Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Για τα ποντιακά και για το θάνατο των μικρών γλωσσών

Προσέγγιση των φαινομένων της συρρίκνωσης και του θανάτου των γλωσσών

Το Ίδρυμα για τις Απειλούμενες Γλώσσες, σε αναφορά του πριν από μερικά χρόνια, σημείωνε ότι η πλειοψηφία των γλωσσών σε όλο τον κόσμο είναι επιρρεπής όχι μόνο στη φθορά, αλλά και στον αφανισμό, ενώ το ½ από αυτές βρίσκεται ήδη πέραν του απλού κινδύνου. Σε μια στατιστική του ανασκόπηση, ο Krauss υπολογίζει ότι, ενώ στην pontiaka 1προϊστορική εποχή οι άνθρωποι μιλούσαν κατά πάσα πιθανότατα δέκα με δεκαπέντε χιλιάδες γλώσσες, σήμερα ο αριθμός των ομιλούμενων γλωσσών έχει μειωθεί περίπου στις έξι χιλιάδες, ενώ μειώνεται ταχύτατα. Υπολογίζει ότι τον επόμενο αιώνα θα εξαφανιστεί το 90% των γλωσσών, ενώ το υπόλοιπο 10% (εξακόσιες γλώσσες περίπου) έχει εξασφαλίσει την ύπαρξή του μέχρι το έτος 2100. Ήδη σήμερα ένα ποσοστό μεταξύ του 20% και 50% των γλωσσών του κόσμου δεν μαθαίνονται από τα παιδιά, πράγμα που σημαίνει ότι βρίσκονται πέρα από τη φάση του απλού κινδύνου και θα εξαφανιστούν μέσα στον επόμενο αιώνα…

Τέτοιου είδους υπολογισμοί και στατιστικά στοιχεία αναμφισβήτητα εγείρουν ακραίες συναισθηματικές αντιδράσεις. Η φύση του θέματος ωστόσο, αλλά και η πολιτισμική πραγματικότητα που το περιβάλλει είναι τέτοια, που αναμφισβήτητα τέτοιου είδους αντιδράσεις δεν πρέπει να εκληφθούν ως παράξενες ή μη φυσιολογικές, καθώς σχετίζονται με τις γλωσσικές πρακτικές και τις επιλογές των ομιλητών, αλλά και με κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής υφής παράγοντες.

Τι εννοούμε όταν λέμε ότι μια γλώσσα πεθαίνει;

Σίγουρα αυτή η φράση είναι μεταφορική και καλό θα ήταν να μη θεωρήσουμε ότι η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, που όπως και οι υπόλοιποι, γεννιέται, αναπτύσσεται και κάποια στιγμή πεθαίνει. Ο γλωσσικός θάνατος, αλλά και η γλωσσική υποχώρηση και συρρίκνωση, είναι έντονα κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα, όπως θα φανεί και στη συνέχεια. Ας δούμε όμως καλύτερα τί σημαίνει κάθε όρος, προκειμένου να μπορέσουμε να στοιχειοθετήσουμε τους παράγοντες εκείνους που συντελούν στο θάνατο μιας γλώσσας.

Η γλωσσική συρρίκνωση είναι το φαινόμενο εκείνο, το οποίο αναφέρεται στις απώλειες και τους περιορισμούς χρήσης που υφίσταται μια γλώσσα ή μια διάλεκτος ως αποτέλεσμα της επαφής της με άλλες γλώσσες ή διαλέκτους. Συνιστά ιστορικά τη διαδοχή μιας ισότιμης και δημοκρατικής συνύπαρξης γλωσσών από μια κοινωνικά διαστρωματωμένη συνύπαρξη. Σε μια τέτοια περίπτωση η γλώσσα με την ισχυρότερη συμβολική κυριαρχία ωθεί την κοινωνικά ασθενέστερη σε βαθμιαία εξασθένηση και πιθανή τελική εξαφάνιση.

Η γλωσσική υποχώρηση αναφέρεται στη συμπεριφορά μιας ολόκληρης κοινότητας, μιας υπο-ομάδας της κοινότητας ή ενός ατόμου, είναι η διαδικασία κατά την οποία μια κοινότητα εγκαταλείπει σταδιακά την αρχική της γλώσσα και μέσω μιας (συχνά παρατεταμένης) διπλογλωσσίας μετακινείται γλωσσικά, υιοθετεί δηλαδή μια άλλη γλώσσα. Στην ακραία περίπτωση δηλώνει το γεγονός ότι μια γλώσσα που χρησιμοποιείτο προηγουμένως τώρα έχει εγκαταλειφθεί πλήρως, οπότε μιλάμε για γλωσσικό θάνατο.

Ακραία περίπτωση γλωσσικού θανάτου είναι ο ξαφνικός γλωσσικός θάνατος, όπου έχουμε ταχύτατη και ολοκληρωτική εξολόθρευση ενός πληθυσμού, όπως συνέβη στην περίπτωση της Tasmanian κατά την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία τον 19ο αιώνα. Η περίπτωση του ριζικού γλωσσικού θανάτου είναι παρόμοια με αυτή του ξαφνικού θανάτου, καθώς έχει να κάνει με τον μαζικό θάνατο ή την εξολόθρευση των ομιλητών μιας γλώσσας, ωστόσο υπάρχουν επιζώντες, οι οποίοι επιλέγουν να εγκαταλείψουν τη γλώσσα τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Κάτι τέτοιο συνέβη το 1932 στο El Salvador, όπου εξολοθρεύτηκαν 25.000 Ινδιάνοι, ενώ οι ομιλητές των ινδιάνικων γλωσσών Lenca και Cacaopera σταμάτησαν να μιλούν τις γλώσσες τους ως μέσο αυτοπροστασίας, προκειμένου να μην τους εντοπίσουν και έχουν την ίδια τύχη.

pontiaka 2Η πιο συχνή περίπτωση γλωσσικού θανάτου είναι ο σταδιακός γλωσσικός θάνατος, ο οποίος καλύπτει ως διαδικασία πολλές γενιές. Η Garzon, ύστερα από τις έρευνες που έκανε στους Maya στο νότιο Μεξικό, περιέγραψε τα στάδια της διαδικασίας του γλωσσικού θανάτου. Αρχικά υπάρχει μια παρατεταμένη περίοδος περιορισμένης γλωσσικής επαφής, όπου η πλειονότητα του πληθυσμού είναι μονόγλωσση και μερικά μόνο άτομα αποκτούν γνώση της κυρίαρχης γλώσσας. Στη συνέχεια παρατηρείται μια περίοδος γλωσσικής υποχώρησης υπέρ της γλώσσας της πλειονότητας. Οι χώροι χρήσης της μειονοτικής γλώσσας αρχίζουν να συρρικνώνονται, ξεκινώντας από τους δημόσιους χώρους και προχωρώντας στο χώρο του σπιτιού, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται ο αριθμός των ατόμων που μαθαίνουν την κυρίαρχη γλώσσα. Εν συνεχεία παρατηρείται η χρήση της κυρίαρχης γλώσσας από τους γονείς προς τα παιδιά τους, επειδή θεωρούν ότι έτσι θα είναι καλύτερα προετοιμασμένα για τη ζωή τους. Σε ένα τελευταίο στάδιο, οι νέοι άνθρωποι αποτυγχάνουν να μάθουν και να αποκτήσουν ικανότητα στη μειονοτική γλώσσα, εξαιτίας της ανεπαρκούς πρόσβασης που έχουν σ’ αυτή, με συνέπεια την απόρριψη της γλώσσας.

Ο Edwards εύστοχα θέτει ένα καίριο ερώτημα: “Όταν πεθαίνουν οι γλώσσες, δολοφονούνται ή αυτοκτονούν;”. Ειδικά η περίπτωση του ριζικού γλωσσικού θανάτου, που αναφέραμε παραπάνω, έχει άμεση σχέση με τη γλωσσική δολοφονία, τις σκόπιμες δηλαδή απόπειρες από ομιλητές μιας γλώσσας να ‘χτυπήσουν’ τους ομιλητές μιας άλλης γλώσσας.

Η γλωσσική και πολιτισμική γενοκτονία αποτέλεσε θέμα συζήτησης μέσα στα πλαίσια των προπαρασκευαστικών εργασιών των Ηνωμένων Εθνών, που επρόκειτο να οδηγήσουν στη Διεθνή Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (Ε793,1948) και θεωρήθηκε σοβαρό έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως και η βιολογική γενοκτονία. Το εν λόγω άρθρο στο τέλος καταψηφίστηκε από δεκαέξι χώρες και δεν συμπεριλήφθηκε στην τελική Σύμβαση του 1948. Ωστόσο έμεινε ο ορισμός, όπου αφορά την άμεση ή έμμεση απαγόρευση χρήσης της γλώσσας της ομάδας στην καθημερινή συνομιλία ή στα σχολεία ή της δημοσίευσης και κυκλοφορίας εκδόσεων στη γλώσσα της ομάδας.

Η γλωσσική γενοκτονία αντανακλά τον γλωσσισμό, δηλαδή τις ιδεολογίες, τις δομές και τις πρακτικές που χρησιμοποιούνται για να νομιμοποιηθεί και να αναπαραχθεί μια άνιση κατανομή ισχύος και πόρων (υλικών και άυλων) μεταξύ των ομάδων που προσδιορίζονται με βάση τη γλώσσα. Είναι, όπως σημειώνει η Skutnabb-Kangasο ρατσισμός με γλωσσικό σκεπτικό.

Η γλωσσική αυτοκτονία είναι το φαινόμενο εκείνο, κατά το οποίο οι γονείς δεν κρίνουν σκόπιμο να μεταδώσουν τη μητρική γλώσσα στα παιδιά τους λόγω του χαμηλού της κύρους. Η γλωσσική μετακίνηση προς την ισχυρότερη γλώσσα αντανακλά την επιθυμία για κοινωνική και επαγγελματική κινητικότητα και για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παρατίθεται:

«Κάποτε, μια Νάβαχο μαθήτριά μου έθεσε το πρόβλημα αρκετά ωμά: Αν είμαι υποχρεωμένη, είπε, να επιλέξω ανάμεσα σε μια ζωή στην ξύλινη καλύβα μας ένα μίλι μακριά από την πιο κοντινή πηγή, όπου ο γιος μου θα ανατραφεί μιλώντας τη γλώσσα των Νάβαχο, και στην εγκατάσταση σ’ ένα σπίτι στην πόλη με εσωτερική υδροδότηση, όπου θα μιλά αγγλικά με τους γείτονες, τότε θα διαλέξω τα αγγλικά και το μπάνιο!».

Όπως σχολιάζει ο Baker, όπου υπάρχουν καταπιεσμένες γλωσσικές μειονότητες, οι οποίες είναι εξαναγκασμένες να ζήσουν σε κοινωνίες όπου εφαρμόζεται πολιτική φυλετικού διαχωρισμού, σπάνια μπορεί να επιλέξει κάποιος τον τόπο διαμονής και εργασίας του. Στο απόσπασμα, η Νάβαχο ίσως να είχε αυτή την επιλογή. Στην πραγματικότητα, πολλές γλωσσικές μειονότητες έχουν ελάχιστες ή μηδενικές επιλογές. Συνεπώς, η εκλογή της γλωσσικής αυτοκτονίας είναι παραπλανητική. Η απόδοση του θανάτου σε αυτοκτονία είναι ένας τρόπος να ‘κατηγορήσουμε το θύμα’ και να αποσπάσουμε την προσοχή από τον καθορισμό των πραγματικών αίτιων της γλωσσικής μετακίνησης. Η ελευθερία επιλογής είναι μάλλον φαινομενική και όχι ουσιαστική, καθώς συχνά δεν υπάρχει βιώσιμη επιλογή για τους ομιλητές των μειονοτικών γλωσσών.

Όταν οι άνθρωποι αναγκάζονται να αλλάξουν τη γλώσσα τους για να επιτύχουν οικονομικά οφέλη, τα οποία στην πραγματικότητα δεν είναι παρά τα αναγκαία για τη στοιχειώδη επιβίωσή τους, πρόκειται για παραβίαση των γλωσσικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, συνεπώς δεν αναφερόμαστε σε μια εθελούσια απόφαση των ομιλητών να μετακινηθούν γλωσσικά. Σύμφωνα με τον Edwards, οι όροι δολοφονία και αυτοκτονία θα πρέπει να αποφεύγονται όταν γίνεται λόγος για γλωσσική φθορά και θάνατο και επίσης θα πρέπει να δίνεται έμφαση στις κοινωνικές καταστάσεις μέσα στις οποίες λαμβάνουν χώρα τέτοια φαινόμενα.

Παράγοντες που οδηγούν στον γλωσσικό θάνατο

Οι παράγοντες που οδηγούν στον γλωσσικό θάνατο είναι ποικίλοι, ενώ εμπλέκονται με διαφορετικό τρόπο σε συνάρτηση πάντα με τις εκάστοτε τοπικές συνθήκες. Ο Crystal διακρίνει δύο βασικές κατηγορίες παραγόντων: τους παράγοντες που θέτουν τους ομιλητές μιας γλώσσας σε φυσικό κίνδυνο και τους παράγοντες που επηρεάζουν τον πολιτισμό των ατόμων.

Παράγοντες που θέτουν τα άτομα σε φυσικό κίνδυνο

Κάθε κατάσταση που απειλεί άμεσα την φυσική ακεραιότητα και ασφάλεια ενός μέρους ή ολόκληρης της γλωσσικής κοινότητας αποτελεί βασικό παράγοντα απειλής αφανισμού μιας γλώσσας.

1. Ο αριθμός των ομιλητών μιας γλώσσας μπορεί να μειωθεί σημαντικά από καταστροφικά φυσικά αίτια. Μικρές και απομονωμένες γλωσσικές κοινότητες μπορούν να αφανιστούν από σεισμούς, θύελλες, τσουνάμι, πλημμύρες, εκρήξεις ηφαιστείων ή άλλα καταστροφικά φυσικά φαινόμενα. Τον Ιούλιο του 1988 ένας ισχυρός σεισμός στις ακτές της E. Saundaun Province, Papua της Νέας Γουϊνέας σκότωσε πάνω από δύο χιλιάδες διακόσιους κατοίκους και εκτόπισε πάνω από δέκα χιλιάδες άτομα. Τα χωριά Sissano, Warupu, Arop και Malol, στα οποία είχε παρατηρηθεί από το Summer Institute of Linguistics ότι μιλιόνταν τέσσερις διαφορετικές γλώσσες, καταστράφηκαν ολοσχερώς, εξαφανίζοντας έτσι ή θέτοντας σε σοβαρό κίνδυνο τις γλώσσες.

2. Ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η φυσική κατοικία των ομιλητών διατηρείται, μπορεί να γίνει αβίωτη λόγω κλιματικών (ξηρασία και ακολούθως πείνα) και οικονομικών συνθηκών. Στην Αφρική η πείνα, σε συνδυασμό βέβαια με τις εμφύλιες διαμάχες, είχε δυσμενείς συνέπειες για κάποιες ομιλούμενες γλώσσες. Σε πολλές επίσης περιπτώσεις κάποιες κοινότητες επηρεάστηκαν από την οικονομική εκμετάλλευση που δέχτηκαν από ξένους, αλλά και από το φαινόμενο της απερήμωσης (=περιβαλλοντική υποβάθμιση άγονων ή ημι-άγονων περιοχών μέσα από την υπερκαλλιέργεια, την υπερβολική βοσκή, την εκμετάλλευση της συγκομιδής, τις αποψιλώσεις και την λανθασμένη εφαρμογή της άρδευσης, με αλλαγές στα κλιματολογικά δεδομένα). Πολλοί γηγενείς πληθυσμοί οδηγήθηκαν στη μετανάστευση, συνεπώς απομακρύνθηκαν από τους δεσμούς που είχαν με τον τόπο και τον πολιτισμό τους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρξαν διαφωνίες με τους μη γηγενείς, με αποτέλεσμα απειλές, επιθέσεις και φόνους.

3. Αλλά και η πολιτική κατάσταση μέσα σε μια χώρα, όπως ένας εμφύλιος ή ακόμη και ένας παγκόσμιος πόλεμος, καθώς και μακροχρόνιες εθνικές ή θρησκευτικές εχθρότητες, μπορούν να οδηγήσουν στον αποδεκατισμό και τον αφανισμό μιας κοινότητας. Παραδείγματος χάρη πολλές νησιωτικές κοινότητες του Ειρηνικού και Ινδικού ωκεανού, λόγω των αποβάσεων και των μαχών κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, αντιμετώπισαν γλωσσική απειλή.

4. Τέλος, το φαινόμενο της εισαγωγής ασθενειών στους γηγενείς πληθυσμούς αποτέλεσε βασική αιτία αφανισμού πολλών κοινοτήτων. Στα πρώτα διακόσια χρόνια της άφιξης των Ευρωπαίων στην Αμερική, θεωρείται ότι πάνω από το 90% του γηγενούς πληθυσμού πέθανε από ασθένειες που είχαν μεταφερθεί, τόσο από ανθρώπους όσο και από ζώα. Ακόμα και λιγότερο θανατηφόρες αρρώστιες, όπως η γρίπη, είχαν σοβαρό αντίκτυπο σε κοινότητες που δεν είχαν αναπτύξει κάποια αντίσταση σ’ αυτές, ενώ επίσης το AIDS και η φυματίωση έπληξαν και συνεχίζουν να πλήττουν τεράστιο αριθμό γηγενών πληθυσμών.

Παράγοντες που αλλάζουν τον πολιτισμό των ατόμων

Η δεύτερη δέσμη παραγόντων που προκαλεί γλωσσική απώλεια και θάνατο δεν σχετίζεται άμεσα με τη φυσική ακεραιότητα των ομιλητών μιας γλώσσας, αλλά με την πολιτισμική αφομοίωση που μπορούν να υποστούν (επιρροή ενός υπερισχύοντος πολιτισμού εις βάρος ενός άλλου που οδηγεί στην απώλεια πολιτισμικών χαρακτηριστικών, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας), ενώ ζουν με ασφάλεια στην περιοχή που παραδοσιακά τους ανήκει.

Αυτό μπορεί να συμβεί με πολλούς τρόπους: Η κυριαρχία μπορεί να είναι αποτέλεσμα δημογραφικής ‘πλημμύρας’, όπου μεγάλος αριθμός ατόμων φτάνει στην περιοχή της κοινότητας και κατακλύζει τον γηγενή πληθυσμό. Κάτι τέτοιο έγινε στην Αυστραλία και την Βόρειο Αμερική κατά την διάρκεια της αποικιοκρατίας. Σε άλλες περιπτώσεις ένας πολιτισμός μπορεί να ασκήσει ηγεμονία σ’ έναν άλλο χωρίς εισαγωγή μεταναστών, αλλά μέσω στρατιωτικής ισχύος ή για οικονομικούς λόγους. Όπως σημειώνει ο Crystal, και στις δύο περιπτώσεις, η γλώσσα γίνεται έμβλημα της ηγεμονίας, παίρνοντας τη μορφή μιας στάνταρ ή επίσημης γλώσσας, που σχετίζεται με το εισερχόμενο έθνος.

Η ακολουθία των γεγονότων που επηρεάζουν μια απειλούμενη γλώσσα, όταν ένας πολιτισμός αφομοιώνεται από κάποιον άλλον, φαίνεται να είναι ίδια παντού, ενώ διακρίνονται τρία γενικά στάδια.

1. Το πρώτο στάδιο αφορά την έντονη πίεση που ασκείται στα άτομα από πολιτικές, κοινωνικές ή οικονομικές πηγές να μιλήσουν την ισχυρή γλώσσα. Η πίεση αυτή μπορεί να έχει φορά ‘από πάνω προς τα κάτω’, με τη μορφή εναυσμάτων, συστάσεων ή νόμων που εισάγονται από την κυβέρνηση ή κάποιον εθνικό φορέα ή ‘από κάτω προς τα πάνω’, με τη μορφή τάσεων μόδας ή πιέσεων από επιμέρους ομάδες που αποτελούν μέρος της κοινωνίας (χωρίς βέβαια να αποκλείεται η περίπτωση να μην υπάρχει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση).

2. Το δεύτερο στάδιο αναφέρεται σε μια περίοδο διπλογλωσσίας, όπου οι άνθρωποι παρουσιάζουν μια αυξανόμενη επάρκεια στη νέα γλώσσα, ενώ παράλληλα διατηρούν και τη μητρική τους. Αυτή η περίοδος υποχωρεί σταδιακά με την παλιά γλώσσα να αντικαθίσταται από την νέα, ωστόσο σε σύγκριση με τα υπόλοιπα στάδια υπάρχει η ευκαιρία να αναπτυχθεί η παλιά γλώσσα και να σταματήσει, αν όχι αντιστραφεί, η διαδικασία της γλωσσικής μετατόπισης.

3. Στο τρίτο στάδιο η νεώτερη γενιά γίνεται πολύ καλή κάτοχος της νέας γλώσσας, εντοπίζοντας περισσότερα στοιχεία σ’ αυτήν και θεωρώντας τη μητρική γλώσσα λιγότερο σχετική με τις νέες της ανάγκες. Αυτό συνοδεύεται και από ένα αίσθημα ντροπής για χρήση της παλιάς γλώσσας, τόσο από τους γονείς, όσο και από τα παιδιά, που την χρησιμοποιούν όλο και λιγότερο. Η μητρική γλώσσα καταλήγει να είναι εσωτερικά κατευθυνόμενη και ιδιοσυγκρασιακή, αφού μιλιέται μόνο μέσα στην οικογένεια, γίνεται δηλαδή μια ‘οικογενειακή διάλεκτος’. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Crystal, μέσα σε μια γενιά, μια υγιής διπλογλωσσία γίνεται ενσυνείδητη ημιγλωσσία και ακολούθως μονογλωσσία, με την εξαφάνιση της παλιάς γλώσσας.

Η έλλειψη θετικών στάσεων αποτελεί στοιχείο-κλειδί για την απώλεια και τον θάνατο των γλωσσών. Ο Crystal αναφέρει ότι το αρνητικό κλίμα που δημιουργείται για μια γλώσσα μπορεί να οφείλεται σε πολιτικούς λόγους. Παραδείγματος χάρη πολλές κυβερνήσεις της Αφρικής, στην προσπάθειά τους να εγκαθιδρύσουν ένα ενιαίο έθνος, θεώρησαν την γλωσσική ετερότητα ως απειλή για την εθνική ενότητα, συνεπώς και τις μειονότητες πηγές προβληματισμού. Επειδή ακριβώς τα μέλη των κυβερνήσεων συνήθως ανήκουν σε συγκεκριμένες εθνικές ομάδες, τυχόν προτάσεις ενδυνάμωσης του εθνικού γοήτρου ή της αφοσίωσης αντιμετωπίστηκαν με καχυποψία. Οποιεσδήποτε λοιπόν προτάσεις προάσπισης των μειονοτικών γλωσσών κρίνονται ύποπτες.

Οι αρχές γενικότερα τείνουν να είναι νευρικές όσον αφορά αυτό το ζήτημα και αυτό ίσως να εξηγείται, λόγω των απρόβλεπτων κοινωνικοπολιτικών συνεπειών που μπορεί να επέλθουν. Υπάρχουν περιπτώσεις γλωσσών που χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία αντίστασης κατά αυταρχικών καθεστώτων ή ως μέσο διάδοσης μυστικών πληροφοριών μέσα σε εμπόλεμες καταστάσεις, όπως οι αμερινδιάνικες γλώσσες, των οποίων πολλοί ομιλητές υπηρέτησαν ως ‘code talkers’ για τις Αμερικανικές δυνάμεις κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Οι γλώσσες επίσης χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο υποδαύλισης επαναστάσεων από τους πρώτους δουλεμπόρους, οι οποίοι σκόπιμα αναμείγνυαν ανθρώπους με διαφορετικά γλωσσικά περιβάλλοντα στα πλοία προς Αμερική, ώστε να μην μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Ωστόσο η φανερή αντιπάθεια δεν εμφανίζεται παντού. Στη νότιο Αφρική οι γηγενείς γλώσσες δεν θεωρούνται απειλή για την εθνική ενότητα, πιθανόν γιατί τα κράτη εδραιώθηκαν ύστερα από μεγάλο διάστημα.

Η αντιπάθεια προς μια γλώσσα μπορεί να πάρει και έντεχνες μορφές. Μια τέτοια κατάσταση είναι αυτό που ο Fishman ονομάζει φολκλοροποίηση μιας γλώσσας και σχετίζεται με τη γλωσσιστική μεθοδολογία. Η φολκλοροποίηση μιας γλώσσας έχει να κάνει με την επίσημη περιθωριοποίησή της στη διοίκηση, στα Μ.Μ.Ε., στην ανώτατη εκπαίδευση και την διατήρησή της σε τομείς άσχετους ή ασήμαντους, που δεν έχουν υψηλό γόητρο, όπως η θρησκευτική λατρεία, οι τέχνες, η ψυχαγωγία και ο λαϊκός πολιτισμός. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι ομιλητές της εν λόγω γλώσσας έχουν λιγότερες ευκαιρίες χρήσης της. Η απώλεια ενός τομέα έχει ως άμεσο επακόλουθο την απώλεια λεξιλογίου, συνομιλιακών προτύπων και υφολογικών ποικιλιών. Έτσι εξηγείται γιατί γλώσσες με πολλούς ομιλητές, αλλά με μειωμένο γόητρο, δεν είναι ασφαλείς.

Ακόμα και σε απομονωμένες περιοχές έχει παρατηρηθεί ότι οι στάσεις των ομιλητών αλλάζουν, καθώς θεωρούν την γλώσσα τους ως ένδειξη οπισθοχώρησης ή ως εμπόδιο για την κοινωνική τους εξέλιξη. Ακόμα και όταν οι αρχές κάνουν κάτι προκειμένου να προστατευτεί η γλώσσα, οι γηγενείς κοινότητες όχι μόνο δε δείχνουν ενθουσιασμό, αλλά εκφράζουν σκεπτικισμό ή έντονη εχθρότητα. Οι ομιλητές ωστόσο δεν γεννιούνται με τέτοιες αρνητικές στάσεις, ούτε νιώθουν συναισθήματα κατωτερότητας και ντροπής για τη γλώσσα τους αν κάτι άλλο δεν τους το προκαλέσει. Όπως σημειώνει ο Crystal, οι αρνητικές στάσεις δημιουργούνται και υποβάλλονται από έναν κυρίαρχο πολιτισμό, του οποίου τα μέλη στιγματίζουν τους ομιλητές μιας ποικιλίας με όρους όπως ‘ανόητοι’, ‘νωθροί’, ‘βάρβαροι’ και την γλώσσα τους ως ‘οπισθοδρομική’, ‘ανεπαρκή’, ‘παραμορφωμένη’ ή ακόμα και ‘δημιούργημα του διαβόλου’, όπως στην περίπτωση κάποιων ιεραποστόλων. Αυτές οι γλωσσιστικές αντιλήψεις και στάσεις ενισχύονται με την εισαγωγή πρακτικών που τιμωρούν τη χρήση της τοπικής γλώσσας, όπως παραδείγματος χάρη στην Ουαλία, κατά τον 19ο αιώνα, όπου υπήρχε το ‘Welsh not’, ένα κομμάτι ξύλου με τα γράμματα ‘WN’, το οποίο περνούσαν στο λαιμό μαθητή που ‘πιανόταν’ να μιλά ουαλικά. Το ξύλο αυτό περνούσε από μαθητή σε μαθητή κατά τη διάρκεια της μέρας, ενώ όποιος το είχε στο τέλος της ημέρας θα έπρεπε να τιμωρηθεί. Οι αρνητικές στάσεις επίσης ενθαρρύνονται όταν ακούγεται συνεχώς από εκτός κοινότητας άτομα ότι η γλώσσα τους πεθαίνει ή είναι ήδη νεκρή. Είναι επίσης πιθανό μια γηγενής κοινότητα να τεθεί σε κίνδυνο επιτρέποντας σε μη γηγενείς να καταγράψουν τη γλώσσα τους.

Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Οι Νάξιοι” (αρ. φύλλου 27-28)

Advertisements

07/12/2012 - Posted by | -Γραμματεία, -Ιδεολογικά, -Στη γλώσσα μας, -εθνικισμός

9 Σχόλια »

  1. Reblogged this on ΝΕΑ ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΤΡΟ ΦΕΛΛΟΥ.

    Σχόλιο από satyrikon | 08/12/2012

  2. Ο θάνατος μιας γλώσσας, αυτός καθεαυτός, δεν πρέπει να μας ενδιαφέρει, παρά μόνο πολιτιστικά, ιστορικά και για μελέτες, αρκεί να γίνεται με ελευθέρα βούληση. Η ανάγκη της επικοινωνίας είναι η γενεσιουργός αιτία των γλωσσών και η έκταση αυτής, εξαρταρτήθηκε κατ´ αρχάς από τη διαμόρφωση του εδάφους, στη συνέχεια από την ισχύ ομάδων, πολιτισμών, δυνατότητα μετακινήσεων και άλλους παράγοντες. Η εμμονή στη μητρική μας γλώσσα κατά την άποψη μου, όταν αυτή η γλώσσα μας εμποδίζει στην επικοινωνία με το απώτερο περιβάλλον, είναι εγωιστική. Ο άνθρωπος ξεκίνησε από μία γλώσσα ως εργαλείο επικοινωνίας στο περιβάλλον που μπορούσε να κινηθεί και εφόσον θα έχει τη δυνατότητα να κινείται στο πλανήτη Γη, όπως στα αρχικά του χρόνια να έχει μία γλώσσα. Αυτό δεν είναι κακό, αντίθετα γίνεται καλύτερη η επικοινωνία των ανθρώπων και το χρόνο που διέθεσε για την εκμάθηση ξένων γλωσσών θα τον διαθέτει σε άλλες ποιο παραγωγικές δραστηριότητες, βέβαια υπάρχουν και άλλα πλεονεκτήματα τα οποία για οικονομία του χώρου δεν αναπτύσσω. Συμπέρασμα η καθιέρωση μιας παγκόσμιας γλώσσας είναι το ζητούμενο. Λόγοι εθνικοί, μέσα επικοινωνίας και μεταφορών, οικονομικών, παραδόσεις, εγωισμοί κλπ προς το παρόν δεν το επιτρέπουν, κινούνται όμως προς τη σωστή κατεύθυνση. Θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε θετικά, όσους κινούνται προς αυτή τη κατεύθυνση. Να μη ξεχνάμε ότι όλοι είμαστε άνθρωποι και δε διαφέρουμε.

    Σχόλιο από Κυριάκος | 08/12/2012

  3. @Κυριάκος

    Η ιδεολογία του παγκόσμιου «χυλού». Όλοι είμαστε άνθρωποι, σωστά, αλλά σαφέστατα διαφέρουμε μεταξύ μας, όπως και οι γλώσσες μας. Άλλοι λαοί δημιούργησαν γλώσσα εκατό, διακοσίων, πεντακοσίων λέξεων, μόνο για την απλή επικοινωνία τους και άλλοι δημιούργησαν γλώσσα δεκάδων χιλιάδων λέξεων για να εκφράσουν φιλοσοφικές ανησυχίες, επιστημονικές θεωρίες, λογοτεχνικές προσεγγίσεις κλπ.

    Σχόλιο από asarcikli | 10/12/2012

  4. Και ο Δημοσθένης έλεγε πολλά για τους Μακεδόνες. Το ποιος έκανε πολλά δεν έχει καμία αξία κοντά στη ζωή και τον άνθρωπο, για κάθε τι υπάρχει και τίμημα. Άνθρωπος θα πει να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου και τους άλλους.

    Σχόλιο από Κυριάκος | 11/12/2012

  5. Δείτε πώς γιορτάζουν στην Σαλεντινή Ελλάδα οι ελληνόφωνοι και χαρείτε το τραγούδι τους!!!
    GRECIA SALENTINA – I PASSIUNA

    Σχόλιο από GRECIA SALENTINA | 20/01/2013

  6. Σχόλιο από GRECIA SALENTINA | 20/01/2013

  7. ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ

    τοῦ Ν. Παντελίδη*
    1. Ἡ ἔννοια «διάλεκτος».

    Κάθε γλῶσσα μιλιέται κατὰ τόπους διαφορετικά. Αὐτὲς οἱ κατὰ τόπους (δηλ. οἱ γεωγραφικὲς) παραλλαγὲς τῆς γλώσσας ὀνομάζονται διάλεκτοι.

    Ἡ δημιουργία διαλέκτων εἶναι μία περίπλοκη διαδικασία ποὺ συνδέεται μὲ ποικίλους ἐνδο- ἀλλὰ καὶ ἐξωγλωσσικοὺς (κοινωνικούς, ἱστορικοὺς κ.ἄ.) παράγοντες. Ἄλλωστε ἡ ποικιλία στὴ γλῶσσα, εἴτε σὲ γεωγραφικὸ (βλ. διάλεκτοι) εἴτε σὲ κοινωνικὸ εἴτε σὲ ἀτομικὸ ἐπίπεδο ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς βασικότερες ἰδιότητές της, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὲς ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καὶ γενικὰ τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα, καὶ γιὰ νὰ παραμείνουμε στὸ γεωγραφικὸ ἐπίπεδο, ὅπως ὑπάρχει ἔντονη ποικιλία στὶς παραδοσιακὲς ἐνδυμασίες, στὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, στὴν παραδοσιακὴ μουσικὴ καὶ τοὺς χορούς, στὴν παραδοσιακὴ ἀρχιτεκτονική, τὴν κουζίνα κ.λπ., κατὰ ἀνάλογο τρόπο ἔχει καὶ ἡ γλῶσσα κατὰ τόπους διαφορετικὴ μορφή. Ἡ σταδιακὴ διάσπαση μίας ἀρχικὰ «ἑνιαίας» γλώσσας σὲ γεωγραφικὲς παραλλαγές, δηλ. σὲ διαλέκτους, μπορεῖ νὰ ἐνισχυθεῖ ἀπὸ ἐξωγλωσσικοὺς παράγοντες, ὅπως π.χ. ἡ γεωγραφικὴ ἀπομόνωση ὁμόγλωσσων περιοχῶν μεταξύ τους ἐξαιτίας φυσικῶν ἐμποδίων (ὀροσειρές, μεγάλα ποτάμια, θάλασσες) ἢ ὁ πολιτικὸς κατακερματισμὸς τοῦ γλωσσικοῦ χώρου (π.χ. στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο) ποὺ εὐνοοῦν τὴν ἀραίωση ἢ καὶ τὴν πλήρη ἔλλειψη ἐπικοινωνίας μεταξὺ ὁμόγλωσσων πληθυσμῶν ἀπὸ διάφορες περιοχές, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους ἰδιαίτερους σὲ κάθε περίπτωση παράγοντες.

    Οἱ διάλεκτοι ἀποτελοῦν πλήρη γλωσσικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα, ὅπως καὶ κάθε μορφὴ γλώσσας, ἐξυπηρετοῦν κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὶς ἐπικοινωνιακὲς ἀνάγκες τῶν χρηστῶν τους. Ἔτσι δὲν ἐπιδέχονται κανενὸς εἴδους ἀξιολόγηση ὡς πρὸς τὴ λειτουργικότητά τους ἢ γενικὰ τὴν «ἀξία» τους, ὅπως κι ἂν τὴν ἐννοήσουμε. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν εἶναι οὔτε «καλύτερες» ἀλλὰ οὔτε καὶ «χειρότερες» ἀπὸ τὴν ἐπίσημη γλῶσσα. Γεννιοῦνται μέσα ἀπὸ διαδικασίες ποὺ ἀνέκαθεν λάμβαναν χώρα σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες, καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς «παραφθορές». Ὁ συνήθης καὶ πιὸ διαδεδομένος τρόπος ἀντιμετώπισής τους (τουλάχιστον στὴν περίπτωση τῆς Νέας Ἑλληνικῆς) γενικὰ δὲν εἶναι θετικός, γεγονὸς ποὺ ὀφείλεται στὸ ὅτι στὸ σύνολό τους οἱ διάλεκτοι ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη γλῶσσα-πρότυπο, ἡ ὁποία στὰ μάτια τῶν περισσοτέρων ὁμιλητῶν (ἀκόμη καὶ τῶν διαλεκτόφωνων) εἶναι ἡ μόνη «σωστὴ» γλῶσσα. Ἐπιπλέον διατηροῦνται πλέον κυρίως στὸ λόγο ἀνθρώπων περιορισμένης μορφώσεως, ἐνῶ παλαιότερα χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀπάρτιζαν τὶς τοπικὲς κοινωνίες. Τέλος, στὴ συντριπτική τους πλειονότητα οἱ διάλεκτοι δὲν διαθέτουν λογοτεχνικὴ παράδοση καὶ ἡ χρήση τους παρέμεινε ἀποκλειστικὰ σχεδὸν προφορική, ἐξυπηρετώντας τὶς ἐπικοινωνιακὲς ἀνάγκες κυρίως ἀγροτοποιμενικῶν κοινωνιῶν1. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν διάλεκτοι ὅπως ἡ Κρητική, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τὸ γραπτὸ ὄργανο σημαντικῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς μέχρι τὸ 1669 (ὁπότε καὶ ἡ Κρήτη ἐντάχθηκε στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία), ἢ διάλεκτοι, οἱ ὁποῖες συνδέονται στενὰ μὲ τὴν ταυτότητα τῶν πληθυσμῶν ποὺ τὶς μιλοῦν, καὶ ἀποκτοῦν ἔντονα συμβολικὸ χαρακτήρα, εἰδικὰ ἂν μιλιοῦνται σὲ περιβάλλον κατὰ πλειοψηφία ἀλλόγλωσσο (π.χ. ἡ Ποντιακὴ σὲ πλειοψηφία τουρκόφωνων στὴ Μικρὰ Ἀσία πρὶν τὸ 1922) ἢ ἀποτελοῦν πολύτιμα κατάλοιπα παλαιότερων ἐποχῶν, ὅπως εἶναι οἱ σημερινὲς ἑλληνικὲς διάλεκτοι τῆς Κάτω Ἰταλίας (Ἀπουλίας καὶ Καλαβρίας).

    Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ διάλεκτοι, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, χρησιμοποιοῦνται μόνο στὸν προφορικὸ λόγο, δημιουργεῖ στὸ μὴ ἐξειδικευμένο κοινὸ μία αἴσθηση «ἀνεπάρκειας» τῶν διαλέκτων ὡς ἐπικοινωνιακῶν συστημάτων. Γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς γλωσσολογίας ὅμως ἡ ἀντιμετώπιση αὐτὴ θεωρεῖται ἐσφαλμένη, ἐπειδὴ οἱ διάλεκτοι εἶναι, ὅπως καὶ ἡ ἐπίσημη γλῶσσα, λειτουργικῶς πλήρη συστήματα. Γιὰ παράδειγμα, τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχουν σὲ αὐτὲς ὅροι π.χ. τῆς τεχνολογίας ἢ τῆς σύγχρονης διοίκησης δὲν σχετίζεται μὲ ἐγγενῆ συστημικὴ ἀνεπάρκεια ἀλλὰ μὲ τὴ δομὴ καὶ τὴ λειτουργία τῶν κοινωνιῶν, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσαν δημιούργημα καὶ ἐπικοινωνιακὸ μέσο. Ἄλλωστε καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ δὲν διέθετε ἐπιστημονικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ὁρολογία μέχρι ἡ ἐξέλιξη τῆς κοινωνίας νὰ γεννήσει τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴ δημιουργία αὐτῆς τῆς ὁρολογίας.

    Σημ.: 1. Διάλεκτοι βέβαια μιλιοῦνταν παλαιότερα καὶ στὰ ἀστικὰ κέντρα τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας μὲ διαλεκτόφωνη ἐνδοχώρα (π.χ. Ἰωάννινα, Τρίπολη, Λιβαδειὰ κ.λπ.).

    2. Γένεση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων.

    Ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἦταν καὶ αὐτὴ διασπασμένη σὲ πλῆθος τοπικῶν διαλέκτων, τὶς ὁποῖες οἱ γλωσσολόγοι κατατάσσουν συνήθως σὲ τέσσερις ὁμάδες: τὴν Ἰωνικὴ (ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀττικὴ διάλεκτο), τὴ Δυτικὴ Ἑλληνικὴ (τὴ Δωρικὴ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια), τὴν Αἰολικὴ καὶ τὴν Ἀρκαδοκυπριακή. Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. ἀρχίζει μὲ βάση τὴν ἀττικὴ διάλεκτο, ἡ ὁποία εἶχε ἀναχθεῖ σὲ διάλεκτο μὲ ἰδιαίτερα αὐξημένο κῦρος, νὰ διαμορφώνεται μία μορφὴ γλώσσας ὑπερτοπική, ἡ ὁποία ἐκτοπίζει τὶς παλαιὲς διαλέκτους ἀρχικὰ ἀπὸ τὸ γραπτὸ λόγο (μὲ πρώτη τὴν συγγενική της Ἰωνική), ἐνῶ σταδιακὰ διεισδύει καὶ στὴν προφορικὴ χρήση ὀδηγώντας τες μέχρι τὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητας σὲ ἐξαφάνιση. Αὐτὴ ἡ μορφὴ γλώσσας, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε Ἀλεξανδρινὴ Κοινή, ὁμιλεῖται πλέον ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ ἑλληνόφωνου κόσμου τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἀρχίζει νέα διάσπαση τῆς Ἑλληνικῆς, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ διαμόρφωση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων.

    Ἑπομένως οἱ νεοελληνικὲς διάλεκτοι δὲν ἕλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἑλληνικὲς διαλέκτους (ἄλλωστε δὲν ταυτίζονται τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῶν μὲν καὶ τῶν δέ), ἀλλὰ οἱ ρίζες τους βρίσκονται στὴν κατὰ τόπους διαφοροποίηση τῆς ὕστερης Ἀλεξανδρινῆς Κοινῆς / μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς. Στοιχεῖα βέβαια τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν διαλέκτων (λεξιλογικὰ ἀλλὰ καὶ ἄλλου εἴδους) καὶ γενικότερα ἀρχαϊσμοὶ ἐπιβιώνουν στὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους μέχρι σήμερα. Ἀπὸ τὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους μόνη ἡ Τσακωνική, ποὺ μιλιέται στὴν περιοχὴ τῆς Κυνουρίας τοῦ σημερινοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας (Λεωνίδιο, Καστάνιτσα, Σίταινα, Τυρός, Μέλανα κ.λπ.) καὶ ἐμφανίζει ἐντονότατη διαφορὰ ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες διαλέκτους, μπορεῖ στὸ μεγαλύτερο μέρος της νὰ ἀναχθεῖ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ δωρικὴ διάλεκτο τῆς Λακωνίας.

    3. Κατάταξη τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων.

    Πρὶν προχωρήσουμε στὴν κατάταξη καὶ τὴν παρουσίαση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων εἶναι ἀναγκαία μία διευκρίνιση. Στὴν ἑλληνικὴ γλωσσολογία γίνεται ἀπὸ παλαιότερα ἡ διάκριση μεταξὺ διαλέκτου καὶ ἰδιώματος. Μὲ τὸν πρῶτο ὅρο νοοῦνται παραλλαγὲς τῆς γλώσσας, οἱ ὁποῖες διαφέρουν ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ (τὴν ἐπίσημη γλῶσσα μας) σὲ βαθμὸ ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις νὰ καθίσταται δύσκολη ἕως ἀδύνατη ἡ κατανόηση τῶν λεγομένων τῶν διαλεκτόφωνων ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὲς τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς (ἢ ἄλλων παραλλαγῶν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς). Στὴν κατηγορία αὐτὴ ἐντάσσονται παραλλαγὲς τῆς Νέας Ἑλληνικῆς ὅπως ἡ Ποντιακή, τὰ Καππαδοκικά, ἡ Τσακωνικὴ καὶ ἡ Κατωιταλική. Καταχρηστικὰ ἐντάσσονται σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία καὶ ἡ Κυπριακὴ καὶ ἡ Κρητική, παρότι οἱ διαφορές τους ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ δὲν θεωροῦνται τόσο μεγάλες. Μὲ τὸν ὅρο ἰδίωμα χαρακτηρίζονται τοπικὲς παραλλαγὲς τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, οἱ ὁποῖες διαφέρουν μὲν ἀπὸ τὴν Κοινή, οἱ διαφορές τους ὅμως ἐλάχιστα δυσχεραίνουν τὴν κατανόηση. Σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία ἐντάσσονται παραλλαγὲς ὅπως τὰ Ἑπτανησιακά, τὰ Εὐβοϊκά, τὰ Κυκλαδίτικα κ.ἄ. Μὲ τὸν ἴδιο ὅρο (ἰδίωμα) δηλώνονται ἐπίσης τοπικὲς διαφοροποιήσεις ἐντὸς μίας διαλέκτου, π.χ. κυπριακὴ διάλεκτος – ἰδίωμα τῆς Πάφου, κρητικὴ διάλεκτος – ἰδίωμα τῶν Σφακίων.

    Ἡ «κλασικὴ» κατάταξη τῶν γεωγραφικῶν παραλλαγῶν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς ἀνάγεται στὸν «πατέρα» τῆς ἑλληνικῆς γλωσσολογίας Γεώργιο Χατζιδάκι (1848-1941). Περιλαμβάνει δύο εὐρύτερες ζῶνες, τὰ νότια ἰδιώματα καὶ τὰ βόρεια ἰδιώματα. Μία τρίτη ἐνδιάμεση κατηγορία συνιστοῦν τὰ λεγόμενα ἡμιβόρεια ἰδιώματα. Tὸ κριτήριο κατάταξης εἶναι μεταβολὲς τῶν ἄτονων φωνηέντων e καὶ ο, καὶ i καὶ u2.

    Ἔτσι στὰ βόρεια ἰδιώματα τὰ φωνήεντα i καὶ u, ὅταν δὲν τονίζονται, ἀποβάλλονται, ἐνῶ τὰ e καὶ ο, ὅταν δὲν τονίζονται, μεταβάλλονται σὲ i καὶ u ἀντίστοιχα. Στὰ νότια ἰδιώματα τὰ παραπάνω φωνήεντα παραμένουν ἀμετάβλητα:

    Νότια ιδιώματα: χωράφι, κεφάλι, παιδί, γουρούνι

    Βόρεια ιδιώματα: χουράφ’, κιφάλ’, πιδί, γ’ρούν’

    Στὰ ἡμιβόρεια ἰδιώματα διακρίνονται δύο ὑποκατηγορίες: Στὴ μία συμβαίνει μόνο ἀποβολὴ τῶν ἄτονων i καὶ u, ἐνῶ στὴ δεύτερη μόνο μεταβολὴ τῶν μὴ τονιζόμενων e καὶ o σὲ i καὶ u ἀντίστοιχα:

    χουράφι, κιφάλι, πιδί, γουρούνι

    χωράφ’, κεφάλ’, παιδί, γ’ρούν’

    Ὑπάρχουν βέβαια καὶ περιπτώσεις ἰδιωμάτων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ καταταγοῦν μὲ σαφήνεια σὲ κάποια ἀπὸ τὶς παραπάνω εὐρύτερες ὁμάδες (βόρεια, νότια, ἡμιβόρεια), ἀλλὰ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι κατέχουν ἐνδιάμεση θέση.

    Στὰ βόρεια ἰδιώματα περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας (ἐκτὸς τῶν Μεγάρων, τῆς Παλαιᾶς Ἀθήνας καὶ τῆς νότιας Εὔβοιας), τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς Ἠπείρου (ἐκτὸς τῆς Θεσπρωτίας καὶ τῶν ἑλληνόφωνων περιοχῶν τῆς Ἀλβανίας), τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας, τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Θράκης, τῆς βόρειας Εὔβοιας, τῶν νησιῶν τῶν Σποράδων (ἐκτὸς τῆς Σκύρου), τῆς Τήνου, ἑνὸς τμήματος τῆς Ἀνδρου, τὰ ἰδιώματα τῶν νησιῶν Σάμου, Λέσβου, Λήμνου, Σαμοθράκης, Ἅι-Στράτη, Ἴμβρου, Τενέδου καὶ Θάσου, καθὼς καὶ τὸ ἰδίωμα τοῦ Ἀϊβαλὶ (Κυδωνιῶν) καὶ τῆς γύρω περιοχῆς στὴ Μικρὰ Ἀσία.

    Στὰ ἡμιβόρεια ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμφανίζουν γεωγραφικὴ συνέχεια καὶ δὲν συνδέονται μὲ σχέση κοινῆς καταγωγῆς μεταξύ τους, περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Σκύρου, τῆς Λευκάδας, τῆς Μυκόνου, τῆς Νάουσας (στὴ Μακεδονία), τοῦ χωριοῦ Λεῦκες τῆς Πάρου, τοῦ χωριοῦ Μεστὰ τῆς Χίου, τὰ ἰδιώματα τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης (πλὴν τῆς Κωνστανινούπολης) καὶ τῶν ἑλληνόφωνων περιοχῶν στὶς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου στὴ σημερινὴ Βουλγαρία (Μεσημβρία, Ἀγχίαλος κ.λπ.), τῆς κωμόπολης Λιβίσι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ρόδο) κ.λπ.

    Στὰ νότια ἰδιώματα περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μάνης3, τῆς ὁμάδας Μεγάρων-Αἴγινας-Παλαιᾶς Ἀθήνας-κεντρικῆς καὶ νότιας Εὔβοιας, τὰ ἰδιώματα τῶν Ἑπτανήσων, τῶν Κυκλάδων (ἐκτὸς τῆς Τήνου, τῆς Μυκόνου καὶ τμήματος τῆς Ἄνδρου), τῶν Δωδεκανήσων, τῆς Χίου καὶ τῆς Ἰκαρίας. Περιλαμβάνονται ἐπίσης τὰ κωνσταντινουπολίτικα, τὸ σμυρναίικο ἰδίωμα, τὸ ἰδίωμα τῆς κωμόπολης Βουρλὰ τῆς Σμύρνης, τὸ ἰδίωμα τῆς κωμόπολης Ἀλάτσατα στὴ χερσόνησο τῆς Ἐρυθραίας στὴ Μικρὰ Ἀσία ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Χίο, καὶ μερικὰ ἀκόμη μικρασιατικὰ ἰδιώματα. Νότιο φωνηεντισμὸ ἐμφανίζουν τέλος καὶ ἡ κυπριακὴ καὶ ἡ κρητικὴ διάλεκτος.

    Κατὰ καιροὺς ἔχουν προταθεῖ καὶ ἐναλλακτικὲς κατατάξεις τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων, οἱ ὁποῖες βασίζονται σὲ διάφορα φαινόμενα, ὅπως εἶναι ἡ διατήρηση τοῦ ληκτικοῦ –ν (π.χ. ἔφερεν) ἢ ἡ χρήση τῆς ἐρωτηματικῆς ἀντωνυμίας εἴντα ἀντὶ τοῦ τί (χαρακτηριστικὸ ποὺ συμβαδίζει μὲ ἄλλα καὶ χωρίζει τὸν ἑλληνόφωνο χῶρο σὲ δύο μεγάλες ζῶνες, βλ. Contossopoulos 1983-4)4, ἀλλὰ καμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν ἔχει πρὸς τὸ παρὸν ἀντικαταστήσει τὴν κατάταξη τοῦ Γεωργίου Χατζιδάκι στὶς δύο ζῶνες, βόρεια καὶ νότια (καὶ τὴν ἐνδιάμεση κατηγορία τὰ ἡμιβόρεια).

    Ἄλλα εὐρέως διαδεδομένα φαινόμενα ποὺ ἀπαντῶνται σὲ νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ ἰδιώματα εἶναι ἐνδεικτικά:

    (1) Ὁ τσιτακισμός: Ἡ προφορὰ τοῦ κ καὶ τοῦ γκ/γγ ὡς τσ καὶ τζ ἀντίστοιχα ὅταν ἀκολουθοῦν τὰ φωνήεντα e καὶ i: τσαι (=καί), παιδάτσι (=παιδάκι), ἄ(ν)τζελος (= ἄγγελος). Ἀπαντᾶται σὲ πολλὲς διαλέκτους καὶ ἰδιώματα (π.χ. στὴν Κυπριακὴ ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ).
    (2) Ἡ ἀποβολὴ τοῦ γ μεταξὺ φωνηέντων, π.χ. ἔφαε, ἐπῆε, πέλαο κ.λπ.
    (3) Ἡ διατήρηση τῶν διπλῶν (παρατεταμένων) συμφώνων στὴν κυπριακὴ διάλεκτο καὶ ἀλλοῦ, π.χ. ἄλ-λος.
    (4) Ἡ διατήρηση ἀσυνίζητων τύπων ὅπως φωτία, καρδία, τὰ παιδία, ἡ μηλέα κ.λπ.
    (5) Οἱ καταλήξεις –ουσι καὶ -ασι τοῦ γ΄ προσώπου πληθυντικοῦ τοῦ ρήματος, π.χ. ἔχουσι, εἴχασι.
    (6) Ἀόριστος σὲ –κα ἀντὶ σὲ –σα, π.χ. ροβόληκα = ροβόλησα, βόηθηκα = βοήθησα, ἔφτακα = ἔφτασα, ἔπιακα = ἔπιασα, κ.λπ.
    (7) Ἡ λεγόμενη ἐπίταξη τοῦ ἀσθενοῦς τύπου τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν: εἶπα σου = σοῦ εἶπα, ἐπῆρα την = την πῆρα.
    (8) Τὸ ἔμμεσο ἀντικείμενο σὲ αἰτιατικὴ (σύνηθες στὸ βορειότερο τμῆμα τοῦ ἑλληνόφωνου χώρου): με εἶπε = μου εἶπε, τον ἔδωσε ἕνα βιβλίο = του ἔδωσε ἕνα βιβλίο.

    Ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ἐρευνηθεῖ ἐπαρκῶς ἂν καὶ εἶναι γνωστὸ ἀπὸ παλαιότερα, εἶναι οἱ ἐπιδράσεις ξένων γλωσσῶν σὲ νεοελληνικὲς διαλέκτους. Ἔτσι οἱ ἐπιδράσεις τῶν γειτονικῶν ἰταλικῶν διαλέκτων, ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο, εἶναι ἔντονες καὶ ἐμφανεῖς στὴν Κατωιταλική. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἰσχυρότατων ἐπιδράσεων ξένης γλώσσας σὲ νεοελληνικὴ διάλεκτο συνιστοῦν τὰ καππαδοκικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα μιλιοῦνταν γιὰ αἰῶνες καὶ μέχρι τὸ 1922 σὲ μικρὲς ἑλληνόφωνες νησίδες ἐντὸς τοῦ τουρκόφωνου χώρου στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ στὰ ὁποῖα εἶναι ἐμφανὴς ἡ υἱοθέτηση στοιχείων καὶ δομῶν τῆς Τουρκικῆς καθὼς καὶ ἡ παρουσία πολυάριθμων λεξιλογικῶν δανείων ἀπὸ τὴν ἴδια γλῶσσα. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ ἐπίδραση εἶναι κυρίως λεξιλογική, ὅπως π.χ. στὰ ἑπτανησιακὰ ἰδιώματα, ὅπου εἶναι ἔντονη ἡ παρουσία ἰταλικῶν δάνειων λέξεων. Τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ζητήματα ὅπως αὐτὰ ἔχει σημαντικὰ αὐξηθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια.

    Σημ.: 2. Χρησιμοποιεῖται ἐδῶ ὁ συμβολισμὸς τοῦ Διεθνοῦς Φωνητικοῦ Ἀλφαβήτου.
    3. Μανιάτικο ἰδίωμα μιλιόταν μέχρι πρὶν μερικὲς δεκαετίες στὸ Καργκέζε τῆς Κορσικῆς ἀπὸ ἀπογόνους Μανιατῶν ἀπὸ τὸ Οἴτυλο ποὺ ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ τὸ 17ο αἰ.
    4. Contossopoulos, N. 1983-1984. «La Grèce du τι et la Grèce du εἶντα». Γλωσσολογία 2-3, 149-162.

    4. Πηγὲς – ἔρευνα ἐπὶ τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων.

    Οἱ παλαιότερες γραπτὲς μαρτυρίες ποὺ διαθέτουμε ἀπὸ νεοελληνικὴ διάλεκτο προέρχονται ἀπὸ τὴν Κύπρο. Πρόκειται γιὰ τὶς Ἀσσίζες (νομικὸ κείμενο τοῦ 14ου αἰ. γραμμένο ἀρχικὰ στὴ Γαλλικὴ) καὶ τὰ χρονικά τοῦ Λεόντιου Μαχαιρᾶ καὶ τοῦ Γεωργίου Βουστρωνίου (καὶ τὰ δύο τοῦ 15ου αἰ.). Ἀπὸ τὴν Κρήτη διαθέτουμε τὴν πλούσια λογοτεχνικὴ παραγωγὴ κυρίως κατὰ τὸν 16ο -17ο αἰῶνα (π.χ. ὁ Ἐρωτόκριτος τοῦ Βιτσέντζου Κορνάρου). Πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν παλαιότερη μορφὴ καὶ τὴν ἐξέλιξη τῶν διαλέκτων μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀπὸ τὰ νοταριακὰ (=συμβολαιογραφικὰ) ἔγγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαθέτουμε πλούσιο ὑλικὸ κυρίως σὲ περιοχές, οἱ ὁποῖες γνώρισαν τὴν κυριαρχία τῶν Ἑνετῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λογοτεχνικὰ καὶ ἄλλου εἴδους κείμενα.

    Ἀπὸ τὸν ὕστερο 19ο αἰ. ἀρχίζει, μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς γλωσσικῆς ἐπιστήμης καὶ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν Γεώργιο Χατζιδάκι, ἡ ἐπιστημονικότερη μελέτη τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων, ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες ἐπιστημονικὲς περιγραφὲς τῶν διαλέκτων. Τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ξένων ἐρευνητῶν στράφηκε τότε σὲ μεγάλο βαθμὸ πρὸς τὶς διαλέκτους ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες ἐμφάνιζαν μεγάλη διαφορὰ τόσο ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες διαλέκτους, καὶ ἐπιπλέον ἐθεωρεῖτο ὅτι διέσωζαν ἐνδιαφέροντα ἀρχαϊκὰ στοιχεῖα καὶ μποροῦσε (ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς τουλάχιστον) νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποδείκνυαν τὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ (π.χ. Κατωιταλική, Τσακωνική).

    Τὸ παλαιότερο καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα ἔρευνας ἐπὶ τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων/ἰδιωμάτων εἶναι τὸ Κέντρο Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καὶ Ἰδιωμάτων (Κ.Ε.Ν.Δ.Ι, πρώην Κέντρον Συντάξεως τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ) τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, στὸ ὁποῖο ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες συλλέγεται καὶ μελετᾶται διαλεκτικὸ ὑλικὸ ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ ἑλληνόφωνου χώρου. Σημαντικότατο ἐρευνητικὸ ἔργο ἐπιτελεῖται ἐπίσης στὸ Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη) καὶ στὸ Ἐργαστήριο Νεοελληνικῶν Διαλέκτων τοῦ Τομέα Γλωσσολογίας τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Γενικὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἐπὶ τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων ἔχει αὐξηθεῖ κατακόρυφα καὶ ἐξαπλώνεται ραγδαία, καθὼς ἔχει ἀναγνωριστεῖ τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν γιὰ τὸν ἐπιστήμονα γλωσσολόγο, ἐνῶ ἔχουν ἐνταθεῖ καὶ οἱ προσπάθειες καταγραφῆς καὶ διάσωσης τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ πρὶν οἱ διάλεκτοι καὶ τὰ ἰδιώματα ὑποχωρήσουν ὁριστικὰ ὑπὸ τὴν πίεση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς.

    5. Ὑποχώρηση τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων.

    Παλαιότερα μία διάλεκτος ἦταν ἡ μόνη σχεδὸν μορφὴ γλώσσας ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὸν προφορικό τους λόγο σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τους οἱ τοπικὲς κοινωνίες. Ἡ ἄρση ὅμως τῆς ἀπομόνωσης πολλῶν περιοχῶν μὲ τὴ βελτίωση ἢ τὴ δημιουργία τῶν συγκοινωνιακῶν ὑποδομῶν, ἡ ἐξάπλωση τῆς σχολικῆς παιδείας, καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες, τῶν μέσων ἐπικοινωνίας καὶ τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημέρωσης, ὁδήγησαν στὴν ἔναρξη τῆς διαδικασίας ὑποχώρησης τῶν περισσότερων διαλέκτων / ἰδιωμάτων. Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἡ διαδικασία αὐτὴ ξεκίνησε ἀρκετὰ νωρίς. Ἔτσι στὴν περίπτωση τῆς κοντινῆς στὴν πρωτεύουσα Πελοποννήσου ἔχουμε μαρτυρίες ὅτι ἤδη ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου / ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. εἶχαν ἀρχίσει νὰ ὑποχωροῦν τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν τοπικῶν ἰδιωμάτων. Μία ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ἀλλὰ ἄγνωστη στὸ εὐρὺ κοινὸ περίπτωση συνιστᾶ ἡ Ἀθήνα, στὴν ὁποία μέχρι τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. μιλιόταν ἕνα ἰδίωμα συγγενὲς μὲ τὰ ἰδιώματα τῶν γειτονικῶν Μεγάρων, τῆς Αἴγινας καὶ τοῦ νοτιότερου τμήματος τῆς Εὔβοιας. Ἡ μεταφορὰ τὸ 1834 τῆς πρωτεύουσας τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους στὴ μικρὴ καὶ μᾶλλον ἀσήμαντη τότε Ἀθήνα συνέβαλε στὴν ἐγκατάσταση πλήθους Ἑλλήνων ἀπὸ πολλὲς περιοχὲς τοῦ ἑλληνόφωνου κόσμου (ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς παροικίες τοῦ ἐξωτερικοῦ) στὴν πόλη μὲ ἀποτέλεσμα μέσα σὲ λίγες δεκαετίες νὰ σιγήσει τὸ παλαιὸ ἰδίωμά της. Στὴν Κάτω Ἰταλία ἡ ἑλληνοφωνία ἦταν γεωγραφικῶς σχετικὰ ἀρκετὰ ἐκτεταμένη μέχρι τὸν 16ο αἰ. τουλάχιστον, ἀλλὰ ἔκτοτε ὑποχωρεῖ διαρκῶς ὑπὸ τὴν πίεση τῶν γειτονικῶν ἰταλικῶν διαλέκτων (καὶ τῆς ἐπίσημης Ἰταλικῆς σήμερα).

    Ἡ ὑποχώρηση τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων ἐπιταχύνθηκε μετὰ τὸν 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ ὁδηγεῖ σταθερὰ στὴν ἐξαφάνισή τους. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀκόμη καὶ ἡλικιωμένα ἄτομα διασώζουν μόνο ὑπολείμματα τῶν παλαιῶν διαλέκτων στὸ λόγο τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθιστᾶ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη νὰ συλλεγεῖ καὶ νὰ καταγραφεῖ τὸ γλωσσικὸ ὑλικὸ προτοῦ χαθεῖ ὁριστικά. Δυστυχῶς σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις τὸ ὑλικὸ ποὺ διαθέτουμε εἶναι πενιχρό, ὅπως π.χ. ἀπὸ ὁρισμένα μικρασιατικὰ ἰδιώματα. Τὰ κενὰ στὴν καταγραφὴ δὲν εἶναι διόλου ἀσήμαντα, καὶ πλέον δὲν ἀναπληρώνονται εὔκολα ἐξαιτίας τοῦ βαθμοῦ ὑποχώρησης τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων. Στὴν περίπτωση τῶν ἰδιωμάτων τῶν προσφύγων ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία ὁ ξεριζωμὸς τῶν φορέων τους ἀπὸ τὶς ἑστίες τους καὶ ἡ ἔνταξή τους στὴν ἑλλαδικὴ κοινωνία ὁδήγησε σὲ ταχεία ἐξαφάνιση τῶν ἰδιωμάτων ἀπὸ τὸ λόγο τῶν ἀπογόνων τους. Ἐπιπλέον οἱ παλαιοὶ ὁμιλητὲς αὐτῶν τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων (δηλ. ἡ πρώτη γενιὰ προσφύγων) δὲν βρίσκονται πλέον στὴ ζωὴ ὥστε νὰ χρησιμεύσουν ὡς πληροφορητές, καὶ ἔτσι συχνὰ εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ στηριχτοῦμε σὲ γραπτὲς πηγὲς καὶ παλαιότερες καταγραφές, (μὲ ὅλα τα μειονεκτήματά τους) γιὰ νὰ ἀντλήσουμε πληροφορίες.

    Μποροῦν βέβαια νὰ ἐντοπιστοῦν ἀκόμη ἐνδιαφέροντες θύλακες διατήρησης τῶν διαλέκτων (ἔστω καὶ μὲ ἰσχυρὴ τὴν ἐπίδραση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς), κυρίως στὸ λόγο ἡλικιωμένων ἀτόμων μὲ χαμηλὴ ἕως ἀνύπαρκτη μόρφωση καὶ περιορισμένη ἐπαφὴ μὲ τὶς πόλεις, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄτομα ποὺ ἀνήκουν σὲ νεότερες γενιές. Ἐπίσης θύλακες διατήρησης διαλέκτων ἐντοπίζονται σὲ περιοχὲς ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους (στὴν Ἀπουλία καὶ τὴν Καλαβρία στὴν Κάτω Ἰταλία, στὴν Ἀλβανία, στὴν Τουρκία στὴν περιοχὴ τοῦ Ὄφη ὅπου διαβιοῦν μουσουλμάνοι ἑλληνόφωνοι Πόντιοι, στὴν Οὐκρανία καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Κριμαίας καὶ τῆς Ἀζοφικῆς), ἂν καὶ ἀντιμετωπίζουν καὶ αὐτὲς γιὰ ποικίλους ὅσο καὶ γνωστοὺς λόγους τὸ φάσμα τῆς ἐξαφάνισης καὶ τῆς ἀντικατάστασής τους ἀπὸ τὶς γλῶσσες τῆς πλειοψηφίας τῶν τοπικῶν πληθυσμῶν, παρὰ τὶς ἀξιόλογες προσπάθειες ποὺ γίνονται σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις γιὰ τὴ διατήρησή τους (π.χ. στὴν Ἀπουλία). Ἰδιαίτερα ζωντανὴ εἶναι ἀκόμη ἡ κυπριακὴ διάλεκτος, ἂν καὶ παρατηρεῖται καὶ σὲ αὐτὴν ἰσχυρὴ ἐπίδραση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς, ἐνῶ ἔχει ξεκινήσει στὸν προφορικὸ λόγο διαδικασία ἐξάλειψης τῶν τοπικῶν ἰδιαιτεροτήτων πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς δημιουργίας μίας «κυπριακῆς κοινῆς». Ζωντανὴ παραμένει ἐπίσης ἡ Ποντιακὴ στὶς περιοχὲς ἐγκατάστασης ποντίων προσφύγων ἰδιαίτερα στὴ βόρεια Ἑλλάδα.

    Ἐπιλογὴ βιβλιογραφίας.

    Ἡ βιβλιογραφία γιὰ τὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ τὰ ἰδιώματα εἶναι τεράστια. Δίνεται ἐδῶ μόνο μία μικρὴ ἐπιλογή.
    Κοντοσόπουλος, Ν. 2001. Διάλεκτοι καὶ ἰδιώματα τῆς Νέας Ἑλληνικῆς. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις «Γρηγόρη».
    Διαλεκτικοὶ θύλακοι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἔκδοση «Κέντρου Ἑλληνικῆς Γλώσσας». Ἀθήνα 1999.
    Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ οἱ διάλεκτοί της. Ἔκδοση «Κέντρου Ἑλληνικῆς Γλώσσας». Ἀθήνα 2000.
    Τζιτζιλής, Χρ. (ὑπὸ ἔκδ.). Νεοελληνικὲς Διάλεκτοι. Θεσσαλονίκη: Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
    Τριανταφυλλίδης, Μ. 1981. Νεοελληνικὴ Γραμματική: Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ (1938). Στὸ: Ἅπαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τόμ. 3ος. Θεσσαλονίκη: Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). 19815.

    Σημ.: 5. Στὶς σελ.233-308 γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ στὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ τὰ ἰδιώματα. Περιλαμβάνονται καὶ κείμενα.

    * Ὁ Νικόλαος Παντελίδης εἶναι Ἀναπληρωτὴς Καθηγητὴς Γλωσσολογίας τοῦ Τομέα Γλωσσολογίας στὸ Τμῆμα Φιλογίας τοῦ Πανεπιστήμιου Ἀθηνῶν.

    Σχόλιο από Π.Α. | 31/10/2013

  8. ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ

    τοῦ Ν. Παντελίδη*
    1. Ἡ ἔννοια «διάλεκτος».

    Κάθε γλῶσσα μιλιέται κατὰ τόπους διαφορετικά. Αὐτὲς οἱ κατὰ τόπους (δηλ. οἱ γεωγραφικὲς) παραλλαγὲς τῆς γλώσσας ὀνομάζονται διάλεκτοι.

    Ἡ δημιουργία διαλέκτων εἶναι μία περίπλοκη διαδικασία ποὺ συνδέεται μὲ ποικίλους ἐνδο- ἀλλὰ καὶ ἐξωγλωσσικοὺς (κοινωνικούς, ἱστορικοὺς κ.ἄ.) παράγοντες. Ἄλλωστε ἡ ποικιλία στὴ γλῶσσα, εἴτε σὲ γεωγραφικὸ (βλ. διάλεκτοι) εἴτε σὲ κοινωνικὸ εἴτε σὲ ἀτομικὸ ἐπίπεδο ἀποτελεῖ μία ἀπὸ τὶς βασικότερες ἰδιότητές της, ὅπως συμβαίνει σὲ πολλὲς ἄλλες ἐκφάνσεις τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ καὶ γενικὰ τῆς ἀνθρώπινης δραστηριότητας. Ἔτσι γιὰ παράδειγμα, καὶ γιὰ νὰ παραμείνουμε στὸ γεωγραφικὸ ἐπίπεδο, ὅπως ὑπάρχει ἔντονη ποικιλία στὶς παραδοσιακὲς ἐνδυμασίες, στὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, στὴν παραδοσιακὴ μουσικὴ καὶ τοὺς χορούς, στὴν παραδοσιακὴ ἀρχιτεκτονική, τὴν κουζίνα κ.λπ., κατὰ ἀνάλογο τρόπο ἔχει καὶ ἡ γλῶσσα κατὰ τόπους διαφορετικὴ μορφή. Ἡ σταδιακὴ διάσπαση μίας ἀρχικὰ «ἑνιαίας» γλώσσας σὲ γεωγραφικὲς παραλλαγές, δηλ. σὲ διαλέκτους, μπορεῖ νὰ ἐνισχυθεῖ ἀπὸ ἐξωγλωσσικοὺς παράγοντες, ὅπως π.χ. ἡ γεωγραφικὴ ἀπομόνωση ὁμόγλωσσων περιοχῶν μεταξύ τους ἐξαιτίας φυσικῶν ἐμποδίων (ὀροσειρές, μεγάλα ποτάμια, θάλασσες) ἢ ὁ πολιτικὸς κατακερματισμὸς τοῦ γλωσσικοῦ χώρου (π.χ. στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο) ποὺ εὐνοοῦν τὴν ἀραίωση ἢ καὶ τὴν πλήρη ἔλλειψη ἐπικοινωνίας μεταξὺ ὁμόγλωσσων πληθυσμῶν ἀπὸ διάφορες περιοχές, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους ἰδιαίτερους σὲ κάθε περίπτωση παράγοντες.

    Οἱ διάλεκτοι ἀποτελοῦν πλήρη γλωσσικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα, ὅπως καὶ κάθε μορφὴ γλώσσας, ἐξυπηρετοῦν κατὰ τὸν καλύτερο δυνατὸ τρόπο τὶς ἐπικοινωνιακὲς ἀνάγκες τῶν χρηστῶν τους. Ἔτσι δὲν ἐπιδέχονται κανενὸς εἴδους ἀξιολόγηση ὡς πρὸς τὴ λειτουργικότητά τους ἢ γενικὰ τὴν «ἀξία» τους, ὅπως κι ἂν τὴν ἐννοήσουμε. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν εἶναι οὔτε «καλύτερες» ἀλλὰ οὔτε καὶ «χειρότερες» ἀπὸ τὴν ἐπίσημη γλῶσσα. Γεννιοῦνται μέσα ἀπὸ διαδικασίες ποὺ ἀνέκαθεν λάμβαναν χώρα σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες, καὶ σὲ καμία περίπτωση δὲν πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζονται ὡς «παραφθορές». Ὁ συνήθης καὶ πιὸ διαδεδομένος τρόπος ἀντιμετώπισής τους (τουλάχιστον στὴν περίπτωση τῆς Νέας Ἑλληνικῆς) γενικὰ δὲν εἶναι θετικός, γεγονὸς ποὺ ὀφείλεται στὸ ὅτι στὸ σύνολό τους οἱ διάλεκτοι ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη γλῶσσα-πρότυπο, ἡ ὁποία στὰ μάτια τῶν περισσοτέρων ὁμιλητῶν (ἀκόμη καὶ τῶν διαλεκτόφωνων) εἶναι ἡ μόνη «σωστὴ» γλῶσσα. Ἐπιπλέον διατηροῦνται πλέον κυρίως στὸ λόγο ἀνθρώπων περιορισμένης μορφώσεως, ἐνῶ παλαιότερα χρησιμοποιοῦνταν ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀπάρτιζαν τὶς τοπικὲς κοινωνίες. Τέλος, στὴ συντριπτική τους πλειονότητα οἱ διάλεκτοι δὲν διαθέτουν λογοτεχνικὴ παράδοση καὶ ἡ χρήση τους παρέμεινε ἀποκλειστικὰ σχεδὸν προφορική, ἐξυπηρετώντας τὶς ἐπικοινωνιακὲς ἀνάγκες κυρίως ἀγροτοποιμενικῶν κοινωνιῶν1. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν διάλεκτοι ὅπως ἡ Κρητική, ἡ ὁποία ὑπῆρξε τὸ γραπτὸ ὄργανο σημαντικῆς λογοτεχνικῆς παραγωγῆς μέχρι τὸ 1669 (ὁπότε καὶ ἡ Κρήτη ἐντάχθηκε στὴν Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία), ἢ διάλεκτοι, οἱ ὁποῖες συνδέονται στενὰ μὲ τὴν ταυτότητα τῶν πληθυσμῶν ποὺ τὶς μιλοῦν, καὶ ἀποκτοῦν ἔντονα συμβολικὸ χαρακτήρα, εἰδικὰ ἂν μιλιοῦνται σὲ περιβάλλον κατὰ πλειοψηφία ἀλλόγλωσσο (π.χ. ἡ Ποντιακὴ σὲ πλειοψηφία τουρκόφωνων στὴ Μικρὰ Ἀσία πρὶν τὸ 1922) ἢ ἀποτελοῦν πολύτιμα κατάλοιπα παλαιότερων ἐποχῶν, ὅπως εἶναι οἱ σημερινὲς ἑλληνικὲς διάλεκτοι τῆς Κάτω Ἰταλίας (Ἀπουλίας καὶ Καλαβρίας).

    Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ διάλεκτοι, ἐκτὸς ἐξαιρέσεων, χρησιμοποιοῦνται μόνο στὸν προφορικὸ λόγο, δημιουργεῖ στὸ μὴ ἐξειδικευμένο κοινὸ μία αἴσθηση «ἀνεπάρκειας» τῶν διαλέκτων ὡς ἐπικοινωνιακῶν συστημάτων. Γιὰ τὴν ἐπιστήμη τῆς γλωσσολογίας ὅμως ἡ ἀντιμετώπιση αὐτὴ θεωρεῖται ἐσφαλμένη, ἐπειδὴ οἱ διάλεκτοι εἶναι, ὅπως καὶ ἡ ἐπίσημη γλῶσσα, λειτουργικῶς πλήρη συστήματα. Γιὰ παράδειγμα, τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπάρχουν σὲ αὐτὲς ὅροι π.χ. τῆς τεχνολογίας ἢ τῆς σύγχρονης διοίκησης δὲν σχετίζεται μὲ ἐγγενῆ συστημικὴ ἀνεπάρκεια ἀλλὰ μὲ τὴ δομὴ καὶ τὴ λειτουργία τῶν κοινωνιῶν, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσαν δημιούργημα καὶ ἐπικοινωνιακὸ μέσο. Ἄλλωστε καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ δὲν διέθετε ἐπιστημονικὴ καὶ φιλοσοφικὴ ὁρολογία μέχρι ἡ ἐξέλιξη τῆς κοινωνίας νὰ γεννήσει τὴν ἀνάγκη γιὰ τὴ δημιουργία αὐτῆς τῆς ὁρολογίας.

    Σημ.: 1. Διάλεκτοι βέβαια μιλιοῦνταν παλαιότερα καὶ στὰ ἀστικὰ κέντρα τῆς ἑλληνικῆς περιφέρειας μὲ διαλεκτόφωνη ἐνδοχώρα (π.χ. Ἰωάννινα, Τρίπολη, Λιβαδειὰ κ.λπ.).

    2. Γένεση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων.

    Ἡ Ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἦταν καὶ αὐτὴ διασπασμένη σὲ πλῆθος τοπικῶν διαλέκτων, τὶς ὁποῖες οἱ γλωσσολόγοι κατατάσσουν συνήθως σὲ τέσσερις ὁμάδες: τὴν Ἰωνικὴ (ποὺ περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀττικὴ διάλεκτο), τὴ Δυτικὴ Ἑλληνικὴ (τὴ Δωρικὴ μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια), τὴν Αἰολικὴ καὶ τὴν Ἀρκαδοκυπριακή. Ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. π.Χ. ἀρχίζει μὲ βάση τὴν ἀττικὴ διάλεκτο, ἡ ὁποία εἶχε ἀναχθεῖ σὲ διάλεκτο μὲ ἰδιαίτερα αὐξημένο κῦρος, νὰ διαμορφώνεται μία μορφὴ γλώσσας ὑπερτοπική, ἡ ὁποία ἐκτοπίζει τὶς παλαιὲς διαλέκτους ἀρχικὰ ἀπὸ τὸ γραπτὸ λόγο (μὲ πρώτη τὴν συγγενική της Ἰωνική), ἐνῶ σταδιακὰ διεισδύει καὶ στὴν προφορικὴ χρήση ὀδηγώντας τες μέχρι τὸ τέλος τῆς ἀρχαιότητας σὲ ἐξαφάνιση. Αὐτὴ ἡ μορφὴ γλώσσας, τὴν ὁποία ὀνομάζουμε Ἀλεξανδρινὴ Κοινή, ὁμιλεῖται πλέον ἀπὸ τὸ σύνολο σχεδὸν τοῦ ἑλληνόφωνου κόσμου τῆς ἐποχῆς. Ἀπὸ τὴ βυζαντινὴ ἐποχὴ ἀρχίζει νέα διάσπαση τῆς Ἑλληνικῆς, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ διαμόρφωση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων.

    Ἑπομένως οἱ νεοελληνικὲς διάλεκτοι δὲν ἕλκουν τὴν καταγωγή τους ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἑλληνικὲς διαλέκτους (ἄλλωστε δὲν ταυτίζονται τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τῶν μὲν καὶ τῶν δέ), ἀλλὰ οἱ ρίζες τους βρίσκονται στὴν κατὰ τόπους διαφοροποίηση τῆς ὕστερης Ἀλεξανδρινῆς Κοινῆς / μεσαιωνικῆς Ἑλληνικῆς. Στοιχεῖα βέβαια τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν διαλέκτων (λεξιλογικὰ ἀλλὰ καὶ ἄλλου εἴδους) καὶ γενικότερα ἀρχαϊσμοὶ ἐπιβιώνουν στὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους μέχρι σήμερα. Ἀπὸ τὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους μόνη ἡ Τσακωνική, ποὺ μιλιέται στὴν περιοχὴ τῆς Κυνουρίας τοῦ σημερινοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας (Λεωνίδιο, Καστάνιτσα, Σίταινα, Τυρός, Μέλανα κ.λπ.) καὶ ἐμφανίζει ἐντονότατη διαφορὰ ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες διαλέκτους, μπορεῖ στὸ μεγαλύτερο μέρος της νὰ ἀναχθεῖ στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ δωρικὴ διάλεκτο τῆς Λακωνίας.

    3. Κατάταξη τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων.

    Πρὶν προχωρήσουμε στὴν κατάταξη καὶ τὴν παρουσίαση τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων εἶναι ἀναγκαία μία διευκρίνιση. Στὴν ἑλληνικὴ γλωσσολογία γίνεται ἀπὸ παλαιότερα ἡ διάκριση μεταξὺ διαλέκτου καὶ ἰδιώματος. Μὲ τὸν πρῶτο ὅρο νοοῦνται παραλλαγὲς τῆς γλώσσας, οἱ ὁποῖες διαφέρουν ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ (τὴν ἐπίσημη γλῶσσα μας) σὲ βαθμὸ ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις νὰ καθίσταται δύσκολη ἕως ἀδύνατη ἡ κατανόηση τῶν λεγομένων τῶν διαλεκτόφωνων ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὲς τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς (ἢ ἄλλων παραλλαγῶν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς). Στὴν κατηγορία αὐτὴ ἐντάσσονται παραλλαγὲς τῆς Νέας Ἑλληνικῆς ὅπως ἡ Ποντιακή, τὰ Καππαδοκικά, ἡ Τσακωνικὴ καὶ ἡ Κατωιταλική. Καταχρηστικὰ ἐντάσσονται σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία καὶ ἡ Κυπριακὴ καὶ ἡ Κρητική, παρότι οἱ διαφορές τους ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ δὲν θεωροῦνται τόσο μεγάλες. Μὲ τὸν ὅρο ἰδίωμα χαρακτηρίζονται τοπικὲς παραλλαγὲς τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, οἱ ὁποῖες διαφέρουν μὲν ἀπὸ τὴν Κοινή, οἱ διαφορές τους ὅμως ἐλάχιστα δυσχεραίνουν τὴν κατανόηση. Σὲ αὐτὴ τὴν κατηγορία ἐντάσσονται παραλλαγὲς ὅπως τὰ Ἑπτανησιακά, τὰ Εὐβοϊκά, τὰ Κυκλαδίτικα κ.ἄ. Μὲ τὸν ἴδιο ὅρο (ἰδίωμα) δηλώνονται ἐπίσης τοπικὲς διαφοροποιήσεις ἐντὸς μίας διαλέκτου, π.χ. κυπριακὴ διάλεκτος – ἰδίωμα τῆς Πάφου, κρητικὴ διάλεκτος – ἰδίωμα τῶν Σφακίων.

    Ἡ «κλασικὴ» κατάταξη τῶν γεωγραφικῶν παραλλαγῶν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς ἀνάγεται στὸν «πατέρα» τῆς ἑλληνικῆς γλωσσολογίας Γεώργιο Χατζιδάκι (1848-1941). Περιλαμβάνει δύο εὐρύτερες ζῶνες, τὰ νότια ἰδιώματα καὶ τὰ βόρεια ἰδιώματα. Μία τρίτη ἐνδιάμεση κατηγορία συνιστοῦν τὰ λεγόμενα ἡμιβόρεια ἰδιώματα. Tὸ κριτήριο κατάταξης εἶναι μεταβολὲς τῶν ἄτονων φωνηέντων e καὶ ο, καὶ i καὶ u2.

    Ἔτσι στὰ βόρεια ἰδιώματα τὰ φωνήεντα i καὶ u, ὅταν δὲν τονίζονται, ἀποβάλλονται, ἐνῶ τὰ e καὶ ο, ὅταν δὲν τονίζονται, μεταβάλλονται σὲ i καὶ u ἀντίστοιχα. Στὰ νότια ἰδιώματα τὰ παραπάνω φωνήεντα παραμένουν ἀμετάβλητα:

    Νότια ιδιώματα: χωράφι, κεφάλι, παιδί, γουρούνι

    Βόρεια ιδιώματα: χουράφ’, κιφάλ’, πιδί, γ’ρούν’

    Στὰ ἡμιβόρεια ἰδιώματα διακρίνονται δύο ὑποκατηγορίες: Στὴ μία συμβαίνει μόνο ἀποβολὴ τῶν ἄτονων i καὶ u, ἐνῶ στὴ δεύτερη μόνο μεταβολὴ τῶν μὴ τονιζόμενων e καὶ o σὲ i καὶ u ἀντίστοιχα:

    χουράφι, κιφάλι, πιδί, γουρούνι

    χωράφ’, κεφάλ’, παιδί, γ’ρούν’

    Ὑπάρχουν βέβαια καὶ περιπτώσεις ἰδιωμάτων ποὺ δὲν μποροῦν νὰ καταταγοῦν μὲ σαφήνεια σὲ κάποια ἀπὸ τὶς παραπάνω εὐρύτερες ὁμάδες (βόρεια, νότια, ἡμιβόρεια), ἀλλὰ μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὅτι κατέχουν ἐνδιάμεση θέση.

    Στὰ βόρεια ἰδιώματα περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδας (ἐκτὸς τῶν Μεγάρων, τῆς Παλαιᾶς Ἀθήνας καὶ τῆς νότιας Εὔβοιας), τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς Ἠπείρου (ἐκτὸς τῆς Θεσπρωτίας καὶ τῶν ἑλληνόφωνων περιοχῶν τῆς Ἀλβανίας), τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας, τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Θράκης, τῆς βόρειας Εὔβοιας, τῶν νησιῶν τῶν Σποράδων (ἐκτὸς τῆς Σκύρου), τῆς Τήνου, ἑνὸς τμήματος τῆς Ἀνδρου, τὰ ἰδιώματα τῶν νησιῶν Σάμου, Λέσβου, Λήμνου, Σαμοθράκης, Ἅι-Στράτη, Ἴμβρου, Τενέδου καὶ Θάσου, καθὼς καὶ τὸ ἰδίωμα τοῦ Ἀϊβαλὶ (Κυδωνιῶν) καὶ τῆς γύρω περιοχῆς στὴ Μικρὰ Ἀσία.

    Στὰ ἡμιβόρεια ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμφανίζουν γεωγραφικὴ συνέχεια καὶ δὲν συνδέονται μὲ σχέση κοινῆς καταγωγῆς μεταξύ τους, περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Σκύρου, τῆς Λευκάδας, τῆς Μυκόνου, τῆς Νάουσας (στὴ Μακεδονία), τοῦ χωριοῦ Λεῦκες τῆς Πάρου, τοῦ χωριοῦ Μεστὰ τῆς Χίου, τὰ ἰδιώματα τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης (πλὴν τῆς Κωνστανινούπολης) καὶ τῶν ἑλληνόφωνων περιοχῶν στὶς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου στὴ σημερινὴ Βουλγαρία (Μεσημβρία, Ἀγχίαλος κ.λπ.), τῆς κωμόπολης Λιβίσι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Ρόδο) κ.λπ.

    Στὰ νότια ἰδιώματα περιλαμβάνονται τὰ ἰδιώματα τῆς Πελοποννήσου, τῆς Μάνης3, τῆς ὁμάδας Μεγάρων-Αἴγινας-Παλαιᾶς Ἀθήνας-κεντρικῆς καὶ νότιας Εὔβοιας, τὰ ἰδιώματα τῶν Ἑπτανήσων, τῶν Κυκλάδων (ἐκτὸς τῆς Τήνου, τῆς Μυκόνου καὶ τμήματος τῆς Ἄνδρου), τῶν Δωδεκανήσων, τῆς Χίου καὶ τῆς Ἰκαρίας. Περιλαμβάνονται ἐπίσης τὰ κωνσταντινουπολίτικα, τὸ σμυρναίικο ἰδίωμα, τὸ ἰδίωμα τῆς κωμόπολης Βουρλὰ τῆς Σμύρνης, τὸ ἰδίωμα τῆς κωμόπολης Ἀλάτσατα στὴ χερσόνησο τῆς Ἐρυθραίας στὴ Μικρὰ Ἀσία ἀπέναντι ἀπὸ τὴ Χίο, καὶ μερικὰ ἀκόμη μικρασιατικὰ ἰδιώματα. Νότιο φωνηεντισμὸ ἐμφανίζουν τέλος καὶ ἡ κυπριακὴ καὶ ἡ κρητικὴ διάλεκτος.

    Κατὰ καιροὺς ἔχουν προταθεῖ καὶ ἐναλλακτικὲς κατατάξεις τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων, οἱ ὁποῖες βασίζονται σὲ διάφορα φαινόμενα, ὅπως εἶναι ἡ διατήρηση τοῦ ληκτικοῦ –ν (π.χ. ἔφερεν) ἢ ἡ χρήση τῆς ἐρωτηματικῆς ἀντωνυμίας εἴντα ἀντὶ τοῦ τί (χαρακτηριστικὸ ποὺ συμβαδίζει μὲ ἄλλα καὶ χωρίζει τὸν ἑλληνόφωνο χῶρο σὲ δύο μεγάλες ζῶνες, βλ. Contossopoulos 1983-4)4, ἀλλὰ καμία ἀπὸ αὐτὲς δὲν ἔχει πρὸς τὸ παρὸν ἀντικαταστήσει τὴν κατάταξη τοῦ Γεωργίου Χατζιδάκι στὶς δύο ζῶνες, βόρεια καὶ νότια (καὶ τὴν ἐνδιάμεση κατηγορία τὰ ἡμιβόρεια).

    Ἄλλα εὐρέως διαδεδομένα φαινόμενα ποὺ ἀπαντῶνται σὲ νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ ἰδιώματα εἶναι ἐνδεικτικά:

    (1) Ὁ τσιτακισμός: Ἡ προφορὰ τοῦ κ καὶ τοῦ γκ/γγ ὡς τσ καὶ τζ ἀντίστοιχα ὅταν ἀκολουθοῦν τὰ φωνήεντα e καὶ i: τσαι (=καί), παιδάτσι (=παιδάκι), ἄ(ν)τζελος (= ἄγγελος). Ἀπαντᾶται σὲ πολλὲς διαλέκτους καὶ ἰδιώματα (π.χ. στὴν Κυπριακὴ ἀλλὰ καὶ ἀλλοῦ).
    (2) Ἡ ἀποβολὴ τοῦ γ μεταξὺ φωνηέντων, π.χ. ἔφαε, ἐπῆε, πέλαο κ.λπ.
    (3) Ἡ διατήρηση τῶν διπλῶν (παρατεταμένων) συμφώνων στὴν κυπριακὴ διάλεκτο καὶ ἀλλοῦ, π.χ. ἄλ-λος.
    (4) Ἡ διατήρηση ἀσυνίζητων τύπων ὅπως φωτία, καρδία, τὰ παιδία, ἡ μηλέα κ.λπ.
    (5) Οἱ καταλήξεις –ουσι καὶ -ασι τοῦ γ΄ προσώπου πληθυντικοῦ τοῦ ρήματος, π.χ. ἔχουσι, εἴχασι.
    (6) Ἀόριστος σὲ –κα ἀντὶ σὲ –σα, π.χ. ροβόληκα = ροβόλησα, βόηθηκα = βοήθησα, ἔφτακα = ἔφτασα, ἔπιακα = ἔπιασα, κ.λπ.
    (7) Ἡ λεγόμενη ἐπίταξη τοῦ ἀσθενοῦς τύπου τῶν προσωπικῶν ἀντωνυμιῶν: εἶπα σου = σοῦ εἶπα, ἐπῆρα την = την πῆρα.
    (8) Τὸ ἔμμεσο ἀντικείμενο σὲ αἰτιατικὴ (σύνηθες στὸ βορειότερο τμῆμα τοῦ ἑλληνόφωνου χώρου): με εἶπε = μου εἶπε, τον ἔδωσε ἕνα βιβλίο = του ἔδωσε ἕνα βιβλίο.

    Ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ἐρευνηθεῖ ἐπαρκῶς ἂν καὶ εἶναι γνωστὸ ἀπὸ παλαιότερα, εἶναι οἱ ἐπιδράσεις ξένων γλωσσῶν σὲ νεοελληνικὲς διαλέκτους. Ἔτσι οἱ ἐπιδράσεις τῶν γειτονικῶν ἰταλικῶν διαλέκτων, ὅπως εἶναι ἀναμενόμενο, εἶναι ἔντονες καὶ ἐμφανεῖς στὴν Κατωιταλική. Ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἰσχυρότατων ἐπιδράσεων ξένης γλώσσας σὲ νεοελληνικὴ διάλεκτο συνιστοῦν τὰ καππαδοκικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα μιλιοῦνταν γιὰ αἰῶνες καὶ μέχρι τὸ 1922 σὲ μικρὲς ἑλληνόφωνες νησίδες ἐντὸς τοῦ τουρκόφωνου χώρου στὰ βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ στὰ ὁποῖα εἶναι ἐμφανὴς ἡ υἱοθέτηση στοιχείων καὶ δομῶν τῆς Τουρκικῆς καθὼς καὶ ἡ παρουσία πολυάριθμων λεξιλογικῶν δανείων ἀπὸ τὴν ἴδια γλῶσσα. Σὲ ἄλλες περιπτώσεις ἡ ἐπίδραση εἶναι κυρίως λεξιλογική, ὅπως π.χ. στὰ ἑπτανησιακὰ ἰδιώματα, ὅπου εἶναι ἔντονη ἡ παρουσία ἰταλικῶν δάνειων λέξεων. Τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον γιὰ ζητήματα ὅπως αὐτὰ ἔχει σημαντικὰ αὐξηθεῖ τὰ τελευταῖα χρόνια.

    Σημ.: 2. Χρησιμοποιεῖται ἐδῶ ὁ συμβολισμὸς τοῦ Διεθνοῦς Φωνητικοῦ Ἀλφαβήτου.
    3. Μανιάτικο ἰδίωμα μιλιόταν μέχρι πρὶν μερικὲς δεκαετίες στὸ Καργκέζε τῆς Κορσικῆς ἀπὸ ἀπογόνους Μανιατῶν ἀπὸ τὸ Οἴτυλο ποὺ ἐγκαταστάθηκαν ἐκεῖ τὸ 17ο αἰ.
    4. Contossopoulos, N. 1983-1984. «La Grèce du τι et la Grèce du εἶντα». Γλωσσολογία 2-3, 149-162.

    4. Πηγὲς – ἔρευνα ἐπὶ τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων.

    Οἱ παλαιότερες γραπτὲς μαρτυρίες ποὺ διαθέτουμε ἀπὸ νεοελληνικὴ διάλεκτο προέρχονται ἀπὸ τὴν Κύπρο. Πρόκειται γιὰ τὶς Ἀσσίζες (νομικὸ κείμενο τοῦ 14ου αἰ. γραμμένο ἀρχικὰ στὴ Γαλλικὴ) καὶ τὰ χρονικά τοῦ Λεόντιου Μαχαιρᾶ καὶ τοῦ Γεωργίου Βουστρωνίου (καὶ τὰ δύο τοῦ 15ου αἰ.). Ἀπὸ τὴν Κρήτη διαθέτουμε τὴν πλούσια λογοτεχνικὴ παραγωγὴ κυρίως κατὰ τὸν 16ο -17ο αἰῶνα (π.χ. ὁ Ἐρωτόκριτος τοῦ Βιτσέντζου Κορνάρου). Πολύτιμες πληροφορίες γιὰ τὴν παλαιότερη μορφὴ καὶ τὴν ἐξέλιξη τῶν διαλέκτων μποροῦμε νὰ ἀντλήσουμε σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀπὸ τὰ νοταριακὰ (=συμβολαιογραφικὰ) ἔγγραφα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διαθέτουμε πλούσιο ὑλικὸ κυρίως σὲ περιοχές, οἱ ὁποῖες γνώρισαν τὴν κυριαρχία τῶν Ἑνετῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ λογοτεχνικὰ καὶ ἄλλου εἴδους κείμενα.

    Ἀπὸ τὸν ὕστερο 19ο αἰ. ἀρχίζει, μὲ τὴν εἰσαγωγὴ τῆς γλωσσικῆς ἐπιστήμης καὶ στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν Γεώργιο Χατζιδάκι, ἡ ἐπιστημονικότερη μελέτη τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων, ἐμφανίζονται οἱ πρῶτες ἐπιστημονικὲς περιγραφὲς τῶν διαλέκτων. Τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον Ἑλλήνων ἀλλὰ καὶ ξένων ἐρευνητῶν στράφηκε τότε σὲ μεγάλο βαθμὸ πρὸς τὶς διαλέκτους ἐκεῖνες, οἱ ὁποῖες ἐμφάνιζαν μεγάλη διαφορὰ τόσο ἀπὸ τὴν Κοινὴ Νεοελληνικὴ ὅσο καὶ ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες διαλέκτους, καὶ ἐπιπλέον ἐθεωρεῖτο ὅτι διέσωζαν ἐνδιαφέροντα ἀρχαϊκὰ στοιχεῖα καὶ μποροῦσε (ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς τουλάχιστον) νὰ θεωρηθεῖ ὅτι ἀποδείκνυαν τὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ (π.χ. Κατωιταλική, Τσακωνική).

    Τὸ παλαιότερο καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα κέντρα ἔρευνας ἐπὶ τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων/ἰδιωμάτων εἶναι τὸ Κέντρο Ἐρεύνης Νεοελληνικῶν Διαλέκτων καὶ Ἰδιωμάτων (Κ.Ε.Ν.Δ.Ι, πρώην Κέντρον Συντάξεως τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ) τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, στὸ ὁποῖο ἐδῶ καὶ πολλὲς δεκαετίες συλλέγεται καὶ μελετᾶται διαλεκτικὸ ὑλικὸ ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ ἑλληνόφωνου χώρου. Σημαντικότατο ἐρευνητικὸ ἔργο ἐπιτελεῖται ἐπίσης στὸ Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη) καὶ στὸ Ἐργαστήριο Νεοελληνικῶν Διαλέκτων τοῦ Τομέα Γλωσσολογίας τοῦ Τμήματος Φιλολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν. Γενικὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἐπὶ τῶν νεοελληνικῶν διαλέκτων καὶ ἰδιωμάτων ἔχει αὐξηθεῖ κατακόρυφα καὶ ἐξαπλώνεται ραγδαία, καθὼς ἔχει ἀναγνωριστεῖ τὸ ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν γιὰ τὸν ἐπιστήμονα γλωσσολόγο, ἐνῶ ἔχουν ἐνταθεῖ καὶ οἱ προσπάθειες καταγραφῆς καὶ διάσωσης τοῦ γλωσσικοῦ ὑλικοῦ πρὶν οἱ διάλεκτοι καὶ τὰ ἰδιώματα ὑποχωρήσουν ὁριστικὰ ὑπὸ τὴν πίεση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς.

    5. Ὑποχώρηση τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων.

    Παλαιότερα μία διάλεκτος ἦταν ἡ μόνη σχεδὸν μορφὴ γλώσσας ποὺ χρησιμοποιοῦσαν στὸν προφορικό τους λόγο σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς τους οἱ τοπικὲς κοινωνίες. Ἡ ἄρση ὅμως τῆς ἀπομόνωσης πολλῶν περιοχῶν μὲ τὴ βελτίωση ἢ τὴ δημιουργία τῶν συγκοινωνιακῶν ὑποδομῶν, ἡ ἐξάπλωση τῆς σχολικῆς παιδείας, καὶ ἰδιαίτερα κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες, τῶν μέσων ἐπικοινωνίας καὶ τῶν μέσων μαζικῆς ἐνημέρωσης, ὁδήγησαν στὴν ἔναρξη τῆς διαδικασίας ὑποχώρησης τῶν περισσότερων διαλέκτων / ἰδιωμάτων. Σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις ἡ διαδικασία αὐτὴ ξεκίνησε ἀρκετὰ νωρίς. Ἔτσι στὴν περίπτωση τῆς κοντινῆς στὴν πρωτεύουσα Πελοποννήσου ἔχουμε μαρτυρίες ὅτι ἤδη ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου / ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. εἶχαν ἀρχίσει νὰ ὑποχωροῦν τὰ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τῶν τοπικῶν ἰδιωμάτων. Μία ἄλλη ἐνδιαφέρουσα ἀλλὰ ἄγνωστη στὸ εὐρὺ κοινὸ περίπτωση συνιστᾶ ἡ Ἀθήνα, στὴν ὁποία μέχρι τὰ μέσα τοῦ 19ου αἰ. μιλιόταν ἕνα ἰδίωμα συγγενὲς μὲ τὰ ἰδιώματα τῶν γειτονικῶν Μεγάρων, τῆς Αἴγινας καὶ τοῦ νοτιότερου τμήματος τῆς Εὔβοιας. Ἡ μεταφορὰ τὸ 1834 τῆς πρωτεύουσας τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους στὴ μικρὴ καὶ μᾶλλον ἀσήμαντη τότε Ἀθήνα συνέβαλε στὴν ἐγκατάσταση πλήθους Ἑλλήνων ἀπὸ πολλὲς περιοχὲς τοῦ ἑλληνόφωνου κόσμου (ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὶς παροικίες τοῦ ἐξωτερικοῦ) στὴν πόλη μὲ ἀποτέλεσμα μέσα σὲ λίγες δεκαετίες νὰ σιγήσει τὸ παλαιὸ ἰδίωμά της. Στὴν Κάτω Ἰταλία ἡ ἑλληνοφωνία ἦταν γεωγραφικῶς σχετικὰ ἀρκετὰ ἐκτεταμένη μέχρι τὸν 16ο αἰ. τουλάχιστον, ἀλλὰ ἔκτοτε ὑποχωρεῖ διαρκῶς ὑπὸ τὴν πίεση τῶν γειτονικῶν ἰταλικῶν διαλέκτων (καὶ τῆς ἐπίσημης Ἰταλικῆς σήμερα).

    Ἡ ὑποχώρηση τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων ἐπιταχύνθηκε μετὰ τὸν 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο καὶ ὁδηγεῖ σταθερὰ στὴν ἐξαφάνισή τους. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀκόμη καὶ ἡλικιωμένα ἄτομα διασώζουν μόνο ὑπολείμματα τῶν παλαιῶν διαλέκτων στὸ λόγο τους. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθιστᾶ ἐπιτακτικὴ τὴν ἀνάγκη νὰ συλλεγεῖ καὶ νὰ καταγραφεῖ τὸ γλωσσικὸ ὑλικὸ προτοῦ χαθεῖ ὁριστικά. Δυστυχῶς σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις τὸ ὑλικὸ ποὺ διαθέτουμε εἶναι πενιχρό, ὅπως π.χ. ἀπὸ ὁρισμένα μικρασιατικὰ ἰδιώματα. Τὰ κενὰ στὴν καταγραφὴ δὲν εἶναι διόλου ἀσήμαντα, καὶ πλέον δὲν ἀναπληρώνονται εὔκολα ἐξαιτίας τοῦ βαθμοῦ ὑποχώρησης τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων. Στὴν περίπτωση τῶν ἰδιωμάτων τῶν προσφύγων ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία ὁ ξεριζωμὸς τῶν φορέων τους ἀπὸ τὶς ἑστίες τους καὶ ἡ ἔνταξή τους στὴν ἑλλαδικὴ κοινωνία ὁδήγησε σὲ ταχεία ἐξαφάνιση τῶν ἰδιωμάτων ἀπὸ τὸ λόγο τῶν ἀπογόνων τους. Ἐπιπλέον οἱ παλαιοὶ ὁμιλητὲς αὐτῶν τῶν διαλέκτων / ἰδιωμάτων (δηλ. ἡ πρώτη γενιὰ προσφύγων) δὲν βρίσκονται πλέον στὴ ζωὴ ὥστε νὰ χρησιμεύσουν ὡς πληροφορητές, καὶ ἔτσι συχνὰ εἴμαστε ἀναγκασμένοι νὰ στηριχτοῦμε σὲ γραπτὲς πηγὲς καὶ παλαιότερες καταγραφές, (μὲ ὅλα τα μειονεκτήματά τους) γιὰ νὰ ἀντλήσουμε πληροφορίες.

    Μποροῦν βέβαια νὰ ἐντοπιστοῦν ἀκόμη ἐνδιαφέροντες θύλακες διατήρησης τῶν διαλέκτων (ἔστω καὶ μὲ ἰσχυρὴ τὴν ἐπίδραση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς), κυρίως στὸ λόγο ἡλικιωμένων ἀτόμων μὲ χαμηλὴ ἕως ἀνύπαρκτη μόρφωση καὶ περιορισμένη ἐπαφὴ μὲ τὶς πόλεις, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄτομα ποὺ ἀνήκουν σὲ νεότερες γενιές. Ἐπίσης θύλακες διατήρησης διαλέκτων ἐντοπίζονται σὲ περιοχὲς ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους (στὴν Ἀπουλία καὶ τὴν Καλαβρία στὴν Κάτω Ἰταλία, στὴν Ἀλβανία, στὴν Τουρκία στὴν περιοχὴ τοῦ Ὄφη ὅπου διαβιοῦν μουσουλμάνοι ἑλληνόφωνοι Πόντιοι, στὴν Οὐκρανία καὶ τὴν περιοχὴ τῆς Κριμαίας καὶ τῆς Ἀζοφικῆς), ἂν καὶ ἀντιμετωπίζουν καὶ αὐτὲς γιὰ ποικίλους ὅσο καὶ γνωστοὺς λόγους τὸ φάσμα τῆς ἐξαφάνισης καὶ τῆς ἀντικατάστασής τους ἀπὸ τὶς γλῶσσες τῆς πλειοψηφίας τῶν τοπικῶν πληθυσμῶν, παρὰ τὶς ἀξιόλογες προσπάθειες ποὺ γίνονται σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις γιὰ τὴ διατήρησή τους (π.χ. στὴν Ἀπουλία). Ἰδιαίτερα ζωντανὴ εἶναι ἀκόμη ἡ κυπριακὴ διάλεκτος, ἂν καὶ παρατηρεῖται καὶ σὲ αὐτὴν ἰσχυρὴ ἐπίδραση τῆς Κοινῆς Νεοελληνικῆς, ἐνῶ ἔχει ξεκινήσει στὸν προφορικὸ λόγο διαδικασία ἐξάλειψης τῶν τοπικῶν ἰδιαιτεροτήτων πρὸς τὴν κατεύθυνση τῆς δημιουργίας μίας «κυπριακῆς κοινῆς». Ζωντανὴ παραμένει ἐπίσης ἡ Ποντιακὴ στὶς περιοχὲς ἐγκατάστασης ποντίων προσφύγων ἰδιαίτερα στὴ βόρεια Ἑλλάδα.

    Ἐπιλογὴ βιβλιογραφίας.

    Ἡ βιβλιογραφία γιὰ τὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ τὰ ἰδιώματα εἶναι τεράστια. Δίνεται ἐδῶ μόνο μία μικρὴ ἐπιλογή.
    Κοντοσόπουλος, Ν. 2001. Διάλεκτοι καὶ ἰδιώματα τῆς Νέας Ἑλληνικῆς. Ἀθήνα: Ἐκδόσεις «Γρηγόρη».
    Διαλεκτικοὶ θύλακοι τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας. Ἔκδοση «Κέντρου Ἑλληνικῆς Γλώσσας». Ἀθήνα 1999.
    Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ οἱ διάλεκτοί της. Ἔκδοση «Κέντρου Ἑλληνικῆς Γλώσσας». Ἀθήνα 2000.
    Τζιτζιλής, Χρ. (ὑπὸ ἔκδ.). Νεοελληνικὲς Διάλεκτοι. Θεσσαλονίκη: Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).
    Τριανταφυλλίδης, Μ. 1981. Νεοελληνικὴ Γραμματική: Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ (1938). Στὸ: Ἅπαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τόμ. 3ος. Θεσσαλονίκη: Ἰνστιτοῦτο Νεοελληνικῶν Σπουδῶν (Ἵδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη). 19815.

    Σημ.: 5. Στὶς σελ.233-308 γίνεται ἐκτενὴς ἀναφορὰ στὶς νεοελληνικὲς διαλέκτους καὶ τὰ ἰδιώματα. Περιλαμβάνονται καὶ κείμενα.

    * Ὁ Νικόλαος Παντελίδης εἶναι Ἀναπληρωτὴς Καθηγητὴς Γλωσσολογίας τοῦ Τομέα Γλωσσολογίας στὸ Τμῆμα Φιλογίας τοῦ Πανεπιστήμιου Ἀθηνῶν.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 02/02/2014

  9. Νομοτελειακά οι περισσότερες γλώσσες θα παιθάνουν, όταν οι λόγοι που τις επέβαλαν εκλείψουν. Όσο ο κόσμος μικραίνει αυτές θα εξαφανίζονται. Όσο γρήγορα εκλείψουν και πριοριστούν στις απαραίητες, τόσο το καλύτερο.

    Σχόλιο από Κυριάκος Ιωαννίδης | 02/02/2014


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: