Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Κεμάλ Ατατούρκ, ο δολοφόνος!

Αφού η κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου δικαιώνει το φασίστα δικτάτορα  Ιωάννη Μεταξά, που χάρισε στο τουρκικό κράτος το σπίτι που υποτίθεται ότι γεννήθηκε ο ακροδεξιός εθνικιστής-μιλιταριστής χασάπης των λαών της Ανατολής Μουσταφά Kεμάλ πασά και μετωνόμασε την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ (1938-1955), ας της αφιερώσουμε αυτό το ποστ.

Ας θυμηθούμε πως εξόντωσε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά (πάλαι ποτέ αγαπημένος ήρωας της αμνήμονος ελληνικής Δεξιάς) τους άμαχους Έλληνες και Αρμένιους ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ του ελληνοτουρκικού πολέμου. Τους εξόντωσε με την ευλογία της τότε Δεξιάς της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος», της μοναρχικής κυβέρνησης των αχρείων του Λαϊκού Κόμματος, που τους εγκατέλειψε συνειδητά στο έλεος των τσετών του Κεμάλ, αφού πρώτα τους αφόπλισε… Δυστυχώς, η ιστορία αυτή είναι αποσιωπημένη έως σήμερα από την καθεστωτική (αλλά και αντικαθεστωτική) φιλολογία και αποτελεί άλλη μια «άγνωστη σελίδα».

Διαβάστε την  συγκλονιστική αφήγηση -όπως δημοσιεύτηκε σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα στην Ελευθεροτυπία– ενός μικρού τότε κοριτσιού από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας που μετά  από το Σεπτέμβρη του ’22, στάλθηκε αιχμάλωτη στα ενδότερα μαζί με τους υπόλοιπους Φωκιανούς, :

.

Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)

(*) Από τη Φώκαια Σμύρνης

Είμαι η Αγγελική, του καπετάν Νικολή Πολίτη η κόρη από τις Νέες Φώκιες της Σμύρνης. Το 22 ήμουν ένα κοριτσάκι 6 έως 7 χρονών.

Η Αγγελική Ματθαίου έπειτα από μια περιπλάνηση ως αιχμάλωτη στην Ανατολή, που κράτησε κάποια χρόνια, θα φτάσει τελικά ορφανή στην Ελλάδα και θα συναντήσει μια αδελφή της, που διασώθηκε από τη σφαγή. Ο Ευρ. Μπίλης, τ. επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, διέσωσε και μας ενεχείρισε τη συγκλονιστική μαρτυρία, την οποία κατέγραψε η ίδια η Αγγελική Ματθαίου πριν από το θάνατό τηςΟ πατέρας μου ήταν καπετάνιος. Είχαμε ένα μεγάλο καΐκι. Το είχε ονομάσει ο πατέρας μου «Πανούσα», επειδή έλεγαν την μητέρα μου Παναγιώτα και επειδή την αγαπούσε πολύ ονόμασε το καΐκι.


Ημασταν 6 άτομα, παιδιά και ο πατέρας και η μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στις Φώκιες και παντρεύτηκε λέγανε την ωραία Παναγιώτα. Ζούσαμε πολύ καλά διότι είχαμε πολύ περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι.

Είχαμε δύο σπίτια. Το ένα ήτανε στο Φαρδί Σοκάκι και το άλλο έξω από την πόλη. Ο πατέρας μου είχε 400 δένδρα ελιές, είχε ένα αμπέλι στα 3 πηγάδια και το άλλο στα Μερσινάκια.

Τώρα θα γράψω για την Καταστροφή.

Τη νύχτα βγαίνανε στα παράθυρα και βλέπανε στα βουνά φωτιές. Αρχισε ο κόσμος να φοβάται. Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει γιατί ο πατέρας μου έλειπε ταξίδι. Το δεύτερο βράδυ μαζεύτηκε όλη η γειτονιά στο δικό μας σπίτι. Θυμάμαι που κάνανε μία τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο και τη βάλανε στο παράθυρο για να δούνε οι Τούρκοι. Το ίδιο βράδυ ήλθε ο πατέρας μου. Μας είπε να μην φοβόμαστε. Κλειστήκαμε στο σπίτι.

Ξαφνικά πλάκωσε ο τούρκικος στρατός. Ακούγαμε τύμπανα, ντουφεκιές, τραγούδια. Τα άλογα χλιμιντρούσανε. Δεν μπορώ να σας πω το τι γινόταν.

Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου να πάει να δη το καΐκι για να φύγουμε. Η μητέρα μου δεν τον άφηνε και της είπε θα πάω από άλλον δρόμο. Πήγε, αλλά το καΐκι το είχανε καταστρέψει. Δεν είχε ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε μηχανή. Μας λέει θα πάμε στον Ασματερέ, εκεί ήταν ένα λιμανάκι και ίσως βρούμε καΐκι να φύγουμε για τη Μυτιλήνη.

Φύγαμε από τα βουνά. Εμένα με σήκωνε ο αδελφός μου στην ράχη του. Νύχτα ήτανε! Τα βουνά ήταν τόσο άγρια. Φωνάζανε τα σκυλιά, τα τσακάλια. Τα σκυλιά από τα εξοχικά σπίτια τρέχανε. Τα αγριογούρουνα μουγκρίζανε. Λες και θα χαλούσε ο κόσμος.

Αμίλητοι φθάσαμε στο λιμανάκι αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο τα ζώα του κόσμου φωνάζανε λες και είχανε καταλάβει τον χωρισμό από τους δικούς τους.

Την άλλη μέρα οι Τούρκοι κατασκήνωσαν σε ένα χωράφι πολύ μεγάλο που το λέγανε Σητσακτερέ και αρχίσαν και κατεβαίνανε στην χώρα. Μαζεύανε τον κόσμο. Αλλον σκοτώνανε, άλλον κοπανούσανε με τα ντουφέκια. Τους άλλους τους ρίχνανε κάτω και τους πατούσανε στην κοιλιά και οι ανθρώποι κάνανε εμετό.

Εμείς είχαμε φύγει κρυφά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σπίτι αλλά μας βρήκανε. Κατεβάσανε τον πατέρα μου, τον βγάλανε το σαλβάρι του, το σακάκι του, τα παπούτσια του. Του πήρανε τη μεγάλη σακούλα με τα λεφτά και τα χρυσαφικά και μας βάλανε μαζί με άλλους που μαζεύανε από τα σπίτια τους.

Από τις πλεξούδες

Μας πήγαν σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Μας αφήσανε σε ένα χωράφι και αρχίσανε να μαζεύουν τους άνδρες. Πήρανε τον πατέρα μου τον αδελφό μου και όλους. Μετά ακούσαμε τα πολυβόλα. Μας λέγανε όλοι ότι τους σκοτώσανε. Από τότε δεν τους είδαμε.

Το ίδιο βράδυ πήρανε την αδελφή μου στα βουνά. Παίρνανε τα κορίτσια. Την αδελφή μου την πήρανε τέσσερις. Είχε μακριές πλεξούδες. Οι δυό την πιάσανε από της πλεξούδες και οι άλλοι δύο από τα πόδια.

Το τι γινότανε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται. Χαλούσε ο κόσμος. Φωνάζανε τα κορίτσια, κλαίγανε η μάνες τους, φωνάζανε, βουίζανε τα βουνά. Εγώ με ήχε η μητέρα μου κάτω από το φουστάνι της και έτρεμα σαν το φύλλο.

Η μητέρα μου σηκώθηκε και φώναζε «παιδί μου Κατερίνα που σε πάνε» και ένας Τούρκος της δίνει μια με το ντουφέκι και πέφτει και σπάει το κεφάλι της. Τρέχανε τα αίματα. Εγώ σήκωνα το φουστανάκι μου και τη σκούπιζα.

Την άλλη μέρα μας πήρανε από κει και αρχίσαμε να βαδίζουμε από βουνά όχι από δρόμους. Μας είχανε πάρει τα παπούτσια μας και τα βουνά ήτανε στρωμένα από αγκάθια. Ηταν αδύνατο να βαδίσουμε. Εκεί ήτανε το πολύ ξύλο οι κλοτσιές. Βαδίζαμε το βράδυ. Φθάσαμε σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Ητανε ελληνικό χωριό.

Εκεί μας χώσανε τον έναν απάνω στόν άλλον. Για να μας βάλουνε μέσα σκοτώσανε 2 παιδιά και μιά γυναίκα. Και ξύλο με τα καμιτσιά αλύπητα. Ο κλαθμός και ο φόβος ήτανε αβάστακτα.

Εκείνο το βράδυ πήρανε και τη μανούλα μου. Ξέχασα να γράψω. Είχαμε και ένα μωράκι και όταν την πήρανε κρατούσε και το μωρό. Της το πήρανε και το πετάξανε σε έναν καλαμνιώνα που ήτανε λίμνη. Πάει και αυτό. Τη δε μανούλα μου την φέραν. Να σκεφτείτε τον πόνο της και τα δάκρυα της.

Εμεινα μόνο εγώ. Με σκέπαζε με το φουστάνι της σαν τη κλώσα που βάζει τα πουλάκια της κάτω από τα φτερά της.

Κάνω πολλά λάθη γιατί δεν μπορώ να γράψω από τα δάκρυα και τον πόνο που έχω. Μου έχουν μείνει αποθέματα. Είνε μεγάλος πόνος να μείνεις ορφανό τόσο μικρό και στα τούρκικα χέρια. Παρακαλώ το Θεό όλα τα παιδάκια να έχουν τη μανούλα τους. Να μην πονέσουνε σαν εμένα.

Ακουγα μανούλα που φωνάζανε και μαραινόμουν σαν το φύλλο που πέφτει από το δένδρο. Το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου είναι η μάνα. Ολα αυτά τα χρόνια που ζω δεν τη ξέχασα.

Το δε πρωί μας πήγανε σε ένα χωριό που το λέγανε Μαινεμένη. Το χωριό ήτανε κάρβουνο. Το είχανε κάψει οι δικοί μας στρατιώτες όταν οπισθοχωρήσανε. Ηταν ελληνικό χωριό.

Μας περάσανε από μέσα για να δούμε που ήτανε καμένο. Εκεί είπαμε ότι εδώ θα μας κάψουνε και μας χτυπούσανε τόσο άγρια που μας φωνάζανε οι δική μας να σκύβουμε σαν τα πρόβατα. Εκεί κόψανε μιας γυναίκας τη μύτη.

Με τα πολλά φύγαμε από το χωριό. Βαδίζοντας, βγήκαμε σε ένα χωράφι που είχε άγριες αχλαδιές και ήταν φορτωμένες αχλάδια. Οσα μπορούσανε κόψανε να φάνε. Αλλά πιο πολύ ήτανε το ξύλο….

Συνέχεια βαδίζαμε δεν ξέρω πόσες μέρες. Πηγαίναμε για τη Μαγνησία. Βγαίνανε και το φωνάζανε ότι πάμε στην Μαγνησία. Είχε άνδρες που ξέρανε τούρκικα και μας φωνάζανε ότι πάμαι στην Μαγνησία να μας βγάλει λόγο ο Κεμάλ.

Και που νομίζετε που μας πήγανε; Σε ένα παλιό εργοστάσιο και μαζέψανε τους άνδρες, τους βάλανε μέσα τους γδύσανε και αρχίσανε και τους χτυπούσανε με τα καμιτσιά. Η άνδρες πηδούσανε σαν ποντίκια. Τους είχανε μαύρους. Η άνθρωποι πέσανε όλοι κάτω σαν πεθαμένοι με βογκητά με κλάματα από τους πόνους.

Δεν υπάρχει θεός

Το χειρότερο ήτανε ότι μαζέψανε τα γυναικόπαιδα και μας πήγανε σε ένα χωράφι γεμάτο μνήματα από Ελληνες στρατιώτες και σε κάθε μνήμα είχαν βάλει τα δίκοχα τους. Εκεί φαντασθείτε τι έγινε. Πέσαν οι γυναίκες στα μνήματα φωνάζανε, κλαίγανε και από πάνω κλωτσιές, πέτρες. Σπούσανε δένδρα, κλαριά και τις κοπανούσανε. Πολλές μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους σε αυτόν το πόλεμο. Μα δεν υπήρχε Θεός; Δεν υπήρχε κανένας νόμος για μας;

Μετά μας πήγανε σε αμπέλι και κόβανε τα φύλα και τα χώνανε στο στόμα να τα φάνε και όποιος δεν τα μάσαγε τον τρίβανε τα μούτρα του στο χώμα. Μια γυναίκα δεν το δεχότανε και της βάλανε φωτιά στο φόρεμα της και κάηκε σαν κερί και δεν αφήνανε κανένανε να πάει κοντά της. Αυτά που κάνανε αυτοί οι βάρβαροι δεν τα έκανε κανένα κράτος.

Μετά φύγαμε από την Μαγνησία και μας πηγαίνανε για μια μέρα όλο από βουνά και αγκάθια. Φθάσαμε σε μια μικρή πόλη. Εκεί ήτανε σταθμός χωροφυλακής. Μας υποδεχτήκανε πολύ άγρια ως συνήθως. Από κάτω από το κτήριο είχε μια χαβούζα με νερό. Το νερό αυτό είχε μέσα ότι βρωμιά ήθελες. Και δεν ήτανε μόνο η βρωμιά, αλλά κατουρούσανε και από πάνω. Και χονδρά και ψιλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε τόσο διψασμένος που σπρώχνανε της βρωμιές και πίνανε και πλένανε και τα μούτρα τους και αυτοί γελούσαν και λέγανε «πος γκιαούρη». Αυτό θα πει: «Βρώμικοι Ελληνες».

…Το ψωμί και το φαΐ το είχαμε ξεχάσει. Αν βρίσκανε στα βουνά καμήλες ψόφιες τρέχανε και ξεσχίζανε με τα χέρια και άμα σταματούσαμε σε κανένα χωριό γυρεύανε φωτιά και τα ψήνανε και τα τρώγανε. Η Μανούλα μου δεν έτρωγε ούτε και ‘γώ.

Μας πήρανε πάλι από κει, άλλαξαν οι τσανταρμάδες. Σε κάθε χωριό μας παίρνανε άλλοι. Μας περάσανε από ένα ποτάμι που είχε λιγοστό νερό αλλά είχε πολλά αγριοσέληνα. Οταν τα είδε ο κόσμος πέσανε με τα μούτρα σαν τα πρόβατα. Δεν έμεινε ούτε φύλο. Εκεί σε κείνο το λίγο νερό πλυθήκαμε, λουστήκαμε, χωρίς σαπούνι βέβαια….

Αρχίσαμε πάλι τα βουνά. Το χωριό ήτανε κοντά. Μόλις μας είδανε, πλάκωσε η Τουρκιά. Αρχίσανε όλοι νύκτα να πέρνουνε τα κορίτσια. Ψάχνανε με τους φακούς η δε τσανταρμάδες φεύγανε και οι χωριάτες βρίσκανε ευκαιρία. Φωνάζανε τούρκικα «άλλην, άλλην», θα πει στα ελληνικά «πάρτε, πάρτε» και κείνο το βράδυ τραβήξανε την μανούλα μου και έτσι που πήγε να σηκωθεί είδαν εμένα που με είχε από κάτω από το φουστάνι της.

Ημουν παιδάκι

Αρπάξανε εμένα. Από τον πολύ σπαραγμό πού έκανα θυμάμαι που έβγαλε το φέσι του και μού έκλεισε το στόμα με πήγε πιο πέρα και άρχισε να με ψάχνει αφού με έριξε κάτω. Σκεφτείτε εκείνη την ώρα τον σπαραγμό μου και τις φωνές μου και αφού είδε που ήμουν παιδάκι μου δίνει μια κλωτσιά και με αφήνει.

Εγώ μες την νύκτα δεν ήξερα που πάω. Ετρεχα με κομμένα τα πόδια. Από την μια φώναζα εγώ και από την άλλη ερχότανε η μανούλα μου ξεμαλλιασμένη να φωνάζει «Αγγελική, αίμα μου, παιδί μου, που είσαι;». Εγώ με τα κλάματα και αυτή με τις φωνές βρεθήκαμε. Δεν ξέρω να την περιγράψω αυτήν την περιπέτεια. Εσείς που θα την διαβάσετε μπορείτε να καταλάβετε.

Φύγαμε πάλι από ‘κεί. Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί μείναμε κάτω από μια γέφυρα. Εκεί βρήκαμε σαλιγκάρια και τα ψήναμε και τρώγαμε….

Την άλλη μέρα χιόνιζε. Μας είπανε θα πάμε στο Ουσάκ. Βαδίζοντας μέσα στο χιόνι αρχίσανε τα πόδια μας και σουβλίζανε. Τότε η μανούλα μου βγάζει έναν μπούστο πού φορούσε τον κομμάτιασε και δέσαμε τα πόδια μας. Μα πόσο να βαστάξει το πανί;

Βαδίζαμε μια νύκτα. Φθάσαμε μέρα. Μας βάλανε σε κάτι μεγάλους σταύλους που βάζανε οι στρατιώτες τα άλογα. Η κοπριά ήτανε ένα μέτρο. Εμείς χωθήκαμε να ζεσταθούμε. Σε λίγο μας βγάλανε έξω και μας δώσανε γαλέτα σκουλικιασμένη. Εμείς τη φάγαμε και μας έπιασε μια διάρροια που δεν προλαβαίναμε. Εκεί πέθαναν πολλά παιδιά. *

Advertisements

30/09/2011 - Posted by | -προσφυγιά, -Αρνητές Γενοκτονίας, -Γενοκτονία στην Ανατολή, -Ιστορικά, -Ιδεολογικά, -Nεοελληνικός ανορθολογισμός, Μικρά Ασία

11 Σχόλια »

  1. τα μεγαλεία του Τουράν

    http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/perasan_tourkoi.htm

    Σχόλιο από Γιάννης | 30/09/2011

  2. […] Με τη νίκη του, ο τουρκικός ρατσιστικός μιλιταρισμός εξόντωσε κάθε εργάτη και κάθε αγρότη της Μικράς Ασίας που ανήκε […]

    Πίνγκμπακ από – 4 δηλώσεις του Νίκου Ζαχαριάδη « Πόντος και Αριστερά | 03/10/2011

  3. […] Με τη νίκη του, ο τουρκικός ρατσιστικός μιλιταρισμός εξόντωσε κάθε εργάτη και κάθε αγρότη της Μικράς Ασίας που ανήκε […]

    Πίνγκμπακ από Νικος Ζαχαριαδης η σκοτεινη πλευρα της συνοδου Ερμη-Πλουτωνα στους Διδυμους « Vanessa111's Weblog | 03/10/2011

  4. Η προδοσία των Μεγάλων Δυνάμεων προκάλεσε την Καταστροφή της Σμύρνης και τη Γενοκτονία των Χριστιανών της Μικράς Ασίας

    της Νάνσυ Χόρτον

    Αγαπητοί φίλοι,
    Πριν αρχίσω την ομιλία μου για την καταστροφή της Σμύρνης, θέλω να σας κάνω γνωστό ότι ο πατέρας μου υπηρέτησε δύο φορές στη Θεσσαλονίκη. Την πρώτη φορά, όταν έγινε το κίνημα των Νεότουρκων και τη δεύτερη κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
    Γνωρίζοντας λοιπόν και εγώ, κοντά σε κείνον, για τον μακρύ και σκληρό αγώνα των Ελλήνων για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, είμαι σίγουρη ότι και στο μέλλον δεν θα υπάρξει κανένα εμπόδιο που δεν θα μπορέσουν να το υπερνικήσουν οι Έλληνες.

    Και τώρα ας έρθω στο θέμα μου:
    Οι περισσότεροι συνήθως ενδιαφέρονται για την πολιτική άποψη των γεγονότων της Μικρός Ασίας. Μια και μου ζητήθηκε όμως να μιλήσω για τις εμπειρίες του πατέρα μου, ας σημειώσω ότι είχε ένα μυστικιστικό δεσμό με τη Σμύρνη. Πώς ένας Γιάνκης δέκατης γενιάς από μια κωμόπολη στα βορεινά της Πολιτείας της Νέας Υόρκης σχετίστηκε τόσο με μια πόλη στην ακτή τηςΜικρός Ασίας; Μικρό παιδί ο πατέρας του του διάβαζε από τη Βίβλο, μεταξύ των άλλων και από το βιβλίο της Αποκάλυψης. Η Σμύρνη, ως η τελευταία από τις επτά πόλεις της Αποκάλυψης που επέζησε του έκανε βαθιά εντύπωση, που την κράτησε σε όλη του τη ζωή και την ανέφερε συνέχεια στα έργα του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του υπηρέτησε σε πολλά άλλα διπλωματικά πόστα, σε μέρη που θεωρούνταν καυτά, αλλά όπως έλεγε, η Σμύρνη ήταν η Μέκκα των φιλοδοξιών του. Φαίνεται λοιπόν ότι ήταν μοιραίο να είναι παρών στο θάνατο των χριστιανών και την καταστροφή της πόλης. Η Σμύρνη ήταν ή μοίρα του. Είχε συνδέσει στενά τον συμβολισμό της Αποκάλυψης για τον αγώνα ανάμεσα στο καλό από τη μια μεριά και το σκοτάδι από την απληστία από την άλλη με τα γεγονότα που παρακολουθούσε στη Σμύρνη και τα οποία οδήγησαν στην καταστροφή της.
    Ο Horton πήγε στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αντιπροσώπευε τα συμφέροντα όλων των συμμάχων μέχρι τη στιγμή που η Τουρκία κήρυξε τον πόλεμο και εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών; ‘Για πρώτη φορά σε εκατό χρόνια», είπε, • η αμερικανική σημαία κατεβάστηκε από το Προξενείο». «Πάντα», σχολίαζε ο Horton, » γυρνάμε και το άλλο μάγουλο στους Τούρκους, για λόγους γνωστούς μόνο σε διευθυντές μεγάλων Εταιρειών».
    Η νίκη των Ελλήνων κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και ο αγώνας για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης κέρδισαν τον θαυμασμό των Βρετανών Πολιτικών και ειδικά του Λόυντ Τζωρτζ. Έγινε επίσης εμφανές ότι ορισμένες εδαφικές κτήσεις της Ελλάδας θα ήταν πολύ σημαντικές για τη Μεγάλη Βρετανία. Έτσι οι Βρετανοί προσκάλεσαν το Βενιζέλο στο Λονδίνο. Ήθελαν μια βάση κοντά στην Αδριατική: το Αργοστόλι της Κεφαλονιάς. Σε αντάλλαγμα, είπανε, η Ελλάδα θα έπαιρνε την Κύπρο. Οι Έλληνες όμως δεν είχαν αντιληφθεί ότι ο Λόΰντ Τζωρτζ δεν ήταν σε θέση πάντοτε να επιβάλλει πολιτική που δεν θα είχε την έγκριση της τάξης που κυβερνούσε ουσιαστικά την Αγγλία.
    Τον Ιανουάριο του 1915, ο Βρετανός Υπουργός των Εξωτερικών, σερ Έντουαρντ Γκρέυ, τηλεγράφησε στον Βρετανό πρεσβευτή στην Αθήνα και του συνέστησε να προσφέρει στην Ελλάδα μια σημαντική περιοχή στα παράλια της Μικρός Ασίας. Σε αντάλλαγμα η Ελλάδα θα έμπαινε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. «Αν ο Βενιζέλος θέλει συγκεκριμένη υπόσχεση, θα την αποσπάσουμε χωρίς δυσκολία», έγραψαν οι Βρετανοί ιθύνοντες, τότε. Ο Βενιζέλος συμφώνησε να αποβιβαστούν συμμαχικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι υποστηρικτές του αντιτέθηκαν στην παραβίαση αυτή της ελληνικής ουδετερότητας. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο ελληνικές κυβερνήσεις (μία φιλοβενιζελική στη Θεσσαλονίκη και μία φιλοβασιλική στην Αθήνα).
    Τον Μάιο του 1919, τις τελευταίες μέρες της διάσκεψης ειρήνης των Παρισίων, ο Λόΰντ Τζωρτζ και ο Βενιζέλος αποφάσισαν ότι τα ελληνικά στρατεύματα θα καταλάμβαναν την Σμύρνη, απόφαση που αντέβαινε στις συμβουλές πολλών ανδρών. Στις 14 Μαίου συμμαχικά αποσπάσματα κατέλαβαν το λιμάνι της Σμύρνης, ενώ την επομένη αποβιβάστηκαν τα ελληνικά στρατεύματα.
    Τον Αύγουστο του επομένου έτους ο σουλτάνος συνυπέγραψε την συνθήκη των Σεβρών, με την οποία απελευθερώνονταν ορισμένες ελληνικές περιοχές από την εξουσία των Τούρκων, ενώ ένα μεγάλο μέρος της αυτοκρατορίας έμπαινε υπό τον έλεγχο Διεθνούς Επιτροπής. Η συνθήκη όμως αυτή δεν επικυρώθηκε ποτέ, όχι μόνο γιατί συνάντησε την αντίδραση των Νεότουρκων της Άγκυρας, αλλά και γιατί αρνήθηκαν να υπογράψουν η Γαλλία και η Ιταλία, οι οποίες θεωρούσαν τη συνθήκη των Σεβρών σαν διπλωματική νίκη των Άγγλων και την Ελλάδα δορυφόρο τους. Έτσι όχι μόνο ήλθαν σε συνεννόηση με τον Κεμάλ, αλλά και του άφησαν φεύγοντας από τη Μ. Ασία πολεμικό υλικό, παρόλο που γνώριζαν ότι αυτό θα χρησιμοποιούνταν εναντίον των Ελλήνων. Μετά τα γεγονότα αυτά, με τον τουρκικό εθνικιστικό στρατό εν ενεργεία στο πεδίο της μάχης, μόνο νίκη του ελληνικού στρατού θα μπορούσε να θέσει τη συνθήκη σε ισχύ. » Η ασφάλεια των καταπιεζομένων μειονοτήτων», κατά τον Horton, εξαρτώνταν αποκλειστικά από αυτό, αλλά η παλιά πολιτική οικονομικού ιμπεριαλισμού ανάμεσα στις σύμμαχες δυνάμεις κατέστησε αδύνατη οποιαδήποτε εποικοδομητική ολοκλήρωση».
    Όταν ο Κεμάλ απέρριψε την συνθήκη των Σεβρών, ο Βενιζέλο αποφάσισε να πάρει πίσω τα χαμένα εδάφη με μια καλοοργανωμένη στρατιωτική εκστρατεία. Τηλεγράφησε στον Λόΰντ Τζωρτζ ανακοινώνοντας την απόφαση του και ζητώντας στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Στο όνειρο του για την υλοποίηση της Μεγάλης ιδέας ο Βενιζέλος έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας του την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Ελληνική αντιπροσωπεία πήγε στο Λονδίνο να, συζητήσει για την επίθεση. Είναι καταπληκτικός ο βαθμός στον οποίο η Αγγλία αναμίχθηκε στις διαβουλεύσεις για τον Μικρασιατικό πόλεμο και πόσο εκτεταμένα οι Έλληνες τους συμβουλεύτηκαν προτού κάνουν οποιοδήποτε βήμα. Οι Βρετανοί όμως δεν υποσχέθηκαν τίποτε συγκεκριμένο και οι Έλληνες έφυγαν με τo αίσθημα ότι είχαν αποφασίσει να γίνει η εκστρατεία. Πέντε μέρες αργότερα ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την επίθεση. Όταν οι Έλληνες αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη, ο Horton έγραψε στο State Department: -Αυτή θα είναι άλλη μία Συρακούσια εκστρατεία», υπονοώντας τον πόλεμο των Συρακουσών το 413 π.Χ., που οδήγησε στην πτώχευση του αθηναϊκού θησαυροφυλακείου και έβαλε τέλος στην ηγεμονική θέση της Αθήνας.
    Τον Νοέμβριο του 1920 οι εκλογές επανέφεραν το βασιλιά Κωνσταντίνο στην εξουσία. Όταν ο Βενιζέλος είδε τις έξαλλες διαδηλώσεις των βασιλικών στην Αθήνα και κατάλαβε oτι έχανε, παραιτήθηκε. Ο Horton, σε αναφορά του στο State Department σχολίαζε: Ή πτώση του Βενιζέλου, του μεγάλου αυτού υπέρμαχου της Ελλάδας στην Ευρώπη και Αμερική και η επαναφορά του ανυπόληπτου βασιλιά, είvaι η αρχή του τέλους».
    Οι Βρετανοί δεν τήρησαν τη συμφωνία με το Βενιζέλο. Ο Ουίνστον Τσωρτσιλ δικαιολογεί ως εξής την στάση της Βρετανίας και την μη παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα μετά την επάνοδο του βασιλιά; Ήταν ένας ηγεμόνας που παρά τα συμφέροντα και την θέληση του λαού του, προσπάθησε για λόγους προσωπικούς ή οικογενειακούς να φέρει την χώρα του στην πλευρά του εχθρού, που τελικά ήταν και η ηττημένη πλευρά. Για τον λόγο αυτό, η επιστροφή του Κωνσταντίνου διέλυσε κάβε συμμαχική πίστη και αφοσίωση προς την Ελλάδα και ακύρωσε όλες τις υποχρεώσεις, εκτός από τις νομικές». Ο Τσώρτσιλ μάλιστα προσέθεσε στο τέλος: -Δεν συμβαίνει κάθε μέρα ηθικοί πιστωτές να είναι τόσο βολικοί».
    Η αλλαγή αυτή είχε επιπτώσεις και στο στράτευμα: οι βενιζελικοί αξιωματικοί αντικαταστάθηκαν από έμπιστους βασιλικούς. Με την αλλαγή αυτή πολλά συντάγματα έμειναν χωρίς αξιωματικούς. Ο Horton έγραφε σχετικά στο State Department: -Πληροφορούμαι από αξιόπιστες πηγές ότι μέχρι την τελευταία στιγμή ο ελληνικός στρατός θα μπορούσε να ορθοποδήσει και να σώσει την κατάσταση, αλλά ακόμη και οι αξιωματικοί που ήθελαν να μείνουν στις θέσεις τους να πολεμήσουν και εξέφρασαν την επιθυμία τους να το κάνουν, διατάχθηκαν να παραιτηθούν». Ο στρατηγός Χατζηανέστης ωστόσο, που είχε αναλάβει την διοίκηση της ελληνικής στρατιάς τον Μάιο του 1922, απέτυχε.
    Δεν σκοπεύω βέβαια εδώ να αναλύσω την πορεία της μικρασιατικής εκστρατείας. Πάντως την περίοδο εκείνη ο Horton άρχισε μία σειρά τηλεγραφημάτων προς τον Υπουργό των Εξωτερικών των Η.Π.Α., με τα οποία ζητούσε την άδεια να μεσολαβήσει στην κυβέρνηση της Άγκυρας για αμνηστεία, που θα επέτρεπε την έξοδο των ελληνικών δυνάμεων, να τους επιτρέψει δηλαδή να μπαρκάρουν.’ Οι πρόσφυγες συρρέουν μέσα στην πόλη και ο πανικός αυξάνεται», έγραφε και πρότεινε -Στο όνομα της ανθρωπιάς και για την ασφάλεια των αμερικανικών Συμφερόντων, σας ικετεύω να επιτρέψετε να γίνουν προσπάθειες για μεσολάβηση, που ίσως προλάβουν πιθανή καταστροφή της πόλης». Τα τηλεγραφήματα του έφτασαν στον Ουίλιαμ Φίλιπς, ο οποίος φαίνεται ότι ήταν ενεργών υπουργός εξωτερικών. Ο αβρός αυτός διπλωμάτης είδε τα πράγματα διαφορετικά. Ο Φίλιπς έγραψε στον πρόεδρο Χάρτιγκ: » Έχω κι άλλο μήνυμα από τον Γενικό Πρόξενο Horton. Νομίζω ότι θα ήταν φρονιμότερο να περιορίσουμε τις δραστηριότητες μας στην φροντίδα για τις ζωές Αμερικανών και την αμερικανική περιουσία. Δεν νομίζω ότι η κατάσταση μας επιτρέπει να αναλάβουμε τον ρόλο του εθελοντή μεσολαβητή». Μπορεί να φανταστεί κανείς πόσο ευεργετικά αποτελέσματα θα είχε η πρόταση του Horton αν είχε γίνει αποδεκτή.
    Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο λαός της Σμύρνης είδε τις κυρίως ελληνικές δυνάμεις – τη μόνη άμυνα τους έναντι των Τούρκων – να προσπερνούν την πόλη και να επιβιβάζονται στον Τσεσμέ, για την επιστροφή τους στην Ελλάδα.
    Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της όλης εικόνας της καταστροφής της Σμύρνης ήταν η παρουσία των Πολεμικών πλοίων των Μεγάλων Δυνάμεων, που έπλεαν αδιάφορα στο λιμάνι, για να προστατεύσουν δηλαδή τις ζωές των πολιτών τους. Για την πυρκαγιά και την καταστροφή της πόλης Horton έγραψε: • Μια κοινή διαταγή από τους διοικητές των πολεμικών πλοίων, μιας αβλαβής βολή πάνω από το τουρκικό τμήμα της πόλης, θα σταματούσε το ολοκαύτωμα». Οι διοικητές του συμμαχικού στόλου δεν έκαναν τέτοια ενέργεια. Τα αίτια βρίσκονται στη δεκαετία πριν από την καταστροφή της Σμύρνης. Το 1901, ένας Γερμανός ειδικός είχε εξακριβώσει ότι τα πετρελαιοφόρα πεδία της Μοσούλης (τότε ανήκε στην Τουρκία, σήμερα στο Ιράκ) ήταν από τα πιο πλούσια στον κόσμο. Οκτώ χρόνια αργότερα, η Τουρκική κυβέρνηση παραχωρούσε το δικαίωμα εξόρυξης του υπεδάφιου πλούτου και της κατασκευής σιδηροτροχιών σε λωρίδα μήκους δύο χιλιάδων τετρακοσίων μιλίων στη Μικρά Ασία. Η λωρίδα κάλυπτε βάθος είκοσι χιλιομέτρων εκατέρωθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, συνολικής έκτασης ενενήντα έξι χιλιάδων τετραγωνικών μιλίων. Τα σχετικά συμβόλαια προέβλεπαν επενδύσεις ύψους 200-300 εκατομμυρίων αμερικανικών δολαρίων (σε δολάρια του 1924).Υπολογίστηκε ότι η περιοχή αυτή περιείχε δέκα δισεκατομμύρια σε ορυκτά και άλλες φυσικές πηγές πλούτου και οχτώ δισεκατομμύρια βαρέλια πετρέλαιο.
    Οι ιστορικοί επίσης επισημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία. Γράφει ένας: • Αυτή η στάση από μέρους της κυβέρνησης της Αμερικής ήταν υπολογισμένη να ωφελήσει τα αμερικανικά εμπορικά συμφέροντα στην Τουρκία. Μεταξύ των οποίων οι συνεργάτες του ναυάρχου Chester φαίνεται ότι ήταν οι περισσότερο ευνοημένοι». Ο Colby Chester, συνταξιούχος ναύαρχος του αμερικανικού ναυτικού, διαπραγματευόταν για αρκετά χρόνια με την Τουρκία για να κερδίσει ορισμένες παραχωρήσεις για την παραχώρηση δικαιωμάτων εξόρυξης του υπεδάφιου πλούτου και της κατασκευής σιδηροδρομικής γραμμής. Τον Chester βοηθούσε στις προσπάθειες του ο ναύαρχος Bristol, διοικητής του αμερικανικού στόλου στα τουρκικά ύδατα και Αμερικανός ύπατος, αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη. Σχετικά με αυτό σχολίαζε ένας ιστορικός: -Κατά τα έτη 1919-1923, τόσο κρίσιμα για την ιστορία της Μικράς Ασίας, δύο Αμερικανοί αξιωματούχοι ξεχώριζαν σαν ενσαρκωτές αντίρροπων δυνάμεων στην εξωτερική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών: η τάση της συνειδήσεως από τη μια μεριά και του πραγματισμού από την άλλη». Οι δύο αυτοί αξιωματούχοι ήταν ο Horton και ο Bristol αντίστοιχα. Σε όλη του την καριέρα ο Horton προσπάθησε έντονα να προωθήσει τα αμερικανικά εμπορικά συμφέροντα. Κατάφερε να γλιτώσει την εταιρεία Standard Oil από χιλιάδες δολλάρια σε παράνομους φόρους, αλλά δεν πίστευε σε ουδετερότητα σε περιπτώσεις μεγάλης εθνικής σημασίας, όπου κινδύνευαν ζωές. Υπάρχουν πολλές μαρτυρίες και στο θέμα αυτό από τους Τούρκους, τους οποίους βοήθησε ο Horton, όταν υπήρχε ανάγκη. Ο Bristol όμως θεώρησε καθήκον του να πείσει τους δημοσιογράφους να μην καλύψουν την βάρβαρη μεταχείριση των χριστιανών από τους Τούρκους. Ο σκοπός του ήταν να κερδίσει την εύνοια των Τούρκων για να επικυρωθούν οι παραχωρήσεις που αναφέρθηκαν. Διαταγές σιωπής εκδόθηκαν κατά του Horton και άλλων αυτόπτων μαρτύρων των γεγονότων, όταν γύρισαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Χωρίς αμφιβολία ο Bristol, κατά τη γνώμη του, ενεργούσε πατριωτικά. Ο Horton, σε γράμμα του προς την μητέρα μου, ανέφερε: • Είμαστε μεγάλη και ένδοξη Δημοκρατία, αλλά ο αμερικανικός λαός, όπως όλοι ή πολλοί, δεν βαθαίνουν πάντοτε την αλήθεια των πραγμάτων». Ο ίδιος παρατηρούσε: -Σε ολόκληρο αυτό το πλέγμα των αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων, ο σοβαρός παρατηρητής εντυπωσιάζεται με ένα πράγμα: τη διαύγεια της διορατικότητας του John Bull (Αγγλία) και την ευθύτητα και την επιμονή με την οποία αγωνίστηκε για το σκοπό του. Ήξερε τι ήθελε και το πήρε. Υπάρχουν άφθονες πετρελαιοπηγές στο Maidan i Nartun, όχι μακριά από τη Βασόρα, στον Περσικό κόλπο, όπου οι Βρετανοί αποβιβάστηκαν νωρίς κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχουν πεδία πετρελαιοπηγών στην Μοσούλη (σήμερα στο Ιράκ). Ο στρατηγός Townsend κατευθυνόταν προς τα εκεί οι Τούρκοι τον σταμάτησαν στο Kut-EI-Mara, αλλά αυτό δεν πτόησε τον ξάδελφο John».
    Οι Ιταλοί, που από την αρχή ήταν αντίθετοι με την παρουσία των Ελλήνων στην περιοχή της Σμύρνης, βιάστηκαν να κάνουν μυστικές συμφωνίες με τον Κεμάλ τον Μάρτιο του 1921 με αντάλλαγμα μεγάλες οικονομικές παραχωρήσεις και την υπόσχεση να αποσύρουν από την Αττάλεια τα ιταλικά στρατεύματα κατοχής. Τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου και οι Γάλλοι συμφώνησαν με τον Κεμάλ να αποσύρουν τα γαλλικά στρατεύματα κατοχής από την Κιλικία και να εφοδιάσουν τους Τούρκους σιωπηρά με πολεμικό υλικό, για το οποίο πληρώθηκαν γενναία. Η Γαλλία άλλωστε ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που καλλιέργησε οικονομικές σχέσεις με την οθωμανική αυτοκρατορία από το 1535 ήδη. Και όπως, με πολύ περιφάνεια ανέφερε (1922) ο διευθυντής του Γαλλικού Εμπορικού Γραφείου της Κωνσταντινούπολης • Σχολεία δικά μας, κοινωφελή ιδρύματα, νοσοκομεία, γηροκομεία, άσυλα ορφανών και εκθέτων έχουν ιδρυθεί σε κάθε σημείο της Ανατολής. Σε κάθε πόλη του εσωτερικού, σε όλα τα σημαντικά χωριά… υπάρχουν σχολεία και Γάλλοι διδάσκαλοι, άνθρωποι που διδάσκουν στα παιδιά τη δόξα της Γαλλίας, τη γλώσσα μας, την ιστορία». Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι η Γαλλία δεν ήταν διατεθειμένη να απαρνηθεί όλες τις κατακτήσεις της και πολύ περισσότερο τα οικονομικά της πλεονεκτήματα.
    Οι Τούρκοι, αφού τακτοποίησαν τις διπλωματικές τους σχέσεις και με τη Σοβιετική Ένωση, ήταν πλέον έτοιμοι να οργανώσουν μία γενική αντεπίθεση εναντίον των Ελλήνων, τους οποίους όλοι τους είχαν εγκαταλείψει. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1922 οι Τούρκοι έμπαιναν στην Σμύρνη, ενώ οι Έλληνες δεν είχαν άλλη διέξοδο, παρά να πέσουν στη θάλασσα.
    Όταν έκανα ομιλίες, δεν ανέφερα συνήθως το έργο διάσωσης που έκανε ο πατέρας μου, γιατί σκεφτόμουν ότι αυτό δεν ταιριάζει σε θυγατέρα. Τελικά αναρωτήθηκα, γιατί όχι, αυτά είναι γεγονότα, γιατί να τα κρύβω; Και σήμερα ακόμη, στο αεροπλάνο, στο Παντοπωλείο, στην παραλία, άνθρωποι που ακούνε το όνομα Horton μου διηγούνται, πώς οι ίδιοι ή οι συγγενείς τους σώθηκαν απ’αυτόν. Ενήργησε κυρίως ανεπίσημα και μάλιστα μερικά επεισόδια αισθάνθηκε ότι ήταν αναγκασμένος να τα κρατήσει μυστικά. Κάποιος, που συνάντησα σε ένα ελληνικό νησί, μου διηγήθηκε πως ο Horton έβαλε εκατοντάδες αμερικανικές σημαίες σε ψαρόβαρκες ή ο,τιδήποτε άλλο πλεούμενο και αφού συνεννοήθηκε με πλήθος γυναίκες και παιδιά να τον συναντήσουν κρυφά σε ένα σημείο, τους έβαλε στις βάρκες και τους έστειλε στα απέναντι από τη Σμύρνη νησιά.
    Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη, ακολούθησαν, όπως ξέρετε, απερίγραπτες φρικαλεότητες. Πολλοί ανέφεραν ότι είδαν στρατιώτες του τουρκικού τακτικού στρατού να ρίχνουν – τι ειρωνεία – κουρέλια βουτηγμένα σε πετρέλαιο για να κάψουν το αμερικανικό προξενείο. Όταν το κτίριο άρχισε να καίγεται ήταν η ώρα να το εγκαταλείψει και η αμερικανική παροικία. Ανάμεσα τους ήταν πολλοί συγγενείς, φίλοι και υπάλληλοι, όχι όλοι τους Αμερικανοί πολίτες. Αξίζει να σημειωθεί ότι και αρκετοί αμερικανικοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί έχασαν τα κτίρια τους από τους εμπρησμούς, ανάμεσα τους και το σπίτι του Horton με όλα του υπάρχοντα. Επέζησαν όμως τα κτίρια της Standard Oil. Μόνο αυτά φρουρούνταν από ένοπλους Αμερικανούς ναύτες.
    Καθώς το καράβι έβαλε πλώρη για την Αθήνα, ο Horton έγραφε: • Μια από τις οξύτερες εντυπώσεις που αποκόμισα από τη Σμύρνη ήταν το αίσθημα της βαθιάς ντροπής, γιατί ανήκα στο ανθρώπινο γένος». Σύγκρινε την καταστροφή της Σμύρνης με την κατεδάφιση της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους και παρατήρησε: -Στην καταστροφή της Καρχηδόνας δεν υπήρχε στόλος χριστιανικών πολεμικών πλοίων να παρακολουθούν μια κατάσταση για την οποία οι κυβερνήσεις τους ήταν υπεύθυνες». Διάφοροι πρόσφυγες έκτοτε μου έχουν πεί ότι μια από τις πιο ισχυρές αναμνήσεις τους ήταν ο ήχος χορευτικής μουσικής που έφτανε στο λιμάνι από τα συμμαχικά πολεμικά πλοία. Αυτόπτης μάρτυρας του οριστικού θανάτου της βυζαντικής αυτοκρατορίας ο Horton συνεχίζει: • Και αυτή η παρουσία αυτών των πολεμικών πλοίων στο λιμάνι της Σμύρνης, το Σωτήριον έτος 1922, που παρακολουθούσε ανίσχυρα τις τελευταίες στιγμές των χριστιανών στην Τουρκία, ήταν το πιο λυπητερό και το πιο σημαντικό στοιχείο της όλης ιστορίας».
    Ωστόσο, παρά την πολιτική του Bristol να παραβλέπει τις απώλειες ζωής για να προωθεί τις εμπορικές του φιλοδοξίες, δεν πρέπει να παραβλέψουμε την αποτελεσματικότητα, με την οποία μερικοί αξιωματικοί του αμερικανικού ναυτικού βοήθησαν στη διάσωση ανθρώπινων ζωών. Ναύτες ανέβαζαν πρόσφυγες στα πλοία επί δύο μέρες, παρά την πολιτική της μη επεμβάσεως των Ηνωμένων Πολιτειών. Αξίζει να αναφέρουμε και τη στάση των Γιαπωνέζων που έριξαν φορτίο στο νερό για να μπορέσουν να ανεβάσουν στα πλοία τους τα θύματα της καταστροφής.
    Όταν ο Horton έφτασε στην Αθήνα, πήρε πολλά τηλεγραφήματα από το προσωπικό των αμερικανικών πλοίων, στα οποία του ανέφεραν ότι έστελναν πρόσφυγες και ζητούσαν τη βοήθεια του για την αποβίβαση τους. Αφού βοήθησε να βρεθεί τροφή και στέγη για τους πρόσφυγες, ο Horton πήγε στην Ουάσιγκτον, όπου κατέθεσε σε ακροάσεις του Κογκρέσου και αγωνίστηκε να περάσει νόμος που να επιτρέπει στους πρόσφυγες να πάρουν στην Αμερική τους συγγενείς και τους γονείς τους.
    Ελάχιστα γνωστές επίσης είναι οι δραστηριότητες που ανέπτυξε ο Horton κατά τις εργασίες της συνθήκες της Λωζάνης. Πίστευε ότι η συνθήκη αυτή δεν έπρεπε να κλείσει χωρίς να περιλαμβάνει μια πατρίδα και διασφαλίσεις για τους Αρμενίους, αποζημίωση για απώλειες, συμπεριλαμβανομένων των απωλειών των Αμερικανών, διαβεβαίωση ότι όλες οι χριστιανές, κορίτσια και γυναίκες, που απήχθησαν κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών θα ελευθερώνονταν (και απαίτηση να παραδεχθούν και να αποκηρύξουν οι Τούρκοι τα εγκλήματα τους). Ενώ συνεχιζόταν η διάσκεψη της Λωζάνης, ο Αμερικανός εκπρόσωπος έκανε έκκληση για τη χώρα των Αρμενίων, αλλά την εγκατέλειψε, μπροστά στην τουρκική αντίδραση. Τα ιδιωτικά οικονομικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν ή έλπιζαν να αποκτήσουν επενδύσεις στη Μικρά Ασία υπαγόρευαν στους εκπροσώπους τους να φροντίσουν να προστατεύσουν πλήρως τα συμφέροντα αυτά. Όπως είπε ένας ιστορικός, οι στρατιώτες που έριχναν ζάρια για τα ενδύματα του Χριστού, δεν ήταν πιο αισχροί από τους απεσταλμένους που παζάρευαν για παραχωρήσεις. Ένας απεσταλμένος της Standard Oil στη Λωζάνη χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και είπε: » Ήρθαμε εδώ γι ‘αυτές τις καταραμένες τις μειονότητες ή για να φροντίσουμε τα συμφέροντα μας;» Παρόντα ήταν και τα μέλη της ομάδας του ναυάρχου Chester, αλλά δεν απέγινε τίποτε στο τέλος, γιατί οι Βρετανοί έφτασαν πρώτοι στη Μοσούλη. -Μπορείς να φανταστείς πόσο σημαντικό είναι το θέμα του πετρελαίου», έγραφε ο Horton στη μητέρα μου από την Ουάσιγκτον, •αφού οι ειδικοί λένε ότι τα εγχώρια αποθέματα των Η.Π.Α, θα αρκέσουν είκοσι μόνο χρόνια και ολόκληρος ο πολιτισμός μας εξαρτάται από αυτό. Ακόμη και τα πολεμικά μας πλοία κινούνται με πετρέλαιο. Είμαι διατεθειμένος να παραδεχτώ ότι χρειαζόμαστε, αλλά πιστεύω ότι θα μπορούσαμε να είχαμε αποκτήσει το μερίδιο μας με τρόπους λιγότερο εγκληματικούς. Το πετρέλαιο δεν θα καίγεται καλά όταν αναμιχθεί με πολύ αίμα, και όταν μυρίζει έντονα από τον καπνό εκκλησιών και Αγίων Γραφών που καίγονται. Όσον αφορά τον εαυτό μου, μια σκέψη θα με παρηγορεί κατά το υπόλοιπο της ζωής μου, και μετά, ελπίζω: όποια μειονεκτήματα και αν είχα, τα χέρια μου δεν βάφτηκαν με χριστιανικό αίμα και ποτέ δεν πρόδωσα τον Χριστό μου για τριάκοντα αργύρια».
    Ο Horton συνέχισε να γράφει και να καταβάλλει προσπάθειες για αλλαγές σε καταστάσεις που θεωρούσε αμφισβητήσιμες κατά τη διάρκεια και μετά την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης, πράγματα για τα οποία γνωρίζω πολύ λίγα. Σχημάτισε ένα λόμπυ στην Ουάσιγκτον για τις χριστιανικές μειονότητες και αργότερα εξέδωσε το βιβλίο του Ή Κατάρα της Ασίας» και άλλα έργα, με την ελπίδα να οδηγήσει σε επιβολή της δικαιοσύνης. Ταξίδεψε σε όλη την Αμερική Δίνοντας διαλέξεις για την Μέση Ανατολή και κάνοντας εράνους για τα ορφανά και άλλα θύματα. Του άρεσε να κλείνει τις διαλέξεις του με τα ακόλουθα λόγια, ενώ το ακροατήριο έβλεπε μια διαφάνεια του πολυελαίου της εκκλησίας της Περγάμού: ‘Ας πάμε με τη σκέψη μας πίσω στα χρόνια του Αγίου Ιωάννη και ας ^φανταστούμε ένα κερί να καίει στο καθένα. Κεριά του είδους που αναφέρει ο Πόρτια. Έτσι λάμπει μια καλή πράξη σε έναν πονηρό κόσμο». Ας φανταστούμε όλα να σβήνουν ένα-ένα, εδώ και πολλά χρόνια, και το τελευταίο να καίει λαμπερό και σταθερό μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922″. Πάντα τελείωνε απαριθμώντας τις πόλεις – τα ονόματα τους και μόνα. θεωρούσε ότι φέρνουν στο νου πιο πολλή μεγαλοπρέπεια από ό,τι όλη η ποίηση του κόσμου: Εφεσος, Σάρδεις, Φιλαδέλφεια, Θυάτειρα, Λαοδίκεια, Πέργαμος, Σμύρνη.

    Πηγή: Ενωμένη Ρωμηωσύνη

    Σχόλιο από Ματσουκάτες | 17/10/2011

  5. ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ ΓΙΑ… ΒΕΒΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΞΟΧΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ ΚΕΜΑΛ- Επίθεση Τούρκων βουλευτών
    στον Πατριάρχη

    Αναρτήθηκε από admin στις 21/11/11 • Κατηγοριοποιήθηκε ως Ειδησεις • 27 views

    «Ο “Πατριάρχης Φαναρίου” βεβήλωσε το θερινό θέρετρο του Ατατούρκ στα Φλόρια της Κωνσταντινούπολης, όπου τέλεσε λειτουργία», καταγγέλλουν στην Ολομέλεια της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης βουλευτές του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος και του Κόμματος Εθνικής Δράσης.
    Ο Οικουμενικός Πατριάρχης γιόρτασε τα είκοσι χρόνια από την ενθρόνισή του με γεύμα στο θέρετρο Ατατούρκ στα Φλόρια.

    Οι βουλευτές ισχυρίζονται ότι εκεί τελέστηκε λειτουργία και βεβηλώθηκε ο οίκος του Κεμάλ. Ο αντιπρόεδρος της Βουλής Γκιουλντάλ Μουμτζού δήλωσε ότι η εκδήλωση έγινε κατόπιν αδείας των αρχών και υποσχέθηκε να εξετάσει αν πράγματι τελέστηκε θεία λειτουργία.

    Μέλος του Κοινοβουλίου τόνισε ότι ο Πατριάρχης εκδικήθηκε τον Ατατούρκ για αυτά που γράφει στο Νουτούκ (Αγορεύσεις ) του για την οικουμενικότητα και το ρόλο του Πατριαρχείου.

    Όπως είπε, με την ενέργειά του αυτή θέλησε να στείλει το μήνυμα «είδες εσύ με καταπολέμησες, εγώ, όμως, είμαι σήμερα εδώ».

    Ο εκπρόσωπος Τύπου του Πατριαρχείου πατήρ Δοσίθεος Αναγνωστόπουλος απαντώντας στις κατηγορίες αυτές είπε: «Δεν τελέστηκε καμία λειτουργία. Μετά το φαγητό τραγουδήσαμε ένα μελοποιημένο ποίημα που γράφτηκε ειδικά για την επέτειο της εικοσαετούς θητείας του Οικουμενικού Πατριάρχη κι εκείνος έσβησε την τούρτα με τα συμβολικά είκοσι κεριά»…

    Παρόλα αυτά οι βουλευτές ζητούν την παραίτηση των αρμοδίων που έδωσαν άδεια στον Παναγιότατο να γιορτάσει στα Φλόρια.

    http://www.anixneuseis.gr/?p=21767

    Σχόλιο από xrisa_xatzivasiliou | 22/11/2011

  6. Μοναδική ανέκδοτη μαρτυρία του Θανάση Γ. Κακογιάννη από Αλάτσατα Ερυθραίας

    Σεπτέμβριος 1987

    στον Δημήτρη Κρασσά

    Πάντα ξυπνούν οι βαθιά θαμμένες μα ολοζώντανες, φοβερές κι ανατριχιαστικές παιδικές θύμησες. Να, εκεί, που όσο περνούν τα χρόνια, γυρίζει ο νους πολλές φορές σε όλα εκείνα που έζησε κανείς και τα θυμάται ένα-ένα, με τα κύρια και καταλυτικά γεγονότα, χωρίς να τα ‘χει αμαυρώσει ο χρόνος, με τις εικόνες των ζωηρές και ανεξίτηλες, γεγονότα και εικόνες που σημάδεψαν τη ζωή των όσων τα έζησαν και τις είδαν. Ακόμα εκεί που διαβάζεις κείμενα για τη Μικρασία, εκεί που αναζητάς στον όποιο χάρτη δεις τα παράλια της Μικρασίας, τον τόπο που γεννήθηκες με τα νησιά μας απέναντι. Και σε κάθε πια επέτειο, ατόφιες μπροστά σου οι σκηνές, οι γιομάτες δέος και ανατριχίλα θανάτου, οι σκηνές του βασανισμού, του βιασμού και της ατίμωσης, βαθιά χαραγμένες και άσβεστες.

    Η πονεμένη μορφή της χαροκαμένης μάνας, η ορφάνια, τα πονεμένα παιδικά πρόσωπα, είναι ό,τι απόμεινε από εκείνη την εποχή του διωγμού και μετά για πολλά κατοπινά χρόνια. Και μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κύκλο του φονικού, της καταστροφής και του ξεριζωμού, άσβεστη και ζωντανή η απέραντη άφθαρτη μνήμη.

    Το δίλημμα μετά την πρώτη προσφυγιά

    Έτσι κι έγινε στη Μικρασία, στα ξακουστά ελληνικά παράλια της. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που άρχισε το 1914, άγγιξε από τις πρώτες του μέρες εκείνους τους τόπους. Κι οι πάτριοι εκείνοι τόποι με τη σφύζουσα ελληνική πνοή και πίστη άδειασαν. Ο αλλόθρησκος εχθρός σκόρπισε τους πληθυσμούς των Χριστιανών κατοίκων στην Ελλάδα. Προσφυγιά κάπου έξι χρόνια. Κι’ ύστερα ξαναγύρισμα στις Πατρίδες. Μύριοι κόποι να ξαναναστηθεί στους πατρογονικούς τόπους η ζωή.

    Στα Αλάτσατα, μία μικρή κωμόπολη με 15.000 κατοίκους Έλληνες και ελάχιστους Τούρκους, που βρίσκεται στη χερσόνησο Ερυθραίας, δυτικά της Σμύρνης, και σε απόσταση 70 χλμ., είχε φθάσει εκείνο τον Αύγουστο του 1922 ο απόηχος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, στο μέτωπο της Μικρασίας. Ημέρα με την ημέρα βάραινε πάνω σε όλους τους κατοίκους το φοβερό προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. Μία αβεβαιότητα ανάμικτη με τρόμο σκέπαζε το χωριό, όπως έλεγαν τη μικρή τους κωμόπολη οι κάτοικοί της, όσο πλήθαιναν τα νέα του μετώπου που κατέρρεε. Οι κάτοικοι, μπροστά στ’ αποκαρδιωτικά μηνύματα της υποχώρησης του στρατού μας και της καθόδου των διαβόητων Τσετών και του Τουρκικού Στρατού, που μαζί απλώνονταν αιμοχαρείς, νικηφόροι και εκδικητές προς τη Σμύρνη και τα παράλια, αντιμετώπιζαν το παράλογο δίλημμα να μείνουν στον τόπο τους, στην πατρίδα, ή να την αφήσουν πάλι και να φύγουν στην ξενιτιά.

    Στη μικρή αυτή πολιτειούλα ήταν πολύ ζωντανά τα πατριωτικά αισθήματα των κατοίκων της και βαθιά η χριστιανική πίστη τους. Ήταν αφέλεια ακόμα και η σκέψη να μείνουν. Κι όμως ο καημός και τα βάσανα της πρώτης προσφυγιάς, κι ύστερα το ξαναζωντάνεμα της πατρίδας, να, η αιτία του διλήμματος. Οι χριστιανοί ήταν σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Ελάχιστες οι τουρκικές οικογένειες, γι’ αυτό και πολύ λίγοι κάτοικοι ήξεραν την τουρκική γλώσσα.

    Στο γυρισμό, στα 1920, ύστερα από τον πρώτο διωγμό στα 1914, όσοι γύρισαν στην πατρίδα είχαν ξαναδημιουργήσει τα νοικοκυριά τους. Ξανακαλλιέργησαν την καρπερή γη της πατρίδας, ξαναστόλισαν τις εκκλησίες τους, αποτελείωσαν και τον Άγιο Κωνσταντίνο στο Κάτω Χωριό και τον στύλωσαν ωραίο κι επιβλητικό. Η σταφίδα γέμισε και πάλι τα σπίτια, τα χέρσα χωράφια με τα σπαρτά και τα καρποφόρα δέντρα ομόρφυναν όπως πριν τον τόπο τους. Το εμπόριο με τη Σμύρνη ξανάρχισε και η ζωή είχε βρει ξανά τον ήρεμο ρυθμό της, με τις καινούργιες εμπειρίες της προσφυγιάς μα και της προόδου.

    Και να τώρα, μπροστά στο αδυσώπητο δίλημμα: Να τ’ αφήσουν πάλι όλα, χαμένος πάλι ο ιδρώτας και ο μόχθος, και να φύγουν, να πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, ή να μείνουν;

    Ολέθρια συμβουλή

    Όντας μακριά από τα μέτωπα, δεν είχαν επίγνωση των καταστροφών, των φονικών μαχών, του ολέθρου που κάθε μάχη σκορπούσε παντού. Έτσι τους έμενε κάποια αμυδρή ελπίδα πως ίσως δεν πειραχτούν από τον Κεμάλ. Με κάποιες τέτοιες σκέψεις, ολότελα αντίθετες με την εξέλιξη του πολέμου, οι Προεστοί συμβούλεψαν να μην εγκαταλειφθεί ο πατρογονικός τόπος.

    Όλοι έρμαια των Τσετών μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού

    Στο μεταξύ οι φήμες μέρα με τη μέρα προμηνούσαν τον όλεθρο. Ο τρόμος και η αγωνία συνείχε τους πάντες. Η δράση των άτακτων Τούρκων, των Τσετών, ήταν από παλιότερα γνωστή. Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επί κεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος: «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…».

    Ήταν πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο δράμα των χριστιανών.

    Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές. Τα σπίτια αμπαρώθηκαν, ερημιά παντού. Έρμαια της μανίας των άτακτων στιφών τα πάντα. Όλοι περίμεναν τη μοίρα τους. Πολλές οικογένειες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, έτσι για να μη μένουν μόνοι και με την παρηγοριά ο ένας του άλλου. Οι χτύποι στις πόρτες, οι κοντακιές και τα σπασίματα για ν’ ανοίξουν και να μπουν μέσα στα σπίτια, η χλαλοή και τα τρεχοβολητά, κατακορύφωναν το δέος και την αγωνία. Όσο μπορούσαν οι κάτοικοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μάθαιναν τα όσα γίνονταν. Παντού σφαγή, βασανισμοί και βιασμοί. Όλοι έρμαια των Τσετών. Έτσι, μια παγωμένη θανατερή αναμονή πλάκωνε τις καρδιές όλων.

    Και η σειρά μας ήρθε

    Μαζεμένοι στο σπίτι του παππού, η οικογένεια ζούσε τον εφιάλτη της προσμονής της δικής μας δοκιμασίας. Οι Τσέτες μπαινόβγαιναν και ανεβοκατέβαιναν στα σπίτια των χριστιανών. Σκοπός τους η διαρπαγή, η λεηλασία, η σφαγή, οι βιασμοί. Το ακόρεστο πάθος κυρίαρχο και ανελέητο καταπάνω σε γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Με αισθήματα αφόρητης αγωνίας, περίμεναν οι μεγάλοι, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα και ο Μήτσος μας τη σειρά μας. Τα μικρά, εμείς, κουλουριασμένα, φοβισμένα και χωρίς συναίσθηση του τι μας περίμενε, το ένα κοντά στο άλλο, πιασμένα από τα φουστάνια της μάνας και της γιαγιάς. Ο πατέρας άφαντος κάπου για να γλιτώσει.

    Και η σειρά μας ήρθε. Αγρία χτυπήματα στην αμπαρωμένη πόρτα με φοβερές φωνές. Ο μεγάλος αδελφός, ο Μήτσος, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο πρώτος που δοκίμασε την επιδρομή μιας ομάδας από Τσέτες. Αφού τον κοπάνισαν με τα κοντάκια των τουφεκιών τους, αγρίμια αληθινά, όρμησαν ανεβαίνοντας τις σκάλες. Άρπαξαν το γέρο παππού ζητώντας να τους δώσει χρήματα και ό,τι άλλο είχε. Συνέχεια άρπαξαν από τα μαλλιά τη γιαγιά και ζητούσαν να τους δώσει δαχτυλίδια, ρούχα και τρόφιμα. Δεν τους έφταναν ό,τι έπαιρναν. Άρχισαν να χτυπούν. Μ’ ένα γουδοχέρι πέτρινο έσπασαν το κεφάλι του παππού, συνέχισαν τα χτυπήματα στη γιαγιά, ώσπου και οι δύο τους έπεσαν αναίσθητοι. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό στην αγκαλιά της μάνας τσίριζε. Ένας θρήνος γιόμισε το σπίτι, που εν τω μεταξύ το είχαν κάμει άνω-κάτω ψάχνοντας, ζητώντας πουγκιά και χρυσαφικά. Αγρίμια αληθινά, δεν αρκέστηκαν σε ό,τι βρήκαν και άρπαξαν.

    Οι βιασμοί

    Σε μια γωνιά του σπιτιού ήταν καθισμένη, έχοντας στα γόνατά της το μικρό της γιο, μια γειτόνισσα που είχε ζητήσει να μείνει μαζί μας από το φόβο που ήταν μοναχή και έρημη. Πριν από έναν μήνα είχε μάθει το θάνατο του άνδρα της που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Είχε φορέσει ό,τι παλιόρουχα είχε κι είχε σκεπάσει το κεφάλι της με διπλό τσεμπέρι για να κρύψει το πρόσωπό της και τα χρόνια της. Πώς όμως να ξεφύγει η δύστυχη από τ’ άγρια θηρία;

    Μυρίστηκαν το θήραμά τους. Κοντοστάθηκαν απέναντί της, έσκυψαν και με μιας της τράβηξαν τα τσεμπέρια από το κεφάλι. Ξεχύθηκαν τα μαύρα μαλλιά της και άστραψαν μπροστά τους τα μεγάλα μαύρα μάτια της και το ωραίο λευκό πρόσωπο. Με βία παραμέρισαν το αγόρι της και την τράβηξαν σέρνοντάς την στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγες στιγμές ακούσαμε τα βογκητά και τις οιμωγές της… Μια κρυάδα μ’ έναν αποτροπιασμό μας πάγωσε μικρούς και μεγάλους. Η φρίκη γιόμισε όλο το σπίτι μπροστά στο κατοπινό θέαμα της βιασμένης γυναίκας. Ένα ματωμένο κουρέλι σύρθηκε κοντά μας με σκισμένα τα ρούχα και ματωμένο όλο της το κορμί, με ασταμάτητους λυγμούς. Μάζεψε το αγόρι της και διπλώθηκε στα γόνατά της. Η γιαγιά πήγε κοντά της και με λίγο νερό της ξέπλυνε το πονεμένο της πρόσωπο.

    Μα της δύστυχης δεν της έφτανε το δικό της μαρτύριο. Πάνω σ’ όλα αυτά, να κι ένας πολίτης Τούρκος. Θα ήταν έως είκοσι χρονών, ήταν από τους λίγους Τούρκους του χωριού. Χωρίς μιλιά γύρισε μια ματιά σε όλους κι ύστερα κοντοστάθηκε μπροστά στη γυναίκα που ολοφυρόταν. Έσκυψε και σήκωσε το αγόρι και κρατώντας το από το χέρι, τράβηξε κατά τη σκάλα. Η δύστυχη με το έντονο προαίσθημα του κακού για το αγόρι της, χίμηξε ν’ αρπάξει από τα χέρια του μισερού τουρκόπουλου το παιδί της. Κι ο νεαρός, πάντα στυγνός και αμίλητος, με μια κλωτσιά την ξάπλωσε στο πάτωμα κι ευθύς τραβώντας το παιδί, κατέβηκε. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού ήταν κάτι χαλάσματα. Από το μισάνοιχτο παραθύρι έγειρε ο Μήτσος μας και είδε πως έσυρε το αγόρι μέσα σ’ εκείνα τα χαλάσματα… Δεν θα είχε περάσει μισή ώρα και το αγοράκι γύρισε κατατρομαγμένο και μέσα στα κλάματα. Εξουθενωμένο έπεσε στην αγκαλιά της βιασμένης μάνας του. Του σήκωσε τα ρουχαλάκια του κι ύστερα με λίγο νερό προσπάθησε να το συνεφέρει. Μια νεκρική σιγή σκέπασε όλο το σπίτι. Οι μεγάλοι αμίλητοι κι εμείς τα μικρά τρέμαμε ολοσούσουμα.

    Οι στιγμές ήταν αβάσταχτες. Σε λίγο τα δάκρυα και οι λυγμοί μας έπνιγαν όλους, μικρούς και μεγάλους, κι ο τρόμος κυρίαρχος ως την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής μας. Έτσι, ξημερωθήκαμε.

    Δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας

    Την άλλη μέρα, κι ενώ οι πυροβολισμοί και τα τρεχοβολητά δικών μας που έτρεχαν να κρυφτούν και των Τούρκων που κυνηγούσαν τα θύματά τους, ανήμποροι να κάνουμε οτιδήποτε, μιας και βρισκόμασταν στο έλεος των αιμοδιψών πάνοπλων ληστών, περιμέναμε ανυπεράσπιστοι την τύχη μας. Και δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας. Έφτασε αυτή τη φορά ένα μπουλούκι. Άρχισαν κι έψαχναν παντού, μοιράζοντας κοντακιές. Τσουβάλια με σταφίδα, τενεκέδες με πετιμέζι και τυριά, ό,τι ρούχα είχαν απομείνει από τους χτεσινούς. Βρισιές, κλωτσιές και με τις λόγχες κομμάτιαζαν τις εικόνες. Ύστερα φόρτωναν τη λεία τους κι έφευγαν, ώσπου να έρθουν άλλοι για ν’ αποσώσουν τη διαρπαγή.

    Άλλοι, μη βρίσκοντας ό,τι γύρευαν, ξεσπούσαν πάνω στα κορμιά μικρών και μεγάλων. Η σαδιστική μανία τους ξεπερνούσε κάθε όριο. Έφτασαν ν’ αρπάξουν από την αγκαλιά της μάνας μας το μωρό της έξι μηνών, να το αναποδογυρίσει ο άγριος Τσέτης, να το κρατήσει ανάποδα από τα δυο του ποδαράκια και με ξεγυμνωμένο μαχαίρι να θέλει να το σχίσει στα δύο. Μπροστά στα ουρλιαχτά της μάνας κι όλων μας και στην προτροπή ενός συντρόφου του ν’ αφήσει το μωρό, το πέταξε κάτω και παίρνοντας ό,τι ρουχικό και τρόφιμα βρήκαν, βρίζοντας στη γλώσσα τους έφυγαν. Έτσι κόρεσαν τα πάθη τους τα στίφη των Τσετών. Μετά από κάθε αναχώρηση, χαμός και θρήνος.

    Η θεία Γιασεμή και ο θείος ΤζώρτζηςΗ θεία Γιασεμή, η μικρή αδελφή της μάνας, ως είκοσι χρονών, λίγο ακόμα και θα έσκαζε μέσα στο αμπάρι με το σιτάρι που από την αρχή κάθε τόσο την έχωνε ο παππούς για να γλιτώσει το βιασμό. Μόλις κατέβαιναν τα μπουλούκια, ο θείος Τζώρτζης Γκίρδης, αδελφός της μάνας, που έκανε τον σφαγμένο κι ήταν ξαπλωμένος πάνω από το αμπάρι που μέσα του κρυβόταν η θεία, ανασηκωνόταν να πάρει κι αυτός αναπνοή. Ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι που ήταν καταματωμένο από τις πληγές που μόνος του προκάλεσε στο σώμα του. Στην τελευταία επιδρομή, μόλις έφυγαν, τράβηξε μια τάβλα πάνω από το αμπάρι, το άνοιξε για να πάρει αέρα η αδελφή του. Και μόλις ήταν καιρός, μελανιασμένη και λιγοθυμισμένη την τράβηξαν στο δωμάτιο με χίλιους φόβους. Τη δρόσισαν και πάλι ύστερα στο αμπάρι, κι από πάνω βουτηγμένος στα αίματα ο θείος Τζώρτης και σκεπασμένος με το σεντόνι.

    Με το αιμάτινο αυτό καμουφλάζ ο θείος Τζώρτης περίμενε να σωθεί. Η οικογένειά του, που γλίτωσε στη Χίο, τον είχε για χαμένο. Τελικά ανταμώθηκαν, όταν γύρισε από την αιχμαλωσία, από την όποια όμως δεν κατάφερε να γλιτώσει.

    Οι χτύποι και τα τρεχοβολητά στους δρόμους, από τους κυνηγημένους κι από τις ομάδες των Τσετών, μας έκαναν όλους να τρέμουμε από το φόβο. Αυτοί οι χτύποι σημάδεψαν τα παιδικά μας και τα εφηβικά μας χρόνια. Κατοπινά, κι ύστερα ακόμα από μερικά χρόνια οι χτύποι στις πόρτες τη νύχτα, θες από τους αέρηδες ή από τους γειτόνους και τους επισκέπτες, ζωντάνευαν τις φριχτές ώρες της αγωνίας και του τρόμου. Και στον ύπνο πάντα ο εφιάλτης του απάνθρωπου Τσέτη.

    Έφυγαν οι Τσέτες, ήρθε ο Τουρκικός Στρατός και η αιχμαλωσία

    Το μαρτύριο της επιδρομής των Τσετών, με τους ξυλοδαρμούς, τις λεηλασίες και τους βιασμούς, κράτησε πέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Κι αφού πια είχαν κορέσει κάθε ταπεινό τους ένστιχτο, τα άταχτα μπουλούκια τους τραβήχτηκαν σε άλλους τόπους για να συνεχίσουν το μισερό τους έργο.

    Θα ‘ταν η 10 του Σεπτέμβρη, όταν μπήκαν στα Αλάτσατα τμήματα του Τούρκικου Στρατού. Η πρώτη διαταγή τους ήταν να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες από 18 χρονών μέχρι 60. Έτσι μάζεψαν όλους, όσους δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ανάμεσά τους ο Δημητρός μας, ο θείος Τζώρτζης, που γλίτωσε την κακοποίηση χάρη στο ματωμένο σεντόνι με το οποίο είχε κουκουλωθεί, όχι όμως και την αιχμαλωσία, οι δύο θείοι Γιαννακός και Δημήτρης Κακογιάννης κι άλλοι πολλοί φίλοι και συγγενείς της οικογένειας. Ο πατέρας από κεραμίδι σε κεραμίδι είχε ξεφύγει στην αρχή από τους Τσέτες, μα δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Κάπου άφησε το κορμί του. Ποιός ξέρει πώς. Πάντως ανάμεσα στους αιχμαλώτους Αλατσατιανούς δεν ήταν.

    Σε μακρινές σειρές, χωρίς να μπορέσουν να πάρουν τίποτα μαζί τους, πήραν το δρόμο της αιχμαλωσίας μαζί με τους άντρες άλλων χωριών και πόλεων της Μικρασίας. Από τη Σμύρνη που έφτασαν, τράβηξαν ως τα βάθη της Ανατολής. Η αιχμαλωσία με ανείπωτα μαρτύρια διάρκεσε δύο και πλέον χρόνια. Όσοι μπόρεσαν κι επέζησαν, γύρισαν στην Ελλάδα. Μα αυτοί ήταν πολύ λίγοι. Οι πολλοί περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους στους κάμπους και στις ερημιές της Μικρασίας.

    Η αρχή της προσφυγιάς

    Αφού μάζεψαν τους άντρες, με άλλη διαταγή όλα τα γυναικόπαιδα μαζί με τους ηλικιωμένους έπρεπε να μαζευτούμε στις εκκλησίες και ιδίως στη μεγάλη εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένα πηγάδι. Οι φήμες λένε ότι έπεσαν μέσα για να γλιτώσουν το βιασμό από τους Τούρκους πολλές νέες. Η μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά και με μια σκεπασμένη εικόνα της Υπαπαντής, που δεν την αποχωρίστηκε σε όλες τις μέρες της δοκιμασίας, κρύβοντάς την κατά τις επιδρομές των Τσετών, μας μάζεψε σε μια γωνιά. Η δύσμοιρη, μονάχη, χωρίς τον νοικοκύρη της, χωρίς τον μεγάλο αδερφό, με τέσσερα παιδιά από έξι μηνών έως δώδεκα χρονών. Όλη τη νύχτα βαριαναστέναζε κι έκλαιγε σιωπηλά. Σαν σταματούσαν τα δάκρυα, ένωνε μαζί με τις άλλες γυναίκες και μανάδες τις προσευχές της. Έτσι ξενυχτήσαμε τα γυναικόπαιδα δυο βραδιές. Την άλλη μέρα, νηστικούς και πεινασμένους, μας ξεσήκωσαν για τον Τσεσμέ, όπως ήμασταν, χωρίς να πάρει κανείς τίποτα μαζί του. Πολλοί γυμνοί και ξυπόλητοι ξεκίνησαν. Οι μεγάλοι κατάλαβαν πως οδηγούμασταν στην προσφυγιά.

    Θυμάμαι που φεύγοντας για τον Τσεσμέ περάσαμε μπροστά από το σπίτι μας, που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Η πόρτα του ισογείου ήταν ανοιχτή. Η μάνα γύρισε και κοίταξε, θυμάμαι. Το ίδιο κι εγώ. Είδαμε το μαξούλι της χρονιάς, το σωρό της ψιλόροης σταφίδας που ήταν μαζεμένη εκεί μπροστά να την τσουβαλιάζουν οι Τούρκοι. Η μάνα δεν κρατήθηκε, κοντοστάθηκε, κοίταξε για μια στιγμή με πίκρα και για τελευταία φορά το σπίτι μας και συνέχισε ύστερα από την προσταγή του στρατιώτη που βάδιζε παράπλευρά μας. Τα δάκρυα την είχαν πνίξει. Θρήνος για τον χαμένο πατέρα, για τον αιχμάλωτο γιο, για ό,τι αφήναμε, σπίτι και πατρίδα.

    Ο δρόμος για τον Τσεσμέ και μετά στο άγνωστο

    Μαζεμένα πλάι της και πιασμένα από τη φούστα της, συνεχίσαμε, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο εκείνων των πρώτων ημερών του Σεπτέμβρη, το δρόμο για τον Τσεσμέ. Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άυπνοι, συντρίμμια, σερνόμασταν. Η μάνα δεν είχε αποχωριστεί από τις πρώτες μέρες της συμφοράς την κάπως μεγάλη εικόνα της Υπαπαντής που είχαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Την είχε σκεπάσει μ’ ένα τραπεζομάντιλο και τη φύλαγε όλες εκείνες τις μέρες, έχοντάς την κρυμμένη πότε εδώ και πότε εκεί. Την είχε σαν τα μάτια της. Όσο είχε την έγνοια για μας, άλλο τόσο και για την Παναγιά. Κι όσο ήμασταν στο σπίτι του παππού κι ύστερα στην εκκλησιά κλεισμένοι, δεν έδινε βάρος για τη φύλαξή της. Τώρα όμως στην πορεία, ήταν δύσκολο το έργο της μάνας. Είχε στην αγκαλιά το μωρό, τη μικρή μας αδελφούλα, μαζί και την εικόνα. Ο δρόμος μακρύς και η κούραση έλυνε τα γόνατα. Όταν πια είχε αποκάμει από την κούραση, κοντοστάθηκε. Δίνει στο πιο μεγάλο αδέρφι, τον Γιαννάκη μας, να κρατήσει για λίγο το μωρό κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκύβει και απιθώνει τη σκεπασμένη εικόνα στο πλαϊνό χαντάκι. Γονατίζει, σταυροκοπιέται και την ασπάζεται. Τη σκεπάζει όσο πιο καλά γίνεται κι ύστερα με δακρυσμένα μάτια, ολολύζοντας σα να ‘χε απέναντί της την ίδια την Παναγιά, μονολογάει: «Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή Εσένα». Ξανάκανε το σταυρό της, ξαναπήρε το μωρό στην αγκαλιά της και συνεχίσαμε το δρόμο.

    Ύστερα από μια κουραστική πορεία τριών και πλέον ωρών, διψασμένοι, κατάκοποι και με ματωμένα τα πόδια, φτάσαμε στον Τσεσμέ. Μας μάζεψαν στις εκκλησίες. Το δικό μας μπουλούκι το σπρώξανε στον πολιούχο του Τσεσμέ, τον Άγιο Χαράλαμπο. Εκεί που μας πήγαιναν, πριν μπούμε στην εκκλησιά, είδα χάμω στα βοτσαλάκια ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι μ’ ένα σταυρό ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του. Έσκυψα το πήρα και το έχωσα στην τσέπη μου. Ήταν μια ιερή σύνοψη. Θυμάμαι αργότερα στη Μυτιλήνη, σημείωσα στο τελευταίο λευκό φύλλο του: «Ιερό ενθύμιο των αλησμόνητων ημερών του διωγμού μας, 12 Σεπτεμβρίου 1922» και το όνομά μου από κάτω. Αυτό το μικρό ενθύμιο το έχω πάντα στη βιβλιοθήκη μου. Ξεφυλλίζοντάς το, να μπροστά μου μια-μια οι φοβερές κι αξέχαστες εκείνες ημέρες.

    Μυτιλήνη – Σάμος και η απαρηγόρητη μάνα

    Μα να, ύστερα από ένα ταξίδι μιας ημέρας, μας έβγαλαν σε μια προκυμαία. Ήμασταν στη Μυτιλήνη. Όλη την οικογένεια μας πήγαν σ’ ένα στάβλο. Θυμάμαι τις αγελάδες που ήταν αραδιασμένες και αναμασούσαν την τροφή τους. Όσο κι αν οι μεγάλοι ένοιωθαν άβολα, όμως η λύτρωση από τους Τσέτες ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση.

    Οι φοβερές νύχτες με τις θυμίσεις των Τσετών και οι μέρες αγωνίας

    Εκείνες τις πρώτες νύχτες ο ύπνος δεν μας έπαιρνε. Ήταν φοβερές, σαν να ξαναζούσαμε τα όσα μαρτύρια ζήσαμε πριν από λίγες μέρες. Η έντονη και έμμονη θύμησή τους μας έριχναν σε μια αβάσταχτη θλίψη που κορυφωνόταν με το ασίγαστο κλάμα της μάνας. Οι νύχτες ήταν φοβερές. Οι δυνατοί άνεμοι χτυπούσαν μέρα-νύχτα τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες και τα παραθύρια. Τις νύχτες ήταν που ολοζώντανες οι μνήμες ξανάφερναν μπροστά μας τους Τσέτες, τη δύστυχη γειτόνισσα με το μικρό της γιο, τους ξυλοδαρμούς του παππού, της γιαγιάς, της μάνας με το μωρό που θέλησαν να σφάξουν. Κάθε κτύπος στις πόρτες και στα παράθυρα απ’ τους αέρηδες μάς ανατάραζε όλους, μικρούς και μεγάλους. Σα να ήταν ν’ ανεβούν οι Τσέτες. Κατατρομαγμένα, ιδίως εμείς τα μικρά, ζαρώναμε το ένα πάνω στο άλλο. Όλα μα όλα όσα ζήσαμε, τα ξαναζούσαμε. Ήταν τόσο ζωντανές στη φαντασία μας όλες εκείνες οι σκηνές, οι βασανισμοί, ο βιασμός κι ο θρήνος, το αλαφιασμένο βλέμμα και τα δάκρυα του μικρού που τρέμοντας έπεσε στην αγκαλιά της πονεμένης μάνας του σαν γύρισε από τα χαλάσματα, η θέα της πρησμένης μέσα στο αμπάρι θείας Γιασεμής, το ματωμένο σεντόνι που σκέπαζε το θείο Τζώρτζη.

    Οι μέρες περνούσαν χωρίς να ξέρουμε πού θα εγκατασταθούμε και τι θ’ απογίνουμε. Τα λιγοστά τρόφιμα που μας χορηγούσαν και η ευσπλαχνία που έδειχναν οι Καρλοβασίτες, δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Πάσχιζαν ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα πηγαίνοντας στο Καρλόβασι να μάθουν τι μας μέλλεται, αν θα μέναμε, αν θα φεύγαμε πάλι και προς πού. Κι ακόμα αν μπορούσαν να δουλέψουν πουθενά για να συντηρηθούμε. Όμως ο τόπος ήταν μικρός και δουλειές δεν υπήρχαν. Έτσι στερημένα περνούσε εκείνος ο καιρός. Και σα να μην έφτανε η τόση δυστυχία μας, είχαμε γίνει και αντικείμενα περιέργειας. Κάθε τόσο μας έρχονταν περίεργοι επισκέπτες, ιδίως μερικοί νεαροί να δουν τους πρόσφυγες και πρώτα-πρώτα τις προσφυγοπούλες. Ανάμεσα στους επισκέπτες και κάποτε-κάποτε μερικοί που έρχονταν μας έφερναν ό,τι μπορούσαν για να μας βοηθήσουν.

    Μετά από δυο μήνες περίπου, παραχώρησε η Κοινότητα στην οικογένειά μας ένα δωμάτιο σ’ ένα ερειπωμένο κι ακατοίκητο σπίτι στον Όρμο, κοντά στη θάλασσα, για να κατοικήσουμε. Τον παππού κάπου εκεί στα πευκάκια. Μια ξυλένια σκάλα, ξεχαρβαλωμένη, ήταν ένας κίνδυνος για μας τα παιδιά. Έτσι η μάνα μας κρατούσε όσο μπορούσε στο δωμάτιο, και μόνο για τις ανάγκες μας μάς άφηνε να πάμε εκεί κοντά σ’ ένα χωράφι, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε.

    Οι δάσκαλοι θυμάμαι με είδαν με στοργή. Καλοί και πονετικοί για το προσφυγάκι. Και δεν άργησαν οι φιλίες που πράυναν και μαλάκωναν τον πόνο και την τόση δυστυχία. Όμως οι καημοί κι ο αβάσταχτος πόνος της μάνας, οι κάθε λογής στερήσεις, ήταν το καθημερινό βίωμα εκείνου του καιρού της προσφυγιάς. Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, να όψονται οι αίτιοι.

    Ο γυρισμός του Δημήτρη

    Κατά το τέλος του 1924, γύρισε από την αιχμαλωσία ο Δημήτρης μας. Ευτυχώς γύρισε γερός. Μέρες και νύχτες μάς ιστορούσε το τι πέρασε αυτός και χιλιάδες Μικρασιάτες αιχμάλωτοι. Η μάνα το πρώτο που τον ρώτησε, ήταν αν συνάντησε ή αν άκουσε τίποτα για τον πατέρα μας. Ο αδελφός μου γυρίζοντας από την αιχμαλωσία, περίμενε πως θα εύρισκε τον πατέρα μαζί μας. Ούτε είχε μάθει, ούτε είχε ακούσει τίποτε, γι’ αυτό και περίμενε να τον βρει μαζί μας. Τότε κατάλαβε πως εκείνες τις μέρες της επιδρομής των Τσετών χάθηκε, όπως χάθηκαν και τα αδέρφια του, οι θείοι μας, Γιάννης και Δημητρός…

    Κι άρχισε να μας διηγείται τις ατέλειωτες ιστορίες της φοβερής εκείνης αιχμαλωσίας. Τις ολοήμερες πορείες, το γδύσιμο από τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Το σχίσιμο, το γδάρσιμο των ποδιών, την αφόρητη καθημερινή πείνα και δίψα. Και κει στο δρόμο του Γολγοθά τους, κάθε τόσο κι αραίωνε η φάλαγγά τους από όσους έμεναν πίσω, που δεν τους ξανάβλεπαν. Η άφατη, η απέραντη αγωνία όταν ξεδιάλεγαν οι Τούρκοι χωρικοί όσους ήθελαν για να κορέσουν το μίσος τους, ήταν μια καθημερινή δοκιμασία που τους παρέλυε. Τα τσουβάλια, που ήταν το κοινό ρούχο όλων των αιχμαλώτων, γιομάτο από την ψείρα, κι από το χτύπημά τους με την πέτρα για να λυτρωθούν από το μαρτύριό της, είχε καταντήσει ένας σκληρός κετσές που σκέπαζε χειμώνα-καλοκαίρι το βασανισμένο κορμί. Το ξεθέωμα στους δρόμους, μέσα στο χιόνι το χειμώνα και κάτω από το λιοπύρι το καλοκαίρι, με το σπάσιμο της πέτρας για χαλίκι. Το ξεφόρτωμα από τα τραίνα των τσουβαλιών με λογής-λογής περιεχόμενο. Την καθημερινή εξάντληση κι από πάνω το μαστίγωμα για όσους έπεφταν λιπόθυμοι.

    Τα Τουρκιά στο Αξάρι, στο Ικόνιο, στο Αϊδίνι που μαζεύονταν στο πέρασμα των αιχμαλώτων κι ο καταβασανισμός τους με πετροβολητό, με φτυσίματα, με ξυλοδαρμούς, κι ακόμα οι σκοτωμοί εκεί στις ξέρες που τους τραβούσαν. Για τις αρρώστιες; Πως τους θέριζε η δυσεντερία κι ο τύφος. Πως όσοι αρρώσταιναν έμεναν στο δρόμο όπου τους αποτελείωναν. Για το μαρτύριο της δίψας μέσα στο κατακαλόκαιρο, που δεν τους άφηναν περνώντας από πηγές να πιουν νερό και πως τους άφηναν να πέφτουν στα βαλτονέρια κι ύστερα οι θανατεροί πόνοι της κοιλιάς, ο τύφος και στο τέλος ο μαρτυρικός θάνατος. Η καθημερινή πίκρα για το χάσιμο των συντρόφων που άφηναν το κουφάρι των για βορά στα όρνια και στα τσακάλια.

    Μία δίχρονη βασανιστική πορεία χωρίς καμιά προσωπικότητα, ένα ασκέρι μισόγυμνων βασανισμένων ανθρώπων. Κι ήταν θείο δώρο όταν Τούρκοι χωρικοί ξεδιάλεγαν όσους ήθελαν για να τους πάρουν για δουλείες και αγγαρείες. Κι όταν κάθε τόσο σταματούσαν τα κοπάδια αυτών των ανθρώπων που σέρνονταν χωρίς κανένα οίκτο για να σπάνε το χαλίκι, για να ξεφορτώνουν και να κουβαλούν φορτία ολόκληρα στις πλάτες, να, κατέφθαναν οι αχόρταγοι κανίβαλοι Τσέτες κι οι Εφέδες τους, εκεί στους υπαίθριους καταυλισμούς, περικύκλωναν τη φάλαγγα και ορμούσαν στο πανάθλιο πλήθος των αιχμαλώτων χριστιανών.

    Δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν, ήθελαν να βασανίσουν, ήθελαν ακόμα να εκτονωθούν πάνω στα βασανισμένα κορμιά, να κορέσουν τα πάθη των. Κι όσες γυναίκες έτυχε να συμπορεύονται με τους άνδρες των και τα παιδιά τους, αφού τις βίαζαν μπροστά τους, στο τέλος τις ξεκοίλιαζαν. Μέσα στις κοπριές των ζώων χωμένοι, προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα κορμιά τους.

    Ναι, διαβάζοντας ύστερα από χρόνια το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, ήταν σαν μία επανάληψη των όσων ο αδελφός μας εξιστορούσε εκείνες τις πρώτες μα και τις κατοπινές ημέρες. Σελίδες ολόκληρες δεν παράλλαζαν από τις αφηγήσεις του αδελφού. Στο τέλος κάθε αφήγησης η μάνα αναστέναζε κι ανέβαινε στα χείλη της το χιλιοειπωμένο: Ας όψονται οι αίτιοι.

    Σάμος – Αγρίνιο και ο χαμός του 14άχρονη αδελφού

    Όλα πια είχαν τελειώσει. Κι ο πατέρας ουσιαστικά χαμένος κι ο αδελφός κοντά μας, ευτυχώς γερός. Η προσφυγιά έχει τους δικούς της νόμους. Ν’ αποζητά ο ξεριζωμένος από τον πατρογονικό τόπο του να ριζοβολήσει για να ξαναστεριώσει με όσα δεινά κι αν πέρασε. Το πρόβλημα της επιβίωσης αμείλιχτο για μία οικογένεια με τέσσερα ανήλικα, χωρίς σπίτι, χωρίς κανένα πόρο, χωρίς γνωστούς και φίλους, ξένοι και πάρα πολλές φορές χωρίς καμία κατανόηση ή και συμπαράσταση σε αυτή τη δοκιμασία από τους συνανθρώπους τους.

    Γι’ αυτό κι η προσφυγιά μάς οδήγησε, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, σε άλλους τόπους. Κι ο μεγάλος αδελφός, που γύρισε από τη δίχρονη θανατερή πορεία ως τα βάθη της Μικρασίας, να τώρα, μοναδικός προστάτης της απορφανισμένης οικογένειάς μας.

    Έτσι αφήσαμε τη Σάμο. Μαζί με άλλες οικογένειες, ένα καραβάνι πάμπτωχο κι ορφανεμένο, με κατάληξη εκεί, στο Αγρίνιο, όπου, όπως έλεγαν, στις καπναποθήκες δούλευε πολύς κόσμος. Τον τελευταίο καιρό στο Καρλόβασι, το μεγαλύτερο από μένα αδελφάκι η μάνα το ‘χε βάλει σε μία οικογένεια σαν παραγιό. Το καημένο, αδύνατο όπως όλοι μας, δουλεύοντας μέρα-νύχτα στο σπίτι και στο καφενείο του αφεντικού για ένα πιάτο φαΐ, είχε καταντήσει φυματικό, χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Σ’ ένα χρόνο ύστερα από το φευγιό μας από τη Σάμο, η δύστυχη μάνα το πήρε και το πήγε στην Αθήνα, όπου το έβαλε για νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Ολομόναχη, χωρίς καμία βοήθεια, έμεινε κοντά του όσες μέρες έζησε. Η καλπάζουσα το είχε σακατέψει το άμοιρο. Μονάχη της του έκλεισε τα μάτια και ολομόναχη το ‘θαψε κάπου σ’ ένα νεκροταφείο της Αθήνας. Μονάχη της, χωρίς την παρηγοριά κανενός, το αγοράκι της, 14 μόλις χρονών. Η δύστυχη μάνα, τσακισμένη, γύρισε πάνω στο μήνα. Πού τη βρήκε εκείνη τη δύναμη να σταθεί ολόρθη για να μπορέσει να διαφεντέψει μια ορφανεμένη οικογένεια, να μεγαλώσει τρία ανήλικα, με μοναδική βοήθεια το μεροκάματο στην καπναποθήκη του μεγάλου αδελφού;

    Καινούργια ζωή… με τη θλιβερή επέτειο

    Ως εδώ τα παιδικά χρόνια. Μια καινούργια ζωή άρχιζε. Πικρή, πολύ πικρή η προσφυγιά. Η ορφάνια, η μεγάλη φτώχια, η στερημένη ζωή, σημάδευε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι μνήμες βαθιά ριζωμένες, ένα με την ύπαρξη των κατατρεγμένων προσφύγων. Η αναπόληση των όσων δεινών, ένα καθημερινό βίωμα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Μα και τα κατοπινά. Ένας ολόκληρος κόσμος, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες καταβασανισμένες οικογένειες ζούσαν την προσφυγιά, κατασπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, που όμως ταυτόχρονα πορεύονταν μιαν άλλη καινούργια ζωή.

    Και κάθε χρόνο, η θλιβερή επέτειος που φέρνει στο νου τις αναλλοίωτες φοβερές μνήμες, που ασίγαστες, άφθαρτες, πάντα ζωντανές, μας φέρνουν κοντά στα όσα έζησε εκεί, στην πανέμορφη Ιωνία, ένας ολόκληρος κόσμος.

    ………………………………..συγκλονιστικά αποσπάσματα από την εφημερίδα “Ποντιακή Γνώμη“.

    Σχόλιο από Mατσουκάτες | 26/02/2012

  7. […] ο σφαγέας των Ελλήνων Κεμάλ Ατατούρκ, πρώτος πρόεδρος της […]

    Πίνγκμπακ από ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ – 13 ΜΕ 19 ΜΑΪΟΥ « ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ | 17/05/2012

  8. […] -Κεμάλ Ατατούρκ, ο δολοφόνος! […]

    Πίνγκμπακ από -Αλήτη Μικαλολιάκο: ‘Κάτω τα χέρια από Πόντο και Μικρά Ασία” « Πόντος και Αριστερά | 12/06/2012

  9. […] οι συμμορίτες, με κορυφαίους τους Νεότουρκους και τον Ατατούρκ,  υπήρξαν οι δημιουργοί της σύγχρονης εθνικιστικής […]

    Πίνγκμπακ από -Mπράβο Ταγίπ… « Πόντος και Αριστερά | 04/09/2013

  10. […] -Κεμάλ Ατατούρκ, ο δολοφόνος! […]

    Πίνγκμπακ από -Tα κείμενά μας για τη Μικρασιατική Καταστροφή « Πόντος και Αριστερά | 13/09/2013


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: