δικαιοσύνης, αλήθειας, ελευθερίας, που και σήμερα, αν και πέρασαν δυο χιλιάδες χρόνια από τότε, για πολλούς είναι ασύλληπτη. Είναι η νέα ζωή, που έφερε ο Χριστός στη γη, αληθινά επαναστατική και πρωτοποριακή, που όμοιά της δε γνώρισε ούτε θα γνωρίσει ποτέ ο κόσμος.

    Μια ζωή απαιτητική, ριζοσπαστική, που αποστρέφεται τα ημίμετρα και τους συμβιβασμούς, τις υποχωρήσεις και τις παραχωρήσεις. Όσοι θέλουν να δουν αν ήταν αληθινά προοδευτική και ριζοσπαστική η διδασκαλία και η νέα ζωή που έφερε ο Χριστός στη γη, ας διαβάσουν προσεκτικά την περίφημη «επί του όρους ομιλία» Του. Δεν υπάρχει πιο επαναστατική διδασκαλία. Αυτή έδωσε το σύνθημα και τη δύναμη για την αποτίναξη των δεσμών της αμαρτίας και κάθε τυραννίας. Εκεί μακαρίζονται και προβάλλονται προς μίμηση «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην» (Ματθ. ε΄ 6) και όχι την αδικία, «οι ειρηνοποιοί» και όχι οι ειρηνοκάπηλοι. Προχωρεί από την επιφάνεια στο βάθος και χτυπάει το κακό στη ρίζα του, γιατί βλέπει πίσω από την πράξη την επιθυμία που κυοφόρησε μέσα στην καρδιά.

    Δυστυχώς τα δυο χιλιάδες χρόνια που πέρασαν έχουν ξεθωριάσει πολλά πράγματα. Ο Χριστιανισμός έγινε για πολλούς κατεστημένο, ρουτίνα, άχρωμος και νεκρός τυπικισμός, αναιμική και ασπόνδυλη πίστη, χειρότερη και από την απιστία. Για άλλους είναι ένα ηρεμιστικό, ένα αναλγητικό για τις δοκιμασίες της ζωής. Άλλοι τον βλέπουν σαν ασφαλιστική εταιρεία ζωής αιωνίου.

    Όλα όμως αυτά ποια σχέση έχουν με το Χριστιανισμό; Η απάθεια, η ακινησία και η μοιρολατρία μπορεί να έχουν σχέση με τις ανατολικές θρησκείες. Αστρονομική, όμως, είναι η απόσταση, που χωρίζει από τη δυναμική θρησκεία του πιο μεγάλου πνευματικού Επαναστάτη, που «ήρθε να βάλει φωτιά στη γη» (Λουκ. ιβ’ 49).

    Από την αρχή ως το τέλος το μήνυμα του Ευαγγελίου, για εκείνους φυσικά που το μελετούν σοβαρά και υπεύθυνα, είναι μια επανάσταση. Αυτή η πλευρά η ριζοσπαστική του Χριστιανισμού συχνά μάς διαφεύγει. Διαφεύγει όχι μονάχα από τους αρνητές ή τους πολεμίους της πίστης, αλλά και από πολλούς καλοπροαίρετους Χριστιανούς. Κάποτε όμως πρέπει όλοι να γνωρίσουμε το τόσο επίκαιρο και για την εποχή μας αφυπνιστικό μήνυμα του Χριστού.

    http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2013/05/blog-post_8827.html

    Σχόλιο από Χρ. | 15/06/2014

  15. «Οι Βυζαντινοί, με τις επανειλημμένες επιστροφές τους στα αρχαία πρότυπα και χάρη στη βαθιά αίσθηση της αρμονίας των μορφών, έχουν επιδέξια απαλύνει την αυστηρή σφριγηλότητα των παλαιοχριστιανικών έργων. Χωρίς ποτέ να ξεχνούν την καταγωγή της τέχνης τους, τής έδωσαν μια χάρη εμπνευσμένη από το αρχαίο παράδειγμα. Στο απόγειο αυτής της τέχνης, μια ισορροπία δημιουργείται ανάμεσα στην κλασσική «φόρμα» και το θρησκευτικό περιεχόμενο, ανάμεσα στην αρχαία ομορφιά και τη χριστιανική πνευματικότητα» (Henri Stern, L’ art Byzantine, Παρίσι 1966, σ. 1, στο Βυζάντιο και Εκκλησία, του Ι.Μ. Χατζηφώτη, σ. 36).

    «Ένας διάσημος τεχνογνώστης (G. Matthew, «Το μαθηματικό υπόβαθρο», Artes 6, 1977, 53-54) γράφει ότι η αίσθηση που είχαν οι Βυζαντινοί για τα χρώματα ήταν πολύ πιο ζωντανή και ίσως πολύ πιο εκλεπτυσμένη από τη δική μας σήμερα. Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τον ρόλο που έπαιξε η μελέτη της οπτικής: μάθαιναν να αντανακλούν και να διαθλούν το φως με τρόπο που οι αλλαγές στην κλίμακα των χρωμάτων γίνονται πιο εκφραστικές» (Sture Linnιr, Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού, σ. 69).

    Η Liz James παρατηρεί ότι Βυζαντινοί και αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την ίδια ορολογία για τα χρώματα (Light and colour in Byzantine Art, σ. 47) και αποδέχεται την αρχαία καταγωγή της βυζαντινής αντίληψης για τα χρώματα: «Οι βυζαντινές παραδόσεις για το χρώμα, αν προέρχονται από κάποιου είδους Ελληνορωμαϊκή κληρονομιά, βασίζονται σε ένα θεμέλιο που δεν συνεπάγεται την σύγχρονη φροντίδα για την απόχρωση [hue] αλλά τις αρχαίες [classical] ιδέες για την φύση της όρασης, συμπεριλαμβανομένης της έμφασης στην ζωηρότητα και μιας γραμμικής κλίμακας χρωμάτων, στην οποία τα χρώματα γίνονται αντιληπτά ωσάν να σχηματίζουν ένα συνεχές μεταξύ του λευκού και του μαύρου. Ένα τέτοιου είδους ξαναδιάβασμα των αρχαίων αντιλήψεων για το χρώμα σε αντίθεση με τις σύγχρονες αντιλήψεις παρέχει το απαραίτητο πλαίσιο για την κατανόηση της βυζαντινής χρήσης των χρωμάτων» (ό.π., σ. 68). Και καταλήγει: «Ανιχνεύοντας την αντίληψη για τα χρώματα, είναι προφανής μια συνέχεια με τις παραδόσεις του αρχαίου κόσμου» (ό.π., σ. 138).

    (A.P. Kazhdan / Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, σ. 225): «Οι απομονωμένες μορφές των αφηγηματικών βιβλικών σκηνών…είναι τοποθετημένες σ’ ένα λαμπυρίζον χρυσό φόντο, που ανθίσταται σε κάθε χρονικό ή τοπογραφικό προσδιορισμό. Και όμως, οι αναλογίες των μορφών αυτών είναι απόλυτα φυσιολογικές, οι ενέργειές τους έχουν τη σαφήνεια και την τυποποίηση που συναντάμε στο αρχαίο δράμα».

    Ενώ για τους Απόστολους της εκκλησίας της Ασίνου Κύπρου: «Οι Απόστολοι…αν και ανήκουν σ’ ένα οργανικό σύνολο, διακρίνονται για την ατομικότητά τους…Η εικόνα είναι βασικά ορθολογική, και ακριβώς αυτός ο ορθολογισμός της βυζαντινής τέχνης, όπως και κάθε μορφολογική συνέχεια, τη συνδέει με την αρχαιότητα» (A.P. Kazhdan / Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, σ. 225-6).

    Μάλιστα, από τον 11ο αι. η φύση ως καλλιτεχνικό πρότυπο επανέρχεται δυναμικά. «Το ενδιαφέρον για τη σχέση ανάμεσα στην εικόνα και το φυσικό πρότυπο γινόταν με τον καιρό ολοένα και μεγαλύτερο…Ο Μιχ. Χωνιάτης έτρεφε ανάλογη εκτίμηση για τη φυσική πραγματικότητα, ξαναζωντανεύοντας τον παλαιό κανόνα του Ζεύξι για την καλλιτεχνική δημιουργία: ο προικισμένος γλύπτης διαμόρφωνε την εικόνα της ιδανικής γυναίκας με βάση τα ωραιότερα γνωρίσματα τοπικών καλλονών. Με μια προσεκτική επιλογή από τη φύση, ο καλλιτέχνης έφτανε στην τελειότητα» (A.P. Kazhdan / Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, σ. 301).

    «Η ζωγραφική του 11ου και του 12ου αιώνα φανερώνει επίσης αυξημένο ενδιαφέρον για το φυσικό κόσμο…Από τα μέσα του 11ου αιώνα η καλλιτεχνική αντιμετώπιση της ανθρώπινης μορφής άλλαξε και στη μνημειώδη τέχνη και στη μικροτεχνία· η μορφοπλασία απέκτησε πιο δραματικό χαρακτήρα» (A.P. Kazhdan / Ann Wharton Epstein, Αλλαγές στον Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα, σ. 325-6).

    «Σε όλες τις περιόδους της βυζαντινής χιλιετίας διαπιστώνεται η διάρκεια και η ισχύς των ελληνιστικών παραδόσεων…παρατηρούνται μιμητικές εξάρσεις των αρχαίων προτύπων… αυτές οι αντιγραφές δημιούργησαν τα στοιχεία μιας αυθεντικής αρχαΐζουσας σχολής για την οποία μαρτυρούν πολλά αριστουργήματα της ζωγραφικής. Εννοείται, βέβαια, ότι αυτές οι απομιμήσεις εκφράζουν μια ξεπερασμένη αισθητική και τοποθετούνται εντεύθεν του καθεαυτού βυζαντινισμού: την αληθινή και εις βάθος επίδραση του ελληνισμού θα την αναγνωρίσομε μάλλον στην κοσμιότητα, στο μέτρο, στην αίσθηση της κλίμακας και του πνευματικού κάλλους που η βυζαντινή τέχνη επέδειξε με μνημειώδη τρόπο κατά την εποχή της άνθησής της» (Παπαϊωάννου Κώστα, Βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, σ. 24).

    Πάντως, σημειώνει ότι κατά την εποχή των Παλαιολόγων «όλα τα ελληνιστικά διακοσμητικά στοιχεία επανεμφανίζονται στους γραφικούς πίνακες με τα ιδιότροπα αρχιτεκτονήματα ή τα ρομαντικά τοπία…τόσο στην επιτείχια ζωγραφική όσο και στις εικόνες» (Βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, σ. 101).

    Ο André Grabar σημειώνει ότι «Η φρίκη της Κόλασης και των δαιμόνων που κατοικούν εκεί σπάνια αναπαρίσταται στη βυζαντινή τέχνη…Σε αυτό οι Έλληνες, που είχαν γίνει πια χριστιανοί, παρέμειναν πιστοί στην αρχαία παράδοση, ενώ οι Λατινικοί λαοί, οι Σημίτες και οι Ιρανοί δεν δίστασαν να αναπτύξουν την εικονογράφηση της φρίκης» (“The message of Byzantine Art” στο Byzantine Art, a European art, σ. 61).

    Ο K. Weitzmann γράφει: «Υπάρχει επιβίωση της απλής φόρμας των στοιχείων της αρχαίας τέχνης. Χαρακτηριστικά όπως τα περιγράμματα των μορφών, τα υφάσματα με μοτίβα πτυχώσεις και αποκορυφώσεις, η μεταχείριση των ιδιομορφιών του προσώπου, στοιχεία των τοπίων και άλλες λεπτομέρειες, παραδόθηκαν από την κλασσική αρχαιότητα ως επινοήσεις του εργαστηρίου, και οι βυζαντινοί καλλιτέχνες ήταν ικανοί να τις εφαρμόζουν όποτε τους φαινόταν βολικό. Από αυτή την άποψη, όλη η βυζαντινή τέχνη έχει τη βαθιά σφραγίδα των κλασσικών φορμών, οι οποίες ποτέ δεν έπαψαν εντελώς να είναι πηγή έμπνευσης» (Greek Mythology in Byzantine Art, σ. 4).

    Και αναφέρει τα στοιχεία εκείνα της κλασσικής παράδοσης που υπάρχουν στη βυζαντινή τέχνη: «(…) Το τρίτο είδος της πρόσληψης των κλασσικών είναι η εισαγωγή κλασσικών τύπων μορφών, προσωποποιήσεων και άλλων παρόμοιων σε χριστιανικές σκηνές. Τέτοιες παρεισφρύσεις υποδεικνύουν μια μεγαλύτερη συνειδητοποίηση από την μεριά του καλλιτέχνη της αξίας της κλασσικής κληρονομιάς. Δείχνουν ότι η πεποίθησή του ότι η τελευταία μπορεί να εναρμονιστεί με την χριστιανική παράδοση και ότι αμφότερες μπορούν να συγχωνευθούν σε ένα ενιαίο στυλ. Αυτή η διαδικασία άρχισε ακριβώς μόλις έργα χριστιανικού περιεχομένου άρχισαν να παράγονται (…) Στην μέση βυζαντινή περίοδο αυτή η παρείσφρυση κλασσικών μορφών έλαβε χώρα με αυξανόμενο βαθμό. Το τέταρτο είδος μετάδοσης, αυτό που είναι το σπουδαιότερο για την έρευνά μας, αφορά την αντιγραφή ολόκληρης σκηνής ή ακόμη σειράς σκηνών χωρίς την αλλαγή της αρχικής τους σύστασης και νοήματος, ενώ ταυτόχρονα γίνεται διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών του κλασσικού στυλ» (Greek Mythology in Byzantine Art, σ. 4-5). Για το δεύτερο είδος απορρόφησης κλασσικών στοιχείων παρατηρεί: «επηρρεάζει περισσότερο την εσωτερική ουσία μιας βιβλικής εικόνας…Αυτό συμβαίνει όταν ένας ένας εικονογράφος της εποχής της Μακεδονικής Αναγέννησης αντικαθιστά έναν παραδοσιακό βιβλικό τύπο με έναν άλλον, αντεγραμμένο από κάποια μυθολογική αναπαράσταση (ό.π., σ. 206).

    Κατά τον Weitzmann «η εμφάνιση κλασσικών μορφών όπως αυτοί σε διάφορες χριστιανικές μικρογραφίες υποδηλώνει μια ευρεία χρήση εικονογραφημένων μυθολογικών χειρογράφων, τα οποία, για το λόγο αυτό, πρέπει να ήταν αρκετά εύκολα προσβάσιμα και διαθέσιμα σε αρκετό αριθμό αντιτύπων» (ό.π., σ. 206).

    Ο Kitzinger (Studies in late antique, Byzantine and medieval western art, σ. 503) παραδέχεται ότι «οι βυζαντινοί καλλιτέχνες είχαν μια ασυνήθιστη ικανότητα να αναβιώνουν αρχαίες φόρμες και να τις χειρίζονται με κατά τα φαινόμενα άκοπο τρόπο μετά από μακρείς περιόδους πλήρους ή σχεδόν πλήρους νάρκης».

    Για το ζήτημα της συνέχειας έως και τον έβδομο αιώνα ο Weitzmann παρατηρεί: «Όταν εξετάσουμε δυο χρονολογήσιμους ασημένιους δίσκους, έναν παγανιστικό κι ένα χριστιανικό…τον πρώτο από την εποχή του Ιουστινιανού και τον δεύτερο από την εποχή του Ηρακλείου, είναι προφανές ότι εδώ ακόμη στον πρώιμο έβδομο αιώνα το κλασσικό στυλ είναι ελάχιστα αποδυναμωμένο. (…) Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να πιστέψουμε ότι στην αυλή της Κωνσταντινούπολης το κλασσικό ύφος επέζησε σε μεγαλύτερη αγνότητα από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο μεσογειακό κέντρο. (…) Έτσι, οι μαρτυρίες, αν και περιορισμένες στην πρωτεύουσα, υποδεικνύουν σε ένα αδιάκοπο κλασσικό ύφος…τουλάχιστον ώς τον έβδομο αιώνα» (Classical Heritage in Byzantine and Near Eastern Art, κεφ. Χ, σ. 74).

    Για την περίοδο μεταξύ του τέλους του 7ου και του μέσου του 9ου αιώνα αφού παρατηρήσει ότι «το υλικό είναι σπάνιο και μόνο πολύ λίγα μνημεία μπορούν να χρονολογηθούν με κάποια σιγουριά» (Classical Heritage in Byzantine and Near Eastern Art, κεφ. X, σ. 76), και αφού αναφέρει ως παράδεγιμα τα καλλιτεχνήματα από τον καθεδρικό ναό του Grado, τις εικόνες του Σινά, τα χειρόγραφα Paris bibl. Nat. Code gr 923 (Sacra Parallela), το ελεφαντοστό του Λέοντα, νομίσματα της περιόδου αυτής και τοιχογραφίες από την St Maria Antiqua στη Ρώμη καταλήγει, όσον αφορά στο ζήτημα της συνέχειας ή αναβίωσης του κλασσικού ύφους κατά τη Μακεδονική Αναγέννηση: «Υπάρχει τόσο συνέχεια όσο και αναβίωση στις ζωγραφιές της Μακεδονικής περιόδου. Ο κλασσικός τρόπος ποτέ δεν καταπνίγηκε [repressed] εντελώς στο Βυζάντιο. (…) Από την άλλη, από το δεύτερο μισό του 7ου έως τα μέσα του 9ου αιώνα ήταν μια περίοδος όπου ο κλασσικός τρόπος υποχωρούσε [was giving way to] χάριν ενός πιο αφηρημένου τρόπου, ο οποίος έφτασε στην ακμή του στο τέλος του 8ου και την αρχή του 9ου αιώνα» (Classical Heritage in Byzantine and Near Eastern Art, κεφ. X, σ. 80).

    Ο Otto Demus υποστηρίζει ότι «Η βυζαντινή τέχνη ήταν η ζωντανή συνέχεια της ελληνικής τέχνης και γι’ αυτό κατάφερε να οδηγήσει τους δυτικούς καλλιτέχνες πίσω στις κλασσικές πηγές» (Byzantine Art and the West, σ. 239).

    Ο André Grabar υποστηρίζει: «Η βυζαντινή τέχνη ανήκει τόσο στην Αρχαιότητα όσο και στους Μέσους Αιώνες…Η Βυζαντινή τέχνη δεν υπόκειται στην συνήθη ταξινόμηση σύμφωνα με την οποία η αρχαία και η μεσαιωνική τέχνη είναι διακριτές αναμεταξύ τους» (“The message of Byzantine Art” στο Byzantine Art, a European art, σ. 54).

    Για την πρωτοτυπία της βυζαντινής τέχνης ο Κ. Παπαϊωάννου έχει γράψει: «στη Θεσσαλονίκη και στη Ραβέννα, θα γίνει το αποφασιστικό βήμα: επί τέλους, ο χειρισμός των χρωμάτων γίνεται χωρίς φόβο, με ειλικρινείς τόνους και δυνατές χρώσεις, οι αντιστοιχίες των χρωμάτων έχουν γίνει πλήρως αποδεκτές και βλέπουμε να επιβεβαιώνεται με μια ασύγκριτη μαεστρία αυτή η τέχνη “της δημιουργίας του χώρου μέσω του χρώματος”, που αργότερα θα ονειρευτούν ο Ντελακρουά, ο Βαν Γκογκ και ο Ματίς. Όταν, στη συνέχεια, το Βυζάντιο υπέταξε αυτή τη φοβιστική παλέτα στις απαιτήσεις της μνημειακότητας, μπόρεσε να αποκαλύψει αυτά τα “κρυμμένα πράγματα που υπάρχουν μέσα στο χρώμα” και για τα οποία ο Βαν Γκογκ έλεγε ότι “συνεργάζονται από μόνα τους”, με σκοπό να δημιουργήσουν “μια φύση ευρύτερη και συναρπαστικότερη”» (Βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, σ. 36).

    Μάλιστα υποστηρίζει ότι «Ενώ κάποτε εξηγούσαμε τη βυζαντινή ζωγραφική του 14ου αιώνα με κάποιες υποθετικές ιταλικές επιρροές, βλέπομε τώρα ότι η ιταλική ζωγραφική του 13ου αιώνα βυθίζει τις ρίζες της στη βυζαντινή τέχνη του 12ου αιώνα» (Βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, σ. 91).

    Οπωσδήποτε η άποψη για «στατικότητα» της βυζαντινής τέχνης δε γίνεται σήμερα αποδεκτή. «Ένα από τα επιτεύγματα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης ήταν μια ολοένα αυξανόμενη καθαρή κατανόηση της εξέλιξης που έλαβε χώρα εντός της βυζαντινής τέχνης διαμέσου των πολλών αιώνων της ύπαρξής της. Ενώ η εξέλιξη αυτή δεν ήταν τόσο ευρεία όσο αυτή της δυτικής τέχνης,…το εξελικτικό πρότυπο [evolutionary pattern] είναι ωστόσο πραγματικό και οργανικό» (Ernst Kitzinger, The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 360).

    «Είναι προφανές ότι το βυζαντινό στυλ δεν ήταν στατικό κατά την ύστερη κομνήνεια περίοδο (τέλη του 12ου αιώνα). Ένας λόγος γι’ αυτό ήταν ότι η βυζαντινή τέχνη συνεχώς αυτοανανεωνόταν ενόσω τηρούσε τις παλαιές [upholding time-honored] εικονογραφίες» (William D. Wixon, “Byzantine art and the latin West” στο The Glory of Byzantium, σ. 448).

    Το θέμα της βυζαντινής επιρροής είναι σημαντικό, γιατί φαίνεται η ακτινοβολία της βυζαντινής τέχνης η οποία υποτιμάται από ορισμένους στην Ελλάδα. Ο Ernst Kitzinger υποστηρίζει ότι «η νέα άνθηση κατά την Παλαιολόγεια δυναστεία στις αρχές του 14ου αιώνα θεωρείτο ότι προερχόταν εξαιτίας νέων ωθήσεων από την Ιταλία. Σήμερα η άποψη αυτή δεν μπορεί πια να υποστηριχθεί» (The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 362).

    Επίσης «Εξαιτίας της λεπτότητας και της χάρης τους τα βυζαντινά καλλιτεχνήματα από ελεφαντοστό τής Μακεδονικής Αναγέννησης ήταν πολύ σε ζήτηση ακόμη κι εκτός της Αυτοκρατορίας και ενέπνεαν τους γλύπτες στην λατινική Δύση όσο και στις σλαβικές χώρες» (K. Weitzmann, Classical Heritage in Byzantine and Near Eastern Art, κεφ. IX, σ. 7).

    Η βυζαντινή επίδραση στην δυτική τέχνη είναι μεγάλη: «Υπάρχουν ορισμένα [καλλιτεχνικά] μέσα τα οποία κυριαρχούν στην δυτική τέχνη κατά τον 12ο και 13ο αιώνα και τα οποία εντελώς ή σε μεγάλο βαθμό εισήχθησαν από το Βυζάντιο. Τέτοιο καλλιτεχνικό μέσο είναι τα ψηφιδωτά των τοίχων, τέχνη ξεχασμένη στη Δύση. (…) άλλο ένα η ζωγραφική σε φατνώματα [panel painting] (…) ένα τρίτο μέσο είναι το υαλογράφημα, είδος τέχνης το οποίο μέχρι πρόσφατα θεωρείτο αποκλειστικά δυτικό, αλλά το οποίο, υπό το φως μερικών νέων ευρημάτων στην Κωνσταντινούπολη, μπορεί έλαβε μια αρχική ώθηση από το Βυζάντιο. Επίσης είναι ο βυζαντινός κανόνας των εικονογραφικών θεμάτων και τύπων, ο οποίος πάντα ασκούσε μεγάλη και επιτακτική επιρροή στη Δύση» (Ernst Kitzinger, The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 364) με παραδείγματα καλλιτεχνήματα από τη Σικελία, την Βενετία, χειρόγραφα αγγλικά και γαλλικά του 12ου αιώνα και ζωγραφική φατνωμάτων του 13ου αι. στην Τοσκάνη.

    «Τέλος, μνεία αξίζει να γίνει για την μόνιμη γοητεία της Δύσης για τη λαμπρότητα και την πολυτέλεια των βυζαντινών πολυτελών τεχνών. (…) Σε ορισμένα είδη, ειδικά στα αφιερωματικά και λειτουργικά αντικείμενα και σκεύη, η επίδραση αυτή είναι καθαρά διακριτή» (Ernst Kitzinger, The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 364).

    «Η μεγάλη εκτίμηση στη Δύση για την τέχνη που παραγόταν στην Κωνσταντινούπολη τεκμηριώνεται από διάφορα κείμενα, το πιο διάσημο από τα οποία είναι ένα του Suger (1081-1151) ηγούμενου του Saint-Denis, και από τη μαρτυρία των ίδιων των αντικειμένων, μερικά από τα οποία έχουν χαθεί. Ο C.R. Dodwell έχει πρόσφατα ταξινομήσει τις μαρτυρίες των κειμένων χρησιμοποιώντας επιλεγμένες λατινικές πηγές στην Γερμανία, Λοθαριγκία, Ιταλία και Βρετανία, συμπεριλαμβάνοντας εικονογραφημένα χειρόγραφα, μεταλλικά αντικείμενα, λειψανοθήκες από σμάλτο, εικόνες από ελεφαντοστό, πολύτιμους λίθους και μεταξωτά υφάσματα και άμφια» (William D. Wixon, “Byzantine art and the latin West” στο The Glory of Byzantium, σ. 435).

    Ο J. Beckwith (Studies in Byzantine and Medieval Western Art, σ. 313-330) αναφέρει ως παραδείγματα της βυζαντινής καλλιτεχνικής επίδρασης στην αυλή του Καρλομάγνου τα «Ευαγγέλια της Βιέννης», το «Ψαλτήρι της Ουτρέχτης», τις πόρτες στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσι του Άαχεν (εν μέρει και το ίδιο το παρεκκλήσι) και τα καλύμματα των Ευαγγελίων του Lorsch.

    Οι Δυτικοί εκτιμούσαν ειδικά τις βυζαντινές εικόνες λόγω των χαρακτηριστικών τους (Michele Bacci, “Byzantium and the West” στο Byzantium 330-1453, σ. 277).

    Ο Otto Demus θεωρούσε την βυζαντινή τέχνη Magistra Europae ((“The role of Byzantine Art in Europe” στο Byzantine Art, a European art, σ. 90) υποστηρίζοντας ότι «ήταν η βυζαντινή τέχνη αυτή, η οποία, είτε με το παράδειγμα είτε με το πρωτότυπο εισήγαγε την αναβίωση της εικονικής τέχνης» (ό.π., σ. 89).

    Αναφέρεται σε μια ακόμη βυζαντινή επίδραση στη Δύση: «ένα ειδικό πρόβλημα ετέθη εάν η εσοχή του βωμού [altar panel] διηγείτο την ιστορία του αγίου μαζί με την παράσταση της μορφής του. Πιστευόταν μέχρι πρόσφατα ότι η κλασσική λύση στο πρόβλημα αυτό είχε βρεθεί από Φραγκισκανούς ζωγράφους της Τοσκάνης και της Umbria, δηλαδή, μια διευθέτηση η οποία αναπαριστά τον άγιο ως μια μεγάλη κεντρική μορφή στις δυο πλευρές της οποίας βρίσκονται σκηνές από τον βίο του σε μικρές ορθογώνιες εικόνες που περιτριγυρίζουν την κύρια εικόνα. Χάρη σε νέα ευρήματα, όμως, οι Φραγκισκανοί ζωγράφοι πρέπει να χάσουν την τιμή της εφεύρεσης αυτής: το ίδιο σχήμα βρίσκεται ήδη σε βυζαντινές εικόνες από το όρος Σινά, χρονολογούμενες από τον ενδέκατο και τον δωδέκατο αιώνα, οι οποίες μπορεί να έχουν ακόμη παλιότερη προέλευση. Επιπλέον, δυο άλλα ειδικευμένα είδη ζωγραφικής εσοχών [panel painting] τα οποία είχαν μεγάλη σπουδαιότητα στη Δύση είναι επίσης βυζαντινά προϊόντα: το δίπτυχο και το τρίπτυχο» (Byzantine Art and the West, σ. 211-212).

    «Η επιτομή [των εικονικών τεχνών] αυτού του διεθνούς ύφους το πρώτο μισό του 12ου αιώνα είναι ό,τι ο Koehler ονόμασε “υγρή πτυχή” [damp fold]. (…) Και είναι αρκετά προφανές ότι η πηγή του damp fold και της βαθύτερης αντίληψη για την ανθρώπινη μορφή ήταν το Βυζάντιο» (Ernst Kitzinger, The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 368).

    «Οι ιστορικοί της τέχνης έχουν αρχίσει να κάνουν λόγο για ένα “δυναμικό” κύμα που ακολούθησε το “damp fold” του Koehler, και το ότι το “δυναμικό” αυτό κύμα βασίστηκε το ίδιο στις πιο πρόσφατες εξελίξεις στη βυζαντινή τέχνη, είναι ένα μέγιστο παράδειγμα του Βυζαντίου ως ζώσας δύναμης» (Ernst Kitzinger, The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 369).

    Υπάρχει ο αντίλογος ότι η βυζαντινή επίδραση ήταν αρνητική στη δυτική τέχνη. «Η εξέλιξη στο ιταλικό Dugento επαναλαμβάνει ό,τι έχουμε ακολουθήσει στο βορρά: κύμματα βυζαντινής επίδρασης οδηγούν σε μια εντατική και ανεξάρτητη συνάντηση με την αρχαιότητα, η οποία, με τη σειρά της είναι το πρελούδιο για την πλήρη απελευθέρωση» τονίζει ο Kitzinger: «Η maniera greca δεν ήταν το νεκρό χέρι της παράδοσης. Αντανακλά μια σειρά ζωντανών ωθήσεων από μια ζωντανή τέχνη. Αυτές εισήλθαν στο κύριο ρεύμα της ιταλικής εξέλιξης και μακριά από το να επιβραδύνουν ή να διακόπτουν αυτή την εξέλιξη έπαιξαν ένα σημαντικό, αν και έμμεσο, ρόλο για να την οδηγήσουν στην τελική κλιμάκωσή της. Αυτό μπορεί να φανεί αν επικεντρωθούμε στο δεύτερο μισό του Dugento και, ειδικότερα, στην επίδραση που έγινε στην ιταλική ζωγραφική της περιόδου αυτής από ό,τι τότε ήταν το πιο πρόσφατο βυζαντινό επίτευγμα, ειδικά το “μεγαλοπρεπές ύφος” [“volume style”] της πρώιμης παλαιολόγειας περιόδου. Η επιρροή αυτού του στυλ ήταν τόσο άμεση και φανερή στα βενετικά ψηφιδωτά, αλλά έγινε αισθητή ήδη κατά τη δεκαετία του 1270 στην κεντρική Ιταλία και, το κυριότερο, στην περιοχή που θα γινόταν το κέντρο της Ιταλικής Αναγέννησης, την Τοσκάνη» (The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σ. 375). «Ήταν από αυτή την ανάμιξη ανατολικού Ελληνισμού και ιθαγενούς τέχνης της ύστερης αρχαιότητας, που πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη στις τελευταίες δεκαετίες του 13ου αιώνα, από την οποία ο Τζιότο έλαβε αποφασιστική ώθηση. Η νέα εικόνα του Τζιότο για τον άνθρωπο –αξιοπρεπή, αυτόνομο, δημιουργικό και απολύτως κυρίαρχο στο χώρο του περιβάλλοντός του– χρωστά πολλά στον Cavallini και τον ρωμαϊκό του κύκλο…Έτσι, υπάρχει πράγματι μια επανάληψη στην αλυσίδα της εξέλιξης που έναν αιώνα πριν είχε οδηγήσει από την άμεση βυζαντινή επιρροή στον “νεοκλασσικισμό” του Nicholas του Verdum και, τελικά, στην κλασσική τέχνη της Chartres και της Rheims» (The art of Byzantium and the Medieval West: Selected Studies, σσ. 376-7).

    Ο Τζιότο χρωστά αρκετά στη βυζαντινή ζωγραφική: «Είναι προφανές ότι ο Τζιότο είχε δει βυζαντινές διατυπώσεις [formulations] του δέκατου τρίτου αιώνα του θέματος [του Επιτάφειου Θρήνου], και δεν εξαρτιόταν από τους πριν από αυτόν ιταλούς ζωγράφους. Δεν μειώνεται το μοναδικό μεγαλείο του Τζιότο αν υποτεθεί ότι η υποχρέωσή του προς το Βυζάντιο πάει πέρα από τα εικονογραφικά σχήματα και ότι η λύση σε μερικά από τα προβλήματά του σκιαγραφήθηκε από Έλληνες ζωγράφους» (Otto Demus, Byzantine Art and the West, σ. 225). «Ο θαυμασμός μας για τη σοφία και δύναμη της χρήσης των τοπίων από τον Τζιότο δεν πρέπει να μας κάνει να μη βλέπουμε το γεγονός ότι τα μοτίβα και οι λειτουργικές χρήσεις είχαν προεικονιστεί στη βυζαντινή ζωγραφική» (Otto Demus, Byzantine Art and the West, σ. 230).

    Ο O. Demus υποστηρίζει την βυζαντινή προέλευση της τέχνης του Ελ Γκρέκο: «Φαίνεται ότι οι ιδές του Ελ Γκρέκο για τον χώρο γενικά γίνονται καλύτερα αντιληπτές σε σύνδεση με τις βυζαντινές αρχές της δυναμικής του χώρου [spatial dynamics] (…) Η μεγάλη του χρωματικότητα [colorism]…μπορεί να κατανοηθεί ως μια ύστερη άνθηση της ελληνικής τέχνης του φωτός, η οποία μεταδόθηκε στη Δύση από τη ζωγραφική του Βυζαντίου» (ό.π., σ. 238).

    Η βυζαντινή τέχνη επηρέασε και τους Άραβες ήδη κατά τον 7ο και 8ο αιώνα: «Για τον χαλίφη Αλ-Ουαλίντ εργάστηκαν εδώ καλλιτέχνες που ήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, οι οποίοι κατάφεραν να δώσουν στα τοπία και στα πομπηιανά αρχιτεκτονικά θέματα μια ανεπανάληπτη μαγική γοητεία» (Βυζαντινή και ρωσική ζωγραφική, σ. 56).

    http://vizantinitehni.wordpress.com/2010/06/02/hello-world/

    Σχόλιο από vizantini-tehni | 30/06/2014

  16. ————————

    Sτο Βυζάντιο υπήρξαν μεγάλες πρόοδοι σε διάφορες θετικές επιστήμες, όπως την ιατρική και τη μηχανική, μόνο που η εμπειρία αυτή μεταδιδόταν από δάσκαλο σε μαθητή και λίγα σώθηκαν γραπτώς. Αναφέρεται λαπαροσκοπική τομή τον 12ο αιώνα. Αναφέρεται ένας κήπος στο παλάτι, με μηχανικά πουλιά να κελαηδούν και άλλα θαυμαστά, κλπ.

    Κάποιες γνώσεις ιατρικής καταγράφηκαν σε χειρόγραφα (γιατροσόφια κα.) της Τουρκοκρατίας. Χειρόγραφα του 17ου αιώνα, σχετικά με την ιατρική ακαδημία που επιχειρήθηκε να ιδρυθεί στο Αιτωλικό, μαρτυρούν προχωρημένη ιατρική εμπειρία και γνώση. Ένας από τους άγνωστους γιατρούς αυτής της εποχής είναι ο Νικόλαος Βελισδονίτης, για τον οποίο μόλις δημοσιεύθηκε σχετική ανακοίνωση της Βενετίας Χατζοπούλου, δρος φιλολογίας. Γράφει η Χατζοπούλου:
    Ὁ Νικόλαος Βελισδονίτης διέπρεψε ὡς ἐπιστήμονας γιατρὸς στὴν ἐποχή του, ἔχοντας ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς λαϊκῆς-ἐμπειρικῆς ἰατρικῆς· συνέγραψε βιβλία ἀντλώντας ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνική, βυζαντινὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἰατρικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως καὶ ἀπὸ τὴ δυτικὴ ἐπιστήμη.
    (Σ’ ένα συνέδριο για τα γιατροσόφια, γύρω στο 2000, οι παριστάμενοι γιατροί κάγχαζαν όταν άκουσαν τον όρο, αλλά η Αρβελέρ τους έβαλε στη θέση τους, λέγοντάς τους ότι αγνοούν τις προόδους των λεγόμενων «Βυζαντινών» στην επιστήμη τους κι ότι αυτές απηχούν και πολλά γιατροσόφια.)

    Την τεράστια πολιτιστική διαφορά της Ανατολής προς τη Δύση φανερώνει κι ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουΐνος, ένας από τους κατακτητές της Κωνσταντινούπολης το 1204, όταν γράφει πως όταν εγκατέλειψαν οι υπερασπιστές της Πόλης ένα μέρος των τειχών της κι οι Σταυροφόροι μπήκαν ανενόχλητοι, για ώρες κοιτούσαν με ανοιχτό το στόμα μια πόλη μ᾿ έναν πολιτισμό που δεν είχαν φανταστεί ότι υπήρχε και δεν προχωρούσαν, φοβούμενοι πως αυτοί οι τόσο ανώτεροί τους πολιτιστικά και οικονομικά Κωνσταντινουπολίτες τους είχαν στήσει κάποια παγίδα.

    Επίσης, ο ανθρωπισμός στο λεγόμενο Βυζάντιο ήταν πολύ προχωρημένος. Γράφει σχετικά η Αρβελέρ:
    Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν [ακόμη και στην Ελλάδα] την βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου.
    Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Pax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζειν εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υποστήριξε ο πρέσβυς του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εξωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μας αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων» θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453.
    Τέλος, οι Άραβες ένα μικρό ποσοστό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (κάποια φιλοσοφικά, αστρονομικά και μαθηματικά έργα) μετέφρασαν και μετέδωσαν στη Δύση. Το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής γραμματείας έφτασε μέχρις ημών και στη Δύση από τους αντιγραφείς της βυζαντινής περιόδου, 80% των οποίων υπήρξαν κληρικοί ή μοναχοί (βλ. τον σχετικό κατάλογο των Vogel και Gardhausen).
    Γράφει και γι’ αυτό η Αρβελέρ:
    Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοι του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης• άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια, το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Άλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων μου.

    Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης.

    —————————–

    ο διοικητής του θέματος Ελλάδος Κεκαυμένος, γράφοντας στο 2ο μισό του 11ου αιώνα από τη Λάρισα λέει «συγχωρέστε με που δεν έχω λάβει ελληνική παιδεία και γράφω σε γλώσσα λιτή».

    Ο Angold σχολιάζει στην σελίδα 99:

    Kekaumenos was conscious that his Greek was not all that elegant and betrayed his lack of higher education, but for a military man who ended his days on his estates far from Constantinople he displays surprising literary talents. It would be hard to imagine his equivalent in 11th century France even being able to put pen to paper. But this was a profound difference between Byzantium and the West at this time. Byzantium was a literate society, while in the West literacy was still very much the preserve of the clergy.

    ———————————

    ο ανθρωπισμός στο λεγόμενο Βυζάντιο ήταν πολύ προχωρημένος.

    Γράφει σχετικά η Αρβελέρ:
    Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν [ακόμη και στην Ελλάδα] την βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου.

    Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Pax Romana. «Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζειν εξ ων δακρύουσιν έτεροι). Αυτό υποστήριξε ο πρέσβυς του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εξωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μας αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων» θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453.

    Τέλος, οι Άραβες ένα μικρό ποσοστό της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (κάποια φιλοσοφικά, αστρονομικά και μαθηματικά έργα) μετέφρασαν και μετέδωσαν στη Δύση. Το σύνολο σχεδόν της αρχαίας ελληνικής γραμματείας έφτασε μέχρις ημών και στη Δύση από τους αντιγραφείς της βυζαντινής περιόδου, 80% των οποίων υπήρξαν κληρικοί ή μοναχοί (βλ. τον σχετικό κατάλογο των Vogel και Gardhausen).

    Γράφει η Αρβελέρ:
    Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοι του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης• άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια, το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Άλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων μου.

    —————-
    Να, τι γράφει ο Φράγκος κατακτητής Γοδεφρείδοw.:

    «A great part of the Greek lords had fled towards the gate of Blachernae. And vesper-time was already past, and those of the host were wear of the battle and of the slaying,. And they began to assemble in a great open space that was in Constantinople, and decided that they would take up their quarters near the walls and towers they had captured. Never had they thought that in a whole month they should be able to take the city, with its great churches, and great palaces, and the people that were in it».

    Έμειναν άπραγοι οι Φράγκοι για μια ολόκληρη μέρα, γιατί επ᾿ ουδενί περίμεναν τόσο λίγη αντίσταση από τους αντιπάλους τους και γιατί αυτό που έβλεπαν δεν συγκρινόταν με τίποτα απ᾿ όσα είχαν δει στις χώρες τους:

    «During that night, towards the quarters of Boniface Marquis of Montfcrrat, certain people, whose names are unknown to me, being in fear lest the Greeks should attack them, set fire to the buildings between themselves and the Greeks. And the city began to take fire, and to burn very direfully; and it burned all that night and all the next day, till vesper-time. And this was the third fire there had been in Constantinople since the Franks arrived in the land; and more houses had been burned in the city than there are houses in any three of the greatest cities in the kingdom of France.
    That night passed and the next day came, which was a Tuesday morning (13th April 1204); and all armed themselves throughout the host, both knights and sergeants, and each repaired to his post. Then they issued from their quarters, and thought to find a sorer battle than the day before, for no word had come to them that the emperor had fled during the night. But they found none to oppose them.»

    ————————-

    να πώς περιγράφονται οι σφαγές και λεηλασίες των Σταυροφόρων:

    Οι επιπτώσεις της Τέταρτης Σταυροφορίας επί του ευρωπαϊκού πολιτισμού υπήρξαν εξ ολοκλήρου καταστρεπτικές. Η λάμψη του ελληνικού πολιτισμού, την οποία το Βυζάντιο (σ.σ: διάβαζε Ρωμανία) συντηρούσε επί εν¬νέα αιώνες μετά από την επιλογή της Κωνσταντινούπολης ως πρωτεύου¬σας, έσβησε ξαφνικά… Το έγκλημα της Τέταρτης Σταυροφορίας παρέδω¬σε την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική Χερσόνησο σε έξι αιώνες βαρβαρότητας… Προκειμένου να αντιληφθούμε την πλήρη σημασία της λατινικής κατάκτησης της Κωνσταντινούπολης, πρέπει να προσπαθήσουμε να συνειδητοποιήσουμε ποιος θα ήταν σήμερα ο πολιτισμός της Δυτικής Ευρώπης, αν η προ έξι αιώνων Ρωμανία δεν είχε καταστραφεί.
    Μπορεί κανείς να φανταστεί όχι μόνο τη Μαύρη Θάλασσα, τον Βόσπορο και τον Μαρμαρά να περιβάλλονται από προοδευτικά και πολιτισμένα έθνη. αλλά ακόμα και τα ανατολικά και νότια παράλια της Μεσογείου να έχουν επι¬στρέψει υπό μια καλή διακυβέρνηση και υπό μια θρησκεία η οποία δεν αποτελεί φραγμό στον πολιτισμό…
    [Σερ Έντουιν Πήαρς, «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204»]

    Η λεηλασία και απογύμνωση της Κωνσταντινουπόλεως από όλα της τα πλούτη, δεν είχε όμοιό της.
    Όσοι τολμούσαν να αντισταθούν σφάζονταν επί τόπου.
    Δεν έμεινε παλάτι, αρχοντικό εκκλησία μεγάλη ή μικρή, μοναστήρι, χαμοκέλα, που να μην υποστεί φρικώδη λεηλασία.
    Ιδίως τους προσέλκυσε ο μυθικός πλούτος της Αγίας Σοφίας. Μπήκαν μέσα στον Ιερό Ναό με άλογα και μουλάρια που λέρωναν με τις κοπριές τους το μαρμάρινο δάπεδο. Και άρχισαν με φρενιτιώδη ταχύτητα να ξηλώνουν και να παίρνουν τα πάντα: από άγια δισκοπότηρα, ευαγγέλια, ιερά άμφια, άγιες εικόνες, την Αγία Τράπεζα, και το ασημένιο εικονοστάσιο του Τέμπλου, αφού προηγουμένως το έκαναν κομμάτια, μανουάλια, πολυκάνδηλα, μέχρι και κουρτίνες.
    Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της λεηλασίας, μια Γαλλίδα πόρνη ανεβασμένη στον πατριαρχικό θρόνο χόρευε άσεμνα μισόγυμνη και τραγουδούσε.
    Ούτε οι τάφοι των Αυτοκρατόρων γλύτωσαν: συλλήθηκαν όλοι, ενώ τα λείψανα πετάχτηκαν εδώ κι εκεί.
    Π.χ. η σωρός του Βασίλειου Β’ Μακεδόνα πετάχτηκε έξω και στα χέρια του τοποθέτησαν οι Φράγκοι μια φλογέρα ειρωνικά -. Με αφορμή αυτό το γεγονός ο Παλαμάς έγραψε το ποίημα «η φλογέρα του βασιλιά».
    Κυρίως, όμως, καταστράφηκαν αναρίθμητα έργα τέχνης. Τόσο της κλασσικής αρχαιότητας (π.χ. αγάλματα του Δία, του Απόλλωνα, των Διόσκουρων, το χάλκινο άγαλμα του Ηρακλή από τον Λύσσιπο τον Σικυώνιο, της Άρτεμης, της Ήρας, της Ελένης του Μενελάου κ.ά. που κοσμούσαν δρόμους, πλατείες και παλάτια της Βασιλεύουσας) όσο και της Ρωμαϊκής περιόδου, τα οποία κομμάτιαζαν για να αφαιρέσουν το χρυσό, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, ενώ τα κατασκευασμένα από χαλκό τα έλιωναν στα καμίνια για να κόψουν νομίσματα.
    Τα αρχαία ελληνικά χειρόγραφα καίγονταν από τους σταυροφόρους, για να ψήσουν τα κρεατικά τους!
    Οι πιο φρικτοί από όλους ήταν οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί, ενώ αντιθέτως οι Βενετοί, που ήταν εξοικειωμένοι με το Ρωμαϊκό πολιτισμό, ήταν οι πλέον φιλεύσπλαχνοι έναντι των ηττημένων: ήταν τέτοια η έκταση της καταστροφής που στο τέλος το άλλοτε περικαλλές άστυ, η Βασιλίδα των πόλεων της οικουμένης, που επί 9 αιώνες είχε συσσωρεύσει αμύθητα πλούτη, κατάντησε σκέτο κουφάρι!
    Μεθυσμένοι από τη νίκη τους οι Φραγκοδυτικοί περιγελούσαν τους νικημένους, φορούσαν με γελοίο τρόπο τα ρούχα που τούς είχαν αρπάξει, τοποθετούσαν στα κεφάλια των αλόγων τους τις καλύπτρες και τα κοσμήματα των Ρωμηών.
    Άλλοι κρατούσαν αντί για σπαθί χαρτιά, μελανοδοχεία, και βιβλία, και περιφέρονταν στους δρόμους της Πόλης, παριστάνοντας τους λογίους.
    Το πιο τραγικό από όλα ήταν, όμως, ότι ολόκληρος ο γυναικείος πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως, αδιακρίτως ηλικίας ή ιδιότητας (μοναχές), υποβλήθηκε στην τρομερή διαδικασία του βιασμού.
    Τότε ακριβώς εσφάγησαν οι περισσότεροι από τους άρρενες κατοίκους: διότι στην προσπάθειά τους οι πατεράδες και οι σύζυγοι να διαφυλάξουν την τιμή των θυγατέρων και των συζύγων έπεσαν θύματα των αποχαλινωμένων Δυτικών. Βόγκηξε η Κωνσταντινούπολη από τον ατελείωτο βιασμό. Δεν περιγράφονται τα μαρτύρια που υπέστησαν οι κάτοικοι επί τρεις συνεχείς ημέρες, διότι τους βασάνιζαν απάνθρωπα για να τους αποκαλύψουν τα μέρη όπου είχαν κρύψει χρυσά και αργυρά νομίσματα και τιμαλφή.
    Μόνο όταν κορέστηκε η δίψα τους για αρπαγή, αίμα και γενετήσιες απολαύσεις, ησύχασαν, αφού πρώτα τους τρόμαξε μια έκλειψη σελήνης.
    Κατόπιν συγκέντρωσαν όλη τη λεία και την έθεσαν υπό την φύλαξη των ευγενών.
    Γράφει κι ο Νικήτας Χωνιάτης για την Άλωση της Πόλης:
    Κι έτσι, καθένας είχε πόνο, στα στενά θρήνος και κλάματα, στα τρίστρατα οδυρμοί, στους ναούς ολοφυρμοί, φωνές των ανδρών, κραυγές των γυναικών, απαγωγές, υποδουλώσεις, τραυματισμοί και βιασμοί σωμάτων.
    (..)Το ίδιο και στις πλατείες, και δεν υπήρχε μέρος ανεξερεύνητο που να δώσει άσυλο σε αυτούς. Χριστέ μου, τι θλίψη και φόβος υπήρχαν τότε στους ανθρώπους (…)
    Τέτοιες παρανομίες έκαναν οι στρατοί από τη Δύση εναντίον της κληρονομιάς του Χριστού, χωρίς να δείξουν σε κανένα φιλανθρωπία, αλλά γυμνώνοντάς τους όλους από χρήματα και κτήματα, από σπίτια και ρούχα. (…) και το πιο σημαντικό, αυτοί που πήραν το σταυρό στους ώμους και πολλές φορές ορκίστηκαν σε αυτόν και στα θεία λόγια ότι θα περάσουν δίχως να πειράξουν τις χώρες των Χριστιανών, χωρίς να κοιτάξουν αριστερά ή να εκκλίνουν προς τα δεξιά, αλλά θα οπλιστούν κατά των Σαρακηνών και να βάψουν τα ξίφη τους με το αίμα τους.(…)
    Οι δε Σαρακηνοί δεν έκαναν έτσι, και φέρθηκαν πολύ φιλάνθρωπα και ευγενικά όταν κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Γιατί ούτε πείραξαν τις γυναίκες των Λατίνων, ούτε τον κενό τάφο του Χριστού έκαναν ομαδικό τάφο,(…) και αφήνοντας όλους να φύγουν με ένα ορισμένο αριθμό χρυσών νομισμάτων και από τον καθένα έπαιρναν μερικά πράγματα αφήνοντας τα υπόλοιπα στους κατόχους τους, ακόμα κι αν αυτά ήταν σαν την άμμο.
    Κι έτσι φέρθηκε το γένος που μάχονταν το Χριστό [σ.σ: οι Άραβες] προς τους αλλόπιστους Λατίνους, ούτε με ξίφος ούτε με φωτιά ούτε με λιμό ούτε με διωγμούς ούτε με άλλα δεινά.
    Σε εμάς όμως τα προκάλεσαν αυτά τα παραπάνω οι φιλόχριστοι και ομόδοξοι [σ.σ: οι Δυτικοί της Δ΄ Σταυροφορίας], όπως είπαμε με συντομία, αν και δεν είχαμε κάνει κάποιο αδίκημα.

    Και, βεβαίως , είναι φυσικό που οι Ρωμηοί ένοιωθαν απορία με το μέγεθος της καταστροφής, αφού, με τον πόλεμο με τους Άραβες , ουδέποτε είχαν γνωρίσει τέτοια κτηνωδία, τους φαινόταν ΑΔΙΑΝΟΗΤΟ πως άνθρωποι με πίστη στον Χριστό, ήταν δυνατόν να φέρονται έτσι.

    Και να τι λέει ο Γοδεφρείδος για τον πλούτο της Πόλης:
    Each garrisoned with his own people the castle that had been surrendered to him, and set a auard over the treasure. And the other people, spread abroad throughout the city, also gained much booty. The booty gained was so great that none could tell you the end of it: gold and silver, and vessels and precious stones, and samite, and cloth of silk, and robes vair and grey, and ermine, and every choicest thing found upon the earth. And well does Geoffry of Villehardouin the Marshal of Champagne, bear witness, that never, since the world was created, had so much booty been won in any city.

    —————————
    (apo mia sizistis stou Sarantakou)

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 31/07/2014

  17. Philip Sherrard
    Συνέντευξη του συγγραφέα και βυζαντινολόγου Philip Sherrard σε μαθήτριες του Γυμνασίου της Λίμνης Ευβοίας.

    ————————————————————

    Θα μπορούσατε, κ. Σέρραρντ, να μας δώσετε κάποια βιογραφικά σας στοιχεία;

    Βέβαια. Γεννήθηκα στην Αγγλία, στην Οξφόρδη. Η καταγωγή μου όμως είναι από την Ιρλανδία. Ξέρετε, οι Ιρλανδέζοι είναι άλλοι, αλλιώτικοι άνθρωποι από τους Εγγλέζους. Και λίγο περίεργοι, θα έλεγα. Σπουδές έκανα στα πανεπιστήμια του Καίμπριτζ και της Οξφόρδης. Ο πατέρας μου δίδασκε στην Οξφόρδη. Αργότερα, στο δεύτερο πόλεμο, ήρθα στην Ελλάδα, για πρώτη φορά. Αρχισα τότε να μελετώ την ελληνική ποίηση. Είχα μείνει για ένα διάστημα στην Αθήνα και μετά επέστρεψα στην Αγγλία, όπου δίδαξα στα πανεπιστήμια του Λονδίνου και της Οξφόρδης. Πάντα όμως αισθανόμουν πως έχω μια σχέση με την Ελλάδα… με την ιστορία, με τη θρησκεία της Ελλάδας…

    Μια ειδικότητά μου είναι η Βυζαντινολογία. Αλλά έχω ασχοληθεί και με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Μερικοί μάλιστα ποιητές, που έχουν πεθάνει τώρα, ήταν πολύ φίλοι μου: ο Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Γκάτσος… Αλλά και ο Ελύτης… και ο μουσικός, ο …Χατζιδάκις… Στα Κατούνια της Λίμνης, μένω από τριάντα χρόνια. Και τι κάνω εδώ; Δεν ξέρω (γελώντας)… Γράφω διάφορα βιβλία, για το Βυζάντιο, για την ελληνική φιλολογία, κάνω μεταφράσεις ελληνικών ποιημάτων στα αγγλικά και τώρα τελευταία γράφω κάποια βιβλία φιλοσοφικού και οικολογικού περιεχομένου, σχετικά με το «σήμερα» και τις αιτίες της καταστροφής που μας απειλεί. Φαίνεται να μην υπάρχει διέξοδος. Σήμερα, βαδίζουμε προς μια βέβαια καταστροφή. Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν γκρεμό. Και φταίμε εμείς, οι μεγάλοι, που οδηγήσαμε τον κόσμο σε αυτό το σημείο… Γι’ αυτά λοιπόν γράφω τώρα…

    Ποιους Έλληνες ποιητές έχετε μεταφράσει;

    Το πρώτο μου βιβλίο, διατριβή μου στο Πανεπιστήμιο, ήταν για τη νεότερη ελληνική ποίηση… για τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Καβάφη και τον Σεφέρη. Αργότερα, με έναν Αμερικάνο φίλο μου, τον KEELEY, μεταφράσαμε μαζί πολλά ποιήματα. Μεταφράσαμε όλα τα έργα του Καβάφη και του Σεφέρη… Μια συλλογή του Σικελιανού… Ελύτη, Γκάτσο…

    Υπάρχει κάτι σε κάποιους Έλληνες ποιητές, που σας έχει κάνει εντύπωση, ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης και παρουσίασης της φύσης;

    Μεγάλη ερώτηση. Λίγο – πολύ σε όλους υπάρχει… Προπάντων όμως στην ποίηση του Σικελιανού. Τον Σικελιανό, νομίζω, δεν τον έχετε μελετήσει αρκετά στην Ελλάδα. Περίεργο. Είναι πάρα πολύ μεγάλος ποιητής. Τότε που πρωτοήρθα στην Ελλάδα κι άρχισα να τον διαβάζω, από γαλλική μετάφραση, θυμάμαι ότι κατάλαβα μια φωνή… ότι υπάρχει μια φωνή, μέσα στη φύση. Μια φωνή που δεν υπάρχει πια στην αγγλική και γαλλική ποίηση. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση πώς αυτός ο άνθρωπος γινόταν ένα με τη φύση. Δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Δεν υπήρχε στη συνείδησή του ότι από τη μια είμαι εγώ, ο άνθρωπος, και από την άλλη η φύση, απέναντί μου. Αλλά ήταν ένα σώμα, ένα.

    Σας εντυπωσίασε η ταύτισή του με τη φύση…

    Ακριβώς. Ο ποιητής αυτός είναι το ίδιο με το βουνό, με τη θάλασσα, και ο ίδιος γίνεται φωνή όλων αυτών των πραγμάτων της φύσης. Οι αγελάδες που κατέβαιναν στην ακρογιαλιά… μοιάζουν θεοί, θεϊκές μορφές. Και ο Σεφέρης επίσης, εκεί που λέει: ο ύπνος σε τυλίγει σαν ένα δέντρο με πράσινα φύλλα… Αισθάνεσαι ότι υπάρχει μια προσωπική παρουσία μέσα στη φύση. Εντελώς προσωπική. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Αυτά δεν είναι σύμβολα. Είναι η πραγματικότητα.

    Για το ότι εγκατασταθήκατε στην Ελλάδα, υπάρχουν ιδιαίτεροι λόγοι; Η ελληνική φύση έπαιξε ρόλο;

    Ναι, έπαιξε… Αλλά είναι δύσκολο θέμα αυτό. Γενικά, κατάλαβα ότι η ζωή στην Ευρώπη, στην Αγγλία και αλλού, έχει πάρει μια στραβή στροφή. Εκείνα τα χρόνια που ήρθα στην Ελλάδα, είδα ότι ο τόπος εδώ δεν είχε μπει σ’ αυτό τον κύκλο, δεν είχε καταστραφεί από τις καινούργιες συνθήκες της ζωής, της βιομηχανοποιημένης. Στην Ελλάδα, υπήρχε κατανόηση της ζωής, της φύσης, και οι σχέσεις του ενός ανθρώπου με τον άλλον ήταν πιο γνήσιες…

    Υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά της ελληνικής φύσης που σας έχουν γοητεύσει;

    Νομίζω ότι η φύση είναι μία. Η φύση είναι… φύση. Αλλά, ίσως, μου ταιριάζει καλύτερα η φύση της Ελλάδας απότι, άλλων χωρών… Δεν ξέρω, υπάρχει κάποια διαφορά. Η φύση της Ελλάδας δεν υπάρχει αλλού ακριβώς η ίδια. Υπάρχουν όμως μέρη που μοιάζουν, όπως ξέρω, στην Ιρλανδία, στην Προβηγκία… Στην ελληνική φύση μου αρέσουν τα βουνά, η θάλασσα, το φως. Μου αρέσει η φύση της Ελλάδας. Αισθάνομαι κάποια σχέση με αυτή. Αλλά αυτή τη σχέση με τη φύση την αισθάνομαι παντού. Νομίζω όμως ότι μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς αντιμετωπίζεις τη φύση… Ανάμεσα στις αλλαγές που έχουν σήμερα γίνει, είναι και η αλλαγή στην αντιμετώπιση της φύσης, η αλλαγή στον τρόπο που βλέπουμε τη φύση. Γενικά, όλοι μας σήμερα ξεκινούμε από μια επιστημονική αντίληψη της φύσης, ότι δηλαδή είναι κάτι έξω από τον άνθρωπο, χωρίς ψυχή, ότι πρόκειται για ύλη, για κάτι σχεδόν μηχανικό, που μπορείς να το βλέπεις απέξω, που δεν έχει σχέση με τη δική σου ζωή, που δεν έχει μέσα της τη δική της ζωή, μια «συνείδηση», και μια γλώσσα, αν θέλεις…

    Αυτό σιγά-σιγά το καταλαβαίνεις. Στα δημοτικά ποιήματα, το βλέπεις, ότι το ένα βουνό μιλάει στο άλλο βουνό. Αυτό το λέμε ποιητική έκφραση. Αλλά δεν είναι ποιητική έκφραση. Λέμε ότι… κοιτάζουμε ένα δέντρο. Μήπως το δέντρο μας κοιτάζει; Δεν το σκεφτόμαστε, γιατί πιστεύουμε πως αυτό είναι ύλη, όπως μας έχει διδάξει η επιστήμη. Και τώρα η επιστήμη τι είναι; Είναι ένα πράγμα που το έχουμε φτιάξει εμείς, τώρα στα τελευταία 300 χρόνια, ένα εντελώς ψεύτικο πράγμα. Ο Σεφέρης, θυμάμαι, κάποτε σ’ ένα περίπατό μας, μου είχε πει: «Εσύ είσαι από τα μέρη της Αγγλίας, δεν θα καταλάβεις αυτά που σου λέω. Αλλά αυτό εδώ το κορμί μου το αισθάνομαι ίδιο με το κορμί του βουνού… το δέρμα μου, το ίδιο πράγμα είναι. Μα πώς να το καταλάβεις; Εγώ εδώ μπορώ να μιλάω με το δέντρο, με το βουνό… Αυτό εσείς εκεί στο βορρά δεν το καταλαβαίνετε…» Τελευταία, διάβασα κάτι που έχει γράψει ένας ασκητής του Αγίου Όρους. Κάποιος πήγε και τον ρώτησε τι στάση πρέπει να έχουμε απέναντι στη φύση. Και απαντάει αυτός ότι το ράσο του Αγίου Νεκταρίου το φιλάμε, το ασπαζόμαστε, αυτό το ρούχο που είχε φορέσει ο Αγιος Νεκτάριος. Γιατί λοιπόν να μην ασπαζόμαστε και τα φύλλα του δέντρου και το χορτάρι, που μέσα τους βρίσκεται ο Θεός;

    Βλέπουμε όμως τη φύση σαν αντικείμενο, που μπορούμε να την κάνουμε ό,τι εμείς θέλουμε. Αν όμως καταλάβουμε ότι όλα γύρω μας είναι σαν ν’ αγγίζουμε έναν άνθρωπο, τον πιο αγαπητό… Γιατί υπάρχει μια προσωπική παρουσία μέσα στη φύση. Η φύση πονάει. Αλλά δυστυχώς, όλα τα κοιτάζουμε σαν να είναι ένα σύνολο χημικών στοιχείων που δεν αισθάνονται. Πρέπει να αλλάξουμε αυτή τη νοοτροπία. Ίσως εμείς να έχουμε υψηλότερη νόηση, αλλά κι αυτά αισθάνονται και πονάνε και μας κρίνουν. Τι λέτε… αμφιβάλλετε;

    Καταλαβαίνουμε… Θα θέλαμε πάντως να διευκρινίσουμε ότι η προηγούμενη ερώτησή μας δεν προϋποθέτει μια ανθρωποκεντρική θεώρηση της φύσης. Απλώς, εννοούσαμε κάποια ξεχωριστά εξωτερικά χαρακτηριστικά του ελληνικού τοπίου…

    Ναι… Και δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι ιδιαίτερο εδώ, στους συνδυασμούς βουνού και θάλασσας. Αλλά κάθε τοπίο είναι καταπληκτικό. Βέβαια, όσοι μένουν στη φύση, δεν καταλαβαίνουν όλη τη μεγάλη χάρη που βρίσκεται μπροστά τους. Δυστυχώς, δεν καταλαβαίνουν πόσο τυχεροί είναι… Είναι το περιβάλλον, όπου ζουν κάθε μέρα, και γι’ αυτό δεν του δίνουν μεγάλη σημασία.

    Καλύτερα να τους έλειπε αρχικά;

    Όχι. Αυτό θα ήταν στέρηση. Τα παιδιά, για παράδειγμα, που γεννήθηκαν και ζουν στην Αθήνα, δεν έχουν κοινωνία με τη φύση… έχουν χωριστεί, και είναι δύσκολο να την αποκτήσουν. Και η εκπαίδευση ακόμα μας χωρίζει από τη φύση. Μας δίνει μια εικόνα πλαστή για τη φύση… ότι είναι αντικείμενο, για τις δικές μας ανάγκες, για εκμετάλλευση. Και για να αποκτήσεις την άλλη αντίληψη για τη φύση, δεν είναι εύκολο τώρα. Αυτή την αντίληψη που υπήρχε κάποτε. Όπως σε αυτό το κομμάτι της επιστολής του Σιάτλ, που είχατε στο δεύτερο τεύχος του εντύπου σας. Αυτό είναι το φυσικό.

    Φύση είμαστε και μεις οι ίδιοι…

    Ναι, μπράβο. Και νομίζω πως αυτό το καταλαβαίνουν οι γυναίκες καλύτερα από τους άντρες. Αν υπάρχει ελπίδα για τον κόσμο, υπάρχει από τις γυναίκες. Νομίζω όμως πως δεν είναι σωστό να βάζουν οι γυναίκες στόχο τη μίμηση και την κατάκτηση όλων των θέσεων που κατείχαν άντρες. Εννοώ αυτό το κίνημα, το φεμινισμό… Αλλη είναι η αντίληψη της γυναίκας. Η γυναίκα έχει το δώρο να σηκώσει το βάρος των μεγάλων αυτών προβλημάτων…

    Γενικά, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας είναι πολύ μεγάλα. Είπατε, μάλιστα, ότι «βαδίζουμε προς μια βέβαια καταστροφή…». Θα θέλατε να σχολιάσετε και την άποψη του Ντοστιογιέφσκι ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»;

    Ναι… Τι λέει όμως μετά το Ντοστογιέφσκι; Λέει ότι υπάρχει η καλή ομορφιά και η άσχημη ομορφιά. Ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι το σχολιάζει. Είναι μερικοί που βρίσκουν κάποια ομορφιά η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι όμορφη. Υπάρχει όμως και η πραγματική ομορφιά, όπως είναι η ομορφιά της φύσης. Αλλά αρκετοί μπορεί να βρίσκουν κάτι όμορφο και στην… τηλεόραση. Μετά από αυτή τη φράση του, ο Ντοστογιέφσκι συνεχίζει έτσι: Ποια ομορφιά όμως; Όχι η ψεύτικη, η διαβολική ομορφιά. Γιατί ο διάβολος μπορεί να πάρει όμορφη όψη, μα η ομορφιά του είναι … διαβολική. Έτσι, λέει. Υπάρχει η ομορφιά του θεού και η ομορφιά του διαβόλου. Πρέπει να κάνεις διάκριση ανάμεσά τους. Πώς θα κάνεις αυτή τη διάκριση, είναι άγνωστο. Το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι η φυσική ομορφιά είναι αληθινή ομορφιά, ομορφιά του θεού. Η φτιαχτή ομορφιά, αυτή που περνάει από μηχανές και τέτοια, ίσως είναι η ομορφιά του διαβόλου.

    Ο άνθρωπος όμως την έχει δημιουργήσει.

    Και βέβαια. Όταν λέμε του διαβόλου, εννοούμε του κακού. Πρόκειται για κάτι που μας φαίνεται ευχάριστο. Αλλά αυτό μόνο εξωτερικά είναι όμορφο. Έτσι, μερικοί λένε ότι ένα αυτοκίνητο είναι όμορφο, ότι έχει ομορφιά. Αλλά το αυτοκίνητο μολύνει την ατμόσφαιρα. Αυτή λοιπόν δεν είναι αληθινή ομορφιά. Είναι φτιαχτή… Η φυσική ομορφιά είναι η αληθινή. Αλλά και πράγματα που φτιάχνουν οι άνθρωποι, με τα χέρια τους…

    Και με αγάπη…

    Ναι, αυτό αποτελεί κάποια εγγύηση. Δεν είναι απόλυτη εγγύηση ότι κάτι είναι όμορφο. Η ομορφιά πρέπει να ταιριάζει με το σκοπό που έχει η ζωή.

    Η φυσική ομορφιά συχνά υμνείται και στη δημοτική μας ποίηση, αλλά συμβαίνει και το εξής περίεργο: Δίπλα στην ομορφιά παραμονεύει κάποτε και ο «χάρος». Πως το βλέπετε αυτό; Πρόκειται για μια έμφυτη απαισιοδοξία του Έλληνα ή ίσως για βαθιά και ουσιαστική βίωση της πραγματικότητας; Ας αναφέρουμε για παράδειγμα ένα δημοτικό τραγούδι:

    «Με γέλασαν μια χαραυγή,
    της άνοιξης τ’ αηδόνια,
    με γέλασαν και μου’ πανε
    πως χάρος δεν με παίρνει…
    Και βγήκα πάνω στα βουνά,
    ψηλά στα κορφοβούνια…
    βλέπω το χάρο να’ ρχεται
    στο άλογο καβάλα…
    Μη με παίρνεις χάρε, μη με παίρνεις,
    γιατί δεν με ξαναφέρνεις…».

    Κοντά στη φυσική ομορφιά είναι κι ο χάρος, κοντά στ’ αηδόνια και στα κορφοβούνια.

    Βέβαια, ο χάρος είναι μέσα στη ζωή. Δεν είναι; Πώς να τον βγάλεις έξω από τη ζωή; Πώς να μην υπάρχει; Υπάρχει η ομορφιά, υπάρχει και ο χάρος. Και πώς το ένα να μην έχει σχέση με τον άλλο; Όλα όσα γεννιούνται στη γη, ζουν για ένα διάστημα. Όπως αυτό το δέντρο, αυτή η ελιά μπροστά μας. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Και δε σημαίνει πως αυτό το δέντρο δεν έχει την ομορφιά του. Ούτε πως η ομορφιά δεν έχει νόημα, επειδή μια μέρα θα πεθάνουμε.

    Το θεωρείτε όμως τόσο φυσιολογικό, όταν ένας άνθρωπος, μέσα στην ομορφιά της φύσης, σκέφτεται το θάνατο; Για την ακρίβεια, όχι ένας άνθρωπος, αλλά ένας λαός, αφού πρόκειται για δημοτική ποίηση.

    Έτσι νομίζω, ναι. Γιατί όταν ένας λαός δεν σκέφτεται το θάνατο, δεν σκέφτεται πολύ και τη ζωή. Οι άνθρωποι, οι λαοί, που σκέφτονται και το θάνατο, ζουν πιο έντονα από αυτούς που δεν έχουν την ιδέα του θανάτου μέσα τους. Δεν είναι απαισιοδοξία αυτό. Σε άλλα μέρη, όπως στην Αμερική ή στην Αγγλία, που κρύβουν το θάνατο, έχουν ξεχάσει και πώς να ζήσουνε. Δεν καταλαβαίνουν, νομίζουν θα είμαστε εδώ για πάντα. Ενώ στην Ελλάδα ακόμα διατηρείται και το έθιμο να βλέπεις τον πεθαμένο στην κηδεία, να δεις ότι αυτός ο άνθρωπος έχει πεθάνει. Στην Αμερική και στην Αγγλία τον σκεπάζουν…

    Πιστεύετε λοιπόν ότι οι Έλληνες είναι ένας λαός που δεν πετάει στα σύννεφα, αλλά είναι προσγειωμένος στην πραγματικότητα;

    Ναι, ήτανε και είναι. Πολύ σωστή ερώτηση. Οι Έλληνες είναι πιο πολύ ριζωμένοι στη ζωή και αφού ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής, δεν τον βγάζουν έξω από τη ζωή. Μέσα στη ζωή, και τον αντιμετωπίζουν… Είναι περίεργο, μυστήριο πράγμα. Αλλά όσο πιο ζωντανή είναι η επαφή με το θάνατο, τόσο πιο ζωντανή είναι και η επαφή με τη ζωή… Καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμο είναι να ζεις, τι πολύτιμο πράγμα είναι η ζωή. Ενώ αν χάνεις την επαφή με το θάνατο, τότε παίρνεις τη ζωή σαν κάτι χωρίς μεγάλη σημασία. Και όσο προσπαθούμε να αποκλείσουμε το θάνατο από τη ζωή, τόσο χάνουμε την επαφή με τη ζωή. Χάνουμε την επαφή και με τον εαυτό μας…

    Δεν βλέπετε λοιπόν απαισιοδοξία.

    Καθόλου. Είναι η πραγματικότητα. Πρέπει να ψάξεις να βρεις τι νόημα έχει κι ο θάνατος. Αυτό που βλέπουμε, σε λίγο δεν θα το βλέπουμε. Και η ευλογία είναι που το βλέπουμε τώρα…

    Όταν όμως σκεφτόμαστε το θάνατο, δεν χάνουμε τότε την ομορφιά;

    Μα όταν πας να χάσεις κάτι, τότε το εκτιμάς περισσότερο.

    Ας πάμε στον Όμηρο, σε ένα θέμα σχετικό με το φως – ήλιο. Στην Ιλιάδα (Ρ 647) υπάρχει η φράση «εν φάει και όλεσσον» (=στο φως, και ας μας καταστρέψεις), που λέει ο Αίας στο Δία, όταν ο Δίας, κατά την εξέλιξη της μάχης, σκοτείνιασε τον ουρανό, πενθώντας για το θάνατο του Πατρόκλου. Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό τον μάλλον παράδοξο λόγο του Αίαντα; Νομίζετε ότι μπορεί να συνδεθεί με μια παθιασμένη λατρεία του ήλιου, όπως ίσως συμβαίνει και στην ποίηση του Ελύτη;

    Και στην ποίηση του Σεφέρη. Ο ήλιος όμως σημαίνει μόνο τον ήλιο; Γιατί και στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη λέει ότι κι ο Θεός είναι Λόγος και Φως, που φωτίζει τον άνθρωπο. Λοιπόν, το φως είναι μόνο το φυσικό φως; Και ο Σεφέρης, όταν μεταχειρίζεται τη λέξη, είναι λίγο αμφίβολη η σημασία της. Και ο Γκαίτε, όταν πέθαινε, είπε: Περισσότερο φως!Αυτό δεν σημαίνει πως ήθελε να δει τον ήλιο περισσότερο. Ήθελε περισσότερο φως. Φως, είναι μια μεταφυσική έννοια… και ο ήλιος ενσαρκώνει αυτή την έννοια μέσα στον κόσμο. Ο Όμηρος είναι τυφλός, αλλά μέσα του έχει ένα φως καταπληκτικό.

    Και μήπως τελικά η Μούσα είναι το φως του Ομήρου, ώστε να μη χρειάζεται και τα μάτια του για να βλέπει;

    Μπορεί, ναι. Και ο Milton, ο πολύ μεγάλος Αγγλος ποιητής, ήταν κι αυτός τυφλός. Αλλά μιλάει για το φως με καταπληκτικό τρόπο. Τελικά, δεν ξέρω αν ο Όμηρος εννοεί το φως της ημέρας. Ίσως εννοεί ένα άλλο φως, που μπορείς να το δεις ακόμα κι αν είσαι τυφλός.

    Ίσως ο Όμηρος σ’ αυτό το στίχο να εκφράζει και τη δική του επιθυμία να δει.

    Το παράδοξο είναι ότι η αξία του φωτός μπαίνει πάνω από την αξία της ζωής. Θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί «σουρρεαλιστική» αντιμετώπιση της ζωής;

    Όχι σουρρεαλιστική. Πνευματική, θα έλεγα. Σουρρεαλισμός σημαίνει πάνω από το ρεαλισμό. Στην πραγματικότητα όμως, αυτό είναι ο ρεαλισμός… Πού λέει κι ο Σεφέρης για το φως; Ναι, στην «Κίχλη» λέει: «το φως πίσω από τον ήλιο». Τι εννοεί όταν λέει «το φως πίσω από τον ήλιο»; Είναι κάτι άλλο. Κάπου μιλάει και για μαύρο φως.

    Ίσως αυτό πάει στο συμβολισμό. Αλλά τον Αίαντα, ενώ κινδυνεύει η ζωή του στη μάχη, τον πειράζει που χάθηκε το φως και φωνάζει: φως και να πεθάνω!

    Προφανώς, ζητώντας φως, ζητούσε να «καταλάβει»…

    Δε θα θέλαμε να σας κουράσουμε περισσότερο κ. Sherrard. Μήπως εσείς θέλετε κάτι να προσθέσετε;

    Δεν με κουράζετε καθόλου. Εγώ μήπως σας κουράζω… (γελώντας). Σκέφτομαι, είναι περίεργο, σ’ αυτά τα 14 χρόνια σας να καταλάβετε. Πώς να σας περιγράψω τα πράγματα, όπως όταν ήμουν εγώ παιδί; Γίνεται αυτό; Όλα έχουν αλλάξει τόσο πολύ. Πώς να το εξηγήσω… Θυμάμαι που μου έλεγε ο Σεφέρης: «Τότε που ήμουν παιδί -στη Μικρασία γεννήθηκε- όλα εκείνα τα έθιμα που είχαμε, φτάναν ως τον Όμηρο… και καταλαβαίναμε τη ζωή με τον τρόπο που την καταλάβαινε ο Όμηρος». Τώρα λοιπόν στα τελευταία χρόνια όλα άλλαξαν. Λένε πως ο κόσμος δεν μπορεί να κρατηθεί πέρα από 20-40 χρόνια. Δεν μπορεί. Θα καταστραφεί. Είναι η αλήθεια, κινδυνεύει ο κόσμος. Είναι ζήτημα αν θα υπάρχει σε 30-40 χρόνια, δεν ξέρω. Κινδυνεύει ο κόσμος. Και πρέπει να τα πούμε αυτά τα πράγματα…

    ! Ο Philip Sherrard ήταν βυζαντρινολόγος και συγγραφέας. Πέθανε στις 30/5/1995. Τη συνέντευξη πήραν στις 25 Μαρτίου 1993 οι μαθήτριες της τότε Β΄ τάξης Γυμνασίου Λίμνης: Σοφία Παπακωνσταντοπούλου, Ελένη Στάμου, Μαρία Κουρέλη και τις συνόδευε ο καθηγητής τους Δημήτρης Μπαρσάκης. Δημοσιεύθηκε στην μαθητική εφημερίδα Προσωπική ευθύνη. Πρώτη ανάρτηση στον ιστοχώρο Σερβιτόρος της Εύβοιας ο οποίος ανέστηλε την λειτουργία του μετά από 12 χρόνια τον Φεβρουάριο του 2011.

    http://www.ideotopos.gr/posts/interviews/547-philip-sherrard.html?ct=t(ideotopos_anartiseis_1707137_16_2013)

    Σχόλιο από F | 01/09/2014

  18. Οι Τρεις Ιεράρχες και η συνάντηση Χριστιανισμού κι Ελληνισμού*
    Δημοσιεύθηκε : Πέμπτη, 29 Ιανουάριος 2015 08:30 | Εμφανίσεις: 57
    π. Δημήτρης Μπαθρέλλος

    Συγκεντρωθήκαμε απόψε στο χώρο αυτό, για να τιμήσουμε τη μνήμη των τριών Ιεραρχών: του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, των ανθρώπων δηλαδή εκείνων οι οποίοι δικαιολογημένα θεωρούνται ως οι προστάτες της παιδείας, ή, πιο συγκεκριμένα, των ελληνικών και χριστιανικών γραμμάτων. Ο αποψινός εορτασμός οφείλεται στη βαθύτατη επίδρασή των τριών Ιεραρχών στην παιδεία, και γενικότερα στην πνευματική πορεία του ελληνισμού και του χριστιανισμού. Το ότι όμως τους εορτάζουμε και τους τιμάμε, και μάλιστα με τόσο μεγάλη λαμπρότητα, φανερώνει και τη δική μας πίστη σε δύο πράγματα. Πρώτον στην αξία της παιδείας, όχι μόνο, ή ενδεχομένως, όχι τόσο ως απόκτησης χρήσιμων για την επαγγελματική και οικονομική μας αποκατάσταση τεχνικών δεξιοτήτων, αλλά και ως καλλιέργειας του όλου ανθρώπινου προσώπου. Της παιδείας την οποία υπηρετούν οι εκπαιδευτικοί μας, και προς την οποία δικαιολογημένα προσανατολίζονται οι ελπίδες μας για το μέλλον. Δεύτερον, ο αποψινός εορτασμός φανερώνει την πεποίθησή μας πώς ο συνδυασμός ελληνικής παιδείας και χριστιανικής πίστης που πραγματοποίησαν οι τρεις Ιεράρχες αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη και για τη σύγχρονη εποχή.
    Σε τι όμως, πιο συγκεκριμένα, συνίσταται η συμβολή των τριών Ιεραρχών; Ποια είναι η σημασία της όχι μόνο για την Ελλάδα του χθες, αλλά και για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, όπως επίσης και για ολόκληρη την σημερινή ανθρωπότητα; Το ερώτημα αυτό είναι καίριο, διότι, εάν η μελέτη της ζωής και του έργου των τριών Ιεραρχών έχει κάποια αξία και για μάς σήμερα, δεν είναι επειδή θα μάς ικανοποιήσει ενδεχομένως κάποια ιστορική περιέργεια σχετικά με το παρελθόν μας, αλλά επειδή μπορεί, και στη σημερινή εποχή, να μάς διευκολύνει στο να κατανοήσουμε καλύτερα το Θεό, τον κόσμο και τον ίδιο τον εαυτό μας, και να πάρουμε κάποια χρήσιμα μηνύματα για το μέλλον μας.
    Στην αποψινή ομιλία μου δεν πρόκειται να αναφερθώ με λεπτομέρειες στη ζωή και το έργο των τριών Ιεραρχών. Πληροφορίες για το θέμα αυτό μπορεί εύκολα να αντλήσει ο καθένας μας ανατρέχοντας σε κάποιο βιβλίο βυζαντινής ιστορίας ή ακόμα και σε κάποια εγκυκλοπαίδεια. Θα ήθελα αντιθέτως να εστιάσω την προσοχή μας στη συμβολή των τριών Ιεραρχών όσον αφορά την πραγματικά κοσμοιστορική συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, μια συνάντηση που σε μεγάλο βαθμό πραγματοποιήθηκε αλλά και ωρίμασε στην εποχή τους, δηλαδή στον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα, και η οποία καθορίζει την ιστορία μας και τη ζωή μας μέχρι και σήμερα.

    Ο χριστιανισμός, όπως γνωρίζουμε, προήλθε από την πολιτιστική και θρησκευτική μήτρα του ιουδαισμού. Ο Χριστός ήταν ο Μεσσίας για τον οποίο είχαν μιλήσει οι προφήτες, αυτός τον οποίον ανέμενε επί αιώνες ο λαός της Παλαιάς Διαθήκης ως σωτήρα και λυτρωτή. Μετά το θάνατο του Χριστού, την Ανάστασή του και την Πεντηκοστή, η πρώτη χριστιανική Εκκλησία συγκροτείται στην πόλη των Ιεροσολύμων και αποτελείται από εξ ιουδαίων χριστιανούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να πηγαίνουν στις Ιουδαικές συναγωγές, και να λατρεύουν το Θεό στον ιουδαικό Ναό των Ιεροσολύμων. Ήδη βέβαια, όπως γνωρίζουμε, πολύ πριν από τη γέννηση του Χριστού ο ιουδαισμός είχε έρθει σε επαφή με τον ελληνισμό – να θυμίσω σχετικά την περίφημη μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης στα ελληνικά τον τρίτο αιώνα προ Χριστού, η οποία είναι γνωστή ως η μετάφραση των εβδομήκοντα, και η οποία παραμένει ως σήμερα το επίσημο κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ωστόσο, παρά τις ιουδαικές του καταβολές, ο χριστιανισμός επρόκειτο πολύ σύντομα να βγει από τα στενά όρια του Ιουδαισμού και να απευθυνθεί σε ολόκληρη την οικουμένη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η χριστιανική πίστη ήταν κάτι το καινούργιο, που είχε από την αφετηρία του, παγκόσμια, οικουμενική προοπτική. Ο Θεός των χριστιανών είναι Θεός όλων των ανθρώπων, θέλει, όπως μάς λέει το ευαγγέλιο, όλοι οι άνθρωποι να σωθούν και να έλθουν στην επίγνωση της αλήθειας. Ο ίδιος ο Χριστός, μετά την Ανάστασή του, είπε στους αποστόλους του, ‘πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα κηρύξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει’, πηγαίνετε να κηρύξετε το Ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον κόσμο. Πιστοί στην εντολή του Χριστού, οι πρώτοι μαθητές του πολύ σύντομα μετέφεραν το χριστιανικό μήνυμα έξω από τα εθνικά, θρησκευτικά, και γεωγραφικά όρια του ιουδαισμού. Για λόγους όμως που είναι γνωστοί μόνο στην πρόνοια του Θεού, η χριστιανική πίστη δεν εξαπλώθηκε ιδιαίτερα, για παράδειγμα, στη νότια Αφρική ή την ανατολική Ασία. Αντιθέτως, ήδη από τις πρώτες μεταχριστιανικές δεκαετίες, η χριστιανική Εκκλησία εξαπλώνεται με ιδιαίτερη επιτυχία στον λεγόμενο Ελληνορωμαικό κόσμο. Στον κόσμο αυτό η ελληνική γλώσσα, φιλοσοφία, τέχνη, και θρησκευτικότητα ήταν κυρίαρχες. Ο χριστιανισμός επρόκειτο να συναντήσει τον ελληνισμό, μέσα από μια συνάντηση σωτήρια για τον δεύτερο και γόνιμη για τον πρώτο.
    Οι τρεις πρώτοι βέβαια χριστιανικοί αιώνες ήταν αιώνες αργής και μαρτυρικής ανάπτυξης της χριστιανικής Εκκλησίας, την οποία συγκλόνιζαν κατά καιρούς τοπικοί ή γενικότεροι διωγμοί. Αυτοί ήταν οι αιώνες όχι τόσο της θεολογικής μαρτυρίας όσο του χριστιανικού μαρτυρίου, της μέχρι θανάτου δηλαδή πιστότητας στην ευαγγελική αλήθεια. Από τον τέταρτο όμως αιώνα και μετά, καθώς ο χριστιανισμός καταρχάς νομιμοποιείται και στη συνέχεια μετατρέπεται σε επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας, ο ελληνισμός και ο χριστιανισμός, τα δύο αυτά κορυφαία πολιτιστικά και θρησκευτικά ρεύματα της εποχής, έρχονται σε στενότερη επικοινωνία, και μάλιστα μέσα σε ένα κόσμο εθνικής, πολιτιστικής, γλωσσικής, και θρησκευτικής πανσπερμίας, ο οποίος δεν διαφέρει ίσως από την άποψη αυτή και τόσο πολύ από τον δικό μας.

    Έχουν διατυπωθεί τρεις βασικές θεωρίες σχετικά με τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού και τα αποτελέσματά της. Η πρώτη είναι γνωστή ως ‘εξελληνισμός του χριστιανισμού’, και η πατρότητά της ανήκει στον Αντολφ φον Χάρνακ, τον μεγαλύτερο Γερμανό Εκκλησιαστικό Ιστορικό του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, μέσα από τη συνάντησή του με τον ελληνισμό, ο χριστιανισμός αλλοτριώθηκε, υποτάχθηκε σε ελληνικές φιλοσοφικές και θρησκευτικές κατηγορίες σκέψης και πράξης, και έχασε την αυθεντικότητά του. Θα πρέπει κατά συνέπεια ο χριστιανισμός, έστω και τώρα, να απαλλαγεί από τις επιδράσεις αυτές, και να ανακαλύψει το ‘απλό Ευαγγέλιο’ που κατά τη γνώμη του Χάρνακ κήρυξε ο Ιησούς Χριστός.
    Η θεωρία αυτή, παρά τον εσφαλμένο χαρακτήρα της και τις ακρότητές της, μάς επισημαίνει δύο σημαντικά πράγματα. Πρώτον τους τεράστιους κινδύνους που συνεπαγόταν για το χριστιανισμό η συνάντηση με ένα τόσο βαρυσήμαντο πολιτιστικό μέγεθος όπως ο ελληνισμός. Αρκεί να θυμίσουμε εδώ ότι πολλές χριστιανικές αιρέσεις οφείλονταν σε αρνητικές επιδράσεις της ελληνικής φιλοσοφίας. Δεύτερον, η θεωρία αυτή μάς βοηθά να συνειδητοποιήσουμε το πόσο βαθιά ‘ελληνικός’ έγινε ο χριστιανισμός. Ελληνικός όχι με την αρνητική έννοια της νόθευσης του χριστιανικού μηνύματος, όπως υποστήριξε ο Χάρνακ, αλλά με την έννοια της χρησιμοποίησης πολλών ελληνικών πολιτιστικών στοιχείων για την έκφραση και τη διάδοσή του. Πράγματι, οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν και γράφουν στη γλώσσα της εποχής, δηλαδή την ελληνική, γνωρίζουν και χρησιμοποιούν την ελληνική φιλοσοφία και ορολογία για να διατυπώσουν τα χριστιανικά δόγματα, διαπρέπουν ως εκκλησιαστικοί ρήτορες χάρις στην άρτια εκπαίδευσή τους στην ελληνική ρητορική, δίνουν σε αρχαιοελληνικές εορτές καινούργιο χριστιανικό περιεχόμενο, αξιοποιούν την αρχαιοελληνική τέχνη. Οι μεγάλοι Πατέρες δεν κινήθηκαν μέσα σε ένα θρησκευτικό γκέτο, ούτε ενδιαφέρονταν να συγκροτήσουν μια φυγόκοσμη κλειστή χριστιανική σέκτα. Γνώριζαν και ζούσαν τον κόσμο ο οποίος τους περιέβαλε. Χρησιμοποίησαν τη βαθύτατη ελληνική τους παιδεία για να απευθυνθούν, όχι μόνο στους απλούς ανθρώπους, αλλά και στα μεγαλύτερα και πιο ανοιχτά και προοδευτικά πνεύματα της εποχής τους.

    Η δεύτερη θεωρία σχετικά με τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού υποστηρίζει ότι τον τέταρτο μετά Χριστόν αιώνα πραγματοποιήθηκε ένα είδος εναρμόνισης, δηλαδή λίγο πολύ αρμονικής σύνθεσης μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών. Η θεωρία αυτή μάς είναι αρκετά γνωστή και οικεία. Η αδυναμία της βρίσκεται κυρίως στο ότι παραβλέπει και αποσιωπά το γεγονός ότι μεταξύ ελληνισμού και χριστιανισμού δεν υπήρχαν μόνο συνθέσιμα στοιχεία αλλά και αγεφύρωτες αντιθέσεις. Στην πραγματικότητα, μεταξύ τους δεν υπήρξε μόνο σύνθεση αλλά και αντίθεση.
    Και η θεωρία όμως αυτή, παρά τις αδυναμίες της, μάς βοηθά να καταλάβουμε κάτι πολύ σημαντικό για τον τρόπο με τον οποίο ο χριστιανισμός προσέγγισε τον ελληνισμό. Ο τρόπος αυτός χαρακτηριζόταν από μια διάθεση πρόσληψης των όποιων θετικών στοιχείων του ελληνισμού. Είναι γνωστό ότι στο κλασσικό έργο του Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων, ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει τους νέους να προσεγγίζουν την κλασσική ελληνική παιδεία όπως οι μέλισσες τα λουλούδια. Οι μέλισσες παίρνουν από τα άνθη το νέκταρ ενώ αφήνουν παράμερα ό,τι άχρηστο και βλαβερό. Το ίδιο θα πρέπει λοιπόν να κάνουν και όσοι προσεγγίζουν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Η διαδικασία αυτή δεν είναι εύκολη, ούτε ενδεχομένως ακίνδυνη, προυποθέτει όμως την πεποίθηση ότι μπορεί κανείς να αντλήσει ωφέλιμα στοιχεία από την ελληνική παιδεία, αλλά κατ’ επέκταση και από κάθε πνευματικό και πολιτιστικό μέγεθος. Ο χριστιανισμός ήταν και πρέπει να παραμείνει ανοιχτός προς κάθε τι θετικό, έστω και αν αυτό προέρχεται από χώρους, φαινομενικά τουλάχιστον, ξένους προς αυτόν.

    Η τρίτη σχετική θεωρία έχει ερμηνεύσει τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού ως ‘εκχριστιανισμό του ελληνισμού’ – η φράση ανήκει σε ένα μεγάλο ορθόδοξο θεολόγο του 20ου αιώνα, τον αείμνηστο πατέρα Γεώργιο Φλωρόφσκυ. Σύμφωνα με τον Φλωρόφσκυ, ο ελληνισμός, μέσα από τη συνάντησή του με τον χριστιανισμό, αναθεώρησε αρκετές από τις αρχές του, και μεταμορφώθηκε, ασπαζόμενος τη χριστιανική πίστη. Αυτή η θεωρία νομίζω ότι εκφράζει με επιτυχία την καλή αλλοίωση που υπέστη ο ελληνισμός μέσα από το βάπτισμά του στη χριστιανική πίστη και ζωή.

    Στο σημείο αυτό όμως τίθεται το ερώτημα, σε τί ακριβώς διέφερε ο ελληνισμός από τον χριστιανισμό; Τι το καινούργιο και προφανώς συγκλονιστικό κόμισε ο χριστιανισμός στους Έλληνες, ώστε αυτοί να αποφασίσουν να γίνουν χριστιανοί; Στα πλαίσια της αποψινής ομιλίας, θα περιοριστώ σε τρία μόνο βασικά σημεία της χριστιανικής διδασκαλίας: τη θεολογία, τη διδασκαλία δηλαδή για το Θεό, την κοσμολογία, τη διδασκαλία δηλαδή για τον φυσικό κόσμο, και την ανθρωπολογία, τη διδασκαλία δηλαδή για τον άνθρωπο.

    Ξεκινώ λοιπόν με τη θεολογία.

    Η αρχαία ελληνική θρησκεία είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορούμε να παρουσιάσουμε στα περιορισμένα πλαίσια της ομιλίας μας χωρίς τον κίνδυνο να περιπέσουμε σε απαράδεκτες γενικεύσεις. Δεν θα ήταν όμως άστοχο, νομίζω, να κάνουμε μια βασική διάκριση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής λαικής θρησκευτικής πίστης, της πίστης λόγου χάρη στο ολυμπιακό δωδεκάθεο από τη μια μεριά, και από την άλλη μιας πιο ραφιναρισμένης θρησκευτικής και φιλοσοφικής αντίληψης, όπως αυτή που συναντάμε για παράδειγμα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Δεν θα αναφερθώ στην πρώτη, την πολυθειστική δηλαδή μορφή της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, διότι οι αδυναμίες της είναι νομίζω εμφανείς. Αρκεί να θυμίσω ότι πολλοί από τους ίδιους τους Έλληνες, ήδη προ του χριστιανισμού και ανεξάρτητα από αυτόν, είχαν ασκήσει σ’ αυτή την πολυθειστική θρησκεία σκληρή κριτική, ενώ κάποιοι άλλοι είχαν καταφύγει ευρύτατα στην αλληγορική ερμηνεία των ιστοριών από τη ζωή των αρχαίων ελληνικών ‘θεών’, στην προσπάθειά τους να διασώσουν το κύρος και την αξιοπρέπειά τους. Τί γίνεται όμως με τον αρχαιοελληνικό φιλοσοφικό μονοθεισμό; Σε τι διαφέρει ο Θεός του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη από τον χριστιανικό Θεό;
    Για να το καταλάβουμε αυτό θα πρέπει ίσως να φέρουμε στο νού μας το γνωστό σε όλους μας απολυτίκιο των τριών Ιεραρχών. Με τη φράση ‘τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος’, το απολυτίκιο μάς θυμίζει τη συμβολή των μεγάλων αυτών πατέρων στη διαμόρφωση του δόγματος της Αγίας Τριάδος. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό, ο Θεός είναι ένας, αλλά ταυτόχρονα και τριαδικός, Πατέρας, Υιός, και Άγιο Πνεύμα. Σε τι διαφέρει αυτός ο Τριαδικός Θεός από το Θεό της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας;
    Δεν θα ήταν, νομίζω, υπερβολή να πούμε ότι ο θεός και του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη ήταν ένας θεός απρόσωπος και μόνος. Ο μεν θεός του Πλάτωνα ήταν λίγο πολύ ταυτόσημος με την ιδέα του αγαθού, ο δε θεός του Αριστοτέλη προσδιορίζεται ως ‘το πρώτο κινούν ακίνητο’ και ως ‘νόησις νοήσεως’, ένας θεός δηλαδή που δεν έχει ιδιαίτερη επικοινωνία με τον κόσμο, ένας θεός μάλλον απασχολημένος με τον εαυτό του, ένας θεός προς τον οποίο στρέφονται οι άλλοι, χωρίς όμως αυτός να στρέφεται προς κανέναν άλλο εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Αντιθέτως, ο Χριστιανικός Θεός είναι προσωπικός και Τριαδικός. Ο Θεός Πατέρας γεννάει τον Υιό και εκπορεύει το Άγιο Πνεύμα ‘αχρόνως και αγαπητικώς’. Ο χριστιανικός Θεός δεν είναι μια ψυχρή και απρόσωπη μονάδα, αλλά μία τριάδα προσώπων που βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέσεις αγαπητικής κοινωνίας.
    Το γεγονός ότι στο χριστιανικό Θεό έχουμε τρία πρόσωπα δεν σημαίνει ότι ο Θεός αυτός παύει να είναι ένας Θεός. Αλλά και η ενότητα του χριστιανικού Θεού δεν καταργεί την ύπαρξη και τη διαφορετικότητα των τριών προσώπων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, στο Χριστιανικό Θεό, ενότητα και διαφορετικότητα των προσώπων, αγάπη και ελευθερία, συνυπάρχουν. Ο Τριαδικός Θεός μάς αποκαλύπτει ότι η αγάπη σέβεται την προσωπική ετερότητα, αλλά και ότι η προσωπική ετερότητα με τη σειρά της δεν αντιμάχεται την ενότητα και την αγάπη.
    Ο Χριστιανικός λοιπόν Θεός είναι Θεός προσωπικός, Θεός ελευθερίας αλλά και αγάπης. Και είναι αυτή ακριβώς η αγάπη του Θεού που στη συνέχεια στρέφεται προς τον κόσμο και προς τον άνθρωπο. Αλλά αυτό μάς φέρνει στο δεύτερο κρίσιμο σταυροδρόμι της συνάντησης ελληνισμού και χριστιανισμού, που έχει να κάνει με το δόγμα της δημιουργίας του κόσμου.

    Η αρχαία ελληνική σκέψη και ζωή ήταν σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένη προς το φυσικό κόσμο. Η παρατήρηση του κόσμου και ο θαυμασμός γι’ αυτόν αποτελούσαν βασικό συστατικό του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι Έλληνες γενικά θεωρούσαν ότι όλα μέσα στο σύμπαν βρίσκονταν σε θαυμαστή αρμονία, την οποία ενέπνεε και συγκροτούσε κάποιος λόγος, κάποια δηλαδή δύναμη που γινόταν κατανοητή άλλοτε ως δύναμη θεική, άλλοτε ως δύναμη κοσμική, και άλλοτε πάλι ως δύναμη θεική και κοσμική ταυτόχρονα. Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι στην αρχαία ελληνική σκέψη ακόμη και ο θεός αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο μέρος, τμήμα αυτής της κοσμικής συμπαντικής ενότητας. Θεός και κόσμος εκλαμβάνονται ως περίπου ισότιμοι. Για παράδειγμα ο κόσμος υπάρχει προαιωνίως, όπως και ο Θεός. Ο θεός–δημιουργός που εμφανίζεται, λόγου χάρη, στον Τίμαιο του Πλάτωνα, δεν δημιουργεί στην πραγματικότητα τον κόσμο, αλλά απλώς τον μορφοποιεί με βάση αφενός προυπάρχουσα ύλη και αφετέρου προυπάρχουσες ιδέες. Έτσι ο Θεός δεν είναι ανεξάρτητος και ελεύθερος από τον κόσμο, αλλά κατά κάποιο τρόπο δεσμευμένος από την πρώτη ύλη του κόσμου και από τις ιδεατές του μορφές, οι οποίες υπάρχουν ανεξάρτητα από τη θέληση και την αγάπη του Θεού.
    Αντίθετα, οι τρεις Ιεράρχες τονίζουν τη βιβλική διδασκαλία ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από το μηδέν, δηλαδή από το τίποτα, από το μη ον. Αυτή η φαινομενικά απλή ίσως παρατήρηση εμπερικλείει δύο πολύ μεγάλες αλήθειες. Πρώτον επισημαίνει την απόλυτη ελευθερία του Θεού. Ο Θεός δεν εξαρτάται από τον κόσμο. Είναι πραγματικά Θεός, δηλαδή απόλυτα ελεύθερος και απόλυτα παντοδύναμος. Εκφράζει όμως την ελευθερία και την παντοδυναμία του ως αγάπη. Δημιουργεί τον κόσμο και τον άνθρωπο από αγάπη. Δημιουργεί για να κάνει τον άνθρωπο κοινωνό της δικής του ζωής, της δικής του αγάπης, ευτυχίας και ελευθερίας. Και όχι μόνο δημιουργεί, αλλά και φροντίζει διαρκώς τον κόσμο και ιδιαίτερα τον άνθρωπο, τον οποίο θεωρεί πάντοτε παιδί του, ακόμη και όταν αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αγάπη του.

    Η διαφοροποίηση της βιβλικής σκέψης των τριών Ιεραρχών από την αρχαιοελληνική κοσμολογία έχει βαθύτατα υπαρξιακό χαρακτήρα. Η ύπαρξη για το χριστιανισμό δεν είναι προιόν ανάγκης αλλά δώρο αγάπης και ελευθερίας. Ο κόσμος υπάρχει, όχι διότι δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αλλά διότι κάποιος τον έφερε στην ύπαρξη ελεύθερα και αγαπητικά. Όλοι εμείς υπάρχουμε επειδή μάς αγαπά ο Θεός. Και εφόσον η ύπαρξη είναι δωρεά, οδηγεί σε ευχαριστία. Δεν είναι τυχαίο που το κεντρικό μυστήριο της Εκκλησίας μας, το οποίο τελούμε σε κάθε Θεία Λειτουργία, είναι ακριβώς το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στίς ευχές της Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τις οποίες μέχρι σήμερα τελούμε στις Εκκλησίες μας, ευχαριστούμε το Θεό γιατί μάς έφερε στη ζωή. Σε μία από αυτές τις ευχές, απευθυνόμενος προς το Θεό, ο Χρυσόστομος γράφει:, ‘Συ γαρ εξ ουκ όντων εις το είναι ημάς παρήγαγες, και παραπεσόντας ανέστησας πάλιν, και ουκ απέστης πάντα ποιών, έως ημάς εις τον ουρανόν ανήγαγες και την βασιλείαν σου εχαρίσω την μέλλουσαν.’ Διότι εσύ από την ανυπαρξία μάς έφερες στην ύπαρξη, και όταν πέσαμε λόγω της αμαρτίας, πάλι μάς σήκωσες, και δεν απομακρύνθηκες από κοντά μας, κάνοντας τα πάντα, έως ότου μάς ανέβασες στον ουρανό και μάς χάρισες τη μελλοντική σου βασιλεία’. Αυτή η ευχή ευχαριστεί το Θεό, όχι μόνο διότι μάς έφερε στην ύπαρξη από το μη ον, αλλά και διότι, παρά τα δικά μας λάθη, εκείνος δεν έπαψε, και δεν παύει ποτέ να μάς αγαπά, και να κάνει τα πάντα για τη σωτηρία μας. Το γεγονός ότι η ύπαρξη του κόσμου οφείλεται στην αγάπη του Θεού, μάς βοηθά να καταλάβουμε ότι η ζωή μας δεν κυβερνάται από τις τυφλές και απρόσωπες δυνάμεις της τύχης, της ειμαρμένης, του κακού, του παραλόγου, ή ακόμα και των φυσικών νόμων, αλλά εξαρτάται πρωτίστως από την πρόνοια του Θεού. Το κακό και το παράλογο υπάρχουν, αλλά τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο δεν τον έχουν εκείνα, τον έχει η αγάπη του Θεού.

    Με τις παραπάνω όμως παρατηρήσεις έχουμε ήδη οδηγηθεί στο τρίτο κομβικό σημείο συνάντησης ελληνισμού και χριστιανισμού, το οποίο έχει να κάνει με τον ίδιο τον άνθρωπο. Σύμφωνα με τη βιβλική και πατερική θεολογία, κάθε άνθρωπος, ο καθένας από μάς, είναι όχι απλώς σημαντικότερος από ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και εικόνα του ίδιου του Θεού. Είναι προικισμένος με δύο βασικά ιδιώματα του Θεού, στα οποία ήδη αναφερθήκαμε, δηλαδή την ελευθερία και την αγάπη, αλλά έχει επίσης και τη σπουδαία δυνατότητα να γίνει όμοιος με το Θεό. Η ομοίωση με το Θεό δεν σημαίνει βέβαια την υποτίμηση ή την εξαφάνιση του ανθρώπου, αλλά, αντιθέτως, τη σωτηρία του, μέσα από την ένωσή του με το Θεό. Σημαίνει στην πραγματικότητα την αξιοποίηση όλων των ανθρωπίνων χαρισμάτων στον ύψιστο δυνατό βαθμό, σημαίνει τη μεγαλύτερη δυνατή κατάφαση της ανθρώπινης αξίας και της ανθρώπινης ζωής.

    Σύμφωνα όμως με τη χριστιανική διδασκαλία, ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο και με ένα ακόμα δώρο, το δώρο της αθανασίας. Πράγματι, δεν θα είχε νόημα αυτή η ζωή, αν όλα τελείωναν τόσο σύντομα με το θάνατο. Το δώρο της αθανασίας, που απορρέει από την ανάσταση του Χριστού, ανυψώνει αφάνταστα τον άνθρωπο, δίνει στην ύπαρξή του αιώνια αξία. Η αθανασία αυτή ωστόσο δεν είναι απλώς και μόνο αθανασία της ψυχής, αλλά συγχρόνως και ανάσταση του σώματος, αιώνια ζωή του όλου ανθρώπου. Πόσο μεγάλη διαφορά υπάρχει και εδώ ανάμεσα στον ελληνισμό και τον χριστιανισμό! Όταν, για παράδειγμα, στον Άρειο Πάγο ο Απόστολος Παύλος μίλησε στους Έλληνες για τη σωματική ανάσταση του Χριστού, οι ακροατές του κατά κάποιο τρόπο τον χλεύασαν, λέγοντάς του ‘ακουσόμεθά σου και πάλιν’, θα σε ακούσουμε ξανά. Η σωματική ανάσταση του Χριστού προοιωνίζεται τη σωματική ανάσταση όλων των ανθρώπων, αλλά οι ακροατές του Αποστόλου Παύλου δεν φαίνεται ότι ήταν διατεθειμένοι να αναστηθούν και να ζήσουν αιώνια με το σώμα τους. Οι Έλληνες ακροατές του Παύλου επιθυμούσαν ίσως την αθανασία της ψυχής, προφανώς όμως όχι και την ανάσταση και αθανασία του σώματος, το οποίο συχνά θεωρούνταν όχι ως σύντροφος αλλά ως φυλακή της ψυχής.
    Μια τέτοια όμως αντίληψη δεν μπορούσε να σταθεί με τον απαιτούμενο σεβασμό απέναντι στο ανθρώπινο σώμα και στην ψυχοσωματική ενότητα και ακεραιότητα του όλου ανθρώπινου προσώπου. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι ο μεν Πλάτωνας θεωρούσε δυνατή τη μετενσάρκωση της ψυχής μετά το θάνατο σε άλλα σώματα. Αυτό όμως σημαίνει την υποτίμηση του συγκεκριμένου ανθρώπινου σώματος ως αναπόσπαστου στοιχείου του συγκεκριμένου ανθρώπινου προσώπου. Σημαίνει τελικά υποτίμηση του ίδιου του ανθρώπινου προσώπου ως συγκεκριμένης, μοναδικής και ανεπανάληπτης ψυχοσωματικής ενότητας. Όταν αγαπάμε ένα πρόσωπο, το σύζυγό μας, το παιδί μας, τους γονείς μας, τους μαθητές μας, ή κάποιο φίλο μας, αγαπάμε όχι μόνο την ψυχή τους αλλά και τη σωματική παρουσία τους. Τους αγαπάμε όχι μόνο ως ψυχές ή μόνο ως σώματα – αλλοίμονο εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο – τους αγαπάμε ως ανθρώπους. Και ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ψυχή ή μόνο σώμα αλλά μαζί και τα δύο. Αθανασία του ανθρώπου σημαίνει αθάνατη ζωή και του σώματος και της ψυχής στην ενότητά τους. Έτσι μάς έπλασε και έτσι μάς αγαπά ο Θεός, και έτσι εμείς οι άνθρωποι αγαπάμε ο ένας τον άλλο.
    Εάν όμως ο Πλάτωνας υποτιμούσε το ανθρώπινο πρόσωπο με το να παραθεωρεί τη σωματική διάσταση της ανθρώπινης μοναδικότητας, ο Αριστοτέλης πήγαινε ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος μετέχει στην αθανασία κυρίως μέσω της διαιώνισης του είδους του. Όχι ο συγκεκριμένος άνθρωπος λοιπόν, αλλά το ανθρώπινο είδος, αυτό διαιωνίζεται και έτσι μετέχει στην αθανασία. Πόση διαφορά υπάρχει και εδώ από τη χριστιανική διδασκαλία! Θα ήταν πράγματι πολύ μικρή παρηγοριά για τον άνθρωπο που έχασε κάποιον δικό του να του πούμε ‘μην στενοχωριέσαι, αυτό που έχει σημασία είναι ότι επιβιώνει η ανθρωπότητα’. Η επιβίωση της ανθρωπότητας έχει φυσικά τη δική της αξία, αλλά δεν μπορεί ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο της αθανασίας των μοναδικών και ανεπανάληπτων προσώπων και εικόνων του Θεού που τη συναποτελούν, δηλαδή του καθενός από μάς.
    Τη μεγάλη αξία κάθε ανθρώπινου προσώπου, για την οποία μίλησαν επανειλημμένα οι τρεις Ιεράρχες, την ανέδειξε πρώτος με την ενσάρκωση, τη διδασκαλία του και τη ζωή του ο ίδιος ο Χριστός. Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να τονίσει τη μοναδική και ανεπανάληπτη αξία κάθε ανθρώπου. Έγινε παιδί, για να μάς φανερώσει την αξία κάθε παιδιού, το οποίο δικαιούται την αμέριστη αγάπη και τον απόλυτο σεβασμό μας. Γεννήθηκε και έζησε σε μία χώρα υπόδουλη στο Ρωμαίο κατακτητή, για να θυμίζει στους κατακτητές όλων των εποχών ότι αυτοί τους οποίους έχουν υποτάξει εξακολουθούν να παραμένουν παιδιά του Θεού. Σε νηπιακή ηλικία ξενιτεύτηκε στην Αίγυπτο, για να μάς θυμίζει την αξιοπρέπεια του πρόσφυγα και του ξενιτεμένου. Σταυρώθηκε, για να μάς δείξει ότι δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο στη ζωή από το να θυσιαζόμαστε από αγάπη για τους ανθρώπους. Ταύτισε τον εαυτό του όχι τόσο με τους μεγάλους και τους δυνατούς αυτού του κόσμου, αλλά με τους ελάχιστους, με αυτούς δηλαδή που έχουν κατεξοχήν ανάγκη την αγάπη μας. Μάς δίδαξε ότι όποιος ευεργετεί τον ξένο, τον άρρωστο, τον φυλακισμένο, τον πεινασμένο, και τον γυμνό, ευεργετεί στο πρόσωπό του τον ίδιο το Θεό, του οποίου κάθε άνθρωπος είναι εικόνα, ενώ, αντίθετα, όποιος αμαρτάνει απέναντι στον οποιοδήποτε άνθρωπο αμαρτάνει τελικά απέναντι στον ίδιο το Θεό.

    Αυτές υπήρξαν, με δυο λόγια, μερικές από τις βασικές ζυμώσεις τις οποίες βίωσε ο ελληνισμός μέσα από τη συνάντησή του με το χριστιανισμό. Γνώρισε τον αληθινό Θεό της προσωπικής, αγαπητικής, Τριαδικής κοινωνίας. Κατανόησε τον κόσμο αλλά και την ίδια του την ύπαρξη ως δωρεά του αγαπώντος Θεού. Είδε τέλος κάθε ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα του Θεού, ως αξία μοναδική, για την οποία ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, χαρίζοντάς μας την αιώνια ζωή.

    Τιμούμε τους τρεις Ιεράρχες διότι συνέβαλαν αποφασιστικά στην πραγματοποίηση των παραπάνω ζυμώσεων. Οι τρεις αυτές προσωπικότητες ήταν Έλληνες και εγκρατείς κάτοχοι της ελληνικής παιδείας. Η προσωπική τους όμως συνάντηση με το Χριστό, τούς άλλαξε τη ζωή. Χωρίς να απαρνηθούν την ελληνική τους ταυτότητα, την μεταμόρφωσαν κάτω από το φώς της χριστιανικής αλήθειας. Με τη θεολογία τους βοήθησαν τον ελληνισμό να διατηρήσει όλα τα θετικά του στοιχεία, τη δίψα για την ομορφιά και την αλήθεια, την επιθυμία για το φιλόσοφο βίο, το ενδιαφέρον για τα κοινά, την αγάπη για την αρετή, το σύνδεσμο της επιστήμηs με την αρετή για την κατάκτηση της σοφίας. Ταυτόχρονα όμως οι τρεις αυτοί Πατέρες κόμισαν και μία νέα αντίληψη για το Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο, όπως αναφέραμε παραπάνω. Ο ελληνισμός ελεύθερα ασπάστηκε αυτή τη μεγαλειώδη θεολογία, έγινε χριστιανικός ελληνισμός, και δημιούργησε έναν απαράμιλλο πνευματικό πολιτισμό με διαχρονική και πανανθρώπινη αξία.

    Αλλά η θεολογία των τριών Ιεραρχών δεν ήταν απλώς μια θεωρητική και αφηρημένη διδασκαλία˙ ήταν μια πραγματικότητα ζωής, την οποία μπορούσε κανείς να γνωρίσει και να βιώσει μέσα στην Εκκλησία, συναντώντας τους αδελφούς του και τον κοινό μας Πατέρα. Οι Έλληνες μετεστράφηκαν όχι μόνο διότι γνώρισαν τη χριστιανική διδασκαλία αλλά και διότι την είδαν εφαρμοσμένη ως πράξη ζωής. Οι τρεις Ιεράρχες, τους οποίους σήμερα τιμάμε, δίδαξαν και διδάσκουν όχι μόνο με τη θεολογία τους αλλά και με τη ζωή τους. Δεν ήταν άνθρωποι μόνο των λόγων αλλά και των έργων. Δεν ήταν μόνο μεγάλοι θεολόγοι, αλλά και μεγάλοι άγιοι. Ο Μέγας Βασίλειος για παράδειγμα, προτού γίνει μοναχός, μοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς, δείχνοντάς μας ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στα χρήματα, και ότι τα χρήματα στην πραγματικότητα ανήκουν σε εκείνους που τα έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από εμάς. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος περιφρονούσε τα αξιώματα. Δεν δίστασε να παραιτηθεί από τη θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και Προέδρου της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, όταν έκρινε ότι αυτό εξυπηρετούσε την ειρήνη και την ενότητα της Εκκλησίας, και τούτο, διότι έβλεπε τα αξιώματα ως ευκαιρίες, όχι εξουσίας και προσωπικής προβολής, αλλά ταπεινής και σταυρικής διακονίας. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος χρησιμοποιούσε το απαράμιλλο ρητορικό του χάρισμα, όχι για να κολακεύει και να εξαπατά το λαό με σκοπό την απόκτηση προσωπικής δύναμης, αλλά ως εργαλείο για να εκφράζει τον παρήγορο και ζωογόνο λόγο του Θεού. Δεν δημαγώγησε για να αποκτήσει πολιτική δύναμη, αλλά και δεν δίστασε, όταν χρειάστηκε, να ελέγξει ακόμα και την ίδια την Αυτοκράτειρα. Γνώριζε ο Άγιος ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να στοχεύει στην απόκτηση πολιτικής εξουσίας, αλλά και δεν ξεχνούσε ότι είναι χρέος της ενίοτε να θυμίζει στους φορείς αυτής της εξουσίας το πραγματικό τους καθήκον, που είναι η ευσυνείδητη και σύμφωνη με το θέλημα του Θεού ζωή και διακονία των ανθρώπων τους οποίους έχουν ταχθεί να υπηρετούν. Τέλος και οι τρεις Ιεράρχες με τα έργα τους και τη ζωή τους θυμίζουν σε όλους μας, κληρικούς, εκπαιδευτικούς, φορείς πολιτικής εξουσίας, γονείς κλπ. ότι δεν υπάρχει τίποτε σημαντικότερο στο οποίο θα μπορούσε να αφιερώσει κανείς το χρόνο και τις δυνάμεις του από τη φροντίδα και την καλλιέργεια των ανθρώπων.

    Όπως και τον τέταρτο αιώνα, έτσι και σήμερα ο ελληνισμός βρίσκεται μπροστά σε κοσμοιστορικές εξελίξεις. Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας μετατρέπει τον κόσμο ολόκληρο σε μια γειτονιά. Ο άνθρωπος αποκτά γνωστικές και τεχνολογικές δυνατότητες αδιανόητες ακόμη και πριν από μερικές δεκαετίες. Βλέπουμε με ανακούφιση στις μέρες μας ότι ο μέσος όρος της ανθρώπινης ζωής αυξάνεται, ο πόνος που προξενούν οι αρρώστιες απαλύνεται, η πρόσβαση στη γνώση και τη δημιουργία γίνονται απόκτημα όλο και περισσότερων ανθρώπων. Ταυτόχρονα όμως παρακολουθούμε με αγωνία την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, τη βαθιά κρίση στις ανθρώπινες σχέσεις, την απομάκρυνση πολλών ανθρώπων από το Θεό. Θέτουμε όλοι νομίζω στους εαυτούς μας το ερώτημα, σε τί είδους φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον θα ζήσουν άραγε τα παιδιά μας;
    Επιπλέον, εμείς οι Έλληνες ειδικότερα, περνάμε μια έντονη θα έλεγα κρίση ταυτότητας. Ανήκουμε στη Δύση ή στην Ανατολή; Θα πρέπει να ταυτιστούμε με την παράδοση ή, αντίθετα, να την διαγράψουμε αποφασιστικά εν ονόματι της προόδου; Είναι η παγκοσμιοποίηση απειλή ή μήπως είναι ευκαιρία; Πιστεύω ότι μία, όχι απλώς ιστορική αλλά δημιουργική προσέγγιση στην προσωπικότητα, τη ζωή, και το έργο των τριών Ιεραρχών, θα μπορούσε να μάς βοηθήσει να δώσουμε απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα. Εάν είμαστε ανοιχτοί, όχι στο παλιό ή το νέο, αλλά στο αληθινό, εάν σεβόμαστε το φυσικό περιβάλλον, όχι ως ειδωλολατρική θεότητα αλλά ως δημιούργημα του αληθινού θεού, εάν γνώμονας της ζωής μας είναι το πραγματικό μας συμφέρον, δηλαδή η καλλιέργεια σχέσεων αγάπης με τον Τριαδικό Θεό και την εικόνα του τον άνθρωπο, εάν εντασσόμαστε στην Εκκλησία, όχι απλώς για να καλύψουμε κάποιες θρησκευτικές ή εθιμικές μας υποχρεώσεις, αλλά για να συναντήσουμε και να λατρεύσουμε το Θεό και να αγαπήσουμε το συνάνθρωπο, τότε δικαιούμαστε να ατενίζουμε το μέλλον με την αισιοδοξία των παιδιών του Θεού, με την αισιοδοξία δηλαδή εκείνων που γνωρίζουν ότι ο Θεός τους αγαπά και ότι το μέλλον τους είναι στα χέρια του. Τότε, και μόνο τότε, θα μπορούμε όχι μόνο να καυχόμαστε για το παρελθόν αλλά και να ελπίζουμε βάσιμα για το μέλλον.

    Σάς ευχαριστώ.

    *Η ομιλία μας αυτή οφείλει την έμπνευσή της αλλά και αρκετά στοιχεία του περιεχομένου της σε αντίστοιχη ομιλία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζιζιούλα), με τίτλο ‘Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Οι Τρεις Ιεράρχαι και η ελληνική ταυτότητα’.

    πηγή: http://www.imml.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=655:xristianismos-kai-ellhnismos&catid=117:endiaferonta-themata&Itemid=561

    Σχόλιο από Dimitris Theologos | 30/01/2015

  19. Δημήτριος Ρωμανός
    Υπάρχουν μερικές ομάδες στο facebook με χιλιάδες μέλη, ως επί το πλείστον αγγλόφωνες, που ασχολούνται με το Βυζάντιο, οι οποίες υποβιβάζουν την συνεισφορά του Ελληνικού πνεύματος και στοιχείου ως ένα απλό συστατικό σε μία πολυεθνική αυτοκρατορία. Φυσικά, αυτό τους βολεύει γιατί έτσι διεκδικούν δικαιώματα σε μία αυτοκρατορία από την οποία πήραν πολύ περισσότερα από όσα έδωσαν, σε όλους τους τομείς. Λοιπόν, το Βυζάντιο δεν το χαρίζουμε σε κανέναν γείτονα. Οι Έλληνες αποτελούν τους βασικούς μετόχους του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, του Βυζαντίου, της Ρωμανίας δηλαδή και αυτή τους τη θέση δεν την παραχωρούν. Ο χαρακτήρας του κράτους ήτο καθαρώς Ελληνοχριστιανικός από τη σύζευξη των δύο μεγάλων ποταμών του Χριστιανισμού και του Ελληνικού πνεύματος. Το ελληνικό πνεύμα αναζωογονήθηκε και απετέλεσε, μέσωι της ελληνικής γλώσσης, το όχημα μετάδοσης του χριστιανισμού προς τα υπόλοιπα Έθνη, τόσο εντός όσο και εκτός της αυτοκρατορίας.

    Ειδικώτερα, στους πρώτους αιώνες του Βυζαντίου ή της οψίμου αρχαιότητος (4ος με 6ο) διαμορφούται οι βασικοί προβληματισμοί της βυζαντινής λογοτεχνίας. Στο σημείο αυτό το «κοσμολογικό πρόβλημα» των Ελλήνων, η αγωνία δηλαδή για τη λύτρωση του ανθρώπου από τη μοίρα και τον θάνατο, θα συναντηθεί με το «χριστολογικό ζήτημα», που τοποθετεί τον ιδρυτή της νέας θρησκείας στην αρχή και στην αδιάκοπη συνέχεια του κόσμου. Πρυτανεύει η άποψη ότι η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία αποτελεί προπαιδεία για τη μελέτη των χριστιανικών κειμένων. Η πρόθεση αυτή αποσκοπεί στο να συνδυάσει το χριστιανικό με το κλασσικό πνεύμα.

    Μετά τα παραπάνω μεταφέρω ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία:

    1. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Βατάτζης της Ελληνικής αυτοκρατορίας της Νικαίας λέγει: «Εν τω γένει των Ελλήνων ημών, η σοφία βασιλεύει.»

    2. Ο Ευστάθιος, Επίσκοπος Θεσσαλονίκης τον 11ο με τα εμβριθή και κατατοπιστικά του σχόλια στα Ομηρικά Έπη (για κύττα οι σκοταδιστές Βυζαντινοί!!!) στην ομιλία του για την Αγία Τεσσαρακοστή, λέγει: «Εις τε τον καθ΄ημάς Έλληνα και εις Βάρβαρον» (Ρ. G. Migne τ.135, σελ. 708).

    3. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς συνεχώς χρησιμοποιεί το όνομα «Ελληνες» με εθνική και όχι θρησκευτική έννοια.

    4. Ο Ηγεμών Μιχαήλ Άγγελος το Ελληνικό Δεσποτάτο της Ηπείρου το αποκαλεί «Της Ελλάδος»

    5. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος προσφωνεί τον Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγο: «Ω της Ελλάδος Ήλιε Βασιλεύ» (Σάνθας, Monuments A)

    6. Ο Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος σε πανηγυρική ομιλία του υπογραμμίζει την «Δόξαν της Ελληνικής παραδόσεως» και υπερηφανεύεται (όπως άλλοτε ο Ισοκράτης για τους Αθηναίους), επειδή οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως: «Ου μιξοβάρβαρου λαού το φθέγμα φύρδην προϊεμένου.» Αλλά διατρανούν: «Την Ελλάδα γλώτταν την ορθορρήμονα».

    7. Στην «Βασίλειον Τάξιν» του ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος αναφέρει την «Ελληνική Παιδείαν» και την «Ελληνική Μουσικήν» ως αντίθετες όχι πλέον προς τις των χριστιανών, αλλά προς τις των «Βαρβάρων».

    8. Η Άννα Κομνηνή υπερηφανεύεται επειδή εμελέτησε Αριστοτέλην και Πλάτωνα και γενικώς για την Ελληνική Παιδεία της.

    9. Ο Επίσκοπος Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτης υμνεί ποιητικώς την δόξαν των Αρχαίων Αθηνών.

    10. Ο Νικήτας Χωνιάτης, γράφοντας για την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Δυτικούς, θρηνεί επειδή του έλαχε η μοίρα: «Να παραπέμψω τοις έπειτα πράξεις πολεμικάς εν αις μη νικώσιν Έλληνες, να μεταχειρισθώ την Ιστορίαν, χρήμα βέλτιστον και κάλλιστον των Ελλήνων εύρημα, ίνα διαιωνίσω την μνήμην βαρβαρικών καθ’ Ελλήνων κατορθωμάτων.»

    11. Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης καλεί «Έλληνας» τους κατοίκους του κράτους και «Βασιλείς Ελλήνων» τους εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορας.

    12. Ο Μ. Δούκας χαρακτηρίζει τον λαόν του Βυζαντίου «Τρυγίαν των Ελλήνων».

    13. Ο Σουλτάνος της Αιγύπτου με επιστολή του προς τον Ιωάννην Καντακουζηνόν τον αποκαλεί: «Βασιλέα των Ελλήνων»

    14. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, στην τελευταία έκκλησί του για αγώνα, χαρακτηρίζει την Κωνσταντινούπολιν: «Ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων».

    15. Τέλος ακόμη και ο Ακάθιστος Ύμνος είναι εμπνευσμένος από τους χαιρετισμούς των Ορφικών προς την υψίστην Θεάν:

    «Χαίρε δε και κλίμαξ ποτί ουρανόν.» (Ορφικός

    Σχόλιο από EM | 09/03/2015

  20. Βυζαντίου γεύσεις
    Η κουζίνα της αυτοκρατορίας

    Συγγραφέας: Andrew Dalby
    Μετάφραση: Δέσποινα Λαμπαδά

    Για αιώνες ολόκληρους ο γαστριµαργικός πλούτος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν ξακουστός σε Ανατολή και Δύση, πολύ λίγες πληροφορίες όµως φαίνεται να σώθηκαν ως τις µέρες µας. Στο βιβλίο αυτό ο καταξιωµένος ιστορικός και ειδήµων της ιστορίας της διατροφής Andrew Dalby µάς παρουσιάζει για πρώτη φορά µε εξαιρετικά λεπτοµερή και απολαυστικό τρόπο την κουζίνα της Ανατολικής Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας, από τα αγαπηµένα πιάτα των αυτοκρατόρων και των αξιωµατούχων µέχρι το φαγητό των απλών ανθρώπων.

    Παντρεύοντας τα µπαχαρικά των Ρωµαίων µε τις γεύσεις της θάλασσας και το λιτό φαγητό του ελληνικού κόσµου, η κουζίνα των Βυζαντινών ήταν εξαιρετικά υψηλής ποιότητας και αποτελεί σε πολύ µεγάλο βαθµό τη µήτρα της σηµερινής ελληνικής όσο και της τουρκικής κουζίνας. Ζωντανεύοντας, στην κυριολεξία, µε ακρίβεια και γλαφυρότητα αυτή τη χαµένη κουζίνα, ο Dalby µάς προσφέρει και µια περιδιάβαση στους τόπους και τα αρώµατα της Κωνσταντινούπολης, στις αγορές της, µας αφηγείται ιστορίες περιηγητών και συνθέτει µια πλήρη εικόνα των γαστρονοµικών συνηθειών της αυτοκρατορίας και της σχέσης τους µε την υγεία, τις εποχές, τον έρωτα και την ιατρική.

    Ο Andrew Dalby είναι κλασικός φιλόλογος, ιστορικός, γλωσσολόγος και µεταφραστής. Τα πιο γνωστά έργα του αφορούν την ιστορία της διατροφής, κυρίως κατά την ελληνική και ρωµαϊκή αρχαιότητα. Το πρώτο του βιβλίο, Siren Feasts (Σειρήνια δείπνα, µτφρ. Έ. Πατρικίου, Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001) απέσπασε το 1997 το Runciman Award. Στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του (σε συνεργασία µε τη Sally Grainger) Η µαγειρική της αρχαιότητας (µτφρ. Ν. Ζωγράφου, Εκδόσεις Παπαδήµα, 2001).

    «Ένα γοητευτικό βιβλίο […] προσεγγίζει τον πολιτισµό και τους ανθρώπους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας µε πρωτότυπο τρόπο, που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον τόσο των βυζαντινολόγων, όσο και των απλών αναγνωστών». The Bryn Mawr Classical Review

    «Ένα συναρπαστικό βιβλίο, µε τις εξαίσιες περιγραφές του κέντρου µιας αυτοκρατορίας. Καθώς φιλοτεχνεί την εικόνα των Βυζαντινών που απολαµβάνουν το καρυκευµένο κρασί και τα λαχταριστά επιδόρπιά τους, ο Dalby κάνει πολύ ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις». Charles Perry, Cornucopia

    Σχόλιο από Andrew Dalby | 26/06/2015

  21. Κοινωνικά καπιταλιστές, πολιτικά «αριστεροί»
    Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα
    Αθήνα, 17.12.2015

    Από χρόνια με απασχολεί το πρόβλημα των εννοιών και του καθορισμού των περιεχομένων τους.
    Ένα θέμα που με απασχόλησε έντονα και δεν το επεξεργάστηκα ήταν το θέμα της αριστεράς και της έννοιας του αριστερού. Δηλαδή ποιος είναι αριστερός και ποιος μπορεί να φέρει αυτόν τον τίτλο με ουσιαστικό περιεχόμενο.

    Ασφαλώς κάποιος που κολλάει στο μέτωπό του, τρόπος του λέγειν, την ταμπέλα «αριστερός» δεν μπορεί βέβαια να ονομαστεί αριστερός για τον λόγο αυτό. Ούτε φυσικά κάποιος που λέει ότι είναι ή πιστεύει στον υλισμό είναι αριστερός. Ούτε φυσικά κάποιος που ομνύει στον Μαρξ, τον Λένιν κ.λπ. Για τον απλούστατο λόγο, γιατί τότε όλοι οι καπιταλιστές, που πιστεύουν και λατρεύουν τον μαμωνά, δηλαδή το κέρδος, δηλαδή το χρήμα, θα πρέπει να είναι αριστεροί, γιατί είναι γνήσιοι υλιστές. Ούτως ή άλλως την μόνη θρησκεία που πιστεύουν οι καπιταλιστές είναι το χρήμα και ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται.
    Ποιος λοιπόν πραγματικά μπορεί να φέρει τον τίτλο του αριστερού; Είναι θέμα άραγε θεωρίας ή θέμα πράξης ή και πράξης, αν αναγνωρίζουμε φυσικά ότι η θεωρία πρέπει να επαληθεύεται και να υλοποιείται πάντοτε στην πράξη και ότι πρέπει να υπάρχει διαλεκτική σχέση θεωρίας –πράξης, λόγων και έργων; Γιατί αλλιώς θα έπρεπε να μιλάμε για υποκρισία και φαρισαϊσμό. Το τι σημαίνει υποκρισία και φαρισαϊσμός είναι εύκολο να εξηγηθεί. Πολλοί από τους λεγόμενους έχοντες και κατέχοντες και μάλιστα καμιά φορά και με αμέτρητα πλούτη, επειδή γνωρίζουν ότι στην σημερινή καπιταλιστική κοινωνία που ζούμε δεν πρόκειται, στο προσεχές και απώτερο μέλλον, να γίνει κάποια προλεταριακή επανάσταση, ας πούμε, για να υπάρχει ο κίνδυνος να χάσουν τα πλούτη τους, εντάσσονται πολιτικά σε αριστερά κόμματα και αριστερές οργανώσεις, ώστε και τα χρήματά τους να εξασφαλίσουν και το φωτοστέφανο του αριστερού να διατηρούν, εξαπατώντας τον ανώριμο λαό που άγεται και φέρεται από την πλύση εγκεφάλου και την «μαρξιστική» προπαγάνδα τους. Θα μου πείτε δεν υπάρχουν άνθρωποι που να έχουν και τις δύο ιδιότητες; Σ’ αυτούς θα απαντήσω όπως απάντησε ο Χριστός στην παραβολή με τίτλο:

    Ένας πλούσιος νέος ζητεί την αιώνιον ζωήν.
    Λέει λοιπόν ο Χριστός στην παραβολή αυτή: Ένας τον επλησίασε και του είπε, «Διδάσκαλε αγαθέ, τι καλό πρέπει να κάνω για να έχω αιώνιον ζωήν;» Αυτός δε του είπε, «Γιατί με λες αγαθόν; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά ένας, ο Θεός. Εάν θέλεις να μπεις εις την ζωήν, φύλαγε τας εντολάς». Λέγει εις αυτόν., «ποιες;». Ο δε Ιησούς απάντησε, «το να μη φονεύσεις, να μη μηχεύσεις, να μη κλέψεις, να μη ψευδομαρτυρήσεις, να τιμάς τον πατέρα σου και την μητέρα σου και να αγαπάς τον πλησίον σου, όπως τον εαυτόν σου». Λέει εις αυτόν ο νέος, «Όλα αυτά τα εφύλαξα από την νεότητά μου. Εις τι ακόμη υστερώ;». Τότε του είπε ο Ιησούς, «Εάν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε και πούλησε όσα έχεις και μοίρασέ τα εις τους φτωχούς και θα έχεις θησαυρόν εις τους ουρανούς και έλα ακολούθει με «. Όταν ο νέος άκουσε τα λόγια αυτά, έφυγε λυπημένος, διότι είχε πολλά κτήματα.
    Ο Ιησούς είπε τότε εις τους μαθητάς του, «Αλήθεια σας λέγω, ότι δύσκολα πλούσιος άνθρωπος θα μπει εις την βασιλείαν των ουρανών. Πάλιν σας λέγω ότι είναι ευκολότερον να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά πλούσιος να μπει εις την βασιλείαν του Θεού».

    Στην περίπτωση της παραβολής σχεδόν αυτομάτως ανακύπτουν μερικά ερωτήματα: Καλά ένας πλούσιος με όλα τα υλικά και λοιπά αγαθά, δεν μπορεί να είναι αριστερός; Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που αυθόρμητα προβάλει στον καθένα. Σώνει και καλά πρέπει να είναι κάποιος φτωχός για να είναι αριστερός; Πρέπει, όπως λέει ο Χριστός, να πουλήσει ή να μοιράσει τα πλούτη του στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους, για να είναι αριστερός; Προβάλει αμέσως και το τρίτο ερώτημα: Δεν μπορεί να είναι και πλούσιος και να κάνει καλό και στους φτωχούς και τους κατατρεγμένους; Πρέπει σώνει και καλά να διαθέσει την περιουσία του ή τουλάχιστον να κρατήσει τα προς το ζειν, σύμφωνα με το ανεκτό τουλάχιστον κοινωνικό επίπεδο που πρέπει να έχει ένας πολίτης σε ένα κοινωνικό κράτος, χωρίς να έχει το άγχος για την ζωή, την προκοπή και την απόλαυση για τον ίδιο και την οικογένεια και τους διαδόχους του; Πρόκειται άραγε περί αυτού; Τέλος είναι αριστερός, όποιος δεν έχει πλούτη, αλλά παραμένει φτωχός για λόγους ιδεολογίας, δίνοντας το παράδειγμα στους εξαθλιωμένους και κατατρεγμένους ότι τάσσεται στο πλευρό τους, ισχυριζόμενος ότι ή όλοι πλούσιοι ή όλοι φτωχοί; Όσον αφορά την «αριστερή» διανόηση, αυτή έχει ενταχθεί και υπηρετεί ούτως ή άλλως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά κυρίως του Κώστα Σημίτη και μετέπειτα. Η ερμηνεία του φαινομένου βρίσκεται στον εμφύλιο και τις συνέπειές του.

    Πράγματι πολλά τα ερωτήματα. Όμως πολλοί προκαλούν με την υποκρισία τους. Ενώ κοινωνικά ανήκουν στην καπιταλιστική τάξη, παριστάνουν τον αριστερό, για να εξαπατούν τους αφελείς και αδαείς ότι δήθεν θέλουν να αλλάξουν την κοινωνία προς το συμφέρον της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων. Οι πράξεις τους όμως κάθε άλλο παρά αριστερή είναι, γιατί με αυτά που πράττουν και όχι με αυτά που λένε, διαιωνίζουν την εκμεταλλευτική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η πλειοψηφία του λαού. Την αλλαγή που θεωρητικά, δηλαδή στα λόγια επαγγέλλονται, στην πράξη δεν πρόκειται ποτέ να υλοποιήσουν. Και στην ζωή μετράει μόνο η πράξη.
    Ασφαλώς μιλάμε για περιπτώσεις, όπου ο πλούτος σε σύγκριση με την μέση κοινωνική κατάσταση των υπόλοιπων πολιτών, είναι σε τέτοιο βαθμό προκλητικός, ώστε με κανέναν τρόπο και με κανένα μέτρο να μπορεί ο άνθρωπος αυτός να καταταγεί στην αριστερά, όπου εκτός από την πολιτική πρέπει να υπάρχει και κοινωνική δικαιοσύνη.
    Δεν μπορεί δηλαδή με μια λέξη ένας κοινωνικά καπιταλιστής, να είναι πολιτικά αριστερός. Υπάρχει σαφώς αντιδιαλεκτική σχέση ανάμεσα στην κοινωνική και πολιτική οντότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου, που έχει τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε.

    Αυτός είναι κατά την άποψή μου και ο λόγος, που πολλοί Κνίτες και στελέχη της «αριστεράς» εντός εισαγωγικών, δεν άντεξαν τα δεσμά της λιτότητας, βέβαια και της αυταρχικής δομής του ΚΚΕ, και δημιούργησαν ή κατέφυγαν σε σχήματα, όπου και κοινωνικά καπιταλιστές μπορούσαν να είναι και πολιτικά «αριστεροί». Την «καλογερική» του ΚΚΕ λίγοι άντεξαν, ανεξάρτητα φυσικά από το γεγονός ότι οι άνθρωποι του ΚΚΕ ζουν πολιτικά στον κόσμο τους. Όμως στον συγκεκριμένο τομέα μάλλον κρατούν σε κάποιον τουλάχιστον –για να μην πω απόλυτα – τον κανόνα της ισότητας σε όλα ή δεν προκαλούν ορισμένοι στις τάξεις τους με τον πλούτο τους ή τον χλιδάτο τρόπο της ζωής τους, όπως πολλοί γνωστοί και μη εξαιρετέοι της λεγόμενης Αριστεράς, είτε του ΣΥΡΙΖΑ, είτε της Λαϊκής Ενότητας ή κάποιων παραφυάδων τους.

    Οι εξαιρέσεις που γνωρίζουμε από παλιά κάποιων μεγάλων καπιταλιστών που θήτευσαν στην κομμουνιστική αριστερά και έγιναν μεγαλοκαπιταλιστές εκμεταλλευτές είναι γνωστές στους παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ. Ασφαλώς η ηγετικές ομάδες των δύο αυτών ομάδων της Αριστεράς ανήκουν στην πλειοψηφία τους, για να μην γενικεύουμε, που θα ήταν άδικο, στην καπιταλιστική τάξη, που καμία σχέση δεν έχει με τους εργαζόμενους. Το «πόθεν έσχες» προδίδει τα αίσχη τους! Με τίποτε δεν μπορούν τέτοιοι «αριστεροί» και με αυτά τα χαρακτηριστικά να μας πείσουν ότι εργάζονται για το καλό και την προκοπή του λαού.

    Δεν μπορούν να με πείσουν, αν δεν θέλω να είμαι υποκριτής και φαρισαίος, να παραδεχτώ ότι εργάζονται και κόπτονται για το καλό του ελληνικού λαού, που δεν γνωρίζουν ούτε τα χνώτα του, ούτε τα βάσανά του, που δεν πάλεψαν μαζί του στους χαλεπούς καιρούς, παρά μόνο μέσα από τα βιβλία και μόνο θεωρητικά και δίνοντας εντολές ως πεφωτισμένοι στους αδαείς. Τα πάθη και τα βάσανα, τους αγώνες και τις θυσίες αυτού του λαού, που θέλουν να σβήσουν την μνήμη του, όπως λέει και ο Μίλαν Κούντερα, δεν θέλουν ούτε να τα ξέρουν, ούτε να τα διαιωνίζουν στις επόμενες γενιές, εξ ου και ο εθνομηδενισμός τους. Είναι ενάντια σε ότι θυμίζει ελληνισμό και ελληνική ιδιοπροσωπία και ιστορία. Από την μια οι εθνοκάπηλοι δεξιοί και από την άλλη οι εθνομηδενιστές «αριστεροί».

    Μια πρωτοφανής παρακμιακή πορεία του τόπου σε όλα τα επίπεδα: Ηθικά, πνευματικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, πολιτιστικά. Ασφαλώς υπάρχουν και εξαιρέσεις.
    Εν κατακλείδι, για να κάνουμε έναν παραλληλισμό με την παραβολή του Ευαγγελίου, στην αταξική κοινωνία, τον κομμουνιστικό παράδεισο επί της γης, αντί εν τοις ουρανοίς, δεν υπάρχει θέση γι’ αυτούς τους ανθρώπους. Ούτε είναι αυτοί οι άνθρωποι είναι σε θέση ή θέλουν ή μπορούν να αλλάξουν τις κοινωνικές σχέσεις προς όφελος όλης της κοινωνίας. Υπηρετούν μόνο τα δικά τους συμφέροντα και τα συμφέροντα της τάξης και της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας στην οποία πράγματι ανήκουν.
    Προσωπικά μου είναι αδύνατον να φανταστώ ότι ένας που έχει δισεκατομμύρια, χωρίς να διαθέτει ένα μέρος τους τουλάχιστον για κοινωνικούς σκοπούς, μπορεί να είναι αριστερός ή σοσιαλιστής. Χωρίς οικονομική και πολιτική ισότητα, αριστερά δεν υπάρχει.
    Επειδή όμως στην πρωτοφανή και πρωτόγνωρη παρακμιακή πορεία του τόπου που βιώνουμε, οι έννοιες έχουν χάσει το «νόημά τους», ο καθένας μπορεί να ισχυρίζεται και να επιβάλει, χωρίς συνέπεια, εφόσον κατέχει εξουσία, ό, τι θέλει.

    Σχόλιο από Ε.S. | 16/12/2015

  22. Γράφει ο Αντωνης Καρκαγιαννης

    Αραβες ή Βυζαντινοί έφεραν την αρχαία γνώση;

    Ποιες είναι οι σχέσεις του Χριστιανισμού με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό είναι θέμα που συζητιέται επί αιώνες και διαφαίνεται ότι υπάρχει συνολική απάντηση προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Το ίδιο θέμα επανέρχεται κάθε τόσο με άγαρμπες έως παντελώς ανόητες επεμβάσεις της επίσημης χριστιανικής Εκκλησίας, όπως η απαίτηση να λογοκριθεί το φιλμάκι του σκηνοθέτη Γαβρά για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης (και προς στιγμήν πράγματι λογοκρίθηκε) και όπως η από άμβωνος διδασκαλία ότι τα σκεύη της Θείας Κοινωνίας, τα οποία ποτέ δεν πλένονται και ποτέ δεν απολυμαίνονται, είναι εντούτοις απρόσβλητα από τον ιό της γρίπης, λες και η ενσάρκωση του Θείου Λόγου, την οποία συμβολίζει η Θεία Κοινωνία, ήρθε να καταργήσει τους φυσικούς νόμους και μόνο γι’ αυτό. Ξέρω ότι θα απαντήσουν με περικοπές του Ευαγγελίου, με τη γνωστή στρεβλωτική ερμηνεία αλληγορικών κειμένων.

    Εν τούτοις, η χριστιανική Εκκλησία δεν έχει ανάγκη να απολογείται για τις σχέσεις της με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Από την πρώτη στιγμή οι σχέσεις αυτές υπήρξαν πλούσιες αλλά και αντιφατικές, που πάντα έχουν ανάγκη μελέτης και αποκάλυψης και ποτέ δογματικής απολογίας. Το γεγονός ότι τα Ευαγγέλια, τουλάχιστον τα τρία, στη μορφή που τα γνωρίζουμε σήμερα, μας παραδόθηκαν στα ελληνικά, μαρτυρεί ότι ο Χριστιανισμός βρήκε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο στην ύστερη φάση του, σε παρακμή ίσως, αλλά ακόμη ζωντανό. Και αναζήτησε σε αυτόν τη γλώσσα και τη γνώση για να επικοινωνήσει το Νέο Μήνυμα. Αργότερα μιλήσαμε για πνευματική ώσμωση και τη διαμόρφωση ενός μεικτού σχήματος που το ονόμασαν «ελληνοχριστιανικός πολιτισμός». Τραγέλαφος, στον οποίο ο λιθοβολισμός της Υπατίας, Ελληνίδας φιλοσόφου και μαθηματικού, από φανατικούς χριστιανούς της Αλεξάνδρειας προσέδωσε φρικιαστική μορφή.

    Το 2008 κυκλοφόρησε στη Γαλλία ένα βιβλίο, που τάραξε τα νερά και προκάλεσε πολλές συζητήσεις, ακόμη και διαμάχες. Συγγραφέας ο Συλβαίν Γκουγκενέμ (Sylvain Gouguenheim) καθηγητής Μεσαιωνικής Ιστορίας. Τίτλος του βιβλίου «Ο Αριστοτέλης στο Μον-Σαιν Μισέλ» με τον περισσότερο εύγλωττο υπότιτλο «Οι ελληνικές ρίζες της χριστιανικής Ευρώπης». Μεταφράστηκε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο από τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ.

    Το βιβλίο είναι αυστηρά επιστημονικό: διατυπώνει μία – δύο θέσεις και το μεγαλύτερο μέρος, ίσως το 95%, αφιερώνεται στην τεκμηρίωσή τους με εκτεταμένη και επίπονη έρευνα. Η χρονική περιοχή της έρευνας εκτείνεται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα, χωρίς ωστόσο αυστηρούς περιορισμούς, που θεωρούνται οι πιο σκοτεινοί για τη Λατινογενή Ευρώπη και συμπίπτουν με τους πιο φωτεινούς του Ισλαμοαραβικού κόσμου. Φαίνεται όμως ότι ούτε η Ευρώπη ζούσε την πιο σκοτεινή της περίοδο ούτε η ισλαμοαραβική ακμή υπήρξε τόσο φωτεινή όσο πιστέψαμε αργότερα.

    Εκείνο που αμφισβητεί ο καθηγητής Γκουγκενέμ είναι το μέχρι σήμερα κυρίαρχο στη Δύση σχήμα ότι η λατινική Ευρώπη είχε εντελώς αποκοπεί από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, από τη γνώση και τη φιλοσοφία. Αρχισε να ξανασυνδέεται μαζί του όταν με την επανακατάληψη της Ισπανίας ήρθε σε επαφή με αρχαία ελληνικά συγγράμματα, κυρίως του Αριστοτέλη, μεταφρασμένα από τους Αραβες στα λατινικά. Η επαφή αυτή θεωρείται ακόμα ότι ήταν ο ηλεκτρικός σπινθήρας που πυροδότησε τη μεγάλη πυρκαγιά της Αναγέννησης.

    Είναι απορίας άξιο πώς και γιατί επικράτησε αυτό το σχήμα. Αναμφίβολα η Αναγέννηση εμπεριέχει την αναδρομή στον αρχαίο κόσμο, ελληνικό και ρωμαϊκό, αλλά είναι μάλλον εύκολο να πιστέψουμε ότι αρκούσαν μερικές μεταφράσεις αρχαίων συγγραμμάτων που βρέθηκαν στην Ισπανία για να προκαλέσουν την Αναγέννηση. Προηγήθηκαν, φαίνεται, άλλες διαδικασίες κατά τους «σκοτεινούς αιώνες» που έκαναν την Αναγέννηση επείγουσα ανάγκη ζωής και σκέψης, από κάθε άποψη. Το Ισλαμοαραβικό σχήμα, που σήμερα για λόγους «πολιτικής ορθότητας» δεν τολμούμε να θίξουμε, φαίνεται ότι προέκυψε από τον ρομαντικό και βαθύτατα αντιδιαφωτιστικό οριενταλισμό του 19ου αιώνα, στον οποίο κατά μεγάλο μέρος φαίνεται ότι οφείλουμε και την ευρωπαϊκή συμπάθεια στη δική μας Επανάσταση του 1821.

    Για να ξαναγυρίσουμε στον Γκουγκενέμ. Η επαφή, περισσότερο των Αράβων και λιγότερο του Ισλάμ, με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία ήταν σπουδαίο γεγονός για τους ίδιους τους Αραβες και τη μεγάλη τους ακμή. Πολύ λιγότερο όμως για την Ευρώπη και την Αναγέννησή της. Και το σημαντικότερο, ο χριστιανικός κόσμος της Ανατολής δεν έχασε ποτέ την οργανική του σχέση με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία και δεν έπαψε ποτέ να διοχετεύει στη λατινική Δύση τις εμπειρίες του. Ο Αριστοτέλης και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς ήταν γνωστοί και μεταφρασμένοι στα λατινικά, δεκάδες χρόνια πριν ανακαλυφθούν οι αραβικές μεταφράσεις.

    Η ανάπτυξη του Γκουγκενέμ είναι λεπτομερής, εκτείνεται σε όλη τη γεωγραφική περιοχή όπου διαμορφώθηκαν τα σημεία επαφής των χριστιανών και των Αράβων με την αρχαία γνώση και φιλοσοφία. Αναφέρεται σε εκατοντάδες ονόματα και σε χιλιάδες περιστατικά, τα οποία αναδεικνύουν τον καίριο διαμεσολαβητικό ρόλο του Βυζαντίου και των ανατολικών επαρχιών του, ιδίως των χριστιανών της Συρίας, ακόμη και μετά την αραβική κατάκτηση. Τα χριστιανικά μοναστήρια από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία και την Κωνσταντινούπολη ώς το Μον-Σαιν Μισέλ της βόρειας Γαλλίας, όπου ο Ιάκωβος της Βενετίας μετέφρασε πριν από τους Αραβες ολόκληρο τον Αριστοτέλη, εξελίχθηκαν σε κέντρα αντιγραφής, μετάφρασης και μελέτης αρχαίων ελληνικών συγγραμμάτων. Και το πιο σημαντικό, τα μοναστήρια αυτά εξελίχθηκαν, με το πέρασμα του χρόνου, σε κέντρα συνάντησης και επικοινωνίας μιας πανευρωπαϊκής διανόησης, θρησκευτικής στην αρχή, που φαίνεται, όμως, ότι ήταν η πρώτη εκρηκτική ύλη για τη μεγάλη έκρηξη της Αναγέννησης.

    http://www.kathimerini.gr/715831/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/araves-h-vyzantinoi-eferan-thn-arxaia-gnwsh

    Σχόλιο από Λ.Ι. | 25/02/2016

  23. Η άγνωστη επιστήμη του Βυζαντίου
    «Η Γη είναι ένα παραλληλόγραμμο. Περιβάλλεται από τείχη, κυρτά στην κορυφή, ώστε να σχηματίζουν τον ουράνιο θόλο. Στο κέντρο υπάρχει ένα ψηλό βουνό, πίσω από το οποίο ο ήλιος χάνεται κάθε βράδυ»… Η φαντασία ήταν βασικό «συστατικό» στην κοσμογραφία και σε πολλές επιστήμες, στο Βυζάντιο. Ωστόσο ο καλόγερος του 547 μ.Χ., Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης, που περιγράφει τη Γη ως παραλληλόγραμμο, ήταν από τους πρώτους που ανέφερε την ύπαρξη της… Κίνας

    ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗ | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 08/08/2002 |

    Κοινή χρήση

    Μπορεί να μην πολλαπλασίασε την επιστημονική γνώση που υπήρχε κατά την αρχαιότητα, η βυζαντινή χιλιετία όμως ήταν σταθμός για την αντιγραφή, τη διάσωση, την ανθολόγηση, την ερμηνεία και τον σχολιασμό των αρχαίων ελληνικών κειμένων. Οι ερευνητές συμφωνούν πως… παρατράγουδα («αφελής κριτική των αρχαιοελληνικών απόψεων, όπως αυτή του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, που ήθελε το σύμπαν να έχει το σχήμα της σκηνής του Μωυσή»…) υπήρξαν, όπως επίσης υπήρξαν ορισμένες πρωτότυπες νέες ιδέες, κυρίως στα Μαθηματικά και την Αστρονομία, ή ενδιαφέρουσες πρακτικές εφαρμογές της επιστήμης, στην καθημερινή ζωή.

    Η πλήρης υποταγή στην Εκκλησία εξηγεί την επιστημονική φτώχεια κι αυτή η πνευματική στάση ήταν που έκανε τους επιστήμονες της εποχής περισσότερο αφαιρετικούς και, άρα, πρακτικούς. Μία από τις πιο πρόσφατες μελέτες σχετικά με την επιστήμη στα χρόνια του Βυζαντίου, υπογράφουν τρεις καθηγητές από το Τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Επιστημών (οι κύριοι Γιάννης Χριστιανίδης, Δημήτρης Διαλέτης και Κώστας Γαβρόγλου) και ένας από το Τμήμα Ιατρικής (ο κ. Γεώργιος Παπαδόπουλος). Ολόκληρη η εργασία τους έχει τίτλο «Οι Επιστήμες στην Αρχαία Ελλάδα, στο Βυζάντιο και στον Νεώτερο Ελληνισμό» και συντάχθηκε για τις ανάγκες των φοιτητών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Οι συγγραφείς συμφωνούν, μιλώντας στους «Ορίζοντες», πως «το Βυζάντιο αποτέλεσε σημαντική οδό διάσωσης και μετάδοσης της αρχαίας ελληνικής επιστήμης, αρχικά προς την Ανατολή (Ισλάμ) και αργότερα, μετά τον 12ο και 13ο αιώνα, προς τη Δύση» και τονίζουν πως «ιδιαίτερα τους τελευταίους αιώνες ήταν ένας χώρος γόνιμης συνάντησης της ελληνικής με την αραβική και άλλες επιστημονικές παραδόσεις».

    Στα χρόνια αυτά η αριστοτελική Φυσική, η Μετεωρολογία, η Ακουστική και η Οπτική (ως μέρος της Γεωμετρίας) διασώθηκαν και διαδόθηκαν. «Οι Βυζαντινοί, όπως και οι αρχαίοι Έλληνες, ακολουθούσαν την παραγωγική μέθοδο με θεωρητικούς συλλογισμούς που βασίζονταν σε τυχαίες και όχι συστηματικές παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων», εξηγεί ο κ. Χριστιανίδης. Πιο συγκεκριμένα, η Αστρονομία ανανεώθηκε τους τελευταίους αιώνες, χάρη στις περσο-αραβικές επιδράσεις. «Κυρίως συνέβαλαν οι λόγιοι της Τραπεζούντας, που συνέκριναν και συνέθεσαν τα συγγράμματα των αρχαίων με έργα Περσών και Αράβων, βασισμένα στον Πτολεμαίο, αλλά εμπλουτισμένα με νεώτερες παρατηρήσεις».

    Στα Μαθηματικά, αντίθετα, ακόμη και τους τελευταίους αιώνες, επικρατούσε ο σχολιασμός και η παράφραση στο έργο αρχαίων Ελλήνων, όπως ο Ευκλείδης, ο Νικόμαχος, ο Διόφαντος. «Μόνη ουσιαστική αλλαγή», σημειώνει ο κ. Γαβρόγλου, «ήταν η χρήση των αραβικών ψηφίων και των αλγοριθμικών μεθόδων στις μαθηματικές πράξεις, που όμως δεν έγιναν αμέσως αποδεκτά. Η χρήση νέων ψηφίων, με σύμβολα για το μηδέν και τις δεκαδικές υποδιαιρέσεις, άρχισε να γενικεύεται στα βυζαντινά εγχειρίδια μετά τις αρχές του 15ου αιώνα. Η Άλγεβρα, αν και ήταν γνωστή στην Κωνσταντινούπολη στον 14ο αιώνα, ποτέ δεν είχε πολλούς θιασώτες».
    INFO
    Ο όρος πανεπιστήμιο θεσπίστηκε στα ύστερα χρόνια του Μεσαίωνα. Στο Βυζάντιο, το ανώτατο κρατικό εκπαιδευτικό ίδρυμα ονομαζόταν «αυτοκρατορικό auditorium», «οικουμενικό διδασκαλείον», «πανδιδακτήριον», κ.ά.
    Από τον Ιουστινιανό έως τους Παλαιολόγους

    Αστρονομικός χάρτης, κώδικας του Κλαύδιου Πτολεμαίου, από τη βιβλιοθήκη του Βατικανού
    Ιστορικοί και ερευνητές αναγνωρίζουν τρεις περιόδους έξαρσης της επιστημονικής δραστηριότητας στο Βυζάντιο. «Η πρώτη, που φτάνει μέχρι την εποχή της βασιλείας του Ιουστινιανού (527-565μ.Χ) είναι και η τελευταία αναλαμπή των σχολών της αρχαιότητας», εξηγεί ο κ. Δημήτρης Διαλέτης. «Σ’ αυτή την περίοδο, δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη βυζαντινή επιστήμη κι εκείνη της ύστερης αρχαιότητας. Στις αρχές του 5ου αιώνα, οι πιο σημαντικές σχολές όπου διδάσκονταν οι επιστήμες ήταν στην Αλεξάνδρεια, την Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη».

    Ακολουθεί χρονικά η πρώτη βυζαντινή αναγέννηση, που σημειώθηκε τον 9ο και τον 10ο αι., με κεντρική μορφή τον Λέοντα τον Μαθηματικό. «Το έργο του για τη συλλογή, αντιγραφή και διάσωση των αρχαίων κειμένων βοήθησε σημαντικά στην αναγέννηση των επιστημονικών σπουδών στη Δύση. Στην εποχή του (και ενδεχομένως υπό την εποπτεία του), συντάχθηκαν μεταγραμμένοι πλήθος περγαμηνών κωδίκων, που σήμερα ακόμη αποτελούν τη βασικότερη πηγή επιστημονικών χειρογράφων της αρχαιότητας». Η τρίτη περίοδος χαρακτηρίζεται ως δεύτερη βυζαντινή αναγέννηση, ξεκίνησε από το Βασίλειο της Νίκαιας και κορυφώθηκε στα τέλη του 13ου και τις αρχές του 14ου αιώνα, στην Κωνσταντινούπολη, στη διάρκεια της βασιλείας των πρώτων Παλαιολόγων. «Κατά την περίοδο αυτή αναδείχθηκαν αξιολογότατοι λόγιοι, που ανακάλυψαν και πάλι τους δρόμους που οδηγούσαν πίσω στην αρχαία επιστήμη και επανέφεραν στο Βυζάντιο τις γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων».
    Ιατρική Ίδρυσαν τα πρώτα νοσοκομεία

    Όργανο μέτρησης της ποσότητας αίματος κατά την αφαίμαξη, από αραβικό χειρόγραφο
    Το κέντρο της βυζαντινής Ιατρικής βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια μέχρι το 641, όταν η πόλη καταλαμβάνεται από τους Άραβες. Εκεί βρίσκονται συγκεντρωμένα τα βιβλία των αρχαίων γιατρών και φιλοσόφων, εκεί σπουδάζουν όλοι οι σημαντικοί γιατροί. Μετά το 641, το κέντρο της Ιατρικής μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη. Όπως σημειώνει ο κ. Γιώργος Παπαδόπουλος, επίκουρος καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Βυζάντιο μπορεί να ίδρυσε τα πρώτα νοσοκομεία, όμως η βυζαντινή ιατρική παραμένει προσκολλημένη στους αρχαίους Έλληνες και ιδιαίτερα στον Γαληνό. «Τα βυζαντινά ιατρικά συγγράμματα μοιάζουν συχνά με εγκυκλοπαίδειες, αντλούν πληροφορίες από τους αρχαίους Έλληνες, προσπαθώντας να επιλέξουν, κάθε φορά, αυτές που θεωρούν πιο σωστές και πιο χρήσιμες για το θέμα που πραγματεύονται. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται ο Διοσκουρίδης. Μια σημαντική έκδοση του έργου του, με εξαιρετική εικονογράφηση, έγινε γύρω στο 500 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη, από την πριγκίπισσα Ιουλιανή Ανικία».

    Οι ερευνητές συμφωνούν ότι στο Βυζάντιο δεν έγιναν νέες ιατρικές ανακαλύψεις, ούτε αναπτύχθηκαν νέα συστήματα Ιατρικής. «Ο βυζαντινός ιατρικός συγγραφέας», σημειώνει ο κ. Χριστιανίδης, «δεν ενδιαφερόταν για ανανέωση της γνώσης. Ήθελε να αποκτήσει ολοκληρωμένη και σταθερή κατάρτιση». Ωστόσο, με την ίδρυση των νοσοκομείων η βυζαντινή περίοδος συνέβαλε σημαντικά στην εξέλιξη της Ιατρικής. Το πρώτο χριστιανικό νοσοκομείο αποδίδεται στον Μέγα Βασίλειο. Ιδρύθηκε τη δεκαετία του 370 στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και ονομάστηκε Βασιλειάς. Είχε γιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό, ζώα για τη μεταφορά των αρρώστων και «παραπέμποντες», δηλαδή συνοδούς των ασθενών. Αργότερα, ο Ιουστινιανός έχτισε νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη. Το σημαντικότερο πάντως νοσηλευτικό ίδρυμα της εποχής ήταν εκείνο της Μονής Παντοκράτορος που ιδρύθηκε από την Ειρήνη, σύζυγο του αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνού, το 1136. Είχε συνολικά 50 κρεβάτια (38 για άντρες και 12 για γυναίκες), τμήματα χειρουργικής, «εντατική μονάδα» (τμήμα οξείων και σοβαρών ασθενειών) και τμήμα για συνηθισμένες αρρώστιες».
    INFO
    Στο Βυζάντιο κυκλοφορούσαν ευρέως τα «ιατροσόφια»: εγχειρίδια, όπου παρατίθενται συνοπτικά οι διάφορες αρρώστιες, τα κατάλληλα φάρμακα ή άλλες, πρακτικές θεραπείες.
    Τεχνολογία Ρολόγια τσέπης και αστρολάβοι

    Βυζαντινός αστρολάβος, ανακατασκευή εκείνου της Brecia της Ιταλίας, από τον Διονύσιο Κριάρη, που έγινε το 1996. ο αστρολάβος της Brecia κατασκευάστηκε για τον Πρωτοσπαθάριο Σέργιο και είναι ο παλαιότερος αστρολάβος στον κόσμο
    «Μετά τη σύγκρουση μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, όταν πια άρχισε να γίνεται αποδεκτή η αρχαιοελληνική σκέψη από τους «μηχανικούς» του Βυζαντίου, εμφανίζονται τα πρώτα τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής», θα πει ο Χρήστος Λάζος, συγγραφέας, ερευνητής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και ειδικότερα της τεχνολογίας. Ο ίδιος αναφέρει αρχαιολογικά ευρήματα που συνηγορούν υπέρ της βυζαντινής αναβίωσης του ενδιαφέροντος για τη μηχανική, την τεχνολογία, την κατασκευή οργάνων και εργαλείων.

    «Το μεταφερόμενο ηλιακό ρολόι των Φιλίππων, από το 300 μ.Χ., το οποίο αντιστοιχεί στο σημερινό ρολόι τσέπης κι έχει πλάτος και ύψος περίπου έξι εκατοστών, αλλά και το βυζαντινό ρολόι-ημερολόγιο από το 520 μ.Χ. εμφανίζονται ως συνέχεια της ελληνιστικής παράδοσης στην κατασκευή μηχανισμών με γρανάζια, ειδικά για τη μέτρηση του χρόνου. Ειδικότερα το ρολόι-ημερολόγιο, που ανάμεσα στα πολλά γρανάζια του εμφανίζει και ένα διαφορετικό, θεωρείται ως «απόγονος» του υπολογιστή των Αντικυθήρων (από το 87 π.Χ.) Επίσης, σε κείμενα του 6ου αιώνα μ.Χ. πιστοποιούνται οι μελέτες για την κατασκευή αστρολάβου, όμοιου με τον ελληνικό. Το μοναδικό αρχαιολογικά δείγμα, εξάλλου, ενός ελληνικού αστρολάβου, χρονολογείται από το 1060 μ.Χ. και είναι γνωστός ως ο αστρολάβος της Brecia της Ιταλίας. Κατασκευάστηκε για τον Πρωτοσπαθάριο Σέργιο και είναι ο παλαιότερος αστρολάβος στον κόσμο».

    Βιολογία Εμμονή στην πρακτική πλευρά

    Πτηνά από την «Περί ύλης ιατρικής» του Διοσκουρίδη, χειρόγραφο με επιστημονικό χαρακτήρα, Βιέννη
    Στη Βιολογία, τα προβλήματα σχετικά με την ανάπτυξη των οργανισμών, τη φυσιολογία, τον ρόλο των οργάνων, που είχε εξετάσει ο Αριστοτέλης, ελάχιστα απασχόλησαν τους Βυζαντινούς. «Αντίθετα, μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον τους για την πρακτική πλευρά της Ζωολογίας, καθώς γράφτηκαν πολλά εγχειρίδια για τα χρήσιμα και βλαβερά ζώα και τις θρεπτικές ιδιότητες των ζωικών προϊόντων».

    Οι ερευνητές παρατηρούν επίσης πως η Βοτανική, η θεωρητική μελέτη των φυτών, ήταν επίσης άγνωστη στο Βυζάντιο και ο δρόμος που είχε ανοίξει ο Θεόφραστος, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., δεν βρήκε συνεχιστές. «Το ενδιαφέρον των Βυζαντινών αφορούσε στις πρακτικές εφαρμογές στη γεωργία, τη μαγειρική, την ιατρική, τη φαρμακολογία.

    Το ίδιο συνέβη και με την ορυκτολογία, όπου και πάλι το έργο του Θεόφραστου (Περί λίθων) δεν βρήκε συνεχιστές. Αντίθετα, οι Βυζαντινοί περιέβαλαν την επιστήμη αυτή με ένα πλέγμα αποκρυφιστικών απόψεων. Όσα βιβλία εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή με τίτλο «Περί λίθων» ασχολούνται με τις μαγικές ικανότητες των ορυκτών και κυρίως των πολύτιμων λίθων».
    Δαιμονολογία Μελέτη του «εχθρού»

    Τμήμα ψηφιδωτού της βυζαντινοβενετικής σχολής από τον καθεδρικό ναό του Τορτσέλο
    Η δαιμονολογία γεννήθηκε στο Βυζάντιο, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν από τη μια οι προληπτικές αντιλήψεις που ήταν βαθιά ριζωμένες στον λαό και από την άλλη οι επιστημονικές θεωρίες σχετικά με τη φύση του σατανά και τις επιδράσεις του.

    Πρόκειται στην ουσία για μια «επιστήμη» που μελετά οτιδήποτε αφορά τα πνεύματα και τους δαίμονες και προέκυψε από την ανάγκη των χριστιανών να εξερευνήσουν τη φύση του «εχθρού», ώστε να είναι δυνατή η αντιμετώπισή του όπως αναφέρεται και στην περιοδική έκδοση «Foroellenico» (τεύχος 44), που είναι αφιερωμένη στις επιστήμες με τις οποίες ασχολήθηκαν οι Βυζαντινοί.

    Εκείνο δε που την κατέστησε στο επίπεδο της επιστήμης είναι η πολυμορφική φύση των δαιμόνων, κάτι που απαιτούσε συστηματική μελέτη. Όσο για τον άνθρωπο που έθεσε τις βάσεις τούτης της ιδιάζουσας επιστήμης, δεν είναι άλλος από τον βυζαντινολόγο λόγιο και θεολόγο Μιχαήλ Ψελλό (118 – 196).

    http://www.tanea.gr/news/nsin/article/4243400/?iid=2

    Σχόλιο από β | 10/10/2016


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: