Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Η Αθήνα του 12ου αι. Ένας παράξενος κόσμος…..

Ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα αλιεύσαμε στο διαδίκτυο και σας το προτείνουμε

Η Αθήνα του 12ου αι. μέσα από τα μάτια του Μιχαήλ Χωνιάτη Ακομινάτου

.
Tης Καίτης Βασιλάκου
http://ketivasilakou.blogspot.gr/2013/02/12.html
.
Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος γεννήθηκε περίπου το 1138 στις Χώνες της Φρυγίας (σ.τ.Π&Α: Μικρά Ασία). Νεαρός ακόμα πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου μορφώθηκε στην κλασική παιδεία Το 1175 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και το 1182 έγινε μητροπολίτης Αθηνών.

.
Έρχεται λοιπόν στην Αθήνα ανύποπτος ο νεοχειροτονηθείς Μιχαήλ, αρχαιομαθής και λάτρης του ελληνικού πολιτισμού, με πολλή χαρά και πολύ ενθουσιασμό που θα είναι τώρα ο μητροπολίτης μιας τόσο ένδοξης  πόλης που γέννησε τα γράμματα και τον πολιτισμό και φώτισε την Οικουμένη. Με τέτοιες γλυκές προσδοκίες κατεβαίνει στην Αθήνα ο λόγιος από τη Μικρά Ασία.
.
Εγκαθίσταται στο κτήριο της Επισκοπής, στην Ακρόπολη, εκεί που βρίσκεται και ο καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας, και με την ευκαιρία της ενθρόνισής του εκφωνεί ένα θερμότατο λόγο στους Αθηναίους που μαζεύτηκαν στον Παρθενώνα για να τον ακούσουν.
.
Στο λόγο αυτό υπενθυμίζει στους Αθηναίους την παλιά δόξα της πόλης τους και εκφράζει την πεποίθησή του ότι η γενεαλογική συνέχεια από την αρχαιότητα ως εκείνη τη στιγμή δεν έχει διακοπεί. Τους συμβουλεύει  να συνεχίσουν τον ευγενικό τρόπο ζωής των προγόνων τους και τους φέρνει ως παράδειγμα τον Αριστείδη, τον Περικλή, τον Θεμιστοκλή και άλλους σπουδαίους Αθηναίους.
.
Μετά την ομιλία του πρέπει να υποθέσουμε ότι αποσύρθηκε στην Επισκοπή πολύ ευχαριστημένος και ότι ξεκίνησε με ζήλο την αποστολή του. Πολύ σύντομα όμως βγήκε από τις αυταπάτες του. Ο ενθουσιασμός του έσβησε και τον διαδέχθηκε μια βαθιά απογοήτευση.
.
                                                                                Παναγία η Γοργοεπήκοος, 12ος αι. Πρόσοψη.
.
Η Αθήνα του 12ου αιώνα δεν έχει καμιά, μα καμιά απολύτως ομοιότητα με την κλασική Αθήνα που είχε γνωρίσει στα βιβλία του.
.
Δεν είναι πια πόλη, είναι ένα χωριό. Ένα χωριό ρημαγμένο, φτωχό, με κατοίκους πεινασμένους και ρακένδυτους. Δεν μιλούν καν τη γλώσσα που μιλά ο ίδιος. Η ομιλία που είχε εκφωνήσει μπροστά στο αθηναϊκό του ποίμνιο ήταν σκοτεινή και ακατανόητη, τίποτα δεν είχαν καταλάβει οι Αθηναίοι  από όσα τους είχε πει αυτός ο ενθουσιώδης και περίεργος ιεράρχης. Ο Ακομινάτος έκανε τρία χρόνια να μάθει να μιλά και να καταλαβαίνει το τοπικό ιδίωμα και άρχισε να ανησυχεί, μήπως στο τέλος εκβαρβαρωθεί και ο ίδιος μιλώντας αυτό το είδος της βάρβαρης διαλέκτου.
.
«Ω! πόλη των Αθηνών!», αναφωνεί σε κάποιο από τα κείμενά του. «Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί! Όταν σου μιλούσα απλά και φυσικά με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, φαινόταν σαν να μιλούσα για κάτι ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα των Περσών ή των Σκυθών».
.
Δεν αργεί να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται σε ένα θλιβερό χωριό με ελάχιστα απομεινάρια κάποιας παλιάς, μακρινής δόξας. Λίγα χρόνια πριν οι Σαρακηνοί είχαν κάνει επιδρομή στον τόπο, είχαν λεηλατήσει και είχαν καταστρέψει τα πάντα. Πείνα και λοιμός αφανίζουν τον ελάχιστο πληθυσμό που ζει εκεί.
.
                                                                            Παναγία η Γοργοεπήκοος, 12ος αι. Ανάγλυφο.
.
Γράφει ο Μιχαήλ:
.
«Βλέπεις τα τείχη, άλλα απογυμνωμένα, άλλα εντελώς αφανισμένα, σπίτια κατεδαφισμένα και καλλιεργημένα …βλέπεις την πόλη ερημωμένη και μη κατοικήσιμη…ενώ δεν θα βρεις ούτε ερείπιο της Ηλιαίας ή του Περιπάτου ή του Λυκείου…μόνο το βραχώδη λόφο του Αρείου Πάγου μπορείς να δεις, τίποτα το ακμαίο…Τυχαίνει και στην Ποικίλη Στοά να βρίσκεται ένα μικρό απομεινάρι, σημάδι ποιμένων και αυτό και φαγωμένο στις πλίνθους από την πάροδο του χρόνου…όπως και οι χείμαρροι διατρέχουν τις πέτρες που προεξέχουν, στη μόνη και ταλαιπωρημένη Αθήνα όλα ρέουν με μένος παρακωλύοντας κάθε οχύρωμα.
.
Και αλλού:
«Επειδή κανένας αγρός δεν μπορούσε να οργωθεί στην Αθήνα και υπέφεραν, άρχισαν να σπέρνουν τα οικόπεδα…όχι μόνο χόρτα ή ζώα αλλά ούτε ξερά σύκα ή ελιές δεν έχουν… αφανίζεται το εναπομείναν μικρό ποίμνιο τον Αθηνών… Δεν είμαι ευτυχισμένος, γιατί εξαιτίας της μεγάλης ερημιάς της άλλοτε μεγάλης πόλης, πολύ δυστυχές και μικρό είναι το ποίμνιο που διοικώ».
.
Ο  Ακομινάτος δεν είναι πια ευτυχής. Είναι δυστυχής ζώντας σε ένα χωριό φάντασμα της άλλοτε δοξασμένης Αθήνας. Κάνει ό,τι μπορεί για να βελτιώσει την κατάσταση, νουθετεί, επιπλήττει ή κολακεύει τους πραίτορες που έρχονται από την Κωνσταντινούπολη, στέλνει επιστολές στους ισχυρούς, απευθύνει ένα Υπομνηστικόν στον αυτοκράτορα. Όλα μάταια.
.
                                                                                Παναγία η Καπνικαρέα, β΄μισό 11ου αι.
.
Η Αθήνα υποφέρει από τη βαριά φορολογία και τις αυθαιρεσίες των αξιωματούχων, υποφέρει από τη σιτοδεία και τις επιδρομές των πειρατών, αλλά κανείς δεν νοιάζεται. Οι πιο φτωχοί που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, μαζεύουν τα μπογαλάκια τους και φεύγουν, πάνε να βρουν αλλού την τύχη τους, «…ώστε εξέλιπεν και φυσητήρ, ου σιδηρεύς παρ’ ημίν, ου χαλκεύς, ου μαχαιροποιός».
.
Οι δρόμοι είναι έρημοι, οι άνθρωποι σε απόγνωση. Σπάνια να βρεθεί άνθρωπος που να ξέρει λίγα γράμματα.
.
«Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά».
.
Κι όμως η φύση γύρω παραμένει η ίδια, είναι αυτή που ο Ακομινάτος αναγνωρίζει από τα διαβάσματά του:
.
«Η εξαιρετική πραότητα της χώρας έχει διατηρηθεί. Ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά».
.
                                                                       Μωσαϊκό από το Καθολικό της μονής Δαφνίου. 12ος αι.
.
Πάνω από τριάντα χρόνια έμεινε στην Αθήνα ο  Μιχαήλ Ακομινάτος και πρέπει να τα πέρασε δύσκολα, μέσα στην απογοήτευση και τη μοναξιά, ανάμεσα σε ανθρώπους αμόρφωτους που δεν τον καταλάβαιναν και δεν καταλάβαιναν και το λόγο της δυστυχίας του. Μπορεί από την απελπισία του να υπερέβαλε στις περιγραφές του, όμως όσα μας καταμαρτυρεί δεν πρέπει να απέχουν και πολύ από την αλήθεια.
.
Το 1203 υπεράσπισε την Αθήνα κατά την εισβολή στην Αττική του Λέοντα Σγουρού που είχε ιδρύσει ανεξάρτητη ηγεμονία Ναυπλίου και Αργολίδας. Το 1204 όμως που ήρθαν οι Φράγκοι, δεν μπόρεσε να τη σώσει. Η Αθήνα παραδόθηκε στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό και οι Φράγκοι του λεηλάτησαν ό,τι βρήκαν όρθιο, άρπαξαν εκκλησιαστικούς θησαυρούς και κειμήλια, λαφυραγώγησαν τον Παρθενώνα και την εκεί χριστιανική εκκλησία και το ίδιο έκαναν και με τη βιβλιοθήκη του Ακομινάτου.
.
Ο ίδιος εγκατέλειψε την Αθήνα, περιπλανήθηκε για λίγο στη Θεσσαλονίκη και την Εύβοια και κατέληξε στην Κέα. Πέθανε γύρω στο 1222.
.
                 Μιχαήλ Χωνιάτης Ακομινάτος, από το ναό του Αγ. Πέτρου, Καλύβια Κουβαρά Αττικής, 13ος αι.
——————————————————————-
Α

πό τον Νίκο  Μοσχονά

Ιστορικό, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, ΕΙΕ

Ποια ήταν η τοπογραφία της Αθήνας τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή εποχή

          Το έτος 267 μ.Χ. οι Έρουλοι – ένας βαρβαρικός λαός με σκανδιναβική προέλευση εγκαταστημένος τον 3ο αιώνα στα βόρεια παράλια του Ευξείνου – σε συνεργασία με τους Γότθους επέδραμαν στα νησιά του Αιγαίου και στην ηπειρωτική Ελλάδα, εισέβαλαν στην Αττική, κατέλαβαν την Αθήνα, τη λεηλάτησαν και την πυρπόλησαν. Οι συνέπειες της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα ήταν τρομακτικές. Η περίλαμπρη πόλη καταστράφηκε ολοκληρωτικά με μόνη εξαίρεση την Ακρόπολη, που διέφυγε τότε την καταστροφή. Ένα στρώμα στάχτης κάλυψε όλη την έκταση της πόλης, απ’ όπου ξεπρόβαλλαν τα καπνισμένα ερείπια των έξοχων οικοδομημάτων και των άλλων μνημείων της.
         Είχε, βέβαια, προηγηθεί η μεγάλη καταστροφή της Αθήνας από τα στρατεύματα του Ρωμαίου στρατηγού Σύλλα, όταν κατέλαβαν την πόλη το 86 π.Χ. Αλλά αμέσως μετά την καταστροφή εκείνη η Αθήνα άρχισε να ανασυγκροτείται και στους επόμενους αιώνες κοσμήθηκε με νέα λαμπρά οικοδομήματα χάρη στη γενναιόδωρη χορηγία Ρωμαίων αυτοκρατόρων, ξένων βασιλέων (όπως ο βασιλιάς της Καππαδοκίας Αριοβάρζανος) και επιφανών φιλαθηναίων. Κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα η Αθήνα όχι μόνο είχε ανακτήσει την αρχαία της λαμπρότητα, αλλά είχε οδηγηθεί σε νέα άνθηση με την ευεργετική επέμβαση του Ηρώδη του Αττικού και του αυτοκράτορα Αδριανού. Όπως επιγραμματικά σχολιάζει ο Παυσανίας (Ι, 20, 7) Αθήναι μεν όντως υπό του πολέμου κακωθείσαι, τον Ρωμαίων αύθις Αδριανού βασιλεύοντος ήνθησαν. Τότε οικοδομήθηκε  ο ναός του Ολυμπίου Διός, το Πάνθεον, το Αδριάνειο Γυμνάσιο και η Βιβλιοθήκη, καθώς και ολόκληρη η αδριάνεια πόλη κοντά στον Ιλισό, παράλληλα με πλείστα σημαντικότατα έργα κοινής ωφέλειας, όπως υδραγωγεία, δρόμοι, γέφυρες, υπόνομοι. Αντίθετα, μετά την επιδρομή των Ερούλων η ανασυγκρότηση της Αθήνας ακολούθησε βραδύτατους ρυθμούς, χωρίς να αποκατασταθεί ολότελα η αλλοτινή φυσιογνωμία της πόλης. 

 

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την καταστροφή της πόλης από του Ερούλους το 267 μ.Χ. μέχρι την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β΄(408 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VI

             Όπως είναι γνωστό, η αρχαία πόλη της Αθήνας είχε αναπτυχθεί γύρω από την Ακρόπολη, αλλά κυρίως στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του λόφου. Αμέσως μετά τη μάχη των Πλαταιών, το 479 π.Χ., η πόλη περιτειχίστηκε με το Θεμιστόκλειο τείχος , που λείψανα του έχουν διασωθεί σε διάφορα σημεία της σημερινής Αθήνας. Από τον λόφο των Μουσών (τον γνωστό ως λόφο του Φιλοπάππου) το Θεμιστόκλειο τείχος κατερχόταν προς τα νοτιοδυτικά, όπου άρχιζαν τα «μακρά τείχη»   που συνέδεαν την Αθήνα με τον Πειραιά, κατευθυνόταν βορειοανατολικά προς τον λόφο των Νυμφών, διερχόταν από τον Κεραμεικό, έστρεφε ανατολικά τέμνοντας τη σημερινή οδό Αθηνάς στη διασταύρωση με την οδό Σοφοκλέους, προχωρούσε προς την οδό Αιόλου, τρεπόταν νοτιοανατολικά και ακολουθώντας φορά παράλληλη προς την οδό Σταδίου διερχόταν από την Πλατεία Κλαυθμώνος, διέσχιζε την οδό Κολοκοτρώνη, διερχόταν από την οδό Βουλής, ακολουθούσε το νοτιότερο τμήμα της οδού Νίκης και έφθανε στο Ολυμπιείο, απ’ όπου με τεθλασμένη γραμμή κατευθυνόταν προς τα δυτικά καταλήγοντας στον λόφο του Φιλοπάππου. Το Θεμιστόκλειο τείχος κατεδαφίστηκε από τον Λύσανδρο μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, το 403 π.Χ., αλλά ξαναχτίστηκε το 394 π.Χ. από τον Κόνωνα, ενώ κατά τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., χτίστηκε το διατείχισμα από τον λόφο των Μουσών ως τον λόφο των Νυμφών. Τα τείχη της Αθήνας καταστράφηκαν οριστικά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. Κατά την εποχή του Αδριανού επισκευάστηκαν τα παλιά τείχη και περιτειχίστηκε η νέα αδριάνεια πόλη. Το νέο αυτό τείχος άρχιζε από το σημείο συμβολής των σημερινών οδών Βουλής και Κολοκοτρώνη, εκτεινόταν ανατολικά και κατά μήκος της οδού Βασιλίσσης Σοφίας μέχρι του ύψους της οδού Μέρλιν, τρεπόταν νοτιοανατολικά μέχρι το σημερινό Προεδρικό Μέγαρο και από εκεί κατευθυνόταν νοτιοδυτικά προς το Ολυμπιείο, όπου ενωνόταν με το Θεμιστόκλειο τείχος. Η μακρόχρονη ειρηνική περίοδος που ακολούθησε είχε ως συνέπεια να παραμεληθούν τα τείχη της Αθήνας. Μόλις κατά τα μέσα του 3ου μ.Χ. αιώνα, στα πλαίσια του ευρύτερου αμυντικού προγράμματος του αυτοκράτορα Βαλεριανού (253-260 μ.Χ.), έγινε συστηματική ανοικοδόμηση και μερική επέκταση των αθηναϊκών τειχών.
          Ωστόσο, την επομένη δεκαετία, τα τείχη αυτά αποδείχτηκαν ανεπαρκή για να προστατεύσουν αποτελεσματικά την πόλη από τη βαρβαρική απειλή. Η επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ. επέφερε στην Αθήνα δεινή και ανεπανόρθωτη καταστροφή και ερήμωση, ανατρέποντας τη δημογραφική και την πολεοδομική φυσιογνωμία της. Ο αστικός ιστός συρρικνώνεται και περιορίζεται στο κεντρικότερο τμήμα της πόλης, γύρω από τη Ρωμαϊκή Αγορά. Η περιοχή αυτή, που εκτείνεται βόρεια του λόφου της Ακρόπολης, περιτειχίστηκε στα τέλη του 3ου αιώνα, πιθανότατα κατά την εποχή του αυτοκράτορα Πρόβου (276-282 μ.Χ.) ή λίγο αργότερα. Το νέο αυτό τείχος ξεκινούσε από το βορειοδυτικό άκρο των τειχών της Ακρόπολης, κατευθυνόταν βόρεια κατά μήκος της ανατολικής πλευράς της οδού των Παναθηναίων φθάνοντας στο νότιο άκρο της Στοάς του Αττάλου που ενσωματωνόταν σε αυτό, από το βόρειο άκρο της Στοάς κατευθυνόταν ανατολικά, συναντούσε τον νότιο τοίχο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού που επίσης ενσωματωνόταν στο τείχος, προχωρούσε ανατολικά και σε απόσταση 350 περίπου μέτρων (εκεί όπου στη νεότερη εποχή θα ανεγειρόταν το αρχοντικό των Μπενιζέλων) έστρεφε νότια και κατευθυνόταν προς τα τείχη της Ακρόπολης. Είναι φανερό ότι το τείχος αυτό ήταν προϊόν έντονης ανησυχίας και φόβου και κατασκευάστηκε με σπουδή κάτω από την επήρεια της νωπής ακόμη ανάμνησης της συμφοράς που είχε προξενήσει η επιδρομή των Ερούλων. Αποβλέποντας στην αποτροπή νέων δεινών, οι Αθηναίοι – όσοι είχαν απομείνει στη ρημαγμένη πόλη – οικοδόμησαν ένα οχυρό περίβολο χρησιμοποιώντας ως δομικό υλικό τους ίδιους τους δόμους των ερειπωμένων αρχαίων κτηρίων και εξοικονομώντας χρόνο και εργασία με την ενσωμάτωση στον περίβολο αυτό εκείνων των αρχαίων κτισμάτων που χάρη στη θέση, την κατασκευή και τον όγκο τους προσφέρονταν γι’ αυτό.
           Η Αθήνα ήταν τώρα πια ένας περιορισμένος σε έκταση, μικρός και ολιγάνθρωπος οικισμός, που αγωνιζόταν να επιβιώσει μέσα σ’ ένα απέραντο και θλιβερό χώρο ερειπίων. Παρ’ όλα αυτά, η ζωή επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς και κατά τον 4ο αιώνα η Αθήνα παρουσιάζει κάποιες αναλαμπές  έχοντας καταστεί και πάλι σπουδαίο παιδευτικό κέντρο, όπου διδάσκουν ξακουστοί φιλόσοφοι, όπως ο Λιβάνιος, και όπου έρχονται να διδαχθούν νέοι απ’ όλη την ελληνορωμαϊκή οικουμένη. Ανάμεσά τους και έξοχα πνεύματα του όψιμου αρχαίου κόσμου, όπως ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Μέγας Βασίλειος και ο μετέπειτα αυτοκράτορας Ιουλιανός, ο γνωστός ως Παραβάτης.
          Βέβαια, η Αθήνα δεν ήταν τότε παρά ένα φτωχό απομεινάρι του λαμπρού παρελθόντος. Ο Συνέσιος ο Κυρηναίος, που είχε επισκεφθεί την Αθήνα στα τέλη του 4ου αιώνα έγραφε χαρακτηριστικά, ότι η πόλη δεν είχε τίποτα το σπουδαίο εκτός από τα ένδοξα τοπωνύμια: Ουδέν έχουσιν αι νυν Αθήναι σεμνόν, αλλ’ ή τα κλεινά των χωρίων ονόματα. Μόνο τις άδειες φιλοσοφικές σχολές και τη γυμνή Ποικίλη Στοά μπορούσε κανείς να θαυμάσει στην Αθήνα, την πόλη που άλλοτε ήταν Εστία σοφών και τώρα «σεμνύνουσιν… οι μελιττουργοί» (Επιστ. 136).
              Οπωσδήποτε κατά τον 4ο αιώνα η πόλη αρχίζει να επεκτείνεται και πάλι έξω από το εσωτερικό τείχος, γεγονός που οδήγησε στην επισκευή του εξωτερικού αρχαίου τείχους κατά το δεύτερο μισό του αιώνα. Στην ευρύτερη αυτή ζώνη της Αθήνας, όπου παρά τις αλλεπάλληλες δηώσεις και καταστροφές η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν είχε ολότελα εξαφανιστεί, παρατηρείται έντονη οικοδομική δραστηριότητα γύρω στα τέλη του 4ου και τις αρχές του 5ου αιώνα με την επισκευή παλαιών κτηρίων και την ανέγερση νέων. Στην περιοχή της αρχαίας Αγοράς, όπου το μόνο κτήριο που είχε διαφύγει την καταστροφή ήταν ο ναός του Ηφαίστου (το λεγόμενο «Θησείο»), επισκευάστηκαν η θόλος και το Μητρώον, ενώ στον νότιο κεντρικό χώρο της Αγοράς, όπου υπήρχε το Ωδείο του Αγρίππα, οικοδομήθηκε γύρω στο 400 μ.Χ. το Γυμνάσιον, πανεπιστημιακό συγκρότημα που περιλάμβανε αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκη, παλαίστρα και λουτρά. 

Κάτοψη Σχολής που ανασκάφτηκε στην Αρχαία Αγορά (400-410 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, σελ. 133

 

 

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από τη βασιλεία του Θεοδοσίου Β΄μέχρι τους χρόνους του Ιουστινιανού (408 – 565 μ.Χ.)Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙ

 

 

    Τμήμα της πρόσοψης της βιβλιοθήκης του Αδριανού, όπου η κιονοστοιχία με κίονες από φρυγικό μάρμαρο. Ο χώρος είχε χρησιμεύσει για την ανέγερση του ναού των Αγίων Ασωμάτων στα Σκαλιά, ονομασία που προσέλαβε απο τις βαθμίδες της εισόδου της Βιβλιοθήκης.

 

 

Τοπογραφικό σχέδιο της Αθήνας στην περίοδο από την εποχή του Ιουστινιανού μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Φράγκους (565 – 1205 μ.Χ.). Η πόλη εκτείνεται και πέρα από το υστερορωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο στα όρια που περικλείονται από τα αρχαία τείχη, όπου αναπτύσσονται βυζαντινές συνοικίες και όπου εμφανίζονται διάσπαρτοι οι βυζαντινοί ναοί. Ι. Τραυλού, Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, 2η έκδοση, Αθήνα 1993, πίν. VIΙΙ

 

              Πολλά ιδιωτικά εκπαιδευτήρια οικοδομούνται νοτιότερα, κάτω από τον Άρειο Πάγο.  Επίσης επισκευάζεται η Βιβλιοθήκη του Αδριανού (από τον Ερκούλιο, ύπαρχο του Ιλλυρικού μεταξύ των ετών 402-410) και ανατολικότερα ανεγείρεται το 401 από τον ύπαρχο Αέτιο ένα μεγάλο οικοδόμημα προς τιμή των αυτοκρατόρων Ονωρίου και Αρκαδίου. Άλλο Γυμνάσιο χτίζεται νότια του Ωδείου του Ηρώδη του Αττικού, ενώ παράλληλα επισκευάζονται πολλά από τα Γυμνάσια, τα ρωμαϊκά λουτρά και τα άλλα κτίσματα που υπήρχαν στην αδριάνεια πόλη.

      Η επέκταση και η ανάπτυξη της Αθήνας έξω από το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό τείχος συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους αιώνες. Και αυτή ακριβώς η επέκταση της πόλης αιτιολογεί την κατά τους χρόνους του Ιουστινιανού ανοικοδόμηση του εξωτερικού τείχους παράλληλα με την επισκευή του εσωτερικού. Ο Ιουστινιανός, βέβαια, είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στην πνευματική και την οικονομική ζωή της Αθήνας με την κατάργηση των φιλοσοφικών σχολών (529 μ.Χ.). Εξάλλου, τότε αποσπάστηκαν από κτήρια της αθηναϊκής Αγοράς κάποιοι κίονες, που μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη για να χρησιμοποιηθούν στην οικοδόμηση του ναού της Αγίας Σοφίας. Έτσι, η μέριμνα για την αποκατάσταση των οχυρώσεων της Αθήνας θεωρήθηκε ως ένα είδος αποζημίωσης για όσα είχαν γίνει σε βάρος της. Παρά την αποκατάσταση του εξωτερικού τείχους, το εσωτερικό υστερορρωμαϊκό δεν αχρηστεύθηκε ούτε εγκαταλείφθηκε. Χρήσιμο σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, παρουσιάζει σαφή σημεία επισκευών κατά την ύστερη βυζαντινή εποχή και αργότερα κατά την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας. Λίγο μετά τα μέσα του 11ου αιώνα, παράλληλα με τις επισκευές του εσωτερικού τείχους, χτίστηκε το Ριζόκαστρο που περιέβαλε τον λόφο της Ακρόπολης. Έτσι, κατά το τέλος της βυζαντινής περιόδου η Αθήνα διέθετε ικανή άμυνα χάρη στο σύστημα των τριών οχυρωματικών περιβόλων της. Ένα νεότερο τείχος, που κατασκευάστηκε με εντολή του βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή το 1778 και που περιέκλειε σημαντικά μικρότερη έκταση απ’ ό,τι το αρχαίο τείχος, αντικατέστησε τα ερειπωμένα πλέον παλιά τείχη της Αθήνας.
          Παρά τις αλλεπάλληλες επιδρομές και τις οδυνηρές καταστροφές που επέφεραν στην αθηναϊκή ύπαιθρο και την πόλη, η εγκατοίκηση και η δραστηριότητα στον ευρύτερο αστικό χώρο της Αθήνας εξακολουθεί με αυξομειώσεις και διακυμάνσεις σε όλη τη βυζαντινή περίοδο. Οι ανασκαφικές έρευνες αποκάλυψαν την ύπαρξη βυζαντινών οικιών, εργαστηρίων και άλλων κτισμάτων, καθώς και ολόκληρων συνοικιών στις περιοχές της αρχαίας Αγοράς, του Αγοραίου Κολωνού, μεταξύ του λόφου των Νυμφών και του Αρείου Πάγου, νότια του Ριζόκαστρου και βόρεια του Ολυμπιείου. Μεγάλες οικοδομές χτίστηκαν στα πρωτοχριστιανικά χρόνια και καταστράφηκαν κατά την επιδρομή των Ερούλων. Άλλα οικοδομικά σύνολα επιβιώνουν ως τα τέλη του 6ου αιώνα και εγκαταλείπονται μετά την επιδρομή των Σλάβων. Νεότερα οικοδομήματα και συνοικίες στην περιοχή της Αγοράς και στις γειτονικές περιοχές ανάγονται σε διάφορες εποχές από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα. Αλλά και νότια της Ρωμαϊκής Αγοράς, μέσα στον εσωτερικό περίβολο υπάρχουν λείψανα οικιών από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα. Σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται ίχνη καταστροφών που ανάγονται στις αρχές του 13ου αιώνα (επιδρομή του Λέοντα του Σγουρού το 1203, φραγκική κατάληψη το 1204) ή αποδίδονται στα πολεμικά γεγονότα του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνα. 
             Ο Χριστιανισμός, που εισάγεται στην Αθήνα ενωρίτατα με τη διδασκαλία του αποστόλου Παύλου   έμελλε να διαδραματίσει σπουδαιότατο ρόλο στη διαμόρφωση της αθηναϊκής τοπογραφίας των μετέπειτα αιώνων. Σύμφωνα με την παράδοση, ο πρώτος αθηναϊκός χριστιανικός ναός είχε χτιστεί τον 1ο μ.Χ. αιώνα στα βόρεια περίχωρα της πόλης και στον ναό αυτό οι χριστιανοί Αθηναίοι «ανεστήλωσαν» εικόνα της Θεοτόκου που είχε ζωγραφίσει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Ο ναός αυτός ταυτίστηκε με την παλαιοχριστιανική βασιλική που είχε ανασκαφεί το 1859 από τον Κ. Πιττάκη στα Πατήσια, στη θέση όπου υπήρχε τον 19ο αιώνα μικρός ναός του Αγίου Λουκά, που αντικαταστάθηκε από τον σημερινό περικαλλή ομώνυμο ναό της οδού Πατησίων. Η ύπαρξη ενός χριστιανικού ναού σε απομακρυσμένη από την πόλη εξοχική τοποθεσία κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες είναι δικαιολογημένη. Ο ναός θα είχε οικοδομηθεί στο κτήμα κάποιου εύπορου χριστιανού Αθηναίου, που παρείχε την αναγκαία κάλυψη για λόγους ασφάλειας. Εκεί θα είχε πιθανότατα δημιουργηθεί και χριστιανικό κοιμητήριο, ίσως κατά τον τύπο μιας κατακόμβης. Έξω από τα τείχη της πόλης στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού, στη θέση όπου είχε ταφεί ο επίσκοπος της Αθήνας Κλημάτιος είχε ανεγερθεί κατά τον 4ο αιώνα χριστιανική βασιλική, ενώ στην αριστερή όχθη του Ιλισού υπήρχε το «μαρτύριο» του Λεωνίδη, όπου επίσης ιδρύθηκε στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα μεγάλη χριστιανική βασιλική προς τιμή του μάρτυρα επισκόπου της Αθήνας.
            Από τα μέσα του 5ου αιώνα, μετά τα διατάγματα του Θεοδοσίου του Β΄ κατά των Εθνικών (437 μ.Χ.), άρχισε η μετατροπή ειδωλολατρικών ναών σε χριστιανικούς, ενώ παράλληλα ανεγέρθηκαν νέοι χριστιανικοί ναοί (έχουν εντοπιστεί 22 συνολικά). Στην Ακρόπολη μετατράπηκαν σε χριστιανικούς ναούς ο Παρθενώνας (ως ναός της Παρθένου Μαρίας) και το Ερεχθείο , ενώ ανάμεσα σε αυτούς, στη θέση του ναού της Πολιάδος Αθηνάς, ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Τριάδας και στα Προπύλαια διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό (ίσως των Αρχαγγέλων) η νότια πτέρυγα του οικοδομήματος. Ως τόποι χριστιανικής λατρείας χρησίμευσαν και τα σπήλαια της Ακρόπολης: το σπήλαιο του Πάνος (Άγιος Αθανάσιος), η Κλεψύδρα (Άγιοι Απόστολοι στα Μάρμαρα) και το σπήλαιο στο χορηγικό μνημείο του Θρασύλλου (Παναγία η Σπηλιώτισσα). Στα μέσα του 5ου αιώνα ιδρύθηκε η βασιλική του Διονυσιακού θεάτρου και η βασιλική του Ασκληπιείου προς τιμή των Αγίων Αναργύρων, ενώ πάνω από το Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού φέρεται ότι υπήρχε βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Μέσα στην κεντρική περιοχή της Αθήνας, την οποία περιέκλειε το υστερορρωμαϊκό τείχος, μετασκευάζεται σε βασιλική το λεγόμενο Αγορανομείο και σε βαπτιστήριο το Ωρολόγιο του Κυρρήστου. Εξάλλου, μέσα στον χώρο της Βιβλιοθήκης του Αδριανού χτίστηκε στις αρχές του 5ου αιώνα ο τετράκογχος ναός της Μεγάλης Παναγίας, που υπήρξε πιθανότατα ο καθεδρικός ναός της Αθήνας και που μετατράπηκε σε μικρότερη τρίκλιτη βασιλική στις αρχές του 6ου αιώνα. Πολλοί επίσης χριστιανικοί ναοί ιδρύθηκαν και στον ευρύτερο χώρο της Αθήνας. Στον λόφο του Αγοραίου Κολωνού ο ναός του Ηφαίστου διασκευάστηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο. Κάτω από τον Άρειο Πάγο υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός αφιερωμένος πιθανότατα στη μνήμη του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη – όπως και ο γειτονικός μεταγενέστερος ναός (του 17ου αιώνα), που τα ερείπιά του διακρίνονται στην περιοχή – ενώ στο σπήλαιο του λόφου των Νυμφών ιδρύθηκε ο ναός της Αγίας Μαρίνας. Βόρεια της αρχαίας Αγοράς υπήρχε παλαιοχριστιανικός ναός κάτω από τον σημερινό ναό του Αγίου Φιλίππου, καθώς και στη θέση όπου άλλοτε υπήρχε ο ναός της Αγίας Θέκλας και ένας τρίτος ακόμη βορειότερα, στην οδό Ευριπίδου, στη θέση όπου υπάρχει ο μικρός ναός του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα. Ανατολικά της Ακρόπολης υπήρχαν πέντε παλαιοχριστιανικοί ναοί: στη θέση του μεταγενέστερου ναού της Αγίας Αικατερίνης, στη θέση του ναού της Σωτείρας του Λυκοδήμου, η βασιλική του Εθνικού Κήπου, η τρίκλιτη βασιλική στη βόρεια πλευρά του Ολυμπιείου (αφιερωμένη πιθανότατα στον Άγιο Νικόλαο) και ο ναός που υπήρχε νότια του Ολυμπιείου. Τέλος, ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης, κοντά στη νότια όχθη του Ιλισού, μετατρέπεται σε ναό της Παναγίας με την επωνυμία Παναγία στην Πέτρα. Στις περιπτώσεις μετατροπής των αρχαίων ναών και ιερών σε χριστιανικούς ναούς παρατηρείται η τάση διατήρησης του παραδοσιακού λατρευτικού χαρακτήρα του χώρου με τη μεταλλαγή της ειδωλολατρικής αφιέρωσης σε αντίστοιχη χριστιανική: ο Παρθενώνας (ναός της Παρθένου Αθηνάς) γίνεται ναός της Παρθένου Μαρίας (πηγήμετάφραση), στα Προπύλαια διαμορφώνεται ναός των φρουρών Αρχαγγέλων, στο Ασκληπιείο ανεγείρεται ναός των Αγίων Αναργύρων και η εκεί αρχαία ιερή κρήνη γίνεται αποδεκτή ως άγιασμα, ενώ γύρω από τον ναό της Δήμητρας και της Κόρης (που η λατρεία τους συνδέεται με το πρόβλημα του θανάτου) δημιουργείται χριστιανικό κοιμητήριο.
           Κατά την ίδια εποχή υπήρχαν οκτώ χριστιανικά κοιμητήρια στην Αθήνα. Τα δύο βρίσκονταν μέσα στην πόλη, στη νότια πλευρά της Ακρόπολης, στον χώρο του ναού του Αγίου Ανδρέα και της βασιλικής του Διονυσιακού θεάτρου. Τα άλλα βρίσκονταν έξω από τα τείχη της πόλης: στον Κεραμεικό, στην περιοχή της παλιάς Βουλής, στη νότια πλευρά του Λυκαβηττού (μεταξύ Δεξαμενής, Σχιστής Πέτρας και βασιλικής του Κληματίου), στον Ιλισό, όπου υπήρχε ο ναός της Δήμητρας και της Κόρης (Παναγία στην Πέτρα), στην περιοχή του Κυνοσάργους και στη νότια πλευρά του λόφου του Φιλοπάππου.
              Λίγο πριν από τα μέσα του 8ου αιώνα, η Αθήνα προάγεται εκκλησιαστικά από επισκοπή σε μητρόπολη (1 , 2 ), πράγμα που φανερώνει ότι την εποχή αυτή παρουσίαζε αξιόλογη ανάπτυξη. Τον 9ο αιώνα παρατηρείται νέα δραστηριότητα στον τομέα της ναοδομίας. Τότε ανεγέρθηκαν νέοι ναοί, όπως οΆγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος του Μαγκούτη που χτίστηκε το 871 μ.Χ. στις βόρειες υπώρειες της Ακρόπολης (οδός Μνησικλέους) και η Παναγία Νεραντζιώτισσα στο Μαρούσι. Μεγάλος αριθμός ναών οικοδομήθηκε στην Αθήνα από τον 10ο (Μονή Πετράκη) έως τα τέλη του 12ου αιώνα, οπότε το σύνολο των αθηναϊκών εκκλησιών υπολογίζεται ότι έφτασε τις σαράντα. Από τους ναούς αυτούς σώζονται μέχρι σήμερα στην αρχική μορφή τους ή με μικρές μεταγενέστερες επεμβάσεις επτά ναοί του 11ου αιώνα – οι Άγιοι Απόστολοι του Σολάκη στην αρχαία Αγορά, οι Άγιοι Ασώματοι του Κεραμεικού, οι Άγιοι Θεόδωροι στην Πλατεία Κλαυθμώνος, η Καπνικαρέα στην οδό Ερμού, η Σωτήρα του Λυκοδήμου  στην οδό Φιλελλήνων (σήμερα ρωσική εκκλησία), η Αγία Αικατερίνη στην Πλάκα επίσης, ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην οδό Ερεχθείου, στα σκαλάκια απέναντι από την ταβέρνα του «Ψαρρά», – και ένας του τέλους του 12ου αιώνα, η Παναγία η Γοργοεπήκοος (γνωστή ως «μικρή Μητρόπολη» ή Άγιος Ελευθέριος). Από τους υπόλοιπους, άλλοι έχουν παραμορφωθεί από τις μεταγενέστερες προσθήκες και επισκευές (όπως η Σωτήρα του Κωττάκη στην οδό Κυδαθηναίων και ο Άγιος Νικόλαος του Ραγκαβά, όπου τελευταία έγιναν εργασίες αποκατάστασης) ή έχουν αντικατασταθεί με νεότερους ναούς που χτίστηκαν πάνω στους παλιούς διατηρώντας την παλιά επωνυμία (όπως η Αγία Ειρήνη, η Παναγία η Χρυσοσπηλιώτισσα, ο Άγιος Γεώργιος του Καρύκ(τσ)η, οι Άγιοι Ανάργυροι του Κολοκύνθη δηλ. το επονομαζόμενο Μετόχι του Παναγίου Τάφου στην οδό Ερεχθείου και Πρυτανείου) ή, τέλος, διασώζονται μόνο κάποια ίχνη τους σε αρχαία οικοδομήματα. Την εποχή αυτή εισάγεται στην αθηναϊκή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ο ρυθμός του δικιόνιου ή τετρακιόνιου εγγεγραμμένου σταυρικού τύπου με τρούλο, όπως είναι οι περισσότεροι ναοί που έχουν διασωθεί, με εξαίρεση τον ναό της Σωτήρας του Λυκοδήμου (Ρώσικη), οκταγωνικού ρυθμού, που αποτελεί επίσης αρχιτεκτονική καινοτομία της εποχής και τον τρίκογχο ναό των Αγίων Αποστόλων του Σολάκη. 

 

Η περιοχή του Θησείου και του Ψυρρή με την εκκλησία των Αγ. Αναργύρων, κατοικίες και σκηνές της καθημερινής ζωής σχεδιασμένα από τον August Ferdinand Stademann και λιθογραφημένα για την έκδοση Panorama von Athen, Μόναχο 1841 (Aθήνα, Μουσείο Μπενάκη). O ναός των Αγίων Αναργύρων είναι του 11ου αι. και ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου αλλά με ιδιότυπο εξάπλευρο τρούλλο, που χωρίζεται σε δύο τμήματα με εξέχον γείσο.
Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 57, εικ. 22

              Οι περισσότεροι από τους νέους αυτούς ναούς χτίστηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας που εκτείνεται έξω από το υστερορρωμαϊκό τείχος, όπου την εποχή αυτή υπάρχει σημαντική οικοδομική δραστηριότητα , όπως αποδεικνύεται από το πλήθος των ανασκαφικών ευρημάτων που ανάγονται στην περίοδο από τον 9ο έως τον 12ο αιώνα. . Ο μικρός ναός είναι κομψό κτίσμα του δεύτερου μισού του 11ου αι. και ανήκει στον τετρακιόνιο αθηναϊκό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο και νάρθηκα(Βυζαντινή Αθήνα, σελ. 109, εικ. 17). Στο βόρειο άκρο της Αγοράς, ανατολικά του Θησείου είχε διαμορφωθεί από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα ευρύτατη και πυκνοκατοικημένη συνοικία, που εγκαταλείπεται τον 13ο και δεν επαναδραστηριοποιείται έως τα τέλη του 18ου αιώνα. Αντίθετα, στην περιοχή που εκτείνεται βόρεια του Αγοραίου Κολωνού (Θησείο) και συνεχίζεται πέρα από την τάφρο της γραμμής του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου διαπιστώνεται μεγαλύτερη διάρκεια εγκατοίκησης. Σε αυτή την περιοχή εντοπίστηκε ένα μεγάλο βυζαντινό οικοδόμημα του 12ου αιώνα που κόπηκε με τη διάνοιξη της σιδηροδρομικής γραμμής. Το κτήριο, που είχε 30 δωμάτια, πρέπει να εγκαταλείφθηκε τον 13ο ή τον 14ο αιώνα. Ως προς τη χρήση του, που παραμένει άγνωστη, διατυπώθηκαν διάφορες απόψεις, θεωρήθηκε ως αρχοντική κατοικία, ως πολυκατοικία, ως εμπορικό κέντρο ή δημόσιο κτήριο ή, τέλος, ως ενδιαίτημα των μοναχών του γειτονικού Αγίου Γεωργίου του Κολωνού (Θησείου) και ως ξενώνας προσκυνητών. Ακόμη βορειότερα ανασκάφτηκε συνοικία με σχετικά μεγάλες ιδιωτικές κατοικίες, αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια κατασκευής ή διακόσμηση. Τα κτίσματα φαίνεται ότι καταστράφηκαν από πυρκαγιά στα μέσα του 12ου αιώνα και πιθανότατα η αιτία της καταστροφής να ήταν η νορμανδική επιδρομή του 1147 μ.Χ. Στην ίδια περιοχή, που πρέπει να ήταν εργατική συνοικία, ανασκάφτηκε ένα βιοτεχνικό συγκρότημα, πιθανότατα υφαντουργείο. Η περιοχή σύντομα ανοικοδομήθηκε, αλλά στις αρχές του 13ου αιώνα μαρτυρείται νέα καταστροφή. Ακολούθησαν νεότερες οικοδομήσεις και καταστροφές τον 13ο και στις αρχές του 14ου αιώνα. Ως δομικό υλικό είχαν χρησιμοποιηθεί αργοί λίθοι και σε μικρότερη κλίμακα δόμοι από αρχαία κτίσματα. Οι τοίχοι ήταν επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα και τα δάπεδα καλύπτονταν από πιεσμένο χώμα με κάποια σπάνια εξαίρεση, όπου διασώζονται ίχνη ψηφιδωτού και πλακόστρωσης κεραμικής ή λίθινης. Οι ίδιες σχεδόν οικοδομικές φάσεις διαπιστώνονται και στην περιοχή του Αγοραίου Κολωνού, όπου τα κτίσματα είχαν δομηθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή απλότητα από λίθους και πλίνθους, ενώ οι αρχαίοι δόμοι χρησιμοποιούνται στις γωνίες των κτηρίων. Και αυτών των κτισμάτων οι τοίχοι είχαν επιχριστεί με ασβεστοκονίαμα.

 

Φανταστική άποψη της Αθήνας από χειρόγραφο του 16ου αι. Χαρακτηριστική η τοποθέτηση γλαυκών στους πύργους των τειχών της πόλης.


Παρά τις επανειλημμένες καταστροφές και τις ανοικοδομήσεις, ο πολεοδομικός ιστός της Αθήνας δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά. Οι αστικοί δρόμοι σε όλη τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου ακολουθούν τον αρχαίο σχεδιασμό του οδικού δικτύου της πόλης και συμπίπτουν με τους αρχαίους δρόμους. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στη νεότερη περίοδο αλλά και στη σημερινή ακόμη εποχή στο παλιό τμήμα της πόλης και στη διάταξη ορισμένων από τις βασικές οδικές αρτηρίες της Αθήνας. Έξω από τα τείχη της πόλης, το αρχαίο δίκτυο των δρόμων που οδηγούσε στα περίχωρα της Αθήνας παραμένει αμετάβλητο. Άλλωστε, με μικρές αποκλίσεις, επιβιώνει μέχρι σήμερα.

           Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Άραβας γεωγράφος Εδρισή (Al-Idrisi) αναφέρεται στην Αθήνα και την περιγράφει ως «πολυάνθρωπη πόλη που περιβάλλεται από κήπους και καλλιεργημένα χωράφια» (πηγή ). Αλλά και ο πατριάρχης Λουκάς Χρυσοβέργης λίγα χρόνια αργότερα, το 1166, δεν διστάζει να προσδώσει στην Αττική τον ευφημισμό «πανευδαίμων χώρα». Ο ίδιος ο Μιχαήλ ο Χωνιάτης, ο λόγιος μητροπολίτης της Αθήνας, που με κάθε ευκαιρία εκφράζει την απογοήτευση που αισθάνεται για την κατάντια της Αθήνας, εκστασιάζεται από το φυσικό περιβάλλον και βεβαιώνει έμμεσα ότι άλλοτε η Αττική ήταν χώρα πολυπληθής . Παρά το αμμώδες και φτωχό κατά τη μαρτυρία του Χωνιάτη έδαφος της Αττικής, υπήρχαν ελαιώνες και αμπελώνες, καθώς και χωράφια δοσμένα στην καλλιέργεια του σταριού. Το αττικό τοπίο συμπληρώνεται με τις πευκόφυτες εκτάσεις, που κάλυπταν τους λόφους του λεκανοπεδίου και έφταναν στις πλαγιές των γειτονικών βουνών.
           Κατά το τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, λίγα χρόνια πριν από τον ερχομό του μητροπολίτη Μιχαήλ του Χωνιάτη, η Αθήνα έπαθε μεγάλη καταστροφή από την επιδρομή των Σαρακηνών, που κατέλαβαν την πόλη και απείλησαν το Ριζόκαστρο και την Ακρόπολη. Την άθλια εικόνα της κατεστραμμένης πόλης αντίκρισε ο Χωνιάτης, όταν εόρτασε στην Αθήνα το 1182. Γεμάτος από το όραμα του αθηναϊκού μεγαλείου της κλασικής εποχής, ο λόγιος ιεράρχης αντικρίζει ένα απογοητευτικό θέαμα . Ερειπωμένα ή ολότελα γκρεμισμένα τείχη, σπίτια να έχουν ανασκαφεί και να έχουν μετατραπεί σε χωράφια , ανθρώπους σε απόγνωση από τον λοιμό και την πείνα που μάστιζε την πόλη. Ο ίδιος θρηνεί για την κατάσταση της Αθήνας και την περιγράφει με ζοφερά χρώματα στις επιστολές και στους λόγους του προσπαθώντας να κινήσει το ενδιαφέρον των ισχυρών για την ανακούφιση του ποιμνίου του. Αλλά στη διάρκεια της ιεραρχίας του ο Χωνιάτης θα έβλεπε να ολοκληρώνεται η φοβερή αυτή καταστροφή με την εισβολή στην Αττική, το 1203, του Λέοντα του Σγουρού, δυνάστη του Ναυπλίου. Ο δραστήριος μητροπολίτης της Αθήνας υπερασπίστηκε τότε με σθένος την πόλη και το ποίμνιό του αντιτάσσοντας αποτελεσματική άμυνα στον επιδρομέα. Ωστόσο, τα αποθέματα δυνάμεων φαίνεται ότι είχαν εξαντληθεί . Οι Αθηναίοι, εξουθενωμένοι από τις λεηλασίες και τις καταστροφές, δεν ήταν πλέον σε θέση να προβάλουν άλλη αντίσταση ούτε η κατάσταση της πόλης το επέτρεπε. Η Αθήνα έγινε, λοιπόν, εύκολη λεία για τους Φράγκους που έφτασαν το 1204 και διεκδίκησαν τηνκατοχή της. Ο Χωνιάτης, βλέποντας τώρα πως ήταν ανώφελο να προβάλει αντίσταση στους σιδερόφρακτους ιππότες, παρέδωσε την Αθήνα στον Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό. Με απληστία οι νέοι κυρίαρχοι της ένδοξης πόλης επιδόθηκαν στη λεηλασία και τη διαρπαγή των εκκλησιαστικών θησαυρών, των κειμηλίων και των άλλων πολύτιμων αντικειμένων που υπήρχαν εκεί. Ο Παρθενώνας, ο περίλαμπρος ναός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, λαφυραγωγήθηκε, ενώ η σπουδαία βιβλιοθήκη του Χωνιάτη λεηλατήθηκε και τα χειρόγραφά της διασκορπίστηκαν. Ο ίδιος ο Χωνιάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα και, αφού περιπλανήθηκε για κάποιο διάστημα στη Θεσσαλονίκη και στην Εύβοια, εγκαταστάθηκε τελικά στην Κέα. Ο Βονιφάτιος παραχώρησε την Αθήνα και την Αττική ως φέουδο στον Βουργουνδό ευπατρίδη Όθωνα de la Roche, που προσαγορεύτηκε «Κύριος των Αθηνών» (Dominus Athenarum, Sire d’ Athènes) και από τους Έλληνες «Μέγας Κυρ» ή «Μέγας Κύρης».

 

Γενική άποψη της Αθήνας με θέα προς τη θάλασσα. Σχεδιαστής ο Wolfensberger και χάρακτης οBrandard (19ος αι.).
Βενετία, Biblioteca del Civico Museo Correr M 38144


          Μετά την παράδοση της πόλης και την αποχώρηση του Χωνιάτη, η Αθήνα εγκαταλείπεται στην κυριαρχία των Λατίνων στερημένη από κάθε δυνατότητα πολιτικής ή εκκλησιαστικής προστασίας από ελληνικής πλευράς. Στη διάρκεια των δυόμισι αιώνων της λατινικής κυριαρχίας η Αθήνα παραμένει μια μικρή πόλη . Επιχρωματισμένη η περιοχή της πόλης μέσα στα όρια του υστερορωμαϊκού τείχους και του Ριζόκαστρου.] που περιορίζεται μέσα στο υστερορρωμαϊκό τείχος και το Ριζόκαστρο. Το εξωτερικό τείχος εγκαταλείπεται οριστικά και στην έκταση που περικλείει παραμένουν μόνο τα λαμπρά ερείπια των αρχαίων μνημείων συντροφιασμένα από τους κομψούς βυζαντινούς ναούς των προηγούμενων αιώνων ανάμεσα σε πλήθος από χαλάσματα κατοικιών, όπου λίγες δεκαετίες νωρίτερα υπήρχε η ζωντανή ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα.

           Τον 13ο αιώνα ελάχιστες επεμβάσεις γίνο

.

26/02/2013 - Posted by | -Εικαστικά, -Ιστορικά, -Περί έθνους, Εκκλησία

9 Σχόλια »

  1. Παρθενώνας: Η (αν)Ορθόδοξη Ιστορία
    Υποβλήθηκε από Aristotelis την Κυρ, 02/08/2009 – 01:10.

    Η μεγαλύτερη περίοδος της ιστορίας της Ακροπόλεως, βρίσκει τον Παρθενώνα ορθόδοξη εκκλησία, ακόμη και καθεδρικό των Αθηνών. Η αρχαία ιστορία του Παρθενώνα, όπως και οι περιπέτειές του στους νεότερους χρόνους είναι γνωστά το μάλλον ή ήττον. Εκείνη που παραμένει σχετικά άγνωστη είναι η ιστορία του μνημείου κατά τους μέσους χρόνους.

    Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ο Παρθενώνας υπήρξε χριστιανικός ναός. Από το 500 ως το 1450, για κάτι λιγότερο από μία χιλιετία, ο ναός της παρθένου Παλλάδας λειτούργησε ως ναός της Θεοτόκου Παρθένου και υπήρξε θρησκευτικό προσκυνηματικό κέντρο μεγάλης σημασίας καθ’ όλη την ιστορία του Βυζαντίου.

    Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μετατροπής του αρχαίου ναού σε χριστιανικό, είναι πως τίποτε δεν πειράχθηκε, τίποτε δεν αλλάχθηκε. Ακόμη και τα αετώματα δεν σκεπάστηκαν – αφέθηκαν ως είχαν. Ο περίφημος φόβος των «δαιμονικών» αρχαίων θεών, απ ότι φαίνεται δεν περιελάμβανε την Ακρόπολη. Όχι μόνο τον Παρθενώνα: κατοικία του επισκόπου των Αθηνών ήταν τα Προπύλαια.

    Η πιο διαδεδομένη άποψη θέλει την Αθήνα να σβήνει μετά το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών από τον Ιουστινιανό το 529 και να αρχίζει να ξαναγίνεται κέντρο όταν, με την Αναγέννηση, οι Δυτικοευρωπαίοι ανακαλύπτουν, χάρη στην αραβική επίδραση, την κλασική Ελλάδα και αρχίζουν να επισκέπτονται το κάποτε ένδοξο αυτό χωριό. Θέλει, επίσης, σε όλο το ενδιάμεσο διάστημα να μην υπάρχουν ιδιαίτερες πηγές ή δεδομένα για την ζωή στην Αθήνα. Όμως, όπως έχει δείξει ο Αντώνης Καλδέλλης, καθηγητής του τμήματος κλασικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Οχάιο, στην εργασία του «Ο Παρθενώνας στο Βυζάντιο: μια ξεχασμένη Ιστορία» (The Parthenon in Byzantium: A Forgotten History), η Αθήνα ούτε ξεχάστηκε ούτε έσβησε με το κλείσιμο των σχολών. Ούτε, ακόμη περισσότερο, οι βυζαντινοί υπήρξαν αδιάφοροι για την κλασική Ελλάδα – άποψη που κυριάρχησε μάλλον για να εξυπηρετήσει πολιτικούς λόγους παρά γιατί απηχεί την αλήθεια.

    Σύμφωνα με την έρευνα του κ. Καλδέλλη, κατά τους μέσους Βυζαντινούς χρόνους, και συγκεκριμένα από τον όγδοο αιώνα και μετά, «πολλοί ήταν οι χριστιανοί που έφταναν στην Αθήνα με ξεκάθαρο και μοναδικό στόχο να προσευχηθούν στον Παρθενώνα», που πια ήταν ναός της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει κανείς σεβαστό αριθμό αγίων (Νίκων ο Μετανοείτε, Όσιος Λουκάς, Μελέτιος ο Νεότερος κα), αριστοκράτες και αυλικοί της , απλό λαό και τουλάχιστον έναν αυτοκράτορα, το Βασίλειο το Β΄ το Βουλγαροκτόνο, που πάει εκεί το 1018 για να ευχαριστήσει την Παρθένο, μετά την τελική του νίκη κατά των Βουλγάρων.

    Παράλληλα, η πόλη έτυχε πολλών αξιόλογων και ιδιαίτερα μορφωμένων επισκόπων, που αλληλογραφούσαν με τους ελληνιστές της Κωνσταντινούπολης. Σε αυτή την αλληλογραφία συναντά κανείς «τη δόξα, τη φήμη και το ΄θαυματουργό φως’ του χριστιανικού Παρθενώνα», σε επιστολές γνωστών διανοητών όπως ο Ευστάθιος της Θεσσαλονίκης, ο Ευθύμιος Μαλάκης και ο Μιχαήλ Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών προ της κατάληψης της πόλης από τους Σταυροφόρους, το 1205.

    Ειδικά ο τελευταίος, αν και θρηνεί την απώλεια της αρχαίας δόξας της πόλης, καταγράφει σχεδόν με περηφάνεια τη σημασία των προσκυνημάτων της και μάλιστα του καθεδρικού της, του Παρθενώνα και αναφέρεται στο θαυματουργό και άσβεστο «θείο φως» που αποτελούσε ένα από τα θαυμάσια της χριστιανικής περιόδου του μνημείου. Αξιοσημείωτο παραμένει ότι, σε αντίθεση με όσα συνηθίζονταν στο Βυζάντιο, ο ιερωμένος Χωνιάτης δεν αναφέρεται τόσο στην Παρθένο, όσο στο κτίριο: αναφέρει την ίδια την Ακρόπολη, τον Παρθενώνα, ως «ανάπαυση» της ψυχής του. Όχι την Παρθένο, μα τον Παρθενώνα.

    Ακόμη, από εκείνους τους χρόνους ήδη εμφανίζεται ο επί αιώνες προσφιλής βανδαλισμός των επισκεπτών/ προσκυνητών: η συνήθεια της χάραξης ονομάτων των επισκεπτών στα μάρμαρα του ιερού βράχου. Κανένα μνημείο δεν πρέπει να έχει χαραχθεί τόσες φορές και με τόσα ονόματα, όσο η Ακρόπολη. Ο βανδαλισμός αυτός, εδώ γίνεται στοιχείο σημαντικό για την ερμηνεία του ρόλου του μνημείου στους βυζαντινούς χρόνους.

    Τα στοιχεία συνηγορούν με την άποψη ότι ο Παρθενώνας υπήρξε το τέταρτο σημαντικότερο προσκύνημα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατά τους μέσους της χρόνους, μετά από την Κωνσταντινούπολη, ασύλητη ακόμη και παγκόσμια πρωτεύουσα των λειψάνων και των κειμηλίων, την Έφεσο των Πατέρων και τη Θεσσαλονίκη του πολεμιστή Αγίου Δημητρίου.

    Μάλιστα, κάποια στιγμή φαίνεται πως έγινε της μόδας η ταφή των επισήμων κοντά στον καθεδρικό των Αθηνών, δηλαδή τον Παρθενώνα – χαρακτηριστική είναι η ταφή του Λέοντος, κυβερνήτη του Ελληνικού Θέματος, στον Παρθενώνα το 848.

    Περισσότερα για την μελέτη του Δρ. Καλδέλλη στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει από την Cambridge University Press και το βιβλίο του «The Christian Parthenon: Classicism and Pilgrimage in Medieval Athens» . Η εικόνα του Παρθενώνα ως εκκλησία είναι σκίτσο του Μ. Κορρέ και πάρθηκε από τον ιστότοπο του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 26/02/2013

  2. Πολύ ενδιαφέρον το θέμα όπως και το σχόλιο του Αριστοτέλη. Δυστυχώς η Βυζαντινή ιστορία είναι λίγο πολύ άγνωστη στους σημερινούς Έλληνες. Γενικά έχει επικρατήσει η άποψη πως οι Βυζαντινοί κατέστρεψαν οτιδήποτε αρχαιοελληνικό έβρισκαν μπροστά τους, κάποιοι μιλούν ακόμα και για σκοταδισμό.
    Προφανώς δεν γνωρίζουν ότι ήταν η πρώτη αυτοκρατορία στην παγκόσμια ιστορία που κατάργησε τη δουλεία.
    Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτελούσε ένα υπερεθνικό, οικουμενικό κράτος που περιελάμβανε όλον τον πολιτισμένο, τότε, μεσογειακό κόσμο. Ποιος σκοταδισμός λοιπόν?
    Η αλήθεια είναι ότι η Βυζαντινή μας κληρονομιά είναι εξίσου σημαντική όσο και η αρχαιοελληνική. Ο γνωστός Βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν είχε την άποψη ότι ορισμένα βυζαντινά ψηφιδωτά είναι ανώτερα από όλα τα αρχαία αγάλματα της κλασσικής εποχής.
    Συζητήσημο και αυτό όπως όμως και τα αρνητικά που έχουν προσάψει στο Βυζάντιο.
    Καλό είναι να μην είμαστε αφοριστικοί για μια τόσο σημαντική περίοδο της ιστορίας ΜΑΣ, δεν θα το ήθελε ούτε ο «Σωκράτης»…

    Σχόλιο από Κώστας-Νέο Φάληρο-Πειραιεύς | 27/02/2013

  3. Ποιός σκοταδισμός; που τους πατριάρχες τους διόριζε ο Αυτοκράτορας και τον Αυτοκράτορα τον εξέλεγε η Σύγκλητος; Ποιός σκοταδισμός; με τις χριστιανικές κοινότητες της πλήρους κοινοκτημοσύνης και της αλυλεγγύης που όμοια δεν έζησε ο ανθρώπινος πολιτισμός; Ποιός σκοταδισμός; που σχεδόν το σύνολο της αρχαίας γραμματείας διασώθηκε από τα μοναστήρια;

    Σκοταδισμός είναι της αριστεράς που εκστασιάζεται μπροστά στον δαλαί λάμα όταν οι πιστοί του φιλούν τα πόδια ως θεόσταλτο, κατηγορώντας την ορθόδοξη εκκλησία όταν εκλέγει αρχιεπίσκοπο με δημοκρατικές διαδικασίες που όμοια δεν υπάρχει σε καμμία άλλη θρησκεία (βυζαντινισμοί!!!).

    ΣΚΟΤΑΔΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΗ

    Σχόλιο από than | 03/03/2013

  4. Ο «Πόντος και Αριστερά» καλατζεύει (βυ)ζαντο-παλαλά
    http://athriskos.gr/15338/

    Σχόλιο από athriskos | 27/06/2013

  5. Πόσο βλ@κ@ς και ακροδεξιός μπορείς να είσαι ρε Σταύρο;

    Αυτά λέγατε στο Δαυλό και εκσπερματώνατε όλοι παρέα;

    Σχόλιο από Ιουλιανός ο αρβανιτόβλαχος | 27/06/2013

  6. Καλά ρε άνθρωποι athriskoi (Βασδέκη και σία), που τα διαβάσατε όλα αυτά;

    Το αρχικό κείμενο είναι της Καίτης Βασιλάκου
    http://ketivasilakou.blogspot.gr/2013/02/12.html.

    Τα παραθέματα που σας εξόργισαν (σιγά μη σκίστε το καλσόν σας) προέρχονται από σχόλιο που υπογράφει ο «Κώστας-Νέο Φάληρο-Πειραιεύς «.

    Ελπίζω κανείς αναγνώστης αυτής της ανάρτησης να μην είναι τόσο σεύτελος θεωρήσει ότι το σχόλιό μου έχει γραφτεί από τον Βασδέκη

    Σχόλιο από Αγία Αλκμήνη | 27/06/2013

  7. Αγία Αλκμήνη, έχεις δίκιο ότι έκανα λάθος και απέδωσα σε άλλον το σχόλιο. Το παραδέχομαι και ζητώ συγνώμη.
    Δεν αλλάζει όμως κάτι, εξ αιτίας αυτής μου της αβλεψίας. Δηλαδή όλοι εσείς εδώ μέσα διαφωνείτε με τα λεγόμενα στο σχόλιο του κυρίου Κώστα;

    Σχόλιο από athriskos | 27/06/2013

  8. Συγχωρεμένος τέκνον μου

    Σχόλιο από Αγία Αλκμήνη | 27/06/2013

  9. Στα τέλη του 19ου αιώνα, διέσχιζαν το λεκανοπέδιο 700 χείμαρροι, ποτάμια και ρυάκια. Η οδός Σταδίου ήταν ποτάμι και μπαζώθηκε μαζί με τον αρχαίο Ιλισό, Ηριδανό και Κυκλοβόρο. Από τότε συνέχεια «βουλιάζουμε»……

    «Η καταιγίδα ήταν τόσο έντονη, που φούσκωσε το ποτάμι. Η γέφυρα παρασύρθηκε, με αποτέλεσμα η Αθήνα να κοπεί στα δύο». Η είδηση διαδόθηκε από στόμα σε στόμα σπέρνοντας τον φόβο στους κατοίκους της πόλης. Πότε και που συνέβη αυτό; Tο 1852, στην Αθήνα. Ποιο ήταν το ποτάμι που φούσκωσε; Η σημερινή οδός Σταδίου…Μάλιστα, στο ύψος του Αρσακείου υπήρχε και μία γέφυρα και η νεροποντή την παρέσυρε με αποτέλεσμα να κοπεί η Αθήνα στα δύο. Τα ποτάμια εξακολουθούν να ρέουν κάτω από τους δρόμους της Αθήνας. Σε πολλά κτίρια κατά μήκος του δρόμου αντλούνται και σήμερα νερά, με υδραυλικά συστήματα, ενώ γεωτρήσεις του ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών) απέδειξαν ότι οι περισσότεροι δρόμοι της Αθήνας κρύβουν ένα μπαζωμένο ρέμα ή ένα υπόγειο ποτάμι. Ο Ιλισός, ο Ηριδανός, ο Κυκλόβορος, το Λυκόρεμα, ο Βουρλοπόταμος, ο Βοϊδοπνίχτης, ο Αλασσώνας είναι μερικά από αυτά. Σύμφωνα με μελέτη του ΕΜΠ, τα ανοιχτά ρέματα το 1945, είχαν μήκος 1.280 χιλιόμετρα και σήμερα, μόλις, 434 χιλιόμετρα, μειώθηκαν, δηλαδή, σε ποσοστό 66,4%. Όπως, δε, προκύπτει από μελέτη του ΙΓΜΕ, πριν από μερικά χρόνια, το 80% των νερών της βροχής το απορροφούσε το έδαφος και μόλις το 20% έπεφτε στην θάλασσα, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει αλλάξει δραματικά. Αθήνα, 1937, κάλυψη Ιλισού. Ο Διοικητής Πρωτευούσης (επί δικτατορίας Μεταξά) Κωνσταντίνος Κοτζιάς επισκέπτεται τα έργα της κάλυψης Ιλισού. Στις αρχές του 20ου αιώνα ολόκληρη η περιοχή μεταξύ Ιλισού και Υμηττού είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και είχε φυτευτεί. Στη δεκαετία του ’50 ολοκληρώθηκε η κάλυψη της κοίτης του ποταμού και τη θέση του ποταμού πήραν οι οδοί Μιχαλακοπούλου, Βασιλέως Κωνσταντίνου και Καλλιρόης. Το έργο είχε ξεκινήσει το 1939 και το θεμελίωσε ο Μεταξάς με τη χαρακτηριστική φράση : «Θάπτομεν τον Ιλισόν». Πηγή: Η Αθήνα μέσα στο χρόνο Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι τα πλημμυρικά φαινόμενα που συχνά – πυκνά σημειώνονται στο λεκανοπέδιο, δεν αποτελούν «κεραυνό εν αιθρία», αλλά είναι αποτέλεσμα των επιλογών μας και της στρεβλής ανάπτυξης που ακολουθήσαμε. Και οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί: μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δομημένες επιφάνειες στην Αθήνα κάλυπταν το 25% του λεκανοπεδίου. Μετά το 1975, το 75% καλύφθηκε από δομημένες επιφάνειες και δρόμους δίκτυα, ενώ οι ελεύθεροι χώροι αποτελούν, μόλις, στο 4%.[…] Τα ρέματα, χθες και σήμερα Χάρτης των ποταμών και των ρεμάτων. Γραφική απεικόνιση ΤΑ ΝΕΑ (4 Ιουλίου 2009) Στα τέλη του 19ου αιώνα, διέσχιζαν το λεκανοπέδιο, 700 χείμαρροι, ποτάμια και ρυάκια. Το 1999, ο αριθμός τους ήταν μικρότερος των 70 (κάτω, δηλαδή και από το 10%) και σήμερα, δεν υπερβαίνουν τα 50. Που χάθηκαν; Μπαζώθηκαν και καταπατήθηκαν. Μόνο στο λεκανοπέδιο της Αττικής έχουν μπαζωθεί και τσιμεντοποιηθεί περίπου 550 χιλιόμετρα ρέματα και χείμαρροι. Κι αυτό, προκειμένου να πραγματοποιηθούν τα οικιστικά όνειρα των κατοίκων της Αθήνας, με τις γνωστές συνέπειες που και σήμερα (για πολλοστή φορά) βιώσαμε. Ο Ιλισός το 1910 περίπου στο ύψος της Καλιρρόης. Ο Ιλισός, ήταν το μεγαλύτερο ποτάμι που διέσχιζε την Αθήνα Ξεκινούσε από τον Υμηττό, για να καταλήξει στην θάλασσα. Παλιά ήταν ανοικτό. Σήμερα, κυλάει εξ ολοκλήρου υπογείως, κάτω από τη Μιχαλακοπούλου, περνάει από την Βασ. Σοφίας (μπροστά από το Παναθηναϊκό Στάδιο), συνεχίζει στην Καλλιρρόης, για να καταλήξει μετά την Καλλιθέα στην θάλασσα. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν τον Ιλισό, ιερό και στις όχθες του διατηρούσαν βωμούς πολλών θεών, όπου τελούνταν τα Μικρά Μυστήρια, τα οποία σχετίζονταν τόσο με τα Ελευσίνια, όσο και με Διονυσιακές τελετουργίες. Από το ιερό, αυτό, ποτάμι το μόνο που απομένει σήμερα εμφανές είναι η στεγνή και χορταριασμένη κοίτη του, δίπλα στην οποία είναι χτισμένη η Αγία Φωτεινή του Ιλισού. Στον Ιλισό χυνόταν ο Ηριδανός που ξεκινούσε από τον Λυκαβηττό και κατέβαινε από το Κολωνάκι. Κατά τη διάρκεια των εργασιών του Μετρό στην πλατεία Συντάγματος, ανακαλύφθηκε η αρχαία κοίτη του. Ο ποταμός συνεχίζει στις οδούς Μητροπόλεως και Ερμού, στην Αρχαία Αγορά και καταλήγει στον Κεραμεικό. Την κοίτη του Ηριδανού συνάντησε το Μετρό και στο Μοναστηράκι, γεγονός που ανησύχησε ιδιαίτερα τους υπεύθυνους, καθώς το ποτάμι φούσκωσε κάποιες φορές επικίνδυνα κατά τη διάρκεια των εργασιών. Ακόμα και σήμερα, ο υπόγειος ποταμός κατεβάζει 20-30 κυβικά νερού την ώρα, ενώ τις βροχερές μέρες το νερό υπερδιπλασιάζεται και από τα νερά του πλημμυρίζει η Ποικίλη Στοά και η Αρχαία Αγορά. Τμήμα του Ηριδανού εντός του Κεραμεικού. Από το Λυκαβηττό ξεκινούσε και ο Βοϊδοπνίχτης που χωριζόταν, με ένα μέρος του να περνάει από την οδό Δημοκρίτου και την οδό Ακαδημίας προς το Αρσάκειο. Από τα Τουρκοβούνια ξεκινούσε ο Κυκλόβορος, ένας από τους μεγαλύτερους χειμάρρους της Αθήνας, που έφθανε στο Πεδίον του Άρεως και διαμέσου της οδού Μάρνη κατέληγε στην πλατεία Βάθης. Το Παγκράτι και τον Βύρωνα διέσχιζαν ο Αλασσώνας και το ρέμα «Πήδημα της Γριάς» αντίστοιχα. Στο Φάληρο χύνονταν ο Βουρλοπόταμος (ή Ξηροτάγαρος) και το ρέμα της Πικροδάφνης. Το ρέμα του Ποδονίφτη κυλάει κάθετα τους δήμους Χαλανδρίου, Ψυχικού, Φιλοθέης και Ν. Ιωνίας, διασχίζει υπόγεια τη Λεωφόρο Κηφισίας καταλήγοντας στον Κηφισό. Αθήνα με Ακρόπολη: μερική άποψη από τον Κυκλόβορο εκεί που είναι σήμερα η Πλατεία Μεταξουργείου. AUG. LOFFLER (1822-1866) (ζωγράφος) & A.FESCA (χαράκτης).Πηγή: Η Αθήνα μέσα στο χρόνο. Οι πανεπιστημιακές μελέτες συγκρίνουν την σημερινή τσιμεντούπολη με τις παλαιότερες διαμορφώσεις της, όπου γεωργικές εκτάσεις, χωράφια και ποτάμια διέσχιζαν τη γη. Η εικόνα των πανάρχαιων ποταμών που πότιζαν την Αθήνα και απορροφούσαν τα νερά της βροχής έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Έτσι, κάθε φορά που βρέχει λίγο παραπάνω, λόγω των επιχωματώσεων και των αλλοπρόσαλλων οικιστικών σχεδίων, τα υπόγεια ποτάμια «φουσκώνουν» και πλημμυρίζουν ολόκληρες περιοχές υπενθυμίζοντάς μας την μακραίωνη ύπαρξή τους και χλευάζοντας τις όποιες (εκ μέρους μας) προσπάθειες εξαφάνισής τους. Μπαζώθηκαν 800 χιλιόμετρα ρεμάτων. Το κείμενο προέρχεται από παλαιότερο άρθρο του Δημήτρη Λάππα στην “Καθημερινή” και το διαβάσαμε στο» Ποντίκι». Οι φωτογραφίες και η τεκμηρίωση είναι της Δέσποινα Δρεπανιά από την «Αθήνα μέσα στο χρόνο». Μια Αθήνα που σήμερα κυλά υπόγεια, αλλά έρχεται στο φως με την πρώτη νεροποντή. Στην αρχική φωτογραφία απεικονίζεται ο Ιλισσός ποταμός μπροστά στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο το 1900….

    Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/bazomeni-athina-pou-simera-kila-ipogia-erchete-sto-fos-tin-proti-neroponti/

    Σχόλιο από Β | 21/03/2015


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: