Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Ο ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΟΧΙ»

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΓΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΗΓΕΤΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΖΟΝΤΟΣ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΝΑ ΑΝΤΙΤΑΧΘΕΙ ΣΤΟΝ ΦΑΣΙΣΜΟ

Του Κωστή Καρπόζηλου

Ο Ιωάννης Μεταξάς έβαλε τη σφραγίδα του στην εξέλιξη της νεοελληνικής Ιστορίας όταν στις 28 Οκτωβρίου του 1940 απέρριψε το τελεσίγραφο της φασιστικής Ιταλίας. Η πράξη αυτή έχει χρησιµοποιηθεί ως συγχωροχάρτι για τα έργα και τις ηµέρες του δικτατορικού του καθεστώτος. Τι οδήγησε σε εκείνη την απόφαση; Η προσωπική ιδιοτέλεια, η εξάρτηση από τη Μεγάλη Βρετανία, η πατριωτική έξαρση ή η επίγνωση των επιθυµιών του ελληνικού λαού; Η απάντηση, όπως συνήθως στην Ιστορία, δεν είναι µονοδιάστατη. Ο Μεταξάς, ο άνθρωπος που αρνήθηκε να συµµετάσχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία και κατηγορήθηκε ως «προδότης», δύο δεκαετίες µετά δοξάστηκε ως ο «αρχιστράτηγος της ελληνικής νίκης». Ο θάνατος τον βρήκε στο πιο κρίσιµο σηµείο του πολέµου. Φήµες και διαδόσεις τον ήθελαν θύµα σκοτεινών συνωµοσιών.

Πώς θα αντιδρούσε ο Μεταξάς στην επικείµενη γερµανική επίθεση; Πόσο απείχε από το να είναι ο έλληνας Πετέν; Σήµερα, συχνά µέσα από υπόγειες διαδροµές, πυκνώνουν οι φωνές που επιδιώκουν την αποκατάσταση της «παρεξηγηµένης ιστορικής προσωπικότητας» και προβάλλουν την ανάγκη διοίκησης της χώρας από «έναν ισχυρό άνδρα».

Στο πλαίσιο αυτό η επανεξέταση του καθεστώτος Μεταξά και της ιστορικής απόφασης του ΟΧΙ δεν αφορά αποκλειστικά το παρελθόν.


Ο ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ «ΟΧΙ» 


Η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου φέρνει στο προσκήνιο τη µορφή του Ιωάννη Μεταξά. Η επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου στον Ιωάννη Μεταξά τα χαράµατα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 είναι µία από τις πιο γνωστές σκηνές της νεώτερης ελληνικής Ιστορίας. Η ιταλική εισβολή, η επιτυχής άµυνα και αντεπίθεση του ελληνικού στρατού, η προέλαση στο αλβανικό έδαφος και η τελική ήττα ύστερα από τη γερµανική επίθεση την άνοιξη του 1941 συγκροτούν αφήγηση ενταγµένη στη σχολική Ιστορία, εδραιωµένη στη συλλογική συνείδηση και ιστορική µνήµη. Και όµως.

Η αµηχανία
Η εθνική συναίνεση γύρω από το «ηρωικό ΟΧΙ» δεν µπορεί να συγκαλύψει την αµηχανία της νεοελληνικής κοινωνίας έναντι του πρωθυπουργού – δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Στις πρώτες δεκαετίες της µεταπολίτευσης το ερώτηµα «αν το ΟΧΙ το είπε ο λαός ή ο Μεταξάς» αποτελούσε αντικείµενο οξυµµένων πολιτικών τοποθετήσεων και αντιπαραθέσεων σε σχολικές αίθουσες και εορταστικές εκδηλώσεις. Σήµερα, δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι η µορφή του Ιωάννη Μεταξά διατρέχει µία διττή πορεία:

από τη µια, έχει χαθεί από το προσκήνιο των προβεβληµένων ιστορικών αντιπαραθέσεων, από την άλλη όµως, αυτή η σιωπή µπορεί να προοικονοµεί την επιστροφή του στον δηµόσιο λόγο ως µιας «παρεξηγηµένης» ιστορικής προσωπικότητας. Η ανάδειξή του σε «Μεγάλο Ελληνα» στο πλαίσιο της γνωστής αντιιστορικής έρευνας τηλεοπτικού σταθµού υπενθυµίζει το πώς οι ρητορικές εξάρσεις για την ανάγκη «ισχυρών ανδρών» που θα βγάλουν τη χώρα από το τέλµα επικοινωνούν µε τους νοσταλγούς της ξεχασµένης δικτατορίας της 4ης Αυγούστου του 1936.

Η διαδροµή του Ιωάννη Μεταξά φωτίζει την κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, τη διαπλοκή µεταξύ στρατού, πολιτικής και επιχειρηµατικών συµφερόντων, την ανάπτυξη ενός µαχητικού αντικοινοβουλευτικού λόγου και την αποφασιστικότητα του πολιτικού συστήµατος έναντι του «κοµµουνιστικού κινδύνου». Ο ανώτατος στρατιωτικός Ιωάννης Μεταξάς διετέλεσε πρόεδρος του Κόµµατος των Ελευθεροφρόνων, υπουργός στην οικουµενική κυβέρνηση του 1926-1928 στο κοµβικό πόστο του υπουργείου Συγκοινωνιών και εκλεκτός ξένων και µη επιχειρηµατικών συµφερόντων. Στους Βαλκανικούς Πολέµους διακρίθηκε για τους σχεδιασµούς του στο πεδίο των µαχών, στον εθνικό διχασµό ηγήθηκε της παραστρατιωτικής οργάνωσης των Επιστράτων κατά της αγγλογαλλικής παρουσίας στην Ελλάδα, στη Μικρασιατική Εκστρατεία προέβλεψε την ανεπιτυχή της εξέλιξη, µε αποτέλεσµα δεκάδες λίβελλοι να εκτοξευτούν εναντίον του.

Είναι ενδιαφέρον το πώς οι πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής στον Μεσοπόλεµο εξαφανίζονται από το προσκήνιο για να επανεµφανιστούν στην επόµενη καµπή των γεγονότων. Ο Μεταξάς εξορίστηκε από την Ελλάδα το 1917 µαζί µε το βασιλικό επιτελείο, επέστρεψε το 1920, συµµετείχε σε ένα αποτυχηµένο στρατιωτικό κίνηµα το 1923 και αναγκάστηκε να φύγει και πάλι προς την Ιταλία. Επιστρέφοντας ηγήθηκε του Κόµµατος των Ελευθεροφρόνων, αναδείχθηκε σε ρυθµιστικό παράγοντα των εξελίξεων το 1926 κατακτώντας 51 έδρες και καταποντίστηκε εκλογικά το 1928 και το 1932, όταν από το κόµµα του εκλέχθηκαν µόλις τρεις βουλευτές. Ο Μεταξάς, παρών σε διαδοχικές εκλογικές αναµετρήσεις, κυβερνητικά σχήµατα και παρασκηνιακές διαβουλεύσεις εν τέλει το 1936 ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας και στη συνέχεια, µε τη συναίνεση των κοµµάτων πλην ΚΚΕ προχώρησε στην κατάλυση του δηµοκρατικού πολιτεύµατος. Η πορεία του Μεταξά είναι διδακτική για την πολιτική ιστορία του Μεσοπολέµου και τη διαρκή ανακύκλωση ανθρώπων και σχηµατισµών. Ταυτόχρονα, µαρτυρά πολλά για τις συνέχειες του πολιτικού σκηνικού, παρά τις έντονες θεσµικές µεταρρυθµίσεις και τα συχνά επεισόδια αποσταθεροποίησης. Υπό την οπτική αυτή, η απόφαση του Μεταξά να αποκρούσει το ιταλικό τελεσίγραφο θα πρέπει να εγγραφεί στη διαµόρφωση του ελληνικού αστισµού και της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στον Μεσοπόλεµο και όχι σε µία επιφανειακή, συγκυριακή και «ξαφνική» απόφαση.

Η κλιµάκωση της ιταλικής επιθετικότητας
Η ελληνική εξωτερική πολιτική από το 1922 και ύστερα είχε να αντιµετωπίσει την όξυνση της επιθετικότητας της Ιταλίας στη Μεσόγειο.

Η εξέλιξη αυτή συµβάδιζε µε την εξοµάλυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όπως άλλωστε θυµίζει η υπογραφή του Συµφώνου Φιλίας µεταξύ Βενιζέλου και Ινονού το 1930. Στον αντίποδα, στις διακρατικές σχέσεις µε την Ιταλία διαδοχικά επεισόδια φανερώνουν ότι τα γεγονότα του 1940 συνιστούσαν κλιµάκωση ενός έντονου ανταγωνισµού. Η κατάληψη της Κέρκυρας τον Αύγουστο του 1923, οι διπλωµατικοί διαξιφισµοί γύρω από τα ιταλοκρατούµενα Δωδεκάνησα και το κίνηµα της Ενωσης µε την Ελλάδα, και φυσικά ο τορπιλισµός της «Ελλης» περιγράφουν το κλίµα των ελληνοϊταλικών σχέσεων από την εποµένη της Μικρασιατικής Εκστρατείας έως τις παραµονές του Πολέµου του 1940.

Ορισµένες εφήµερες διπλωµατικές προσεγγίσεις δεν ανατρέπουν τη συνολική εικόνα της όξυνσης. Στο Ιστορικό Αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών οι συχνές αναφορές των αστυνοµικών αρχών για την παρακολούθηση «ιταλών υπηκόων» και την «προπαγανδιστική κίνηση εν Κερκύρα» φανερώνουν την καχυποψία για κατασκοπευτικές δραστηριότητες και την οργανωµένη φιλοϊταλική προπαγάνδα, ενέργειες που συνδέονταν και µε µειονοτικούς πληθυσµούς στην Ηπειρο και τη Θεσσαλία.

ΕΝΑΣ ΦΑΣΙΣΤΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά και η µοναρχία υπό τον Γεώργιο Β’ διατηρούσαν ισχυρούς δεσµούς µε την αγγλική πολιτική, την προώθηση των επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων της και τις ισορροπίες που επεδίωκε αυτή στην περιοχή της Μεσογείου. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τις ιδεολογικές συγγένειες του µεταξισµού µε τον ιταλικό φασισµό. Ο Μεταξάς ενσωµάτωσε στις αντικοινοβουλευτικές παραδόσεις του ελληνικού πολιτικού συστήµατος στοιχεία από την ιδεολογία του ιταλικού φασισµού. Η καταδίωξη των ιδεολογικών αντιπάλων, των κοµµουνιστών, δεν ήταν µία πρωτότυπη επιλογή αν αναλογιστούµε το «Ιδιώνυµο» του Βενιζέλου.

Ανάλογα, η χρήση του στρατεύµατος ως ρυθµιστικού παράγοντα της πολιτικής ζωής αποτελούσε συνήθη πρακτική στον ελληνικό Μεσοπόλεµο. Τα δάνεια από τον ιταλικό φασισµό έγκεινται κυρίως στο ιδεολογικό περίγραµµα του καθεστώτος: ενότητα του Ελληνισµού, φωτισµένος αρχηγός, εκφραστής των συµφερόντων του έθνους, πατερναλιστική διευθέτηση των κοινωνικών αντιθέσεων, µέσω παροχών και εξαγορών. Στο εσωτερικό του µεταξισµού συνυπήρχαν ρεύµατα µε συστηµατικότερες σχέσεις µε το γερµανικό ή το ιταλικό φασιστικό παράδειγµα, αλλά ο κύριος τόνος του καθεστώτος βασιζόταν στην επιλεκτική άντληση στοιχείων και όχι στην επακριβή µίµηση.

Κατά συνέπεια, το «ΟΧΙ» του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο δεν συνιστά µία αντίφαση. Ο Μεταξάς επεδίωκε την ουδετερότητα της χώρας, αλλά όταν εκδηλώθηκε ο ιταλικός αναθεωρητισµός, µία τέτοια επιλογή ήταν πρακτικά αδύνατη. Υπήρχε ο δρόµος της συναίνεσης ή της αντίστασης. Ο πρώτος, θα δυναµίτιζε τις δεσµεύσεις της Ελλάδας έναντι της Μεγάλης Βρετανίας, θα συνιστούσε υποχώρηση στις ιταλικές διεκδικήσεις στη Μεσόγειο και θα ερχόταν σε αντίθεση µε τις διαθέσεις της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Ο τορπιλισµός της «Ελλης» και η επιρροή των αντιφασιστικών ιδεών καθιστούσαν το καθεστώς του Μουσολίνι απεχθές στους περισσότερους. Ενδεχόµενη αποδοχή του ιταλικού τελεσιγράφου θα ερχόταν σε αντίθεση µε τις κατευθύνσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τις λαϊκές διαθέσεις.

Ταυτόχρονα, τα βρετανικά στρατεύµατα πιθανότατα να επενέβαιναν στο εσωτερικό της χώρας, όπως είχαν κάνει στον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο, ανατρέποντας το καθεστώς Μεταξά.

Το «ΟΧΙ» ως πολιτική απόφαση Αν αφαιρέσουµε το έντονα συγκινησιακό φορτίο που συνοδεύει τις αφηγήσεις γύρω από την παράδοση του ιταλικού τελεσιγράφου, αντιλαµβανόµαστε ότι η άρνηση του Μεταξά συνιστούσε απόφαση βασισµένη σε µία ρεαλιστική εκτίµηση των πραγµάτων. Είναι επίσης σαφές ότι η εξέλιξη των γεγονότων τον χειµώνα του 1940 δικαίωσε την επιλογή του Μεταξά. Οι σηµαντικές επιτυχίες του ελληνικού στρατού συγκάλυψαν τις υπαρκτές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό του Γενικού Επιτελείου, προσέφεραν στο καθεστώς Μεταξά πρωτοφανή διεθνή αναγνώριση και ανατροφοδότησαν το αίσθηµα της εθνικής ενότητας έναντι του κοινού εχθρού. Το «ανοιχτό γράµµα» του φυλακισµένου γενικού γραµµατέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, δύο µόλις ηµέρες µετά την κήρυξη του πολέµου, µε το οποίο καλούσε σε παλλαϊκή αντίσταση στην ιταλική εισβολή, φανερώνει την κοινωνική και πολιτική ενότητα που δηµιουργούσαν οι νέες συνθήκες. Η καίρια παρέµβαση του Νίκου Ζαχαριάδη αποκτά µεγαλύτερη σηµασία αν αναλογιστεί κανείς τις αµφιταλαντεύσεις στο εσωτερικό του κοµµουνιστικού κινήµατος γύρω από το αν η ιταλική επίθεση έπρεπε να αντιµετωπιστεί ως µία «ενδοϊµπεριαλιστική» σύγκρουση µεταξύ Ιταλίας και Μεγάλης Βρετανίας.

Ο Κωστής Καρπόζηλος είναι ιστορικός στο Πανεπιστήµιο Κρήτης

http://www.tanea.gr/ellada/article/?aid=4601184

Επίσης δείτε:

-Τα ΟΧΙ του Μεταξά

-Το ύστατο “ΟΧΙ” ενός μικρού ανθρώπου…

-Μικρασιατική Καταστροφή: ένα έγκλημα της Δεξιάς

-ΠΟΙΟΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΙΠΕ ΤΟ «ΟΧΙ» ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Advertisements

27/10/2011 - Posted by | -Ιδεολογικά, -Μεταξάς, -Πολιτική

4 Σχόλια »

  1. Συμβολή στην κατανόηση των συνθηκών, αποτελεί η ίδια η Ανακοίνωση του Ιωάννη Μεταξά προς τους φίλα προσκείμενους συντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων:

    Η ανακοίνωσις του Ι. Μεταξά

    Κύριοι,
    Έχω λογοκρισίαν [1] και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνον ό,τι θέλω. Aυτήν την ώραν όμως δεν θέλω μόνον την πέννα σας. Θέλω και την ψυχήν σας. Γι’ αυτό σας εκάλεσα σήμερα για να σας μιλήσω με χαρτιά ανοιχτά. Θα σας ειπώ τα πάντα. Θα σας ειπώ ακόμη και τα μεγάλα μου πολιτικά μυστικά. Θέλω vα ξέρετε και σεις όλα τα σχετικά με την εθνικήν μας περιπέτεια ώστε να γράφετε, όχι συμμορφούμενοι προς τας οδηγίας μου, αλλά εμπνεόμενοι εις την προσωπική σας πίστιν από την γνώσιν των πραγμάτων.
    Σας απαγορεύω να ανακοινώσητε σχετικά το παραμικρόν σ’ οποιονδήποτε. Απολύτως και γιά οιονδήποτε λόγον. Κάθε παράβασις αυτής της εντολής μου θα έχη δια τον υπεύθυνον -και να είσθε βέβαιοι ότι θα ευρεθή ο υπεύθυνος- τας συνεπείας τας οποίας πρέπει να έχη σε πόλεμο ζωής ή θανάτου του Έθνους η προδοσία ενός μεγάλου μυστικού, έστω και αυτό αν έγινε από αφέλεια, χωρίς την παραμικρή κακή πρόθεσι. Φυσικά έχω τον λόγον σας…
    Mη νομίσητε ότι η απόφασις του ΟΧΙ πάρθηκε έτσι, σε μια στιγμή. Μην φαντασθήτε ότι εμπήκαμε στον πόλεμο αιφνιδιαστικά. Ή ότι δεν έγινε παν ό,τι επετρέπετο και μπορούσε να γίνει δια να τον αποφύγωμε.
    Από την εποχήν της καταλήψεως της Αλβανίας το Πάσχα πέρυσι το πράγμα άρχισε να φαίνεται. Από τον περασμένο Μάιο είπα καθαρά στον κ. Γκράτσι [2] ότι αν προσεβαλλόμεθα εις τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα ανθιστάμεθα αντί πάσης θυσίας και δι’ όλων των μέσων. Συγχρόνως όμως μου ήρχοντο από την Ρώμην, από την Βουδαπέστην, από τα Τίρανα, από παντού πληροφορίαι αντίθετοι [3].
    Εις τας 15 Αυγούστου έγινεν ο τορπιλλισμός της ΕΛΛΗΣ. Γνωρίζετε ότι από την πρώτην στιγμήν διεπιστώθη ότι το έγκλημα ήτο Ιταλικόν. Εν τούτοις δεν επετρέψαμεν να γνωσθή ότι είχομεν και τας υλικάς πλέον αποδείξεις περί της εθνικότητος του εγκληματίου [4]. Συγχρόνως όμως διέταξα τα αντιτορπιλικά τα οποία συνώδευον τα πλοία που μετέφερον τους προσκηνητάς από την Τήνον μετά το έγκλημα, άν προσβληθούν από αεροπλάνα ή οπωσδήποτε άλλως να κάμουν αμέσως χρήσιν των όπλων των.
    Θα σας αποκαλύψω τώρα, ότι τότε διέταξα να βολιδοσκοπηθή καταλλήλως το Βερολίνον. Μου διεμηνύθη εκ μέρους τον Χίτλερ, η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκαμα το πάν δια να μη μπορούν οι Ιταλοί να εμφανισθούν ως δυνάμενοι να έχουν όχι αφορμάς ευλόγους, αλλ’ ούτε ευλογοφανές παράπονον εκ μέρους μας, αν και από την πρώτην στιγμήν αντελήφθην τι πράγματι εσήμαινεν η όλως αόριστος σύστασις του Βερολίνου. Σεις καλύτερον παντος άλλου γνωρίζετε ότι έκαμα το πάν δια να μη δώσωμεν αφορμήν εμφανίσεως της Ιταλίας ως δυναμένης να έχη ευλογοφανείς καν αφορμάς αιτιάσεων. Λόγω του επαγγέλματός σας έχετε παρακολουθήσει εις όλες τις λεπτομέρειες την ιστορίαν των ατελειώτων ιταλικών προκλήσεων δημοσιογραφικών και άλλων, αλλά και την χριστιανικήν υπομονήν την οποίαν ετηρίσαμεν, προσποιούμενοι ότι δεν τις καταλαβαίνουμε, περιοριζόμενοι μόνον σε δημοσιογραφικάς ανασκευάς των ιταλικών εναντίον μας κατηγοριών [5].
    Ομολογώ ότι εμπρός εις την φοβεράν ευθύνην της αναμίξεως της Ελλάδος εις τέτοιον μάλιστα πόλεμον, έκρινα πώς καθήκον μου ήτο να δω εάν θα ήτο δυνατόν να προφυλάξω τοv τόπον από αυτόν έστω και δια παντός τρόπου, ο οποίος όμως θα συμβιβάζετο με τα γενικώτερα συμφέροντα του Έθνους. Εις σχετικάς βολιδοσκοπήσεις προς την κατευθυνσιν τον Άξονος μου έδόθη να εννοήσω σαφώς ότι μόνη λύσις θα μπορουσε να είναι μία εκουσία προσχώρησιν της Ελλάδος εις την “Νέαν Τάξιν” [6]. Προσχώρησις που θα εγένετο όλως ευχαρίστως δεκτή από τον Χίτλερ “ως εραστήν του Ελληνικού πνεύματος”.
    Συγχρόνως όμως μου εδόθη να εννοήσω ότι η ένταξις εις την Νέαν Τάξιν προϋποθέτει προκαταρκτικήν άρσιν όλων των παλαιών διαφορών με τους γείτονάς μας, και ναι μεν αυτό θα συνεπήγετο φυσικά θυσίας τινάς δια την Ελλάδα, αλλά αι θυσίαι θα έπρεπε να θεωρηθούν απολύτως “ασήμαντοι” εμπρός εις τα “οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα” τα οποία θα είχεν δια την Ελλάδα ή Νέα Τάξις εις την Ευρώπην και εις την Βαλκανικήν. Φυσικά με πάσαν περίσκεψιν και ανεπισήμως επεδίωξα δι’ όλων των μέσων να κατατοπισθώ συγκεκριμένως ποίαι θα ήσαν αι θυσίαι αυταί, με τας οποίας η Ελλάς θα έπρεπε να πληρώση την ατίμωσιν της εξ ιδίας θελήσεως προσφοράς της να υπαχθή υπό την Νέαν Τάξιν.
    Με καταφανή προσπάθειαν αποφυγής σαφούς καθορισμού μου εδόθη να καταλάβω ότι η προς τους Έλληνας στοργή του Χίτλερ ήτο οι εγγυήσεις oτι αι θυσίαι αυταί θα περιορίζοντο “εις το ελάχιστον δυνατόν”. Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ, πόσον επί τέλους θα μπορουσε να είναι αύτο το έλάχιστον τελικώς, μάς εδόθη να καταλάβωμεν ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρίαν ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς [7].
    Δηλαδή θα έπρεπε δια να αποφύγωμεν τov πόλεμον, να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν… με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού προς ακρωτηριασμόν από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτo δύσκολον να προβλέψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος. Και με το δίκαιόν των.
    Κυρίαρχοι πάντοτε της θαλάσσης δεν θα παρέλειπον, υπερασπίζοντες πλέον τον εαυτόν των, έπειτα από μίαν τοιαύτην αυτοδούλωσιν της Ελλάδος εις τους εχθρούς των να καταλάβουν την Κρήτην και τας άλλας νήσους μας τουλάχιστον. Το συμπέρασμα αυτό δεν προέκυψεν μόνον από την πλέον απλήν λογικήν, άλλά και από ασφαλείς και βεβαίας πληροφορίας εξ Αιγύπτου, καθ’ ας ειχεν ήδη προμελετηθή και αντιμετωπισθή ή ενέργεια που θα έπρεπε να γίνη ως φυσικόν επακόλουθον πάσης τυχόv εκουσίας ή ακουσίας συνεργασίας της Ελλάδος με τον Άξονα, εις τας ελληνικάς νήσους και προς παρεμπόδισιν εν περιπτώσει της δυνατότητος δια τόν Άξονα να τας χρησιμοποιήση.
    Δεν δύναμαι αφ’ ετέρου να μη παραδεχθώ ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν το δίκαιον δεν θα ευρίσκετο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών και να μην αναγνωρίσω, ότι όταν ένας λαός, όπως ο αγγλικός, αμύνεται δια την ζωήν του, θα ήτο πλήρως δικαιολογημένος να κάνη τα ανωτέρω. Αλλά τότε ο Ελληνικός λαός δικαίως θα ετάσσετο εναντίον της κυβερνήσεως η οποία δια vα τον προφυλάξη από τον πόλεμον θα τον κατεδίκαζε εις εθελουσίαν υποδούλωσιν μετ’ εθνικού ακρωτηριασμού. Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής, πλέον ολεθρία και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν, δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος θα κατεδίκαζεν αυτήν, και των Άγγλων οι οποίοι υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των επίσης δικαίως θα ελάμβανον τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπτον εν καιρώ εάν εδίδετο ή εύλογος αυτή αφορμή.
    Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, άλλά τρείς αυτήν την φοράν Ελλάδες [8].
    Η πρώτη θα ήτο η επίσημος των Αθηνών η οποία είχεν φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα δια να αποφύγη τον πόλεμον να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος, πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους. Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Έθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαίαν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδένισιν πρώτον ηθικήν και δεύτερον εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν.
    Tο Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τόν Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου, τοιαύτην πολιτικήν.
    Τρίτη τέλος θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπον να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρετανικού Στόλου εις τα νήσους, Κρήτην και εις τας άλλας. Η τρίτη αυτή Ελλάς, η “Δημοκρατική” θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτομένη και η ιδία εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς, την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της “δευτέρας” Ελλάδος, της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της.
    Έζησα κύριοι την περίοδον του Εθνικού Διχασμού που εδημιουργήθη το 1916 όταν από την κατάστασιν εκείνην προέκυψαν δύο Ελλάδες, η των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνον από μίαν νέαν διαίρεσιν της Ελλάδος προκύπτουσαν συνεπεία του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου, όπως η διαίρεσις του 1916 πρέκυψε συνεπεία του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μίαν νέαν διαίρεσιν μάλιστα πολύ τραγικωτέραν, διότι όπως την εσκιαγράφησα δεν θα είναι καν διχασμός, αλλά τριχοτομισμός. Toν κίνδυνον αυτόν τον θεωρώ κύριοι, δια το Έθνος και το μέλλον του ασυγκρίτως χειρότερον από τον πόλεμον, έστω και αυτόν τον πόλεμον, από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη ακόμη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας.
    Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορεί να νικήσουν.
    Υπάρχουν πολλά εμπόδια.
    Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μη προκαλέση, μεν, με κανένα τρόπο κανένα, αλλά και με κανένα τρόπο να μη υποκύψη. Προ παντός είναι αποφασισμένη να υπερασπίση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ήδη δε, η απόφασίς της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, χάρισαν στον τόπο και στον λαό μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του: Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον λαόν την απόλυτη ψυχική, και πανεθνική ένωσί του [9].
    Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες που προδικάζουν την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των Γερμανών. Είναι σύμμαχος των Άγγλων [10]. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και τώρα όπως και τότε, αλλ’ εν πάση περιπτώσει αυτήν την εποχήν τουλάχιστον προς το παρόν δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει για τον Άξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος δια την Γερμανίαν η νίκη θα ήτο εν πάση περιπτώσει δυνατή μόνο με κοσμοκρατορίαν.
    Αλλ’ η κοσμοκρατορία δια την Γερμανίαν κατέστη οριστικά αδύνατος στην Δουνκέρκη [11]. Ο πόλεμος δια τον Άξονα έχει χαθή, από την στιγμήν που η Αγγλία διεκήρυξε: “Θα πολεμήσωμεν έστω και μόνον εις το νησί μας και πέραν των θαλασσών, θα πολεμήσωμεν μέχρι της νίκης” [12]. Αλλά επί πλέον και ημείς οι Έλληνες πρέπει να γνωρίζωμεν ότι δεν πολεμούμεν μόνον δια την νίκην, αλλά και δια την δόξαν [13].
    Δεν ξέρω αν κανείς αντιβενιζελικός από σας είναι πάντοτε αδιάλλακτος.
    “Είμαι εγώ, κύριε Πρόεδρε”, απήντησεν ο παριστάμενος παλαίμαχος και αδιάλλακτος αρθρογράφος του αντιβενιζελικού τύπου κ. Κρανιωτάκης [14].
    Λοιπόν ακούστε δια να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος. Έκαμα το παν δια να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών. Ήδη μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας, η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική του συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της δυνάμεως, δια την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως και δια την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει. Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχομεν μόνον ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς δια την Αγγλίαν, της οποίας άλλως τε η μεταπολεμική, πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών, είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών αγγλικών ευθυνών [15]. Αλλά τας ευθύνας της αυτάς η Αγγλία τας αποδίδει σήμερον με την υπερήφανον αποφαστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Δια την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένως εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι δική της. Θα είναι νίκη του Αγγλοσαξωνικού κόσμου, απέναντι του οποίου η Γερμανία, η οποία αφού έως τώρα δεν ηδυνήθη να επιτύχη οριστικόν αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη να συντριβή. Διότι από τώρα και πέρα ο ορίζων δεν πρέπει να θεωρήται δια τον Άξονα ανέφελος ούτε προς Ανατολάς και η Ανατολή είναι πάντοτε μυστηριώδης [16]. Πάντοτε ήτο, αλλά σήμερον υπέρ ποτέ είναι γεμάτη απρόοπτα και μυστήριο. Τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν. Και θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της.
    Η Ιταλία είναι μεγάλη δύναμις, όταν δε προχθές έγινεν η πρώτη αεροπορική επιδρομή, ομολογώ ότι με έκπληξιν ήκουσα εις σχετικήν ερώτησίν μου την απάντησιν, ότι τα επιδραμόντα αεροπλάνα ήσαν μόνον ιταλικά [17]. Αυτό φθάνει να σας δώση να καταλάβετε με ποιες ιδέες μπήκα στον πόλεμο. Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο ελληνικός λαός θα ήτο αδύνατον να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. Διότι είναι ελεύθερος και απερίσπαστος εις την φυσικήν ευθυκρισίαν και υπερηφάνειαν, εφ’ όσον δεν εδόθη ευκαιρία να θολωθή η κρίσις του δι’ αγοραίων θορύβων και παραπλανητικών εκστρατειών. Εκάμαμεν ότι ήτο δυνατόν δια να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσωμεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της ιταλικής ενέδρας εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον. Δεν σας κρύβω κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίαι μεγάλαι. Δια να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην δια παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας, ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μην κάμω την επιστράτευσιν, όταν από καιρού την εζήτησε και εξηκολούθησεν επανειλημμένως να μού την ζητά το Επιτελείον… [18]
    Ο ιταλικός όγκος λοιπόν ευρήκεν απέναντι του δυνάμεις πάρα πολύ ασθενείς, τουλάχιστον δια την κρούσιν των πρώτων ημερών. Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος.
    Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσητε την ιερή φλόγα του ελληνικού λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον Στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως, ότι και αν αισθάνεσθε δι’ αυτήν. Πρέπει να πιστεύσητε σεις δια να μπορέσετε να μεταδώσητε την πίστιν εις το κοινόν σας, μολονότι αυτήν την φοράν έχομεν όλοι μας να πάρωμεν από τον Ελληνικόν λαόν, και από το απερίγραπτον θάρρος του και όχι να του δώσωμεν.
    Θέλω ακόμη να σας ειπώ κάτι. Ξέρω με βεβαιότητα ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον εις τας εφημερίδας, ανακοινωθέν από του Υπουργείου Εξωτερικών [19]. Λοιπόν επειθυμώ να σας τονίσω τούτο: εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν αγράφου συμφωνίας δια τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές. Και κάτι άλλο. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν…

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 27/10/2011

  2. […] ΠΗΓΗ : Πόντος και Αριστερά Like this:LikeBe the first to like this post. Κατηγορίες:Uncategorized Ετικέτες:ΕΛΛΑΔΑ, Ελληνική Ιστορία Σχόλια (0) Trackbacks (0) Γράψτε ένα σχόλιο Παράθεση […]

    Πίνγκμπακ από Ο ΔΙΚΤΑΤΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΟΧΙ» …….. « ΕΘΝΟΣ | 27/10/2011

  3. «Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δύο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσματά τους.(…) Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο. Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος της χώρας, όπως έλεγε….» «….Όσον αφορά την Ελλάδα, η βρετανική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Έλληνες στην απόκρουση της ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κινητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητά της να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα». (Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία, εφ. Καθημερινή, 13.6.2010).

    —————————

    «Αν και είναι βεβαίως παράτολμον εις την πολιτική να δημιουργή κανείς δόγματα, η Ελλάς δύναται να θέση ως δόγμα πολιτικόν ότι εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να ευρεθή εις στρατόπεδον αντίθετον εκείνου εις το οποίον θα ευρίσκετο η Αγγλία. Δυνάμεθα τούτο να το θεωρήσωμεν ως δόγμα. Εγώ τουλάχιστον το ασπάζομαι» (Ιωάννου Μεταξά «Ημερολόγιο», εκδόσεις Γκοβόστης, τόμος Δ’, σελ. 77).

    ———————————–

    «Είμεθα ουδέτεροι εφ’ όσον χρόνον η Αγγλία θέλει να είμεθα ουδέτεροι. Τίποτε δεν κάνομε χωρίς συνεννόησιν με την Αγγλία και, τις περισσότερες φορές, ό,τι κάνομε γίνεται κατά σύστασιν ή παράκλησιν της Αγγλίας. Η Ελλάς είναι ζωτικό τμήμα της αγγλικής αυτοκρατορικής αμύνης»Τα μυστικά αρχεία του Φόρεϊν Όφις», εκδόσεις Πάπυρος, σελ. 76). Τη δήλωση αυτή την έκανε στις αρχές Μαΐου 1940, μιλώντας με τον Άρθουρ Μάρτον (Βρετανό δημοσιογράφο).

    ———————————-

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 30/10/2011

  4. Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας

    Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος

    Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία.
    Ένα πείραμα εκφασισμού;

    Η κατάλυση της δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1936 από τον Ιωάννη Μεταξά αποτελεί αναμφισβήτητα ένα σημείο τομής στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Εκδηλώνεται σε μια εποχή βαθιάς οικονομικής κρίσης, εγκαθίδρυσης αυταρχικών καθεστώτων και διάχυτης δυσπιστίας για τον φιλελευθερισμό και τον κοινοβουλευτισμό στην Ευρώπη. Επιπλέον, η δικτατορία στην Ελλάδα έρχεται ως επιστέγασμα της κρίσης του διπολισμού που είχε κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή για μια εικοσαετία, της πολιτικής αστάθειας και των διαδοχικών εκτροπών ή κινημάτων. Η ελληνική κοινωνία βιώνει επώδυνα την αλλαγή που προκάλεσε η εγκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων, ενώ παράλληλα είναι μια περίοδος ανόδου του εργατικού κινήματος και βίαιων διαδηλώσεων.
    Για χρόνια, τόσο στον ευρύτερο δημόσιο χώρο όσο και στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας, η αναφορά στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου περιοριζόταν στις, αναμφισβήτητα σκληρές, κατασταλτικές του πρακτικές, στην αναζήτηση των ιστορικών καταβολών του, και στη διερεύνηση των ισορροπιών ανάμεσα στο δικτάτορα, το βασιλιά και τη Μ. Βρετανία. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές έχουν αφήσει στην ουσία αδιερεύνητη τη σχέση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ελληνική κοινωνία. Τα ζητήματα των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών που συμβαίνουν στη διάρκεια της δικτατορίας και η πολιτική του καθεστώτος απέναντι στην ελληνική κοινωνία παραμένουν σχετικά άγνωστα, και η μελέτη τους θα μπορούσε να φωτίσει την κατανόηση των πολιτικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος. Σε αυτήν την κατεύθυνση το κεντρικό ερώτημα που θα απασχολήσει τη συνάντηση είναι το εξής: ήταν το καθεστώς της 4ης Αυγούστου ένα πείραμα εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας;
    Αυτή η επιστημονική συνάντηση, και σε συνέχεια της προβληματικής που διέκρινε τις δυο προηγούμενες συναντήσεις που έχει οργανώσει το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας, επιχειρεί μια «κοινωνική στροφή» στη μελέτη της περιόδου διακυβέρνησης της Ελλάδας από τον Ιωάννη Μεταξά και επιδιώκει να θέσει νέα ερευνητικά ερωτήματα που να αφορούν εξίσου τις τομές αλλά και τις συνέχειες που παρατηρούνται τόσο σε σχέση προς τα προγενέστερα χρόνια του ελληνικού Μεσοπολέμου όσο και με τις ανατροπές που συντελούνται στη δεκαετία του ’40. Υπό αυτή την έννοια, η επιστημονική συνάντηση θα εστιάσει στους εξής βασικούς άξονες:

    • Τη στάση των τοπικών οικονομικών, πολιτικών και τεχνοκρατικών ελίτ, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, απέναντι στο καθεστώς και τον ρόλο τους στη λειτουργία του,
    • Την ενίσχυση του ρόλου και της παρέμβασης του κράτους στην κοινωνία,
    • Τους μηχανισμούς και τα μέσα ιδεολογικής νομιμοποίησης του καθεστώτος και τον ρόλο των διανοουμένων,
    • Το ρόλο των οργανώσεων του καθεστώτος στη συγκρότηση του «πολιτικού»,
    • Τις ομόλογες δομές του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου σε σχέση με άλλα αυταρχικά καθεστώτα της Ευρώπης,
    • Την επίσημη και ανεπίσημη, πολιτική του καθεστώτος απέναντι στις ποικίλες γλωσσικές μειονότητες, και τον γενικότερο ρόλο της στη διαδικασία εθνικής ομογενοποίησης,
    • Τις πολιτικές του φύλου που ακολούθησε το καθεστώς,
    • Το ρόλο του καθεστώτος στη διαμόρφωση και (εν δυνάμει) πολιτικοποίηση νέων συλλογικών υποκειμένων, όπως της νεολαίας,
    • Τη στάση και το ρόλο θεσμών, όπως η Εκκλησία, η Δικαιοσύνη, τα πανεπιστήμια απέναντι στη νέα «νομιμότητα» που επέβαλε η δικτατορία.

    Η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 2013. Όσοι-ες επιθυμούν να συμμετάσχουν στη συνάντηση θα πρέπει να στείλουν σύντομη περίληψη (έως 300 λέξεις) στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις mharalabidis@gmail.com και vafeas@yahoo.com έως τις 31 Μαρτίου 2013.

    Η οργανωτική επιτροπή: Νίκος Βαφέας, Πολυμέρης Βόγλης, Κωστής Καρπόζηλος, Δημήτρης Κουσουρής, Αλεξάνδρα Πατρικίου, Μενέλαος Χαραλαμπίδης

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 30/01/2013


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: