Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Ιn memoriam… Σμύρνη 1922

«Τώρα κλειδώθηκαν οι ταπεινοί για Πάντα»: 13 με 24 Σεπτέμβρη 1922

Ελένη Καρασαββίδου

«Τώρα κλειδώθηκαν οι ταπεινοί για Πάντα.
Δίχως Ελπίδα, με τα ρούχα ποτισμένα χιόνι» 
Νίκος Καρούζος

Υπάρχει μια ιστορία κι ένας Μύθος. Πως ο άνθρωπος που εξέφρασε όσο κανείς το συμπαντικό , το δίχως σύνορα κι εγκοπές  του καιρού του, είναι αυτός που εφηύρε αυτό που έκανε με μιας ευκολότερες τις εγκοπές: το ψαλίδι.  Ίσως  ο μύθος ή η ιστορία του Ντα Βίντσι να θυμίζει πόσο τα πραγματικά αντικλείδια χρειάζονται εκεί όπου καμιά πόρτα δεν είναι υπαρκτή.

Έχουν περάσει πολλά χρόνια  από την καταστροφή της Σμύρνης αλλά και τον θάνατο της γιαγιάς, κι εγώ γράφω αυτό το κείμενο ταξιδεύοντας στην τόσο όμορφη σ’ έναν πλανήτη που αξίζει ν αγαπάμε συνολικά Αμερικάνικη ενδοχώρα.

Αλλά από το πουθενά, καθώς πλησιάζει η 13 του Σεπτέμβρη,  η εικόνα της γιαγιάς ν’ ακούει τις ανακοινώσεις του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού στην πιο παιδική από τις ηλικίες μου, βαθιά στα τέλη της δεκαετίας του 70, ήρθε σαν κρυφή εγκοπή να διακόψει την ροή του ορίζοντα, την συνέχεια μιας γεμάτης πράσινα νερά και λιβάδια από κισσό και κρυφές κοινωνικές αντινομίες (έτσι τις λέγαμε κάποτε) μα κι ανοιχτούς ορίζοντες, σε ένα διαρκώς επανερχόμενο και διαρκώς ακυρωμένο αύριο, εμπειρίας.

Ο ανθρώπινος πόνος στην προσωπική μας Μνήμη, στυλοβάτης του ποιοι/ες γίναμε και πώς, κι όμως θεμέλιο των ιδεολογικών αποτιμήσεων και τόσων πολιτικών χειραγωγήσεων στην μακροκλίμακα που ανακατεύει τα θαμπά νερά του προσωπικού και του συλλογικού, έγινε καύσιμη ύλη στην Ελλάδα μετά την καταστροφή για να χτιστούν καριέρες ή να δικαιωθούν ιδεολογήματα.  Αλλά δεν ακύρωσε ποτέ την προσωπική χροιά του.

Η γιαγιά που έσκυβε μπας κι ακούσει κάποιο όνομα γνωστό στις ανακοινώσεις του ΕΕΣ δεν εκχώρησε ποτέ την Μνήμη της στους Πατριδοκάπηλους ή στους Πατριδομηδενιστές. Κι όταν έλεγε «Πόλη» και πάνω απ’ όλα «Σμύρνη» ο υπόκωφος λυγμός της περιλάμβανε και την Τουρκάλα γειτόνισσα που της έφερνε τα κουλουράκια βάζοντας μέσα στην μαλακή τους  ζύμη όλη την σοφία που χλεύαζε τους πολέμους σαν το παιχνίδι των φαλών. Δεν είχε σχέση η γλώσσα της γιαγιάς με την γλωσσικούς αντικατοπτρισμούς του εθνικισμού περί «Κωνσταντινούπολης» κι «επιστροφής στην Πόλη» κι ας μην την σέβονταν όσοι μέσα στην ιδεοληπτική τους αλαζονεία χρέωναν εκτός πλαισίου εκφοράς της στην ελληνική ονομασία εθνικισμό.

Το ίδιο παιχνίδι με τους πρόσφυγες όπως και με κάθε συλλογικό πόνο πέρα μέσα κι έξω από την γλώσσα. Όσοι τους πρόγκιζαν σαν ξενομερίτες (μαζί και πολλοί δικοί τους «παράγοντες»)  γίναν αυθαίρετα οι κύριοι «εκπρόσωποι» τους μετά, κι όσοι μιλούσαν για την ανθρώπινη εμπειρία κάνοντας την πολτό που ακύρωνε το βλέμμα και την σημαντικότητα του βιώματος από την άλλη, τους γκρίζους λύκους και τους τσέτες, το έπαιζαν οι καλλιεργημένοι αντιεθνικιστές «δάσκαλοι τους» μετά.

Αλλά ο τρόπος που δομήθηκε το νεοελληνικό φαντασιακό, σε ανταγωνιστική σχέση με το άμεσο βίωμα πάντοτε (είτε αφορούσε τα κουλουράκια είτε τους γκρίζους λύκους) που το έκανε καύσιμη ύλη στην πυρά των «μεγάλων αφηγήσεων» και των ολοκληρωτικών τους ιδεολογημάτων, φανερωνόταν στομφώδεις και παιδιάστικος όταν προσέκρουε στην μικρή ενδοχώρα μιας μνήμης που δεν ήμασταν πρόθυμοι ή πρόθυμες να εκχωρήσουμε σε «ξένα» ή σε «επαγγελματικά» χέρια. Τόσο όμοια με την δική μου αίσθηση πως αγαπούσα την γιαγιά πάντοτε πιο πολύ από την απρόσωπη, μυθοποιημένη και με την μύτη ψηλά «Ελλάδα». Στην πραγματικότητα δεν ήταν η δική της μύτη βέβαια…

Κι όμως, η ζωή τα προγκίζει μα και τα περιλαμβάνει όλα! Με τον ίδιο τρόπο και με το ίδιο «ανορθολογικό» επιχείρημα του Ρίτσου πώς τίποτε ανθρώπινο δεν πρέπει να μας είναι ξένο… Κι όντως, όλη αυτή η υπεριδεολογικοποίηση δεν κατήργησε την ζωή, παρά τις αντιφάσεις της παρά τους συμβιβασμούς της. Όπως έγραψε έντρομος μπροστά στην δύναμη της ο Καμύ, μακριά σειρά πνευματικών πατέρων που κλέβουμε όταν αποφεύγουμε (τόσο συχνά σ αυτόν τον τόπο) την αναφορά τους: «Δεν είδα ποτέ κανένα να πεθαίνει για το οντολογικό επιχείρημα. Ο Γαλιλαίος που ήταν κάτοχος μιας σημαντικής επιστημονικής αλήθειας, την απαρνήθηκε ευκολότατα τη στιγμή που έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο.»

«Η μνήμη θεωρείται ταμπού, σαν απρόβλεπτη, άπιστη, ανορθολογική», έγραψε ο Αντόρνο στα Μίνιμα Μοράλια (σελ. 137). Η απιστία κι ο ανορθολογισμός της οφείλονται στο ότι μεταπλάθεται και βιώνεται πάντα από τον «προσωπικό χρόνο», αφού σ έναν βαθμό, «ακόμη και τις αναμνήσεις μας τις πλάθουμε μόνοι».

Χρειάζεται, έτσι, προσπάθεια για να ξεχωρίσουμε ποια στοιχεία του προσωπικού χρόνου υπεισέρχονται στον ιστορικό. Ποια στοιχεία της γλώσσας, της περιγραφής, του πλαισίου ή ακόμη και των συμπεριφορών, δεν καθρεφτίζουν «μνήμη»  μα μια επιλεγόμενη παιδική ή νεανική ηλικία ή μια γη που αφέθηκε πίσω, προορισμένη να καθρεφτίσει στοιχεία από το παρόν. Προορισμένη να επιλύσει κάποια στοιχεία από το παρόν. Και χρειάζεται προσεκτική προσπάθεια να δούμε τι η οπτική γωνία και τι  η γλωσσική διάλεκτος δείχνουν να θεωρούν ως επίλυση αυτού του πολύπλοκου παρόντος.

Αυτό είναι, άλλωστε, που ο περίφημος ποιητής που, μαζί με άλλους του ρεύματος του Ρομαντισμού, ανήγαγε την παιδική ηλικία σε λογοτεχνικό σύμβολο, ο W. Wordsworth, απεκάλεσε «μετα-διαλογισμό», εννοώντας την δύναμη και την έξη κάθε κειμένου μνήμης, κάθε αυτοβιογραφούμενου κι αυτοβιογραφικού κειμένου δηλαδή, όχι να θυμάται, μα να μεταπλάθει.

Από κάθε άποψη στην τελική της φάση Μνήμη είναι το αυτί που την δέχεται, δεν είναι το στόμα που την διαχέει. «Αν ένα δέντρο πέσει στο δάσος και δεν είναι κανείς εκεί για να το ακούσει, θα κάνει θόρυβο;» Όπως ρώτησε ο αρχιεπίσκοπος του Berkeley κάποτε. Κι εγώ, εγγονή της γιαγιάς, στο Berkeley τώρα και για τόσο λίγο, Πανεπιστήμιο Θρυλικό για την κινηματική συνεισφορά του κάποτε. Να δέχομαι με χαρά τα δώρα του να μπορείς να παρέμβεις από άμβωνος εκεί, την ίδια ώρα που ξέρω πόσο εύθραυστο θα είναι αυτό το δώρο. Πόσο η Μνήμη της γιαγιάς, ξαφνικό ψαλίδισμα «από το» (βαθύ παρόν) «πουθενά», (η φωνή του ραδιοφώνου στ’ αυτιά μου, η επαναλαμβανόμενη λέξη «αναζητείται», τόσο ίδια μα και τόσο τραγικά διαφορετική από ό,τι τόσοι έλληνες αναζητούν στο εξωτερικό σήμερα).

Αν όμως ισχύει ότι κάθε απόπειρα γραφής είναι αυτοβιογραφική στο βάθος, δεν μπορεί, θα ισχύει και πως το προσωπικό αποτελεί θραύσματα της συλλογικής καταγραφής κάθε εποχής.  «Κάθετί το εσωτερικό δεν περιορίζεται στον εαυτό του, στρέφεται προς το εξωτερικό, διαλογικοποιείται, κάθε εσωτερικό βίωμα τείνει να τοποθετηθεί σε ένα “σύνορο”, συναντάται με τον άλλο, και σε αυτή την έντονη συνάντηση βρίσκεται όλη του η ουσία». Έτσι η φωνή της γιαγιάς, καθώς η Μνήμη του Μικρασιατικού Σεπτέμβρη έρχεται μέχρι εδώ, ταξιδεύει και γίνεται φωνή μιας γης που αξίζει να την τιμάς, κι ας την συναντάς (ή μάλλον επειδή την συναντάς) κάτω από διαφορετικά ονόματα χαμένων τόπων και κάθε φυλής ή επιλογής προσώπων. Και ξαναγυρίζει ως κάτι απόλυτα προσωπικό, ακριβώς γιατί είναι πανανθρώπινο, συγκροτώντας μέσα στην μοναδικότητα κάθε ζωής και τόπου τον κοινό μύθο και την κοινή μας ιστορία.

 

http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/tora-kleidothikan-oi-tapeinoi-gia-panta-13-me-24-septembri-1922

09/09/2016 - Posted by | -προσφυγιά, -Γενοκτονία στην Ανατολή, -Ιδεολογικά, -Τουρκία, -εθνικισμός, Μικρά Ασία

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: