Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-O Δημήτρης Γληνός για το 1908

Ο τρόπος που η Ελλάδα, η διανόησή της αλλά και η Αριστερά συνέλαβε τα ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με την περίοδο μετάβασης από την πολυεθνική ισλαμική Οθωμανική Αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη (1908-1923), αποτελεί μνημείο παρανόησης και κατασκευής μιας ψευδούς πραγματικότητας.

H κληρονομιά αυτή μας ταλανίζει έως σήμερα και μας εμποδίζει να τοποθετηθούμε σοβαρά απέναντι στην Ιστορία, αλλά και σε σημερινά γεγονότα.

Για παράδειγμα, η αμηχανία που βιώθηκε από την πρόσφατη αναγνώριση της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το σουηδικό κοινοβούλιο και οδήγησε σε μια υποτίμηση του γεγονότος από τα ελλαδικά ΜΜΕ -με κεντρική καθοδήγηση υποψιαζόμαστε, των ερμηνειών Κωστόπουλου βοηθούντων- μπορεί να ερμηνευτεί  μόνο με την προσέγγιση που προτείνουμε.

Προσπαθώντας να προβάλουμε τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να ξεκαθαρίσουν το νου και να οξύνουν τα νεοελληνικά μας κριτήρια, αναδημοσιεύουμε από το βιβλίο «Αριστερά και Ανατολικό Ζητημα« δύο χρήσιμα  κείμενο του Δημήτη Γληνού για το εθνικιστικό πραξικόπημα των Νεότουρκων  το 1908.  Είχαμε δημοσιεύσει κατ’ αρχάς το αντίστοιχο κείμενο του Γεωργίου Σκληρού.

Η προσέγγιση των Γληνού και Σκληρού ταυτίζεται με την ανάλυση της Ρόζας Λούξεμπουργκ για το Ανατολικό Ζήτημα.… και βρίσκεται στον αντίποδα της πολιτικής που διαμόρφωσε τις σύγχρονες νεοελληνικές ιδεοληψίες για το τι συνέβη πραγματικά στην Ανατολή. Ενδιαφέρον είχε μια πρόσφατη συζήτηση για τηντεράστια διαφορά αντίληψης μεταξύ των  Μικρασιατών σοσιαλιστών και των Βαλκάνιων εθνικιστών….

Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΙΣ  ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΑΥΤΗΣ
του Δημήτρη Γληνού

Κατά τας ημέρας ταύτας συμπληρούται έτος, αφ’ ότου η Τουρκία εσώθη από το
χείλος του βαράθρου. Όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί τόσον ήσαν βαθέως ποτισμένοι
από την προσδοκίαν του προσεχούς θανάτου του ανιάτου αυτού ασθενούς, ώστε
έμειναν έκπληκτοι προ των εν Τουρκία εκτυλιχθέντων γεγονότων. Αντιθέτως προς
ό,τι συμβαίνει εν Ρωσσία, όπου η κοχλάζουσα αστική και κοινωνιστική
επανάστασις από μακρού παλαίουσα τον λυσσώδη αγώνα έχει πλημμυρίση τας
φιλελευθέρας χώρας της Ευρώπης από πολιτικούς φυγάδας και όχι μόνον έχει
αποκρυσταλλώση την ιδεολογίαν της εις έργα σοβαρά, πολεμικά και
επιστημονικά, αλλά και έχει περιβληθή την αίγλην του ηρωϊσμού δια της
ποιήσεως και της τέχνης, δια την Τουρκίαν σχεδόν ουδείς επερίμενε τόσον
ταχείαν και τόσον αποτελεσματικήν την μεταπολίτευσιν. Οι εκ Τουρκίας
πολιτικοί φυγάδες εθεωρούντο μάλλον ως προσωπικώς δυσηρεστημένοι είτε με τον
Σουλτάνον, είτε με την περί αυτόν σπείραν, η οποία ήθελεν όλην την λείαν δια
τον εαυτόν της. Και όμως το απροσδόκητον συνετελέσθη υπό συνθήκας
εξαιρετικάς και πρωτοτύπους. Η επανάστασις προήλθεν από του στρατού και
εξενίκησε δια του στρατού, η δε μεταπολίτευσις, απειληθείσα και κινδυνεύσασα
να καταρρεύση δια της στρατιωτικής αντεπαναστάσεως του παρελθόντος Απριλίου,
επανήλθε κραταιοτέρα δια της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό του
επαναστατικού στρατού, και μέχρι σήμερον η νέα τάξις των πραγμάτων
στηρίζεται κατά πολύ ακόμη επί στρατοκρατίας. Το ιδιαίτερον τούτο
χαρακτηριστικόν της τουρκικής επαναστάσεως θα λάβωμεν αφορμήν να το
εξηγήσωμεν κατωτέρω.

Η μεταπολίτευσις αύτη, η τόσον σημαντική δια την ιστορίαν της ανατολικής
Ευρώπης, η παρομοιωθείσα ήδη κατά την σημασίαν της προς νέαν κατάκτησιν της
Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων
, η δίδουσα νέαν μορφήν εις το ανατολικόν
ζήτημα, και την οποίαν, πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι δεν περιελάμβανον εις
τους υπολογισμούς των, ως κατά τοιούτον τρόπον μέλλουσαν να συμβή, οι
μελετηταί των πραγμάτων της Ανατολής και οι διπλωμάται της Ευρώπης, δεν  εξετιμήθη ακόμη εν όλη τη σοβαρότητί της. Και δεν εξετιμήθη ακόμη, καθώς θα
ίδωμεν, κατά τον δέοντα τρόπων υπό εκείνων, οίτινες είχον και έχουσι το
αμεσώτατον και σπουδαιότατον συμφέρον εις το να εκτιμήσουν αυτήν καθ’ όλην
την έκτασίν της, να προΐδουν τας συνεπείας της, να ερευνήσουν μεθ’ όλης της
δυνατής σοβαρότητος την νέαν κατάστασιν και τας νέας συνθήκας, τας οποίας
εδημιούργησεν αύτη. Διότι υπάρχουν λαοί τινες, ους συνδέουν προς την
μεταπολίτευσιν αυτήν ζητήματα ζωής ή θανάτου. Η παρούσα μελέτη, ήτις θέλει να δώσει νύξιν τινά προς τοιαύτην έρευναν, θα παρακολουθήση κυρίως τα  ιστορικά γεγονότα και επί τη βάσει αυτών θα προσπαθήση να συναγάγη μερικά  συμπεράσματα.

Όσοι κατά τας πρώτας ημέρας της ανακηρύξεως του συντάγματος ευρίσκοντο εν
Τουρκία και μάλιστα εν τινι των μεγαλειτέρων πόλεων, θα ενθυμώνται ακόμη την
φρενίτιδα εκείνην, ήτις κατείχε τα πλήθη, τον αδιάπτωτον ενθουσιασμόν, τας
αλλεπαλλήλους και απειροπληθείς διαδηλώσεις, τα φωταγωγήσεις, τας υπαιθρίους
ατελευτήτoυς ρητορικάς προσφωνήσεις. Και όλης αυτής της ταραχώδους και
ωκεανείου συναυλίας μία ήτο η νότα. Συναδέλφωσις των λαών. Τα από αιώνων
τείχη, τα χωρίζοντα τους συνοίκους λαούς, κατέπιπτον εν αλαλαγμοίς και
τυμπάνοις. Δεν υπάρχουν Έλληνες, δεν υπάρχουν Αρμένιοι, Σλαύοι, Εβραίοι,
υποδουλωμένοι και ταπεινοί, άπιστοι Γκιαούρ. Νέος αιών. Πάντες ίσοι, πάντες
ελεύθεροι, πάντες πολίται ισότιμοι με τα ίδια δικαιώματα, με τα ίδια
καθήκοντα. Χοτζάδες ενηγκαλίζοντο Μητροπολίτας, αξιωματικοί ησπάζοντο την
δεξιάν του Πατριάρχου, στρατιώται επαναστάται παρήλαυνον έχοντες εφ’ όπλου
λόγχην προ των μητροπόλεων και δια μέσου των χριστιανικών συνοικιών
ραινόμενοι δι’ ανθέων και χαιρετιζόμενοι ως ελευθερωταί· αξιωματικοί Τούρκοι
εθεάθησαν πάλλοντες δια τη μιας χειρός την τουρκικήν σημαίαν και δια της
ετέρας την ελληνικήν εις ένδειξιν συναδελφώσεως και εξαλείψεως των
προαιωνίων παθών. Και αληθώς υπήρξαν στιγμαί κατά τας οποίας πάντες
εβαυκαλίσθησαν από γλυκέα όνειρα. Τι νέα Εδέμ λαών η Τουρκία, όπου πάντες
πλέον πεπολιτισμένοι, ευγενέστατοι προς αλλήλους, εν αμοιβαία αμίλλη εις τα
έργα της προόδου και του πολιτισμού, θα έζων ευτυχείς και θα παρουσίαζον και
εις την έκπληκτον γηραιάν Ευρώπην το νέον ιστορικόν όραμα! Τις η ανάγκη
πλέον εξοπλισμών; Τις η ανάγκη πλέον η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το
Μαυροβούνιον να δαπανώσι χρήματα δια στρατούς και στόλους; Συναδέλφωσις μετά
των Τούρκων και εντός και εκτός. Ταύτα έλεγον οι ενθουσιώδεις κοσμοπολίται
των υπαιθρίων καφενείων εν Τουρκία, ίσως και αλλού. Τόσον λησμονούν οι
άνθρωποι εις στιγμάς ευκόλου ενθουσιασμού τους σκληρούς και αμειλίκτους
νόμους της ζωής και της ιστορίας.

Δεν είχεν ακόμη σβύση η τελευταία ηχώ των ζητωκραυγών τούτων και των
ρητορευμάτων και δεν είχον ακόμη ξηρανθή τα δάκρυα των συγκινητικών
εναγκαλισμάτων, όταν νέα βοή, βοή απειλών και αντεγκλήσεων, οιμωγής και
οδύνης, βοή απελπισμού ηκούσθη πανταχόθεν της Τουρκίας.

Διωκόμεθα,
απειλούμεθα, καταπιεζόμενα, εκβιαζόμεθα, σφαζόμεθα, ηκούσθη από τους τόπους
των χθεσινών συναδελφώσεων. Εις τα παράλια καθώς και εις τα βάθη της Μικράς
Ασίας, εις την Μακεδονίας, εις την Θράκην, εις την Ήπειρον, εις τας νήσους
του Αρχιπελάγους άρχεται ο διωγμός
. Παντού όπου ευρίσκεται αντιμέτωπος ο
Χριστιανός προς τον Μωαμεθανόν αισθάνονται παραδόξως, ότι ακριβώς τώρα
περισσότερον ή πρότερον, με όλην την καλήν θέλησιν και τα καλάς προσδοκίας,
βαθύ χάσμα τους χωρίζει.

Κατ’ αρχάς παρεκτρέπονται σποραδικώς ολίγοι Τούρκοι εκ των φανατικωτέρων, ο
στρατός, τα όργανα της τάξεως πυροβολούσιν εξ ελαχίστων αφορμών κατά των
αόπλων Χριστιανών, οι υπάλληλοι, ανακριταί, δικασταί, πάντες Μωαμεθανοί,
μεροληπτούν αναφανδόν, οι νομάρχαι διαβιβάζουν εις το υπουργείον ψευδείς
εκθέσεις, οι υπουργοί άνευ πολών περιστροφών ρίπτουν το άδικον εις τους
skliros3.jpgΧριστιανούς. Εις τα Άδανα σφάζονται υπό αγρίου τουρκικού όχλου εικοσιπέντε
χιλιάδες άνθρωποι, και διαρπάζονται αι περιουσίαι των και εξαφανίζονται
ολόκληροι πόλεις. Το πράγμα αποδίδεται εις τον απολυταρχικόν δήθεν όχλον, ο
οποίος αξιόλογα δύναται αύριον να σφάξη ως όχλος σωβινιστής και
συνταγματικός, και όμως τα στρατοδικεία των Νεοτούρκων αναζητούν επιμόνως
τους υπευθύνους μεταξύ των θυμάτων, προς το θεαθήναι τιμωρούσι και τινας εκ
των σφαγέων και διατυμπανίζουν τηλεγραφικώς εις τα πέρατα του κόσμου, ότι
παρέπεμψαν εις δίκην τον διοικητήν των Αδάνων και τινας προκρίτους δια να
ρίψουν στάχτην εις τα μάτια των φιλανθρώπων της Δύσεως. Ο στρατός φονεύει
και η Κυβέρνησις κηρύττει τον στρατιωτικόν νόμον, επί τη ευκαιρία ταύτη
καταργεί τα δίκαια των Χριστιανών και ενώ επιτρέπει να περιέρχωνται  εις τα
αγοράς όλων των πόλεων και χωρίων της Ανατολής ωπλισμένοι μέχρις οδόντων οι
Μωαμεθανοί χωρικοί και ζεϊμπέκοι και μπασιμπουζούκοι και ενώ εν τη ευρωπαϊκή
Τουρκία η κυβέρνησις ώπλισε τους Μουσουλμάνους εκ των στρατιωτικών της
αποθηκών, αφαιρεί τα ολίγα όπλα των Χριστιανών, ετοιμάζουσα ούτω δια
μέλλουσαν κατάλληλον στιγμήν τα θύματά  της.
Και τέλος επισήμως υβρίζεται
και απειλείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης και όλον το Ελληνικόν έθνος υπό του
εν Κωνσταντινουπόλει δικτατορεύοντος Σεφκέτ.

Ηρχίσαμεν επίτηδες την έρευνάν μας από της σπουδαιοτάτης ταύτης τροπής των
πραγμάτων. Τας εξωτερικάς συνεπείας της μεταπολιτεύσως, την νέαν θέσιν της
Τουρκίας απέναντι της Ευρώπης, την στάσιν της εν τοις εξωτερικοίς ζητήμασι
και προ πάντων εν των Κρητικώ θα λάβωμεν αφορμήν να θίξωμεν κατωτέρω, μόλις
ανεύρωμεν τα γενετικά αίτια και τον αληθή χαρακτήρα της σημαντικωτάτης
εκείνης εσωτερικής αντιφάσεως. Πρώτον ποία είνε τα αίτια της τόσον αποτόμου
και ανηλεούς διαψεύσεως τόσων επαγγελιών; Τι έγιναν αι συναδελφώσεις, τα
όνειρα της ειρηνικής συνεργασίας, της δικαιοσύνης, της απολύτου ισότητος; Τι
έγιναν αι μεγάλαι λέξεις αι αντληθήσαι από των αναμνήσεων της γαλλικής
επαναστάσεως; Δεύτερον είνε άρα γε το φαινόμενον τούτο παροδικόν, πρόκειται
περί στιγμιαίων παρεξηγήσεων, αίτινες αργά ή γρήγορα θα λείψουν και θα
πραγματοποιηθώσιν ούτω αι ωραίαι επαγγελίαι ή περί άλλου τινός;

Οι τόσον κακώς εξυπνήσαντες από τα γλυκέα των όνειρα Χριστιανοί της Τουρκίας
προέβαλον εις εαυτούς τα ερωτήματα ταύτα και εζήτησαν εξήγησιν των
απροσδοκήτων συμβαμάτων. Κατ’ αρχάς ήρξαντο νομίζοντες, ότι ο τάδε αστυνόμος
πταίει, είτα ότι ο τάδε αξιωματικός παρεσύρθη, ότι ο τάδε νομάρχης εμπνέεται
υπό κακών διαθέσεων, είτα ότι ο τάδε υπουργός είνε από το παλαιόν σκαρί και
δεν εννοεί την νέαν κατάστασιν. Αλλ’ εφ’ όσον ο διωγμός εγενικεύετο και
επεδεινούτο, ήρξατο να πταίη το κομιτάτον ή γενικώς οι Νεότουρκοι και τέλος
τα εξωτερικά ζητήματα. Και εφ’ όσον μεν προσεβάλλοντο οι Βούλγαροι ή
επολεμούντο εμπορικώς οι Αυστριακοί, ένεκα των εξωτερικών προστριβών των
προς την Τουρκίαν, οι άλλοι Χριστιανοί, και ιδία οι Έλληνες, εχειροκρότουν
δια τα συμβαίνοντα, όταν δε ήλθεν η ιδική των σειρά ήρξαντο ποιούμενοι
εκκλήσεις εις την σωφροσύνην των Νεοτούρκων, οίτινες τόσον τυφλώττουν, ώστε
να μη βλέπουν, ότι άλλοι είνε οι φυσικοί εχθροί των, και επομένως εκείνους
πρέπει να καταδιώκουν. Αλλά οι ασύνετοι Τούρκοι ουδεμίαν φαίνεται να δίδουν
προσοχήν εις τας αγαθάς συμβουλάς, τας πηγαζούσας από της πρωτοτύπου ταύτης
ultimae rationis, ήτις απεδείχθη και θα αποδειχθή τόσον ανωφελής όσον είνε
και ανόητος.

Ανακεφαλαιούντες λοιπόν το πρώτον κύριον σημείον της ερεύνης, ορίζομεν το
πρόβλημα ως εξής. Η τουρκική μεταπολίτευσις εκηρύχθη εν ονόματι της ισότητος
και αδελφότητος πάντων των εν Τουρκία οικούντων λαών, Τούρκων, Ελλήνων,
Αρμενίων, Αράβων, Αλβανών, Βουλγάρων, Σέρβων, Εβραίων. Οι Τούρκοι οι
κατέχοντες πάσας απολύτως τας εξουσίας εν Τουρκία, ου μόνον ουδέν έπραξαν
προς επιτυχίαν της ισότητος και αδελφότητος, αλλ’ ευθύς μεν από των πρώτων
ημερών προσεπάθησαν να καταπνίξωσι δια των μάλλον αυθαιρέτων εκλογικών
παρανομιών πάσαν εκδήλωσιν της αληθούς καταστάσεως των πραγμάτων, δηλαδή της
αριθμητικής σχέσεως των λαών, επεβουλεύθησαν δε τα αστικά δίκαια των
εθνικοτήτων, μεταχειρισθέντες παν μέσον προς ταπείνωσιν του φρονήματος ιδία
των Ελλήνων, προς εξαφάνισιν της εθνικής των συνειδήσεως, απειλούντες
επισήμως και ανεπισήμως, υβρίζοντες, εκβιάζοντες, κηρύσσοντες άνευ σοβαρών
λόγων τον στρατιωτικόν νόμον, φονεύοντες τέλος και τρομοκρατούντες. Μετά
δυσκολίας και υπεκφυγών ανεγνώρισαν το στοιχειώδες δικαίωμα των λαών τούτων,
το δικαίωμα του φέρειν όπλα και ασκείσθαι στρατιωτικώς. Εις παν παράπονον
Ελλήνων ή άλλων Χριστιανών απαντώσι στερεοτύπως, ότι αυτοί ουδεμίαν πλέον
ποιούνται διάκρισιν, ότι δεν υπάρχουν πλέον Έλληνες, Αρμένιοι, Τούρκοι
κ.λ.π. αλλά πάντες αποτελούσιν εν Έθνος, είνε Οθωμανοί, άρα ίσοι. Συγχρόνως
δε κηρύττουσιν εις την Ευρώπην, ότι ο μόνος σκοπός των είνε να
δημιουργήσωσιν έθνος μέγα, ενιαίον και ισχυρόν κατά το παράδειγμα των
δυτικών λαών. Ούτως ώστε αυτοί οι Τούρκοι θέτουν σαφώς το ζήτημα, και τα
γεγονότα μόνα των μας δίδουν τον αληθή χαρακτηρισμόν των.

Δεν πρόκειται ούτε περί προσωπικών παθών και εξάψεων, ούτε περί τοπικών
συγκρούσεων, ούτε περί γνωμών υπουργικών, ούτε περί παροδικού φανατισμού,
ούτε περί εξερεθισμού προελθόντος εκ του Κρητικού ζητήματος. Τουναντίον
πρόκειται περί συστηματικής και ωργανωμένης εκτελέσεως ενός προγράμματος. Ο
διωγμός των μη Τούρκων και ιδία των Ελλήνων είνε φαινόμενον ουσιαστικόν της
νέας θέσεως των πραγμάτων, είνε η διαγώνιος της νέας εσωτερικής πολιτικής εν
Τουρκία, η δε σωβινιστική παραφορά κατά της ελευθέρας Ελλάδος, ην κατέλαβον
ως μωράν παρθένον, αδύνατον και απαράσκευον, και ο φανατισμός των εν τω
Κρητικώ ζητήματι και η καθ’ όλου διαγωγή των κατά των ελευθέρων Ελλήνων, δεν
είναι αφορμή του εσωτερικού διωγμού των Οθωμανών Ελλήνων αλλά φαινόμενον
παράλληλον και συναφές προς εκείνο εν τη εξωτερική πολιτική και μάλλον
αντίκτυπος εσωτερικών σχέσεων και υπολογισμών.

Πως συμβιβάζονται λοιπόν αφ’ ενός μεν η συναδέλφωσις και ισότης, αφ’ ετέρου
δε η επιβουλή κατά των πολυτιμοτέρων αγαθών των εν Τουρκία εθνικοτήτων και η
τάσις προς ταπείνωσιν αυτών;

Είνε προφανώς, ότι, λέγοντες ισότητα και αδελφότητα, ή δεν ενόουν την
σημασίαν των λεγομένων, ή ήθελον οι Νεότουρκοι να παρασύρωσι τας εθνικότητας
προς το μέρος των κατά τας κρισίμους στιγμάς της επαναστάσεως, ή ωμίλουν μεν
ειλικρινώς, αλλ’ άλλα μεν ενόουν αυτοί δια των λέξεων τούτων, άλλα δε όλοι
οι άλλοι λαοί. Την λύσιν του προβλήματος τούτου θα εύρωμεν ασφαλώς, αν
προσπαθήσωμεν να εννοήσωμεν πρώτον μεν τον αληθή χαρακτήρα της τουρκικής
επαναστάσεως, δεύτερον την θέσιν των εθνικοτήτων εν γένει εν Τουρκία και την
σχέσιν των προς τους Τούρκους, τρίτον δε τας πιθανωτάτας ή μάλλον
αναποφεύκτους συνεπείας της θέσεως ταύτης επί τη βάσει των μέχρι τούδε
δεδομένων της εξελίξεως εν τη παγκοσμίω ιστορία.

Η τουρκική επανάστασις, ήτις παρ’ όλας τας περιπετείας της δύναται να
θεωρηθή σήμερον ως νικηφόρος και τελείως επιτυχούσα, ει και ένεκα τοπικών
λόγων, ους θα εξηγήσωμεν, παρουσιάζει ιδιαίτερά τινα χαρακτηριστικά και
επομένως δεν μας δίδει καθαρόν τον τύπον των εν Αγγλία, Γαλλία, Ελλάδι,
Γερμανία, Ιταλία, Αυστρία, Ρωσσία κ.τ.λ. διεξαχθείσων  επαναστάσεων, δύναται
να χαρακτηρισθή ως η τελευταία εκ των αστικών επαναστάσεων της Ευρώπης. Το
μέγα εκείνο και ακατάσχετον ρεύμα της κατακτήσεως των ελευθεριών του
ανθρώπου, όπερ ήρξατο από της Αγγλίας και κατ’ αρχάς μεν βραδέως, από δε της
γαλλικής επαναστάσεως και εξής ταχύτερον και ορμητικώτερον διήλασε την
Ευρώπην από δυσμών προς ανατολάς, έφθασε τέλος και εις την Τουρκίαν. Ο
τουρκικός λαός, ένεκα της μεγάλης διαφοράς της ιδεολογίας του από των της
δυτικής Ευρώπης, ένεκα του αφ’ ενός μεν εντελώς γεωργικού, αφ’ ετέρου δε
στρατιωτικού χαρακτήρος του και της ελάχιστα εμπορικής και βιομηχανικής και
ναυτικής επιχειρηματικότητός του, ήτο ο μάλλον δυσπρόσιτος εις τα ιδέας των
αστικών ελευθεριών.

Μολονότι δε δεν είχε κληρονομικήν ευγένειαν, ήτο λαός μοναρχικός και
φεουδαλικός. Εν τούτοις οι νόμοι της ιστορικής εξελίξεως είνε τόσον ισχυροί
και αμείλικτοι, ώστε ουδείς φραγμός δύναται να τεθή προ αυτών. Εν πρώτοις
εντός του τουρκικού κράτους και εις τα μάλλον επίκαιρα σημεία ήσαν
εγκατεστημέναι αι μη μουσουλμανικαί εθνότητες,, και κυρίως οι Έλληνες. Οι
Έλληνες, υπό τον ζυγόν της δουλείας περισώσαντες ελευθέραν την ιδεολογίαν
των, κατ’ αρχάς εν τη εκκλησία μόνον, είτα δε μετά της εμπορικής και
ναυτικής των αναπτύξεως επεκτείναντες αυτήν δια των καθαρώς αστικών
κοινοτικών των θεσμών εις όλας τας εκδηλώσεις του πολιτισμού, παιδείαν,
τύπον, κοινωνικήν πρόνοιαν δια νοσοκομείων, ορφανοτροφείων, βρεφοκομείων και
άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων , ήσαν και είνε μέχρι του παρόντος το μάλλον
προηγμένον υπό κοινωνικήν έποψιν στοιχείον εν Τουρκία
[1].

Οι Έλληνες, εκτός ολίγων, και οι άλλοι Χριστιανοί ήσαν καθαρώς αστοί εν μέσω
των φεουδάλων Τούρκων
.

Δεύτερον ήρξατο να μορφώνηται, βραδέως μεν, αλλά ουσιαστικώς τουρκική αστική
τάξις. Πολλοί εκ των Τούρκων έπαυσαν να είνε ή δουλοπάροικοι ή τσιφλικάδες
μπέηδες ή βασιβουζούκοι αξιωματικοί ή γραφειοκράται και καταχρασταί
υπάλληλοι του κράτους. Ήρξαντο να επιδίδωνται και εις το εμπόριον, να
γίνωνται επιστήμονες, να σπουδάζωσι και εν Ευρώπη, να έρχωνται εις
αμεσωτέραν οικονομικήν και πνευματικήν επικοινωνίαν και προς τα άλλας
εθνικότητας και προς τους λαούς της δυτικής Ευρώπης.

Εις την βαθμιαίαν ταύτην διαμόρφωσιν αστικής τάξεως και ιδεολογίας αντετάχθη
υπό της φαύλης μοναρχικής σπείρας η δεινοτάτη καταπίεσις και τρομοκρατία.
Κατά την τελευεταίαν τριακονταετίαν οι Τούρκοι υπήρξαν κυρίως τα αγωνιώδη
θύματα της τυραννίας ταύτης. Λογοκρισία απεριόριστος και αυθαιρετωτάτη,
πνευματική δουλεία καταπνικτική, κατασκοπεία, ωτακουστία, δολιότης,
αισχρότης και προδοσία, πανταχού παρούσα, ενέσπειρον εις τα ψυχάς παγερόν
τρόμον, όστις παρέλυε τα πάντα. Η κακοήθεια, η μοχθηρία, τα άγρια τυραννικά
ένστικτα ενισχύοντο εις τα ψυχάς των κακών, η ακολασία και ο οργιασμός ήσαν
των προδοτών αι ανταμοιβαί, των ηθικώς αυτοκτονούντων το καταφύγιον της
λήθης. Όστις δεν ήτο κακός, προδότης μέχρι πατροκτονίας, ακόλαστος και
τύραννος, έπρεπε να είνε δουλοπρεπής, κόλαξ, κρυψίνους. Η τρομακτική και
θανατηφόρος σκιά του ψοφοδεούς μονομανούς τού Γιλδίζ εβάρυνεν ως εφιάλτης τα
στήθη των ανθρώπων. Αλλ’ ακριβώς αυτή υπερβολή ενέκλειε τα στοιχεία του
ολέθρου της.

Εγράφη ήδη, ότι ο Αβδούλ Χαμίτ, διανοηθείς, ότι δύναται να στρέψη προς τα
οπίσω τον τροχόν της ιστορίας κατασυνετρίβη υπ’ αυτού. Η πτώσις του
απέδειξεν άπαξ έτι, ότι η δύναμις των ιδεών, ων αι ρίζαι ευρίσκονται εν τη
εξελίξει των πραγμάτων, είνε ανωτέρα πάσης βίας, πάσης τυραννίας, παντός
δεσμού, πάσης τρομοκρατίας. Ο Χαμίτ, ως πάντες οι τύραννοι, καίτοι εξετίμα
την κρυψίνοιαν, την δολιότητα και το χρήμα, ως τας ισχυροτάτας δυνάμεις της
τυραννίας, ήθελε, βιαζόμενος και υπό των εξωτερικών πραγμάτων, να έχη ως
όργανον εις χείρας του στρατόν ισχυρόν. Δια το σκοπόν τούτον έκαμεν αληθείς
θυσίας. Αλλ’ ακριβώς εις αυτό το σημείον τον εξεδικήθησαν αι καταδιωκόμεναι
ιδέαι κατά τον σκληρότερον τρόπον. Αυτός έθρεψε τον όφιν εις τους κόλπους
του. Οι τετρακόσιοι ή πεντακόσιοι αξιιωματικοί, οίτινες κατά τας τελευταίας
δεκαετίας εξεπαιδεύθησαν εν Ευρώπη, επανερχόμενοι εις Τουρκίαν, έφερον τα
σπέρματα της ελευθέρας προσωπικότητος, τας ιδέας περί πατρίδος, ελευθερίας,
δικαιοσύνης, τας οποία εποτίζοντο εκεί. Εν τη πατρίδι των και εν αυτώ τω
στρατώ έβλεπον τιμωμένην της δουλοπρέπειαν, προαγομένους και κατέχοντας τους
υψίστους βαθμούς αμαθεστάτους και αισχρούς προδότας και αυλοκόλακας, έβλεπον
αισχροκερδούντας, τυραννούντας, ακολασταίνοντας τους κατασκόπους του
παλατιού. Ούτε δικαία προαγωγή, ούτε εκτίμησις  των προσφερομένων εις την
πατρίδα θυσιών. Μέτρον της αξίας εκάστου η προθυμία του εις το να προδίδη
και αυτούς τους στενωτάτους συγγενείς του εις την αυλικήν συμμορίαν. Ή
έπρεπε και ούτοι να προσαρμοσθώσιν εις το περιβάλλον τούτο ή το μέλλον ήτο
κλειστόν δι’ αυτούς, η ταπείνωσις της προσωπικότητός των θα ήτο η μόνη
αμοιβή της αρετής των και αυτή η ζωή των δεν ήτο ασφαλής.

Και εις ταύτα προσετίθετο το δεινότατον πάντων, η βαθμιαία κατάρρευσις της
πατρίδος των. Εντός τριακονταετίας εστερήθησαν τα επτά δέκατα των ευρωπαϊκών
των κτήσεων, τα νέα κράτη ηπείλουν εξωτερικώς και ετάρασσον εσωτερικώς την
πατρίδα των.  Πανταχόθεν ήκουον, ότι η Τουρκία είνε επιθανάτιον φθισιών
σώμα, όπερ σώζει ακόμη μόνον η αντιζηλία των Μεγάλων Δυνάμενων και μάλιστα
της Αγγλίας και Ρωσσίας. Και καθ’ ην στιγμήν όλη η αγανάκτησις είχε κορυφωθή
εις την ψυχή των, επέρχεται η συνέντευξις της Ρεβάλ, δηλαδή η συνεννόησις
των προαιωνίων αντιζήλων του ανατολικού ζητήματος, η απώλεια της Μακεδονίας
και ίσως όλης της Ευρωπαϊκής Τουρκίας. Τότε εξερράγη πλέον το ηφαίστειον και
ο στρατός, ο κατά κανόνα μέχρι σήμερον διατελέσας όργανον της τυραννίας εν
Τουρκία, εγένετο ο ελευθερωτής, ο φορεύς των αστικών ελευθεριών. Ό,τι
κατώρθωσαν αλλαχού αι λαϊκαί επαναστάσεις, αι διαδηλώσεις, τα οδοφράγματα,
αι εθνοσυνελεύσεις, οι πολιτικοί σύλλογοι, οι λαϊκοί ελευθερωταί, το
κατώρθωσαν εδώ παθητικώς μεν τα χριστιανικά αστικά στοιχεία, ενεργητικώς δε
μόνον ο στρατός. Η δε έλλειψις κληρονομικής τάξεως ευγενών και η δειλία και
η υπουλότης του Χαμίτ, όστις ενόμιζεν, ότι, εάν αποφύγη την άμεσον
αντίστασιν, θα δυνηθή κατόπιν εκ του ασφαλούς να βάλη επιτηδείως την
τρικλοποδιάν εις τα επαναστατικά στοιχεία, όπως και απεπειράθη να το πράξη
αποτυχών και καταστραφείς, εξηγούσι την ταχείαν και αναίμακτον επιτυχίαν της
πρώτης επαναστάσεως. Ούτω λοιπόν έχομεν αφ’ ενός μεν την εξήγησιν όλων των
ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της τουρκικής μεταπολιτεύσεως, αφ’ ετέρου δε τον
αληθινόν χαρακτήρα της. Η τουρκική επανάστασις είνε καθαρώς αστική και
σήμερον κυριαρχεί εν Τουρκία τουρκική αστική τάξις. Τούτου δοθέντος, έχομεν
να εξετάσωμεν επί τη βάσει της μέχρι τούδε εξελίξεως των αστικών κρατών της
Ευρώπης, οποία η πορεία της οργανώσεως των κρατών τούτων, ποία είνε τα
αποτελέσματα των αστικών ελευθεριών, και επομένως να προΐδωμεν και δια την
Τουρκίαν, ποίαι θα είνε αι πιθαναί συνέπειαι της νέας καταστάσεως,
λαμβανομένων υπ’ όψιν των ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τας οποίας ευρίσκεται.

Και πρώτον ας εξετάσωμεν, ποια είνε η ουσία της κινήσεως, η οποία κατέχει
τους τρεις τελευταίους αιώνας της παγκοσμίου ιστορίας: Το άτομον, ο πρώην
δουλοπάροικος, μικροσυντεχνίτης, ή μικροέμπορος, στηριζόμενος επί της
οικονομικής ευεξίας, ην κτάται δια των νέων τεχνικών μέσων, δια των νέων
μέσων της συγκοινωνίας και των νέων δρόμων του εμπορίου, αισθάνεται τον
εαυτόν του ολονέν ισχυρότερον, και επομένως την εκ των άνωθεν πίεσιν, την
εκμετάλλευσίν του εκ μέρους των μοναρχούντων, των κληρονομικώς ευγενών, των
φεουδαρχών, του ανωτέρου κλήρου αισθάνεται διαρκώς βαρυτέραν και πλέον
ανυπόφορον. Τότε επιζητεί την απελευθέρωσίν του, ζητεί ελευθερίαν του
οκονομικού ανταγωνισμού άνευ δεσμών, την ελευθερίαν τού να διοικήται και
φορολογήται, όπως αυτός αποφασίζει, την ελευθερίαν τού λόγου και της
συνειδήσεως. Δια της συνενώσεώς του προς τους ομοφρονούντας γίνεται δύναμις
ισχυρά και ακαταγώνιστος. Ανατρέπει εκ θεμελίων τους πύργους των δυναστών,
παρασύρει ορμητικώς θεία δίκαια, ευγενείας κληρονομικάς, φορολογίας
επαχθείς, δουλείαν οικονομικήν, δουλείαν πνευματικήν. Είνε ελεύθερος.
Έκαστον λοιπόν άτομον τείνει να καταλάβη δι’ εαυτό το μέγιστον ποσόν της
ελευθερίας εν τη δράση του και εν τη σκέψει του. Αλλά φυσικά περιορίζεται
και εμποδίζεται υπό των άλλων ατόμων, άτινα επιδιώκουν το αυτό. Ποίον είνε
το αποτέλεσμα; Μέγας αριθμός ατόμων συνενώνονται δια την κοινότητα των
συμφερόντων, συμβιβάζουν και καθορίζουν τας αναμεταξύ των σχέσεις και
αγωνίζονται εναντίον άλλων ομάδων, αίτινες επιδιώκουν και αύται τα εαυτών
συμφέροντα. Προκειμένου λοιπόν να γίνουν αι ενώσεις αύται, ποία άτομα
αισθάνονται αυτομάτως αλληλεγγύην αναμεταξύ των και σπεύδουν να συνδυάσουν
τας τύχας των; Προφανώς όσα έχουν την αυτήν ιδεολογίαν, δηλαδή συνείδησιν
φυλετικής συγγενείας, κοινάς παραδόσεις, κοίνα ήθη και έθιμα, κοινούς πόθους
και ιδεώδη, και το σπουδαιότατον πάντων, την ιδίαν γλώσσαν. Εκάστη ομάς
ατόμων συνδεομένη δια των δεσμών τούτων και ενουμένη δια τινος τοπικής
συνεχείας, αποτελεί μίαν πατρίδα και εν έθνος. Δια τούτο έχομεν δύο
σημαντικώτατα και χαρακτηριστικώτατα αποτελέσματα της ιστορικής ταύτης
εξελίξεως, την έντονον και αποκλειστικήν ιδέαν της πατρίδος και την ιδέαν
των εθνικοτήτων. Η νεωτέρα περί πατρίδος ιδέα, της οποίας την επιβολήν και
την κυριαρχίαν επί των ψυχών των συγχρόνων ανθρώπων δεν δύναταί τις να
παραγνωρίση, είναι αποκλειστική, δηλαδή δεν ανέχεται την ελαχίστην
καταπίεσιν εκ μέρους άλλης πατρίδος, τείνει να απωθήση όσω το δυνατόν
μακρύτερα τα όρια των άλλων, επεκτείνουσα τα εαυτής, προσπαθεί να εκμηδενίση
πάσαν άλλην εντός της περιοχής αυτής, εάν δύναται, συμβιβάζεται δε και
γίνεται ανεκτική, μόνον όταν η βία των πραγμάτων και ο κίνδυνος της ίδιας
καταστροφής αναγκάση αυτήν. Εάν δε θελήσωμεν να διαπιστώσωμεν δια της
ιστορίας τα συμπεράσματα της ψυχολογικής ταύτης αναλύσως,  θα εύρωμεν αυτά
επικυρούμενα άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως.

Της ιδέας της πατρίδος προηγήθη η ιδέα του κράτους. Οι νέοι χρόνοι
εκληρονόμησαν παρά του μέσου αιώνος ουχί πατρίδας και εθνικότητας, αλλά
κράτη, κληρονομικάς μοναρχίας, συνενώσεις φεουδάλων ηγεμόνων και τα τοιαύτα,
εν οις κύριον γνώρισμα των λαών ήτον ουχί η εθνικότης αυτών, αλλά η
θρησκεία. Η νεωτέρα λοιπόν ιστορία χαρακτηρίζεται υπό του αγώνος τούτου προς
ταυτοποίησιν κράτους και πατρίδος, κράτους και εθνικότητος. Είνε αυτονόητον,
εξ όσων είπομεν ανωτέρω, ότι πάσα ομάς ατόμων εχόντων κοινήν πατρίδα,
τείνουσα εις το να κατακτήση δι’ εαυτήν όλας τα αστικάς ελευθερίας και να
αποκλείση τα άλλας ομάδας, θέλει να γίνη κράτος. Η έννοια κράτος και η
έννοια έθνος τείνουσιν αδιακόπως να συμπέσωσιν, να γίνωσιν έννοιαι
επάλληλοι. Υπό την έποψιν ταύτην τα κράτη, άτινα εκληροδότησεν ημίν ο
μεσαίων διαιρούνται εις δύο τάξεις. Τα κράτη εκείνα, άτινα κατοικούνται υπό
ενός λαού ομογενούς, υπό μιας εθνικότητος, και εν οις επομένως κράτος και
πατρίς συνέπεσαν αμέσως (Γαλλία, Ιταλία, Ιαπωνία, Ελλάς κ.τ.λ.) και τα κράτη
εκείνα τα συγκείμενα ουχί εκ μιας εθνικότητος, εν οις η ιδέα κράτους και
πατρίδος δεν συνέπεσαν αμέσως (Αγγλία, Γερμανία, Ρωσσία, Αυστρία κ.τ.λ.).
Εννοείται, ημάς ενδιαφέρει κυρίως η δευτέρα τάξις, υφ’ ην υπάγεται και η
Τουρκία, και την τάξιν ταύτην θα εξετάσωμεν λεπτομερέστερον.

Ας ρίψωμεν εν βλέμμα εις την ιστορίαν της Ευρώπης κατά τον 19ον αιώνα, θα
εύρωμεν εν Αγγλία ζήτημα ιρλανδικόν, εν Γερμανία, πρώτον μεν συνένωσιν όλων
των Γερμανών εις μίαν πατρίδα και κράτος, διατηρουμένων δυναστικών τινων
μεσαιωνικών διακρίσεων, δια τας οποίας απεκλείσθησαν του συνόλου οι εν
Αυστρία Γερμανοί, δεύτερον δε ζήτημα πολωνικόν, εν Ιταλία, εξουδετερουμένης
πάσης μεσαιωνικής διακρίσεως, συνένωσιν των Ιταλών εις μίαν πατρίδα και
κράτος. Εν Ρωσσία ανευρίσκομεν ζήτημα φιλλανδικόν, ζήτημα πολωνικόν κ.τ.λ.
Εν Σκανδιναυΐα χωρίζεται η Νορβηγία από της Σουηδίας. Εν Αυστρία αναφύονται
ζητήματα χωρισμού της Ουγγαρίας, ζητήματα πολωνικά, τσεχικά, κροατικά κ.τ.λ.
Εν Τουρκία τέλος εξεγείρονται αι χριστιανικαί εθνικότητες κατά σειράν·
Ελλάς, Ρωμουνία, Σερβία, Μαυροβούνιον, Βουλγαρία αποτελούσιν ίδια ελεύθερα
κράτη·

Εάν δε εξετάσωμεν συστηματικώτερον όλα τα πολύπλοκα ταύτα ζητήματα, θα
εύρωμεν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά. Πρώτον πανταχού της Ευρώπης, όπου
υπήρχεν ομάς ατόμων, έχουσα τα ιδιάζοντα στοιχεία πατρίδος, έστω και εν
ατελεστάτη συνειδήσει, εξύπνησεν, απέκτησε ολονέν ζωηροτέραν την συνείδησιν
των εθνικών της γνωρισμάτων, κατήρτισε την ιδεολογίαν της και επεζήτησε να
κατακτήση δι’ εαυτήν τας αστικάς ελευθερίας, αποκλείουσα εκ της περιοχής της
πάσαν άλλην πατρίδα, δηλαδή αποτελούσα ίδιον κράτος. Δεύτερον η κρατούσα
εθνικότης, η υπερισχύουσα δηλαδή αστική πατρίς εν εκάστω κράτει προσεπάθησε
να καταπνίξη πάσαν τοιαύτην εμφάνισιν εν τη ιδιαιτέρα περιοχή της και εν
γένει εκεί όπου εξετείνετο η κυριαρχία της, ενίοτε δε και έξω αυτής,
ηνηγκάσθη δε να συμβιβασθή ή να φανή ανεκτική μόνον δια της βίας των
πραγμάτων και του κινδύνου της ιδίας απωλείας. Η παρακολούθησις της
ανελίξεως των νόμων τούτων εν πάση τη ανθρωπότητι είνε φαινόμενον
διδακτικώτατον. Ας λάβωμεν δύο εκ των κρατών τούτων, την Γερμανίαν και την
Αυστρίαν.

Εν Γερμανία έχομεν συμπαγή ομάδα εξήκοντα εκατομμυρίων ανθρώπων, εχόντων
κοινήν ιδεολογίαν, δηλαδή συνείδησιν φυλετικής συγγενείας, κοινάς
παραδόσεις, ήθη, έθιμα, και προ πάντων την αυτήν γλώσσαν και μικράν τινα
ομάδα ανθρώπων, εχόντων διάφορον ιδεολογίαν, τους Πολωνούς.  Αποτέλεσμα; Οι
Γερμανοί καίτοι χάριν των προσχημάτων παρέχουν εις τους Πολωνούς τας τυπικάς
αστικάς ελευθερίας, καταπιέζουσιν εν τούτοις αυτούς αφορήτως, δια παντός
τρόπου καταπολεμούσι την ιδεολογίαν των και την γλώσσαν των, και δεν
διστάζουσιν ούτε προ του εκβιασμού, ούτε προ της καταπατήσεως στοιχειωδών
δικαιωμάτων και ελευθεριών.

Εν Αυστρία δεν έχομεν το αυτό. Το κράτος ήτο γερμανικόν, ισχύουσα πατρίς και
ιδεολογία ήτο η γερμανική καθ’ όλον το κράτος. Αλλά ολίγον κατ’ ολίγον
αφυπνίσθησαν πάσαι αι εθνικαί συνειδήσεις. Ο νόμος των εθνικοτήτων ενήργησε
κατά τρόπον αξιοθαύμαστον. Λαοί κυριολεκτικώς αποκοιμισμένοι, λαοί, οίτινες
ουδέποτε είχον έκτυπον εθνικόν χαρακτήρα, οι Ρουθηνοί, οι Κροάται, οι
Τσέχοι, οι Έσθωνες (εν Ρωσσία) και άλλοι, εκτήσαντο ζωηράν εθνικήν
συνείδησιν, διέπλασαν την γλώσσάν των, ανεζήτησαν μνημεία της υπάρξεως των
κατά τους παρελθόντας αιώνας και περισυνέλεξαν παν ό,τι εύρον, δημώδη
άσματα, μύθους, παραδόσεις και κυριολεκτικώς εδημιούργησαν την ιστορίαν των
δια να ενισχύσωσι τα δίκαιά των, να εξεγείρωσιν όσω το δυνατόν εντονώτερον
τα στοιχεία της ιδεολογίας των. Και επειδή εν Αυστρία η ομάς, ήτις
εκυριάρχει, και επιβάλλουσα την γλώσσάν της, την ιστορία της, τα ιδεώδη της
εζήτει να καταπνίξη άλλας, ήτο σχετικώς ασθενής απέναντι των άλλων και
επειδή οι άλλοι οι μη Γερμανοί, οίτινες, διηρημένοι μεν διατελούντες, ήσαν
ασθενέστεροι απέναντι των κρατούτων, εννοήσαντες τον μόνον τρόπον της
αποτελεσματικής ενεργείας συνηνώθησαν προς αλλήλους εν τω αγώνι κατά του
κοινού εχθρού και έγιναν ισχυροί και σεβαστοί, ηναγκάσθη η ισχύουσα ομάς,
δηλαδή οι Γερμανοί, να έλθη εις συμβιβασμούς, να κάμη παραχωρήσεις ολονέν
ευρυνομένας και ούτω μόνον κατέστη δυνατή η συμβίωσις των λαών τούτων.

Ότι δε η τοιαύτη εξέλιξις έγκειται εν τοις πράγμασι και είνε πολύ υπερτέρα
της λογικής ακολουθίας, αποδεικνύεται και εκ των εξής χαρακτηριστικών
γεγονότων. Οι Ούγγροι, οίτινες μετά τοσούτου φανατισμού αγωνίζονται υπέρ των
ελευθεριών αυτών απέναντι των Αυστριακών, καταπιέζουσιν αυτοί εν τη περιοχή
των βαρύτατα τας χωριστικάς τάσεις των Ρωμούνων, οι δε  Πολωνοί, οι μάρτυρες
ούτοι της ελευθερίας, οι ολοφυρόμενοι ενώπιον όλου του κόσμου δια τας
αδικίας των ισχυρών, καταδυναστεύουσιν εν τη χώρα των δεινώς πάσαν εθνικήν
εκδήλωσιν των Ρουθήνων.

Το παράδειγμα λοιπόν της Αυστρίας δεικνύει ημίν σαφώς τον δρόμον της
εξελίξεως και τον μόνον δυνατόν τρόπον ειρηνικής συμβιώσεως εθνικοτήτων
διαφόρων εντός ενός κράτους. Χαρακτηριστικά της εξελίξεως ταύτης δι’ ολίγων
είνε, αποκέντρωσις, ανάγνωρισις των αστικών ελευθεριών, ελευθερία της
εκπαιδεύσεως και της γλώσσης, εν γένει, ελευθερία της ιδεολογίας των
εθνικοτήτων, συνένωσις δε των κυρίων συμφερόντων των διαφόρων λαών και ιδία
της από κοινού αμύνης εναντίον εξωτερικών εχθρών.

Κατόπιν των δεδομένων τούτων της ιστορικής εμπειρίας, ας έλθωμεν να
εξετάσωμεν την κατάστασιν εν Τουρκία και την θέσιν των εν αυτή εθνικοτήτων.

Η Τουρκία ήτο κράτος μέχρι τούδε φεουδαλικόν, η κυριαρχούσα δηλαδή τάξις εν
αυτή, αναγνωρίζουσα κατ’ αρχήν την θρησκευτικήν υπόστασιν των υποδούλων λαών
της και φροντίζουσα να κρατήση αυτούς πάντοτε εν τη τάξει των δούλων, μη
παρέχουσα αυτοίς το δικαίωμα τού στρατεύεσθαι, ηρκείτο κυρίως εις την
οικονομικήν εκμετάλλευσιν των λαών τούτων.  Αλλ’ οι χριστιανικοί λαοί, και
ιδίως οι Έλληνες, στηριζόμενοι επί της επισήμως αναγνωρισθείσης θρησκευτικής
υποστάσεως των, διετήρησαν ανεπηρέαστον την εθνικήν των συνείδησιν και
έχοντες ελευθέραν σχετικώς την ιδεολογίαν των και τα επακόλουθα αυτής, ήτοι
ελεθερίαν γλώσσης και παιδείας, αναπτύξαντες σύστημα αυτοδιοικήσεως καθαρώς
αστικόν, πλουτίσαντες και αναπτυχθέντες δια του εμπορίου και της ναυτιλίας,
είχον προηγηθή εν τη εξελίξει αυτών του κυριάρχου λαού κατά πολύ. Οι Έλληνες
διοικούσι τας κοινότητας των αστικώς, εκπαιδεύονται αστικώς και εν γένει
απολαμβάνουσι καθ’ εαυτούς, ως και οι άλλοι Χριστιανοί, αρκετά ευρείαν
ελευθερίαν πνευματικήν, υπό την σκέπην της οποίας καλλιεργούσι τα πνευματικά
αγαθά της φυλής των. Δια τούτο και μεταβάλλονται ανεπαισθήτως εις στοιχείον
συντηρητικόν (εις τούτο όμως συντελούσι και άλλοι λόγοι ιστορικοί, εις την
έρευναν των οποίων δεν είνε κατάλληλος στιγμή να εισέλθωμεν). Επέρχεται
τέλος δια της τουρκικής μεταπολιτεύσεως η επίσημος ανακήρυξις των αστικών
ελευθεριών εν Τουρκία. Οι χριστιανικοί λαοί, οίτινες καλώς εννοούσι και
γνωρίζουσιν ήδη τι σημαίνουσιν αύται, ενώ ενενήκοντα επί τοις εκατόν οι
Τούρκοι ουδεμίαν σαφή ιδέαν του πράγματος έχουσι, χαιρετίζουσιν ενθουσιωδώς
την ευαγγελιζομένην ισότητα και αδελφότητα και επιθυμούσιν, διατηρουμένων
των ιστορικώς καθιερωμένων φυλετικών δικαίων, εν οις διαβλέπουσι την
σωτηρίαν της εθνικής αυτών οντότητος και των υλικών και πνευματικών αγαθών
των, να συνεισφέρωσιν ειλικρινώς την συνεργασίαν των εις την ανύψωσιν του
συνόλου, και αυτών των Τούρκων.

Και όμως, καίτοι πάντες έχουσιν εν τω βάθει της ψυχής αυτών αόριστόν τινα
ανησυχίαν περί του μέλλοντος, ουδείς προβλέπει την αληθή και φυσικήν φοράν
των πραγμάτων.

Οι Τούρκοι αστοί, οι Νεότουρκοι καλούμενοι, εγένοντο κύριοι των πραγμάτων.
Ενώπιόν των ανοίγονται δύο δρόμοι. Πρώτον, θα ήτο δυνατόν να μελετήσωσι τα
πορίσματα της καθολικής ιστορίας και να διαγνώσωσι την αληθή θέσιν των
πραγμάτων εν τη πατρίδι των, ότι δηλαδή αύτη κατοικείται υπό δέκα και πλέον
εκατομμυρίων ανθρώπων, οίτινες δεν είνε Τόυρκοι, αλλά Έλληνες, Αρμένιοι,
Αλβανοί, Άραβες, Βούλγαροι, Σέρβοι, ότι οι λαοί ούτοι έχουσιν ήδη
ανεπτυγμένην την εθνικήν των συνείδησιν, ότι η ιστορική εξέλιξις επροίκισε
τους λαούς τούτους δι’ ελευθεριών, αίτινες είνε γεγραμμέναι εν τω
προγράμματι της ιστορίας και αίτινες αλλαχού εδημιουργήθησαν εκ του μηδενός
και παρεχωρήθησαν κατόπιν ματαίων αγώνων, θα ήτο δυνατόν επομένως να
φθάσωσιν οι Τούρκοι εις το φωτεινόν συμπέρασμα, ότι η μεν αναγνώρισις του
προωδευμένου ιστορικού καθεστώτος, οποίον υπάρχει ήδη εν Τουρκία, είνε το
μόνον έργον φρονήσεως, ο μόνος τρόπος εσωτερικής ησυχίας και συνεργασίας
μετά των διαφόρων εθνών τούτων χάριν των μεγαλειτέρων συμφερόντων της
ανορθώσεως του κράτους και της κοινής αμύνης κατά των εξωτερικών εχθρών, η
δε προσπάθεια τουναντίον προς εκμηδένισιν των ιστορικώς καθιερωμένων ου
μόνον είνε ματαία αλλά και λίαν επικίνδυνος και θα φέρη εσωτερικούς
σπαραγμούς, θα παραλύση το κράτος, θα αποξενώση τους λαούς τούτους, οίτινες
αντί παροχής συνεργασίας δυσπιστίαν μόνον και ψυχρότητα θα αισθάνωνται προς
αυτό.

Δεύτερος δρόμος είνε εκείνος, ον επιβάλλει αυτοίς η ψυχολογία των και η
ιστορική των θέσις.

Κυρίαρχοι αυτοί όντες, νεότευκτοι αστοί και άπειροι,
μίαν μόνον πατρίδα βλέπουσι, την Τουρκίαν, εν μόνον κράτος, το τουρκικόν, εν
μόνον έθνος, το τουρκικόν. Λέγοντες συναδέλφωσιν, ισότητα, δημιουργίαν
έθνους ενιαίου και ισχυρού,
ωρισμένως δεν έχουσιν ως πρότυπον την Αυστρίαν
αλλά την Γαλλίαν ή την Γερμανίαν. Ενόμισαν, ότι λέγοντες αντί τουρκικόν
έθνος, οθωμανικόν έθνος, επιτυγχάνουσιν δια μιας το ποθούμενον, ότι με μίαν
πινελιάν μεταβάλλουσι τον ποικιλόχρωμον χάρτην του τουρκικού κράτους εις
ομόχρωμον, ότι εδημιούργησαν ήδη το σύμβολον υπό το οποίον θα εξομοιώσωσιν
πάντας.
Αλλ’ εδώ ακριβώς έγκειται η χίμαιρα, ήτις σκληρώς θα τους
απογοητεύση.

Τουρκικόν έθνος και οθωμανικόν έθνος είνε λέξις απολύτως ταυτόσημοι.
Οθωμανικόν έθνος υπό την σημασίαν, ην αποδίδουσιν εις τον όρον οι Νεότουρκοι
δεν υπάρχει, είνε όνειρον θερινής νυκτός. Υπάρχει οθωμανικόν ή τουρκικόν
κράτος κατοικούμενον υπό εθνών καλουμένων τουρκικού, ελληνικού, αλβανικού,
αραβικού, βουλγαρικού, σερβικού κ.τ.λ. Η ετικέττα οθωμανικόν έθνος
προσκολλωμένη εις το σύνολον των εθνών τούτων είνε ψευδής, απολύτως ψευδής.
Δεν είνε δύσκολον μελετών τις σοβαρώς την ιστορίαν να μάθη την σημασίαν της
λέξεως έθνος. Είνε ίσως δύσκολον να την εννοήση καλώς, και εις την θέσιν
αυτήν ευρίσκονται οι Νεότουρκοι. Αλλ’ αν η ιστορία δυσκόλως κατανοήται και
πολύ σπανίως διδάσκη τους λαούς, εκδικείται σκληρώς τους πλαστογραφούντας
αυτήν.

Οι Νεότουρκοι όμως, δηλαδή η κρατούσα εν Τουρκία αστική τάξις, δεν είνε
δυνατόν ή να ακολουθήσωσι τον δεύτερον δρόμον· και τον ηκολούθησαν. Είδομεν,
ότι η αστική πατρίς είνε αποκλειστική, ότι τείνει να καταπνίξη πάσαν άλλην
εν τη ιδιαιτέρα περιοχή της, ότι μόνον υπό της βίας των πραγμάτων
αναγκάζεται να συνθηκολογήση.

 Ό,τι έπραξαν μέχρι σήμερον οι Νεότουρκοι είνε
μόνον εν πολλοστημόριον εκείνου, όπερ διανοούνται αληθώς να πράξωσιν.

Ευρισκόμενοι εις εξωτερικάς περιπλοκάς, θέλοντες να εξασφαλίσωσι την θέσιν
των εσωτερικώς, θέλοντες να ανυψώσωσι την υπόληψιν της πατρίδος των εις τα
όμματα του πεπολιτισμένου κόσμου, είχον λόγους να φανώσι φρονιμώτεροι,
εγκρατέστεροι, μετριοπαθέστεροι. Και όμως δεν κατώρθωσαν να αποκρύψωσι τους
σκοπούς των και να συγκρατήσωσι τας κοχλάζουσας ορμάς των. Η κρατούσα λοιπόν
σήμερον εν Τουρκία τάξις θα καταπολεμήση επιμόνως, αμειλίκτως, λυσσωδώς
πάσαν αποκεντρωτικήν τάσιν. Κατέχουσα πάσας τας εξουσίας, διαθέτουσα ως
όργανον στρατόν ισχυρόν και όχλον σφαγέα, αντλούσα τέχνας και πλεκτάνας εκ
του ακενώτου ταμείου της τουρκικής υποκρισίας και κρυψινοίας,
εκμεταλλευομένη τας ανοήτους αμοιβαίας έριδας των εθνοτήτων, κολακεύουσα
προς το παρόν τον ένα δια να πατάξη τον άλλον, θα θελήση να εκμηδενίση με
την σειράν πάντας. Όστις κατανοήση καλώς την σημασίαν του τεθέντος σκοπού,
δηλαδή την δημιουργίαν έθνους ενιαίου, έθνους οθωμανικού, δεν είνε δύσκολον
να εννοήση τα μέσα, άτινα θα τεθώσιν εις ενέργειαν. Θα παρεμποδίζωσι δια
πάσης εκλογικής παρανομίας και αυθαιρεσίας την εκδήλωσιν του αληθούς
φρονήματος των εθνικοτήτων, θα άρωσι την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι, θα
απογορεύσωσι την συγκρότησιν πολιτικών συλλόγων, θα περιορίσωσι την
ελευθερίαν του τύπου, θα καταπατάξωσι τους πνευματικούς αρχηγούς, θα
καταργήσωσι την διοικητικήν και εκπαιδευτικήν αποκέντρωσιν των κοινοτήτων,
θα εξαφανίσωσι δια παντός τρόπου την εθνικήν συνείδησιν των εθνοτήτων, θα
επιβάλωσι την τουρκικήν γλώσσαν και ιδεολογίαν, θα επιβουλευθώσιν εν γένει
πάντα τα πνευματικά φυλετικά αγαθά, θα εξουδετερώσωσι τους Χριστιανούς
στρατιώτας, διασκορπίζοντες αυτούς εντός πλήθους Μωαμεθανών, θα παρακωλύωσι
δια πλαγίων μέσων πάντας τους Χριστιανούς τους τείνοντας να καταλάβωσιν
ανώτερα και εμπιστευτικά αξιώματα εν τη πολιτεία, θα αποκλείωσι δια πλαγίων
μέσων τους Χριστιανούς από των στρατιωτικών σχολών, δια να μη γίνουν πολλοί
Χριστιανοί αξιωματικοί, τέλος δεν θα διστάσουν να βάλουν το μαχαίρι εις τον
λαιμόν παντός ατόμου, ή πόλεως, ή χώρας, ήτις θα θελήση να σώση ανθισταμένη
το φρόνημα της και τον εθνισμόν της. Ιδού εν συνόψει τα ευγενή μέσα. Τα
μέχρι τούδε συμβάντα είνε αι απαρχαί της πορείας ταύτης. Ήδη η βουλή εψήφισε
τοιούτους τινάς εκβιαστικούς νόμους, προσβάλλοντας στοιχειώδη συνταγματικά
δίκαια. Ας σκεφτή τις, ότι ταύτα εγένοντο, καθ’ ον χρόνον η κρατούσα
τουρκική τάξις δεν ήτο ακόμη ασφαλής, ας σκεφτή, ότι η τάξις αύτη εις το
μέλλον θα γίνηται ολονέν ισχυροτέρα και φανατικωτέρα, ότι θα δημιουργήση
ισχυρότατον στρατόν και στόλον, ότι θα αναπτυχθή οικονομικώς, ότι εύρε και
θα εύρη εις το μέλλον ακόμη περισσότερους θαυμαστάς και υποστηρικτάς εν
Ευρώπη, αφ’ ενός μεν εκείνους, οίτινες θα ρίψωσι τα κεφάλαιά των εις την
Τουρκίαν και θα θελήσωσι να την εκμεταλλευθώσιν εμπορικώς και βιομηχανικώς
και αφ’ ετέρου εκείνους, οίτινες έχουν παρομοίους λογαριασμούς εις τας
ιδικάς των χώρας π.χ. τους Γερμανούς, ας σκεφθή, ότι θα εξασφαλίση την
εξωτερικήν της θέσιν και ίσως και συμμάχους θα αποκτήση, ας αναλογισθή τέλος
και υπό οίων παραδόσεων εμπνέεται ο τουρκικός λαός και τότε θα εννοήση τα
μέλλοντα να επακολουθήσωσιν.

Απέναντι της τοιαύτης αναποφεύκτου ροπής των πραγμάτων τι θα πράξωσιν ή τι
πρέπει να πράξωσιν αι διάφοροι εθνικότητες; Αι πιθανότητες είνε προφανείς.
Τρία τινά είνε δυνατόν να συμβώσιν.

Πρώτον να πείσωσι δια λογικών
επιχειρημάτων οι μη Τούρκοι τους Τούρκους, ότι δεν συμφέρει εις το κράτος
τοιαύτη εσωτερική διχόνοια, ότι λογικώτερον είνε να συμβιβασθώσιν επί τη
βάσε του καθιερωμένου καθεστώτος δια να ειρηνεύσωσι, να δυνηθώσιν οι Τούρκοι
να υψώσωσι τον λαόν εις το επίπεδον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, να
δημιουργήσωσι κράτος ισχυρόν και σεβαστόν, δια να προαγάγωσιν πάντες τα
συμφέροντά των, σεβόμενοι αμοιβαίως τας ελευθερίας αλλήλων, κατανεμόμενοι
αναλογικώς τα δημόσια αξιώματα, προστατευόμενοι πάντες εξ ίσου υπό του νόμου
και της δικαιοσύνης, προσφέροντες πάντες εξ  ίσου τας υπηρεσίας των εις το
κράτος, απολαμβάνοντες πάντες τα αγαθά του πολιτισμού και της ευνομίας.

Δεύτερον είνε δυνατόν να συμβή, ώστε οι μη Τούρκοι, διεσπασμένοι,
αδιοργάνωτοι, ερίζοντες προς αλλήλους, αλληλοσπαρασσόμενοι, ύποπτοι, τυφλοί
προς το συμφέρον των, υπνωτισμένοι υπό απαραβιάστων ιστορικών δικαίων,
ανίκανοι προς πάσαν σκόπιμον ενέργειαν, να μη είνε εις θέσιν να αντιτάξωσιν
ουδεμίαν αξίαν λόγου άμυναν εις τας αφομοιωτικάς επιθέσεις των Τούρκων, να
απολέσωσι ολίγον κατ’ ολίγον τα κοινοτικά και πνευματικά αγαθά των, την
γλώσσά των, το φρόνημά των, την εθνικήν των συνείδησιν, τους θησαυρούς του
πολιτισμού, ους έχουν συναγάγη εν τη ιστορία των και τη ιδεολογία των, εν
μία λέξει να εκτουρκισθώσι, διατηρούντες μόνον την θρησκείαν και ίσως και
τινα καθαρώς κληρικά προνόμια, άτινα οι Τούρκοι ευκόλως θα σεβασθώσιν,
διορώντες, ότι η θρησκεία εν τοις αστικοίς κρατέσι δεν έχει πλέον την
σημασίαν, ην είχεν εν τοις απολυταρχικοίς.

Η πρώτη εκ των δύο τούτων πιθανοτήτων είνε καθαρά ουτοπία, και τούτο
απεδείχθη ήδη υπό των πραγμάτων. Είνε ουτοπία ου μόνον διότι πρόκειται περί
Τούρκων, ου μόνον διότι η λογική ουδέποτε λαμβάνεται υπ’ όψιν εν ταις
σχέσεσι των δυνατών προς τους αδυνάτους, είνε ουτοπία, διότι η διαγωγή των
Τούρκων είναι απόρροια νόμων ιστορικών, καθώς είδομεν, και οι Τούρκοι θα
υπερασπίσωσι και θα επιβάλωσι τα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματά των και
τα συμφέροντά των, προσπαθούντες να εκμηδενίσωσι τους ανθισταμένους δια
παντός μέσου και μέχρις εσχάτων. Ευθύς από των πρώτων συμπτωμάτων της νέας
ταύτης καταστάσεως η λογική του καλώς εννοουμένου συμφερόντος των Τούρκων, η
υπόμνησις άλλων κινδύνων ήρξατο παρελαύνουσα εις τας στήλας των ελληνικών
εφημερίδων, προ πάντων της Τουρκίας, και επαναλαμβανομένη κατά κόρον,
συνοδευομένη όμως υπό ασυνεπείας και παραλογισμού μοναδικού. «Άλλοι είνε ο
φυσικοί και επικίνδυνοι εχθροί σας, κραυγάζουν προς τους Τούρκους, είνε οι
Σλαύοι, είνε οι Βούλγαροι, οίτινες είνε και ημέτεροι εχθροί, είνε οι
Ευρωπαίοι. Ημείς είμεθα φίλοι σας. Θα καταστρέψητε ημάς, αλλ’ εν τω μεταξύ
οι Σλαύοι θα καταστρέψωσι και υμάς και ημάς και αυτή η ιδέα μάς είνε
φρικωδεστέρα πάσης δουλείας. Κτυπάτε λοιπόν τους Βουλγάρους και ημείς είμεθα
πρόθυμοι να κρατώμεν το ίσον».

Αλλά οι μωροί Τούρκοι αντί να ακούσουν τα
σοφά ταύτα επιχειρήματα, προς μεν τους ισχυρούς και επικινδύνους εξωτερικώς
Βουλγάρους κάμνουν παραχωρήσεις, δεικνύονται φιλικοί, πρόθυμοι, είνε έτοιμοι
να συμμαχήσουν μαζύ των, τουναντίον δε προσβάλλουν αμειλίκτως και υβριστικώς
και αγερώχως τους επικινδύνους μεν εν τω εσωτερικώ, αδύνατους δε και
ανικάνους προς δράσιν εκ των έξω, τους τόσον ειλικρινείς φίλους των Έλληνας.
Και ούτοι βλέποντες οικτρώς ναυαγούσαν την δικολαβικήν λογικήν των,
διαμαρτύρονται, επικαλούνται γη και ουρανόν, κάμνουν έκκλησιν εις την
ευσπλαγχνίαν των ισχυρών της γης και αλληλοϋβρίζονται ως προδόται. Και τούτο
μόνον δεν καταρθώνουσι να εννοήσωσιν, ότι υπάρχει αλογία ανωτέρα πάσης
λογικής και ρητορείας σοφιστικής, η βία των πραγμάτων, η επιβολή της
δυνάμεως, η ευγλωττία της πυγμής, ότι και αυτή η θεά Δικαιοσύνη κρατεί εις
τας χείρας της ξίφος και όχι εγχειρίδιον λογικής και όχι πομφολυγώδη
ρητορεύματα περί απαραγράπτων δικαίων.

Και δια να ίδωμεν, πως είνε δυνατόν να αποσοβηθή η δευτέρα πιθανότης,
ερχόμεθα τέλος να εξετάσωμεν την τρίτην πιθανότητα, ήτις είνε και
πλησιεστέρα εις τα πράγματα και συμφωνοτέρα προς τα συμπεράσματα της
ιστορικής εμπειρίας.

Εκ των εθνικοτήτων δηλαδή της Τουρκίας αι αληθώς ζωτικώτεραι, αι μη
τυφλούμεναι υπό προκαταλήψεων, αι μη υπνωτισμέναι υπό κενών λόγων, αι
δυνάμεναι να δράσωσι σκοπίμως και ενεργώς, δεν θα αφήσωσι τόσον ευκόλως
ανυπεράσπιστα τα δίκαιά των, και τα πολυτιμότερα πνευματικά αγαθά των και
τον προηγμένον πολιτισμό των έρμαια του τουρκικού σωβινισμού. Θα εννοήσωσι
ταχέως, ότι οι Τούρκοι δεν είνε δυνατόν να πεισθώσιν, αλλά πρέπει να
εξαναγκασθώσι να σεβασθούν τας εθνικότητας. Θα εννοήσωσιν εγκαίρως, ότι
ισότης και αδελφότης των λαών εν Τουρκία, εάν δεν θέλωσι να είνε απλή φενάκη
συνταγματική, είνε δυνατή μόνον επί τη βάσει ευρυτάτης αποκεντρώσεως. Θα
αποσκορακίσωσι πρώτοι αυτοί τα συντηρητικά και οπισθοδρομικά στοιχεία, άτινα
πιθανόν να εκληροδότησεν αυτοίς ο μεσαίων και θα κηρύξουν, ότι είνε
φιλελεύθεροι. Θα διαγνώσωσιν, ότι ο πραγματικός και μόνος εχθρός είνε ο
Τούρκος σωβινιστής, και επομένως θα παύσωσι να ερίζωσιν προς αλλήλους δια
εκκλησίας και παρεκκλήσια και δια μητροπολιτικάς επιχορηγήσεις, και να
γίνωνται τοιουτρόπως όργανα των σκοπών του Τούρκου. Τέλος θα διοργανώσωσι  την άμυνά των.

Αι εθνικότητες της Τουρκίας, όσαι δεν θέλουν να σκάψουν τον λάκκον των δια
των χειρών αυτών θα διοργανωθώσιν πρώτον αυταί καθ’ εαυτάς, ήτοι θα
καθορίσωσι σαφώς το φιλελεύθερον πρόγραμμά των[2], επιμένουσαι εις τα
πραγματικά των συμφέροντα (π.χ. θα προτιμήσουν να λαμβάνουν άδειαν γάμου, ή
βαπτίσεως από του δημαρχείου και να έχουν ελευθέραν εκπαίδευσιν ή
τανάπαλιν).

Το ενιαίον πρόγραμμα θα παρουσιάσουν εν μεν τη βουλή δια των βουλευτών των
απαραιτήτως ηνωμένων και ομογνωμονούντων, έξω δε της βουλής ως λαϊκόν
φρόνημα, δια του τύπου, δια διαλέξεων, δια ψηφισμάτων λαϊκών. Θα προσπαθώσιν
εις παν ζήτημα αναφυόμενον να διαφωτίζωσιν αμέσως όλον το έθνος περί τίνος
πρόκειται, θα κρατώσι ζωηρόν το ενδιαφέρον του, θα καθοδηγώσι τον λαόν εις
την εκδήλωσιν του φρονήματός του. Το πρόγραμμά των θα καθορισθή επί τη βάσει
γενικής συνελεύσεως αντιπροσώπων εκ πάσης πόλεως ή χώρας ένθα κατοικούσιν
ομοεθνείς εν Τουρκία. Θα γίνωνται ίσως και επαρχιακαί συνελεύσεις δια τον
καθορισμόν των τοπικών ζητημάτων και τον διαφωτισμόν των κατοίκων της
επαρχίας.

Δεύτερον αι εθνικότητες θα εξομαλύνωσι τας υπαρχούσας ίσως προς αλλήλας
διαφοράς, ώστε να λείψη πάσα αφορμή δυσπιστίας και αμοιβαίας δυσαρεσκείας
και θα συνενωθώσι προς αλλήλας εν τη κοινότητι του κινδύνου. Όταν ο Έλλην, ο
Αρμένιος, ο Βούλγαρος, ο Σέρβος, ο Άραψ εννοήσωσιν, ότι δεν είνε εχθροί προς
αλλήλους, αλλ’ έχουσιν ένα κοινόν εχθρόν, ταχέως θα ενωθώσι και θα
εξαναγκάσωσιν αυτόν να σεβασθή αυτούς.

Οι Τούρκοι είνε πολύ ισχυρότεροι εκάστης εθνικότητος καθ’ εαυτήν
λαμβανομένης και θα συντρίψωσιν αυτήν ευκόλως. Είνε ισχυρότεροι και πασών
ηνωμένων δια τούτο η άμυνα αυτών και πάλιν θα είνε δύσκολον. Αλλά το
ηνωμένον φιλελεύθερον κόμμα των εθικοτήτων εν τη οθωμανική βουλή θα έχη και
άλλα μέσα αμύνης και εκβιασμού κατά των ισχυόντων σωβινιστών Τούρκων,
τουτέστι την εν ανάγκη και κατά τας περιστάσεις συνεργασίαν του μετά της
τουρκικής αντιπολιτεύσεως, ή την  διαρκή συνεργασίαν του μετά της μερίδος
των φιλελεύθερων αποκεντρωτικών Τούρκων. Τότε και μόνον τότε θα είνε δυνατόν
να εννοήσουν οι Τούρκοι σωβινισταί, ότι το κράτος των θα ευημερήση άνευ
εσωτερικών σπαραγμών, αν σέβωνται τας αστικάς ελευθρερίας και την εθνικήν
συνείδησιν των εθνικοτήτων, τότε και μόνον τότε θα γίνη βιωτός ο βίος των μη
Τούρκων εν των οθωμανικώ κράτει.

Αλλ’ είνε πιθανόν, ότι παρ’ όλα ταύτα αι εθνικότητες δεν θα είνε ικαναί να
εξαναγκάζωσι πάντοτε τους σωβινιστάς Τούρκους εις νηφαλιότητα, θα είνε ίσως
ακόμη ανίσχυροι κατά των εκλογικών αυθαιρεσιών και δολιεύσεων, ανίσχυροι
κατά των πολυμηχάνων δολοπλοκιών, δι’ ων θα εξουδετερώνηται η δύναμίς των,
είνε πιθανόν, ότι δεν θα δυνηθώσιν οι μη Τούρκοι να μετάσχωσι των
διοικητικών εξουσιών, ή να καταλάβωσι σημαινούσας στρατιωτικάς, δικαστικάς
και πολιτικάς θέσεις, ώστε να έχωσιν επιρροήν επί την καθόλου διαμόρφωσιν
του κράτους, είνε πιθανόν τέλος παρ’ όλην την συνεργασίαν των να ίδωσι
καταπατουμένας τας ελευθερίας των και εν στιγμαίς εξάψεων φανατισμού και την
ζωήν των απειλουμένην υπό του τουρκικού όχλου και του στρατού. Δια τούτο
παραλλήλως προς την εσωτερικήν οργάνωσιν και συνένωσιν πρέπει να είνε
παρασκευασμένη και η μόνη ultima ratio, η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος
λογική, η λογική των όπλων. Η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το
Μαυροβούνιον έχουσιν εντός του τουρκικού κράτους εκτεθειμένους εις τας
καταπιέσεις, εις τους διωγμούς, εις την μάχαιραν των Τούρκων εκατομμύρια
αδελφών. Δεν πρόκειται πλέον περί επικείμενης διανομής του τουρκικού
κράτους. Τούτο το κατέστησε πολύ απίθανον, αν μη αδύνατον η μεταπολίτευσις.
Η Τουρκία εγένετο κράτος νεώτερον, συνταγματικόν, κατά τύπους
πεπολιτισμένον, μέλλον ίσως ταχέως να ισχυροποιηθή και να γίνη σεβαστόν δια
του στρατού και του στόλου του. Πρόκειται περί της αμέσου σωτηρίας των εν
Τουρκία αδελφών, πρόκειται περί της ζωής των, της εθνικής των συνειδήσεως,
του πολιτισμού των, των πολυτιμοτάτων αγαθών των, πρόκειται τέλος περί της
ασφαλείας αυτών τούτων των κρατιδίων.

Καθώς έδειξε η διαγωγή της Τουρκίας και εν τω ζητήματι της Βοσνίας και
Ερζεγοβίνης και εν τω βουλγαρικώ ζητήματι και ιδιαιτέρως εν τω κρητικώ, η
Τουρκία ου μόνον δεν θα ανεχθή πλέον οιανδήποτε απόσπασιν χωρών της άνευ
απεγνωσμένων αγώνων, αλλά ταχέως θα γίνη ευερέθιστος και επιθετική εις τας
επεμβάσεις των έξω των συνόρων φιλόδοξων γειτόνων της. Τι θα γίνη λοιπόν,
εάν συνεπεία εσωτερικών ταραχών προβή π.χ. εξαίφνης η Τουρκία εις σφαγήν των
κατοίκων πόλεως ή χώρας κατοικουμένης υπό Ελλήνων ή Βουλγάρων ή Σέρβων; Θα
μείνωσιν απαθείς βλέποντες χυνόμενον το αίμα των αδελφών των οι πέριξ
ελεύθεροι λαοί, θα κύψωσι τον αυχένα, θα καταπίωσι μετ’ οδύνης και πικρίας
το πλήγμα ή θα αρκεσθώσιν εις υστερικάς κραυγάς και εις επικλήσεις ματαίας
προς την φιλανθρωπίαν των ισχυρών της γης; Αλλά μόνον λαοί, οίτινες
απεφάσισαν να αυτοκτονήσουν εν αισχύνη, λαοί, οίτινες απώλεσαν το συναίσθημα
της τιμής, λαοί, οίτινες δεν έχουν αίμα εν τη καρδία των δια να ερυθριάσουν
ραπιζόμενοι, δύνανται να ανεχθώσι τοιαύτα πλήγματα. Όταν μετά (την) ήτταν
του 97 επακολούθη ταπείνωσις ως η του 909 και δεν αρχίση ο λαός να ετοιμάζη
δια του αίματος της καρδίας του την εκδίκησιν, όταν δεν εξυγιάνη έστω και
δια των οδυνηροτάτων εγχειρήσεων τον διοικητικόν του και στρατιωτικόν του
οργανισμόν, και δεν παρασκευάση σκοπίμως, πυρετωδώς, ολοψύχως τον αγώνα της
τιμής, όταν δεν παρασκευάση την αποτροπήν νέων ατιμώσεων, ο λαός ούτος είνε
ανάξιος να φέρη υπερήφανα και ένδοξα ονόματα και μεγάλας λέξεις εις τα
χείλη.

Τα περί την Τουρκίαν κράτη θα εννοήσωσιν ίσως, όχι μετά  πολύ χρόνον, ότι
αυτά αλληλοσπαρασσόμενα δι’ ανοήτους φιλοδοξίας και δι’ επουσιώδη και
ευκόλως συμβιβαστά συμφέροντα, έθρεψαν δια του αίματός των τον εχθρόν, όστις
πάντας κατά σειράν θα ταπεινώση.

Δια της παρούσης μελέτης προσεπαθήσαμεν να κατανοήσωμεν την θέσιν των
πραγμάτων, την δημιουργηθείσαν εν Τουρκία δια της μεταπολιτεύσεως και να
προΐδωμεν τας συνεπείας αυτής. Προσεπαθήσαμεν να στηρίξωμεν τας εξηγήσεις
και τα συμπεράσματά μας επί της μέχρι τούδε ιστορικής εξελίξεως, να ίδωμεν
τα πράγματα, όπως αληθώς έχουσι και όχι δια μέσου του φακού οιωνδήποτε
προκαταλήψεων. Είδομεν, ότι η Τουρκία μόνον επί τη βάσει ευρυτάτων
αποκεντρωτικών παραχωρήσεων, ως κράτος φιλελεύθερον, δύναται να ζήση και να
προαχθή εν τω πολιτισμών και να ευημερήση εσωτερικώς και να γίνη σεβαστή
εξωτερικώς. Εύρομεν, ότι τα στοιχεία της αποκεντρώσεως ταύτης υπάρχουσιν ήδη
ευτυχώς ως αποτελέσματα του ιστορικού βίου και επομένως δεν πρόκειται ή περί
αναγνωρίσεως και παρατάσεως των ήδη καθιερωμένων αστικών ελευθεριών και
δικαίων των εθνικοτήτων. Αλλά οι Τούρκοι, παρασυρόμενοι υπό της
αποκλειστικής αστικής ιδέας της πατρίδος και μη διαγιγνώσκοντες εγκαίρως τον
χαρακτήρα του κράτους των και τας ανάγκας της εξελίξεως των λαών, θα
θελήσωσι και αυτοί να στρέψωσι τον τροχόν της ιστορίας προς τα οπίσω,
δημιουργούντες εις το κράτος των εσωτερικούς σπαραγμούς και εξωτερικούς
κινδύνους δια να επανέλθωσιν ίσως πάλιν μετά πεντήκοντα έτη εις το παρόν
καθεστώς των εθνικοτήτων.

Εύρομεν, ότι ο μόνος τρόπος αμύνης των μη Τούρκων κατά του επιδιωκομένου και
επιδιωχθησομένου αμειλίκτως εκτουρκισμού είνε η συστηματική διοργάνωσίς των
ως πολιτικών παραγόντων, η διείσδυσις των εις τον στρατιωτικόν και
διοικητικόν οργανισμόν του κράτους, η εξομάλυνσις των προς αλλήλους ερίδων,
η συνένωσις προς συνεργασίαν, ότι η μόνη ultima ratio κατά του εσχάτου
κινδύνου των εν Τουρκία Χριστιανών και ανάγκης της ασφάλειας και αποτροπή
μελλουσών ταπεινώσεων είνε η στρατιωτική και ναυτική οργάνωσις η σκόπιμος
και τελεία και επί ωρισμένου σχεδίου προπαρασκευή προς δράσιν των περί την
Τουρκίαν χριστιανικών κρατών, δια συνενοήσεως και συμμαχίας μεταξύ Ελλάδος.
Βουλαγαρίας, Σερβίας και Μαυροβουνίου.

Ταύτα είνε τα συμεράσματά μας. Ημείς φρονούμεν, ότι μόνον ούτω εξασφαλίζεται
η ειρήνη εν Ανατολή και η εν ομονοία συμβίωσις των εν Τουρκία εθνοτήτων.

Η τουρκική αστική τάξις θα φανή συμβιβαστική και ανεκτική μόνον, εάν
γνωρίζη, ότι έχει απέναντί της ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους,
ετοίμους να αναλάβωσι τον περί πάντων αγώνα. Εάν έχη απέναντί της την Ελλάδα
του 909 θα οργιάση εις βάρος των πολυτιμοτάτων αγαθών του εθνικού μας
πολιτισμού.

Γνωρίζομεν, ότι ίσως οι πλείστοι, δια την επικρατούσαν σήμερον εν Ανατολή
και ιδίως εν Ελλάδι σύγχυσιν γνωμών, εξ άλλων ιδεών ή προκαταλήψεων
ορμώμενοι, άλλα φρονούσι
. Και η μεν ιστορία δεν θα βραδύνη να δείξη ποίος
έχει δίκαιον, τούτο όμως είνε αναμφισβήτητον, ότι δηλαδή οι ομοεθνείς μας,
αν έχωσι τέλος πάντων σκοπόν να ζήσωσιν ως λαός αξιοπρεπής εν των κόσμω
πρέπει να δείξωσιν άπαξ τουλάχιστον αρετάς Προμηθέων και όχι να πληρώσι
αιωνίως τον αέρα με ιερεμιάδας Επιμηθέων
.

Εν Ιένη, 25 Ιουλίου 1909

 (Απ’ το συνέδριο των Νεότουρκων…….)

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΑΝΟΡΘΩΣΗ*

του Δημήτρη Γληνού

1. Τα μεγάλα όνειρα και τα μικρά έργα

Η ελληνική φυλή τα τελεφταία τούτα χρόνια βρίσκεται σε μια πολύ θλιβερή
κατάσταση. Τούτο δεν το αιστάνονται πλιά λίγοι μόνο παρατηρητές της εθνικής
και κοινωνικής μας ζωής, παρά το αίστημα αφτό απλώθηκε και σε μεγάλο μέρος
του λαού και στο ελέφτερο βασίλειο και στην υπόδουλη Ελλάδα. Από τη
συναίσθησην αφτή γεννήθηκε και η δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού προς
εκείνους, που τον διοίκησαν και που εξέσπασε σε κάπια κινήματα επαναστατικά
και γενικώτερα σέναν πόθο για αλλαγή και για ανόρθωση.

Ας προσπαθήσουμε να σχηματίσουμε σύντομα μιαν ιδέα της τωρινής μας
πραγματικής κατάστασης που μας έφερε κι αφτά τα συναιστήματα.

2. Η επανάσταση του 21, οι ελπίδες που γέννησε

Ένα μέρος της ελληνικής φυλής ύστερα από ηρωϊκούς αγώνες και μεγάλες θυσίες
λεφτερώθηκε και με τη βοήθια των Εβρωπαίων απ’ τα χέρια των Τούρκων κ’
ίδρυσε το ελληνικό βασίλειο. Το γεγονός αφτό ήταν πολύ σημαντικό για τη φυλή
μας. Γιατί αμέσως σόλη τη φυλή απ’ άκρη σ’ άκρη δημιουργήθηκεν η ελπίδα, πως
πολύ γρήγορα το λεφτερωμένο αφτό ελληνικό βασίλειο θα βοηθήσει και τους
άλλους υποδουλωμένους αδελφούς μας, που είναι και πολύ περσότεροι να
λεφτερωθούν κι’ αφτοί απ’ τον ατιμωτικό ζυγό των Τούρκων.

Μα το ξαναγέννημα αφτό των Ελλήνων, που μια φορά ήταν τόσο πολιτισμένος λαός
και δημιούργησε τόσα καλά κι’ ωφέλιμα και για την άλλη ανθρωπότητα έργα, η
νεκρανάσταση μάλιστα αφτή καθώς ενομίστηκε από κείνους που θεωρούσαν την
ελληνική φυλή για ολότελα νεκρή και χαμένη, εγέννησεν ακόμα στον πολιτισμένο
κόσμο την ελπίδα πως και τώρα πάλι ίσως με πολλή και τίμια δουλιά θα ήτανε
δυνατό το ελληνικό γένος να φτάσει στο βαθμό του πολιτισμού, που βρίσκονται
τα έθνη της Δυτικής Εβρώπης και να γίνει για τους άλλους λαούς της Ανατολής
παράδειγμα και κέντρο φωτισμού. Η ελπίδα δε αφτή καθώς κ’ η αγάπη κι’
εβγνωμοσύνη που αιστάνονταν οι Εβρωπαίοι για τους αρχαίους Έλληνες,
υποβοηθημένη κι’ από το φιλολογικό και φιλοσοφικό ρωμαντισμό και την
πολιτική θέση των αστικών τάξεων της Εβρώπης την εποχή εκείνη, εγέννησε και
το λεγόμενο φιλελληνισμό, που τον καιρό κείνο μας εστάθηκε πολύ χρήσιμος. Οι
δύο αφτές ελπίδες, μολονότι ο πολιτικός βίος του ελληνικού βασιλείου εφτύς
από τα πρώτα χρόνια δεν τις δικαιολογούσε και τόσο πολύ, εξακολούθησαν
πενήντα χρόνια και παραπάνω να υπάρχουν ακέρηες και σεμάς και στους
Εβρωπαίους.

3. Η πραγματικότητα διαψεύδει τις ελπίδες

Ύστερα όμως, από τα 1870 περίπου, άμα φανερώθηκαν οι στιγμές που αληθινά
έπρεπεν η φυλή μας να τις πραγματοποιήσει, ένα ένα ερχόνταν τα συμβάματα,
που μας έδειχναν ανίκανους για τα δυο μεγάλα αφτά έργα. Εδιώξαμε ένα
βασιλιά, χρεωκοπήσαμε, νικηθήκαμε χωρίς καμιά μορφή ηρωϊσμού εκ μέρους μας
από τους Τούρκους, που τόσο τους περιφρονούσαμε, εδεχτήκαμε επίσημη
κηδεμονία στα οικονομικά μας και υπάρχει ανεπίσημη στον άλλο πολιτικό μας
βίο. Η πολιτική και κοινωνική οργάνωση κάθε άλλο είναι, παρά πρότυπο για
μίμηση και φωτισμό και άλλων. Η επίσημη τάξη τραβηγμένη σε χίμαιρες και
όνειρα, που δεν τα πιστέβει πλιά και που τα έκαμε φενάκη του ατομικού
συμφέροντος χωρίς καμιά ηθική επιλογή, χωρίς καμιά ηθική συνείδηση. Στην
επίσημη, τη μορφωμένη τάξη, την τάξη των κλασικομορφωμένων κάθε λογής ηθική,
σε κάθε είδους σχέση, προ πάντων δε στη σχέση προς το δημόσιο, και κουταμάρα
κατάντησαν έννοιες συνώνυμες.

Ο λαός απελπισμένος απ’ τη φτώχια και την αμάθεια, απ’ την τοκογλυφία και
την τυραννική και ληστρική πολιτεία των κομματάρχηδων, από την ανυπαρξία
δικαιοσύνης, που το πιο χειροπιαστό δίκιο γίνεται σκιά και φάντασμα μέσα
στις δολοπλοκίες των δυνατών, στις σοφιστείες και μπερμπαντιές των
δικολάβων, που τους τις επιτρέπει η ανοικονόμητη δικονομία μας, ο λαός
αφτός, το αίμα της φυλής το αδολώτερο και η ψυχή της η σχετικά αγνότερη και
καθαρώτερη ρίχτηκε σε μια προτροπάδην μετανάσταση, που κιντυνέβει σε λίγα
χρόνια να ερημώσει την Ελλάδα. Εκατάντησε σέναν τόπο με διόμιση εκατομμύρια
ψυχές να φέβγουν σαράντα χιλιάδες το χρόνο και μάλιστα οι νιοί κ’ οι
μεστωμένοι άντρες, τα πιο γερά δουλεφτάδικα χέρια και να μένουν στον τόπο
ανήλικά παιδιά, γυναίκες, γέροι και σακάτηδες.

Αφτή είναι στις πιο χτυπητές κι’ αδρές γραμμές η κατάστασή μας η πραγματική.
Βαθύτερη ανάλυση και λεπτότερο χαρακτηρισμό δεν έχουμε ανάγκη να κάνουμε εδώ
τώρα.

4. Οι γειτόνοι μας κι’ εμείς

Σαφτή τη θέση λοιπόν εκατάντησεν ύστερα από ογδόντα χρόνια λευτεριάς ο λαός,
που οι κόλακές του κ’ εκμεταλλεφτές του συνηθίζουν να τον ονομάζουν τον
εξυπνότερο της υφηλίου. Μα το θλιβερώτερο γι’ αφτόν είναι, ότι στα τελεφταία
τριάντα χρόνια μέσα, είδε άλλους λαούς, που τους ωνόμασαν και τους ονομάζουν
οι δικοί μας βάρβαρους, χτήνη, ημιάγριους και τα τέτια, που ούτε μεγάλο
όνομα ούτε μεγάλη κληρονομιά  πολιτισμού είχαν, ούτε εκλεχτοί και περιούσιοι
λαοί του Κυρίου ήταν, τους είδε να ξυπνούν, να παίρνουν εθνική συνείδηση,
νανστήνωνται και να πραγματοποιούν σε μεγαλύτερο βαθμό από τους Έλληνες και
με θυσία των Ελλήνων τα εθνικά τους όνειρα και τις ελπίδες του πολιτισμένου
κόσμου.

Κι’ οι Έλληνες που έμελλαν να γίνουν οι ελεφτερωτές της Ανατολής απ’ το ζυγό
των Τούρκων, αναγκάστηκαν να γίνουν σύμμαχοι κ’ υπερασπιστές της Τουρκικής
τυραννίας στη Μακεδονία χύνοντας γι’ αφτή το πολυτιμότερο αίμα τους.

Μα στα τελευταία χρόνια επροστέθηκε για ξεχείλισμα του ποτηριού, το πιο
απροσδόκητο, το πιο σημαντικό, ίσως και το σωτηριωδέστερο και για μας
σύμβαμα των τωρινών χρόνων, το ξύπνημα της Τουρκιάς.

Ο Τουρκικός λαός εμαραίνονταν κι’ έσβηνε κι’ αφτός ως τα τώρα δούλος μιανής
τυραννίας, που είχε για στήριγμά της τις θεοκρατικές και απολυταρχικές ιδέες
κληρονομιά άθλια της μεσαιωνικής κ’ Ασιατικής βαρβαρότητας. Μα το κίνημα των
Νεοτούρκων που αναποδογύρισε τον τύραννο, άνοιξε το δρόμο στις νέες ιδέες κι’
εδημιούργησε στον Τούρκικο λαό την πιθανότητα να ξαναζωντανέψει και να μπει
στη γραμμή του σύγχρονου Εβρωπαϊκού πολιτισμού. Το πρώτο αποτέλεσμα της
αλλαγής και του ξυπνημάτου ήταν που ο Τούρκικος λαός επήρε συνείδηση εθνική,
κι’ έτσι βρέθηκε αμέσως ζωντανός αντιμέτωπος και με τους Έλληνες και με τους
άλλους ανατολικούς λαούς που είχαν αρχίσει να τρώγονται αναμεταξύ τους για
τα κόλλυβά του.

Και τότες ήρθε η στιγμή για να δειχτή πιος ωργανώθηκε και πολιτίστηκε κάτω
απ’ τον ήλιο της λεφτεριάς καλύτερα, πιός ήταν ο αξιώτερος ο
διπλωματικώτερος, ο ικανώτερος, ο εξυπνότερος, ο δυνατώτερος, ο πιο
πειθαρχημένος, ο πιο ανδρικός. Πιος μένα λόγο εχρησιμοποίησε σκοπιμώτερα κι’
αληθινώτερα τις υλικές του και ηθικές δυνάμεις για να θεμελιώσει απάνω
σαφτές το εθνικό του μεγαλείο  και τον πολιτισμό του. Αφτές είναι οι στιγμές
που φαίνονται οι λαοί. Γιατί στα χρόνια της ειρήνης η σαπίλα δε φαίνεται,
μπορεί και να κουτσοσκεπάζεται με ψέματα επίσημα κι’ ανεπίσημα. Μα όταν
έλθουν οι μεγάλες και κρίσιμες στιγμές τα ψέματα δεν περνούν ή περνούν με
μεγάλο όλεθρο, όπως έγινε στα  97.

<Όταν ήρθε λοιπόν η μεγάλη στιγμή.> Και τότε φάνηκε η οικτρή πραγματικότητα
κι’ αλήθεια. Από τους Ανατολικούς λαούς εμείς προ πάντων κ’ οι Βούλγαροι
είχαμε με τους Τούρκους σπουδαία ζητήματα εθνικά άλυτα. Η δε νια κατάσταση
έμελλε να γεννήσει κι’ άλλα καινούρια.

Οι Βούλγαροι ήταν ακόμη ηγεμονία τυπικά υποδουλωμένη στους Τούρκους, είχε
την ανατολική Ρωμυλία όχι ακόμη ολότελα δική της, είχε τέλος και τα εθνικά
της δίκαια για τους Βουλγαρομακεδόνες. Εμείς είχαμε την Κρήτη με έλληνα
διοικητή μα επίσης τυπικά υποδουλωμένη στους Τούρκους, είχαμε τη συνθήκη του
Βερολίνου ανεχτέλεστη, την ατιμία του 97 και τα σύνορά μας κουτσουρεμένα από
τους Τούρκους, είχαμε κι’ όλας το σπουδαιότερο απ’ όλα πέντε εκατομμύρια
αδέλφια κάτω απ’ το τούρκικο μαχαίρι.

Οι Βούλγαροι αναγνωρίζοντας αμέσως την πραγματική σημασία της τουρκικής
επανάστασης κι’ όντας σε τριάντα χρόνια μέσα ωργανωμένοι κι’ έτοιμοι σε όλα
και για όλα, εσυνδυάστηκαν με οξυδέρκεια και διπλωματική ευστροφία με άλλους
ισχυρούς, που είχαν όμοια συμφέροντα και χωρίς να θυσιάσουν ένα στρατιώτη ή
να συντρίψουν τα οικονομικά τους, επήραν τη λεφτεριά τους ολότελα, έγιναν
βασίλειο, επήραν οριστικά την ανατολική Ρωμυλία κ’ έδειξαν φανερά το
ενδιαφέρον τους για τους Βουλγαρομακεδόνες. Δείχνοντας τη γροθιά τους
επέτυχαν κι’ επιτυχαίνουν ό,τι θέλουν. Η Εβρώπη τους επιδοκίμασε στο τέλος
και ο θαυμασμός των Βουλγαρόφιλων βρήκε την ικανοποίησή του.

Οι Έλληνες όχι μόνο δεν πήραν την Κρήτη, όχι μόνο εκιντύνεψαν να την ιδούν
ουσιαστικώτερα υποδουλωμένη στους Τούρκους, όχι μόνο δεν έλυσαν κανένα άλλο
ζήτημά τους ούτε έδειξαν καν πως λογαριάζουν να ξεπλύνουν την ντροπή του 97,
όχι μόνο δεν ετόλμησαν να προσέξουν καν στα παθήματα και τα βασανιστήρια και
τον ηθικό, πνευματικό και οικονομικό εκβιασμό των Ελλήνων της Τουρκιάς, μα
ανέχτηκαν, ως βασίλειο και ως έθνος προκλήσεις και βρισιές και διωγμούς και
ταπείνωση της σημαίας από βάρβαρα πλήθη και παραβιασμούς συνθηκών κι’
εξολοθρεμό του ελληνικού εμπορίου και προσβολές επίσημες.

Τη σύγκριση της δράσης του Ελληνικού έθνους με τη δράση άλλων γειτονικών
λαών την περιορίζουμε μόνο στα γενικά πολιτικά γεγονότα, γιατί αφτά είναι
περισσότερο χτυπητά στα μάτια όλων, αφτά εσυγκίνησαν περισσότερο κι’
ετίναξαν απ’ το λήθαργό της την εθνική ψυχή. Ημπορούσεν όμως πολύ καλά η
σύγκριση αφτή να γίνει και για άλλα σημαντικά φανερώματα του κοινωνικού
οργανισμού. Εσωτερική οργάνωση, παιδεία, τέχνη, επιστήμη θα είχε να μας
παρουσιάσει τις ίδιες διαφορές. Εκεί προ πάντων αλήθεια και ζωή, επίγνωση
της πραγματικότητας, ουσία, σεμάς παραγνώριση της πραγματικότητας, ψεφτιά
και μίμηση, λατρεία της απατηλής φαινομενικότητας.

5. Η λαϊκή ψυχή αισθάνεται

Τα εξωτερικά πολιτικά γεγονότα έδειξαν τη σαπίλα του κοινωνικού και
πολιτικού μας οργανισμού, μας άνοιξαν τα μάτια για να δούμε το βάραθρο, που
κατά κει ολόϊσα κυλούσαμε πηγαίνοντας προς νέα δύση, προς νέα νέκρωση του
ελληνισμού ύστερα από τόσο σύντομο ξαναζωντάνεμα. Γιατί όχι μόνο δεν
επραγματοποίησεν η ελληνική ψυχή τα όνειρά της ούτε καμιά από τις ελπίδες
που στήριξαν σαφτήν οι πολιτισμένοι άνθρωποι της Δύσης, μα εκατάντησε να
κιντυνέβει κι’ αφτή η λεφτεριά τού ελληνικού βασιλείου· ένας πρωθυπουργός
επίσημα από το βήμα της βουλής εθύμισε στους αντιπροσώπους του ελληνικού
λαού την τύχη της Πολωνίας και πολλοί Εβρωπαίοι άρχισαν να μας χτυπούν την
καμπάνα του (πολιτικού) θανάτου.

Στην Εβρώπη εχάθηκεν όχι μόνο κάθε συμπάθεια μα στο βάθος και κάθε εχτίμηση
για τους Έλληνες και οι λιγοστοί σοφοί του γραφείου και θαμαστές του αρχαίου
κόσμου που διατήρησαν στα βάθη της ψυχής τους κάπια ειλικρινή αγάπη και για
τους νέους Έλληνες κι’ αν προβούν σε δημόσια υπεράσπιση δεν ακούονται από
κανένα, ας αφήσουμε που κι’ απ’ αφτούς μερικούς τους έχει πλερώσει με πικρία
η δημοκοπούσα μωρία μερικών πνευματικών αρχηγών του σύγχρονου ελληνισμού.

Στην Ελλάδα εκείνοι που ως τα τώρα ήταν πνευματικοί και πολιτικοί οδηγάτορες
του λαού ή κάνουν πως δε βλέπουν τίποτε απ’ ότι συβαίνει γύρω τους και τα
βλέπουν όλα τα ως τα τώρα γενούμενα καλά κι’ ωραία και κατηγοράν κάθε αλλαγή
ή βρίσκουν για κάθε κακό που δε μπορεί πια να μείνει κρυφό δικαιολογίες
διάφορες. Τα δικά μας φταιξίματα τα ρίχνουν όλο σε άλλους, στους Εβρωπαίους,
στη δυναστεία, (στον ουρανό), στην τύχη, ποτέ όμως στον εαφτό τους και στον
εαφτό μας. Τις επιτυχίες των άλλων λαών ή τις αρνιούνται ή προσπαθούν να τις
αποδώσουν σε ξένη υποστήριξη, σε εύνοιες ισχυρών και στα τέτια.

Μα αφτό αποδείχνει ίσα ίσα πως από τον τρόπο που σκέφτονται οι ως τα τώρα
κυριάρχοί του, οι πνεματικοί του και πολιτικοί τύραννοι είτε βουλεφτάδες
είναι είτε καθηγητές στο πανεπιστήμιο και τάλλα σκολιά, είτε ανώτεροι
δικαστές, είτε δικηγόροι, είτε γιατροί, είτε γραμματιζούμενοι, είτε
καλαμαράδες, είτε εφημεριδογράφοι και συντάχτες των Πατρίων
εθνικοεφημερίδων, είτε δεσποτάδες με πατερίτσες, είτε ιεροκήρυκες με μεγάλα
λόγια και πολλές κατάρες και αφορισμούς, απ’ όλους αφτούς τίποτα δεν έχει να
προσμένει ο λαός για τη σωτηρία του. Γιατί όσο αφτοί δεν αναγνωρίζουνε
ειλικρινά, πως αφτοί οι ίδιοι με τον τρόπο που σκέφτονται και διδάσκουνε και
με το παράδειγμα που δίνουνε στο λαό και με τις ιδέες και τις προλήψεις, που
του βάζουν, πως αφτοί τον έφεραν στη θέση που βρίσκεται σήμερα, διόρθωση δε
γίνεται. Πώς θα διορθώσει το κακό ένας που δεν το αναγνωρίζει; Αφτοί δε γύρω
στις ιδέες και στις προλήψεις με τις οποίες πλανάν το λαό έχουν χτίσει τα
συμφεροντάκια τους τα ατομικά. Ξέρουν πως άμα ξυπνήσει ο λαός τα συμφέροντά
τους τα ατομικά θα πειραχτούν. Ξέρουν πως τότες θα περάσει η βασιλεία των
ψεφτογραμματισμένων, των σοφιστάδων, που η βασιλεία τους έχει για θρόνο την
αμάθεια και την πλάνη του λαού. Και γι’ αφτό αγωνίζονται με κάθε τρόπο να
κρατήσουν το λαό στο σκότος.

Ο φωτισμός του λαού θα είναι ο θάνατος των τωρινών του εσωτερικών τυράννων.
Πως υπάρχουν τύραννοι εσωτερικοί στη χώρα, ο λαός στο πέσιμό του το
διαιστάνθηκε.

Ήταν τόσο βαθύ το τίναγμα, τόσο βαθύς ο πόνος της εθνικής ψυχής που κανένα
Μιστριώτικο ψέμα για εθνικά μεγαλεία δε μπορούσε πια να τήνε ξεγελάσει.

Και ο λαός επαναστάτησε για τη σωτηρία του και χτύπησε κάπιες τυραννίες
εσωτερικές. Μα ημπόρεσεν άρα γες ο λαός αμάθητος κι’ ανοδήγητος, καθώς τον
άφησαν ως τα τώρα, να ιδεί μόνο με το ένστιχτό του πιός είναι ο καθ’ εαφτού
τύραννος ο ολέθριος, που μας βυζαίνει το αίμα, που μας πιπιλίζει το μυαλό
και την καρδιά και μας αφαιράει τη δύναμη της ζωής;

Ημπόρεσεν άρά γες ο λαός μόνο με το ένστιχτό του, αφ’ ου κανείς δεν τον
οδηγάει, να νιώσει τις βαθύτερες αιτίες, που τους ηρώους της εθνικής
επανάστασης, που άνοιξαν τόσο λαμπρά το δρόμο για μια νέαν Ελλάδα, τίμια και
δοξασμένη τους εδιαδέχτηκαν πλιατσικολόγοι και θεσιθήρες, σοφιστές
αχαρακτήριστοι, συμφεροντολόγοι δημοκόποι, ασυνείδητοι φενακιστές κάθε
εθνικού ιδεώδους;

Ημόρεσεν άρά γε ο λαός να βρει τις βαθύτερες εστίες της διαφθοράς, που
παραλεί και μολέβει τους χαρακτήρες, που βαφτίζει κάθε ευγενικό ιδεώδες στο
ψέμα κι’ αφίνει μόνο το ατομικό συμφέρο να οργιάζει σε βάρος του κράτους και
της φυλής;

Αν δε δει τον οχτρό, αν δε μετρήσει το κακό σόλο του το βάθος και την
έχταση, αν δε φτάσει στις ρίζες της αρρώστιας πώς θα χτυπήσει ο λαός, πώς θα
κάνει την εσωτερική του απολύτρωση, πώς θα ανορθωθεί;

6. Τα πρόσωπα, οι νόμοι, οι ιδέες

Εύκολα καταλαβαίνει κανείς, πως εδώ είναι το πιο δύσκολο και πιο κρίσιμο
σημείο της προσπάθειας του λαού για την ανόρθωση του και τη σωτηρία του. Η
προσπάθεια αφτή υπάρχει και εδείχτηκε πολύ σταθερώτερη και επιμονώτερη απ’
ό,τι επερίμεναν οι εσωτερικοί και εξωτερικοί οχτροί της φυλής μας. Ο λαός
άμα κατάλαβε πως ήταν πεσμένος, ταπεινωμένος, δυστυχισμένος εζήτησε αλλαγή.
Το ένστικτο της αυτοσυντηρησίας τόνε σπρώχνει. Πρέπει να γίνει κάπια αλλαγή.
Αλλαγή του τρόπου με τον οποίο τον ανάθρεψαν και τον εδίκασαν και τον
εκυβέρνησαν και τον εφορολόγησαν και τον ωργάνωσαν ως τώρα. Και επειδή το
προχειρώτερο και φανερώτερο και πιο χειροπιαστό στοιχείο του τρόπου αυτού,
είναι τα πρόσωπα που τα τελεφταία τούτα χρόνια τον εδιοίκησαν, εχτύπησεν ο
λαός αφτουνούς, εναντίον τους εξέσπασεν ο δίκαιος θυμός του και επίμονα
εζήτησε την αλλαγή τους. Εζήτησεν, επόθησεν, επικαλέστηκε νέους ανθρώπους,
νέους άντρες, νέους οδηγούς και κυβερνήτες και επαραδόθηκε σε κείνους που
εφανερώθηκαν με πίστη και αφοσίωση απεριόριστη.

Εις τα νέα πρόσωπα επαρέδωκε την τύχη του. Τους είπε: πάρτε τα πάντα, είμαι
δικός σας. Δώστε μου νέους νόμους, νέα διοίκηση, νέα φορολογία, νέα
δικαιοσύνη, νέα οργάνωση. Δώστε μου νέα ζωή. Αφτή θα είναι η ανόρθωση, και η
αλλαγή και η σωτηρία.

……………………………………………………………………………..

Τα πρόσωπα λοιπόν ημπορεί να έχουν σημασία ως όργανα ιδεών και οι νόμοι
ημπορεί να έχουν σημασία όταν θεμελιώνονται απάνω στις ηθικές ιδέες, που
κανονίζουν το φέρσιμο των ανθρώπων στα διάφορα περιστατικά του βίου των.
Γιατί την ψυχή των ανθρώπων και τα φερσίματά τους τα  κυβερνούν οι ιδέες,
που αργά αργά, με το πέρασμα αιώνων καμιά φορά, σχηματίζονται και
αποκρυσταλλώνονται και γίνονται οδηγήτρες της ζωής.

Οι ιδέες αφτές δεν είναι πάντα οι ίδιες αιώνιες και αμετάβλητες. Επειδή
πρέπει να κανονίζουν την ανθρώπινη ζωή, πρέπει να προσαρμόζονται στους όρους
της πραγματικότητας, Γι’ αφτό όταν αλλάζει η πραγματικότητα πρέπει να
παρακολουθούν την αλλαγή και οι ιδέες.

Αλλιώς γεννιούνται μεγάλες συγκρούσεις, προβλήματα κοινωνικά, επανάστασες.
Έτσι τον καιρό που υπήρχεν η προσωπική σκλαβιά, όπως στην αρχαία Ελλάδα π.χ.
υπήρχαν και ιδέες πατροπαράδοτες που εκανόνιζαν τα φερσίματα των αφεντάδων
προς τους σκλάβους και των σκλάβων προς τους αφεντάδες. Όταν όμως έπαψε να
υπάρχει σκλαβιά έπρεπε να αλλάξουν και οι ιδέες που εκανόνιζαν τα φερσίματα
των ανθρώπων αναμεταξύ τους και είναι φανερό πως αν κανένας θα ήθελε ακόμα
να μεταχειρίζεται μερικούς ανθρώπους σα σκλάβους, τα φερσίματά του θα
εγεννούσαν σύγκρουση με την πραγματικότητα και ίσως την καταστροφή του.

Το ίδιο φαινόμενο ισχύει και για ολόκληρους λαούς. Κάθε λαός κληρονομάει από
τους προγόνους του μερικές κεντρικές ιδέες που κανονίζουν τη διαγωγή του
στις πλιό σημαντικές περιστάσεις, του δημόσιου βίου. Είναι λοιπόν
σπουδαιότατο για την ευδοκίμηση ενός λαού να συμφωνάν οι πατροπαράδοτες
ιδέες με την πραγματικότητα.

Αν δεν συμφωνάν πρέπει να συμμορφωθούν. Αλλιώς θα γεννηθούν προβλήματα
κοινωνικά, συγκρούσεις, δυστυχίες, συμφορές κοινωνικές, ατυχήματα εθνικά,
κατάπτωση του συνόλου. Και τότε η αλλαγή των ιδεών και η προσαρμογή τους με
την πραγματικότητα, που έπρεπε να γίνει σιγά σιγά και χωρίς κλονισμούς, θα
γίνει με επαναστάσεις και ταραχές, ή αν οι χρεωκοπημένες ιδέες εξακολουθούν
να βασιλέβουν και να πλαστογραφούν την πραγματικότητα ο μαρασμός του
δημόσιου βίου θα τελιώσει με κοινωνικό και εθνικό θάνατο.

…………………………………………………….

Από τα σπλάχνα λοιπόν του φωτισμένου λαού πρέπει να βγει η αληθινή
επανάσταση. Επανάσταση πνευματική, που χωρίς τουφέκια και σπαθιά η δύναμή
της θα είναι τρισμέγιστη και ακατανίκητη. Επανάσταση, που θα την οδηγούν
ιδέες, ιδέες νέες βγαλμένες από το σημερινό ελληνισμό, από την κοινωνική,
εθνική και φυλετική μας πραγματικότητα, από το αληθινό συμφέρο του σημερινού
ελληνικού λαού και όλης της φυλής.

7. Οι νεκροί που πρέπει να θαφτούν

Είδαμε, πως το ελληνικό έθνος στα τέλη του δέκατου όγδοου και τις αρχές του
δέκατου ενάτου αιώνα άρχισε ν’ αναγεννιέται, να πέρνει καθαρή συνείδηση του
εαυτού του και της ιστορικής του σημασίας και πως με μεγάλες ελπίδες άρχισε
τον αγώνα για μια καθολικήν απελευθέρωση της υποδουλωμένης φυλής. Είδαμε
ακόμη και σε πια θέση βρέθηκεν ο Ελληνισμός στις αρχές του εικοστού αιώνα
και πόσο την κάνει λυπηρότερη τη θέση αφτή η σύγκριση με άλλους λαούς που
πριν λίγες δεκαετηρίδες ακόμα ήταν σόλα κατώτεροί μας.

Τα αίτια της εσωτερικής αφτής αδυναμίας, της ηθικής ανικανότητας να πούμε,
που ακολούθησε τον πολεμικό ηρωϊσμό και την καρτερία των ανθρώπων του 21, τα
αίτια της ανικανότητας για σκόπιμη πολιτική, στρατιωτική, κοινωνική και
γενικά εθνική οργάνωσή μας, τα αίτια της ψυχικής μας αδυναμίας στο να
πάρουμε αληθινά και πραγματικά διδάγματα από τον αρχαίο ελληνικό και
προπάντων από το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό, που και των δυονώνε
εμιμηθήκαμε μόνο μερικούς εξωτερικούς τύπους, τα αίτια, που μας έφεραν
συμφορές εθνικές και ταπείνωσες και εσωτερική απελπισία, ο λαός στο ξέσπασμα
του θυμού του τα γύρεψε στους πολιτικούς των τελεφταίων χρόνων. Ο λαός δεν
είχεν ολότελα άδικο, γιατί βέβαια οι πολιτικοί αυτοί ήταν ένα από τα
φανερώματα και τα όργανα της διαφθοράς. Μα τώρα είναι κατάλληλη στιγμή για
να καταλάβουμε, πως δεν ήταν οι πολιτικοί η αρχική και καθ’ εαφτού του κακού
αιτία.

……………………………………………

Ναι είν’ αλήθεια. Το λαό δεν τον ξεγελάει ένα ή δύο ή πέντε πρόσωπα. Το λαό
τον απατάει και τον μαδάει και του ρουφάει το αίμα ολόκληρη τάξη ανθρώπων.

Μα η τάξη αφτή που εβγήκε από τα σπλάχνα του λαού, που ιστορική καταγωγή και
δικαιώματα δεν έχει και όμως τυραννεί, που τα μέλη της δεν εγεννήθηκαν με
ιδιαίτερες κληρονομικές κακίες ούτε με κακές διαθέσεις κατά της φυλής τους
και όμως έγιναν και γίνονται κάθε μέρα οι νεκροθάφτες της, η τάξη αφτή που
μέσα της βρίσκεται και το παιδί του πλούσιου και το παιδί του φτωχού, και το
παιδί του άρχοντα και το παιδί του παπουτσή, η τάξη αυτή που εν ω βγαίνει
από το λαό θεμελιώνει την αποτρόπαιη τυραννία της απάνω στην αμάθεια του
λαού και την αποπλάνησή του η τάξη αυτή είναι δημιούργημα της νεοελληνικής
παιδείας, <για να μην πούμε του νεοελλ(ηνικού) πολιτισμού> είναι όσοι
πέρασαν πέρα και πέρα από το σημερινό ελληνικό σκολιό, το Γυμνάσιο, το
Πανεπιστήμιο, είναι οι γραμματισμένοι.

Η τάξη αφτή είναι δημιουργημένη από τις νεκρές ιδέες που μας εκληρονόμησαν
χρόνοι περασμένοι. Η τάξη αφτή ζει, στηρίζει την τυραννία της, τα ατομικά
της συμφέροντα, την εκμετάλλευση του λαού και της πολιτείας απάνω στη
βασιλεία προλήψεων, ψέφτικων ιδεωδών, χρυσοχάρτινων ειδώλων, με τα οποία
θαμπώνει τα μάτια του λαού….

Στην ιδέα, που έχουμε για τον εαφτό μας, για το τί είμαστε ως έθνος και τί
σημασία έχουμε για το σημερινό πολιτισμό, <στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε
τα καθήκοντα μας και τα δικαιώματά μας είτε για τις σχέσεις μας με την
οικογένεια πρόκειται, είτε για την κοινωνία και το κράτος και τη φυλή, για
τον τρόπο που ξεχωρίζουμε το κοινωνικό και εθνικό συμφέρον> στον τρόπο που
αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας και την εξάρτησή μας από το παρελθόν της φυλής
μας και τις πνευματικές ή κοινωνικές αξίες που μας έχει παραδώσει, στον
τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα καθήκοντά μας προς τη σημερινή πραγματικότητα,
που αποτελεί την καθ’ αφτό υπόστασή μας, στον τρόπο που κρίνουμε τους άλλους
λαούς και τους Εβρωπαϊκούς και τους γειτονικούς μας λαούς της Ανατολής και
τη θέση μας απέναντί των, σε κάθε ριζική και βαθύτερη σκέψη για το είναι
μας, για το άτομο και τη φυλή μας, που μας καθορίζει την έννοια του
καθήκοντος και συμφέροντος και τον τρόπο της ενεργείας μας είτε για τις
ατομικές μας δουλιές ενεργούμε, είτε για τις οικογενειακές, είτε για τις
κοινοτικές είτε για τις εθνικές, εκεί πρέπει να ζητηθή η πηγή της αρρώστιας
μας…..

8. Επανάσταση πνευματική

….Η πρόοδο και εξέλιξη των κοινωνιών η οποία στηρίζεται στους νέους όρους
που δημιουργεί ο άνθρωπος για το βίο του, έχει ως απαραίτητη προϋπόθεση και
αναπόδραστη ανάγκη την αλλαγή των ιδεών και των συνηθειών των ανθρώπων. Οι
ανθρώπινες κοινωνίες δεν εξελίσσονται και δεν προοδεύουν όλες το ίδιο.
Διάφορες συνθήκες της χώρας, του κλίματος, της ιστορίας κανονίζουν την
πρόοδο. Άλλοι λαοί προοδεύουν ταχύτερα, άλλοι σιγώτερα, άλλο καθόλου, άλλοι
τραβούν μπροστά με σύστημα και γοργότητα, άλλοι σαν να τους βαρένουν τα
γερατιά μόλις σέρνουν το βήμα και άλλοι βρίσκονται σε κατάπτωση και βαίνουν
προς το θάνατο.

Από όσα είπαμε για τους νόμους της στασιμότητας και της εξέλιξης
καταλαβαίνομε τώρα ολοφάνερα ότι όπου υπάρχει γοργότερη και ζωντανότερη
πρόοδο εκεί υπάρχει και συνεχέστερη ταχύτερη προσαρμογή των ιδεών, που
κυβερνούν τους ανθρώπους προς την νέα πραγματικότητα. Οι ζωντανοί
άνθρωποι -άλλος μεγάλος νόμος της ζωής ο νόμος της προσαρμογής-
προσαρμόζονται ταχύτερα προς τους νέους όρους και τραβούν μπροστά. Και
τανάπαλιν, όπου ολιγώτερη πρόοδο, και ολιγώτερη εξέλιξη και ολιγώτερη δύναμη
ζωής και προσαρμογής εκεί αλλαγή των ιδεών δεν γίνεται και το προσκόλλημα
των ανθρώπων στις παλιές ιδέες και στις παλιές συνήθειες, το προσκόλλημα στα
είδωλα και στα σύμβολα και στις λέξεις επιμονώτερο και μανιωδέστερο. Εκεί
βασιλέβει η στασιμότητα, τα γερατιά, εκεί μυρίζει λιβάνι θανάτου.

Όλη η ανθρώπινη ιστορία μας το διδάσκει. Όπιος εμελέτησε τι αλλαγή ιδεών
έγινε στον αρχαίο κόσμο από την εποχή του Όμηρου ως το Χριστό εκείνος
καταλαβαίνει την αιτία της ακμής και του μεγαλείου του αρχαίου πολιτισμού.
Όπιος εμελέτησε τί τεράστια αλλαγή ιδεών έγινε στην Εβρώπη στους τελευταίους
τέσσερις αιώνες εκείνος ημπορεί να καταλάβει τα αίτια της σημερινής
καταπληχτικής ακμής του εβρωπαϊκού πολιτισμού. Όπιος επίσης εμελέτησε τι
στασιμότητα ιδεών επικρατεί στην Ασία και τους Ασιατικούς λαούς δύο χιλιάδες
χρόνια τώρα, εκείνος ομοίως καταλαβαίνει τα αίτια της σημερινής καταπτώσεως
των πολιτισμών της Ασίας, η οποία έχει κατεβάσει τους Ασιατικούς λαούς εις
ανθρώπους δευτέρας ή τρίτης ποιότητος.

Είναι λοιπόν αναπόδραστος νόμος της ζωής και της προόδου η αλλαγή των ιδεών
εκείνων, που δεν συμβιβάζονται πια με τους όρους της ζωής, με την
πραγματικότητα…..

Τη σκέπη, που σκεπάζει τα μάτια του λαού και δεν τον αφήνει να δει το
αληθινό του συμφέρο, τα χρυσοχάρτινα είδωλα, που τα θεωρεί για αληθινούς
θεούς και τα προσκυνάει, τις προλήψεις, που σαν πλοκάμια χταποδιού
περιτυλίγουν την ψυχή του, την ξεσκίζει η πνευματική επανάσταση που φέρνει
σε νίκη τις νέες ιδέες.

Ούτε σε νόμους, ούτε σε βουλές, ούτε σε αλλαγές προσώπων βρίσκεται η σωτηρία
του δυστυχισμένου λαού. Όσο τον τυραννάει και τον πλανάει και τον θαμπώνει
και τον υπνωτίζει η τάξη που έχει συμφέρο να του ρουφάει το αίμα, σωτηρία
δεν υπάρχει. Σωτηρία υπάρχει μόνο στην πνευματική επανάσταση που
συντρίβοντας τα είδωλα θα συντρίψει και την τάξη των εκμεταλλευτών του λαού.

Μόνο η ψυχική και πνευματική αναγέννηση, το ξαναβάφτισμα της ελληνικής ψυχής
στη δροσερή πηγή της ζωής και της αλήθειας, μόνο το βάφτισμα μες τα
κρουσταλένια νερά της αλήθειας που καμιά ακάθαρτη πρόληψη δεν τάχει
θολωμένα, θα γίνει βάφτισμα στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τη φυλή μας.

——————————————————————————–

*Δημοσιεύτηκε στο Νουμά, φύλλα 360, 362-364, Αθήνα 1909, αναδημοσιεύεται στα
Έργα του Γ. Σκληρού, επιμ. Λ. Αξελού, Επικαιρότητα, Αθήνα , 1976, σελ.
412-430. (Ó. Åð.)

* Δημήτρης Γληνός, «Η τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», 1909,
στο Δ. Γληνού Άπαντα, τόμος Α’ 1898-1910, σελ. 171-188. Ο Γληνός θεωρούσε
αυτή του την εργασία  που γράφτηκε στην Ιένα τον Ιούλιο του 1909 και
δημοσιεύτηκε στα τεύχη του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του περιοδικού
Ελληνισμός ως «την πρώτη μελέτη (μου) με τη μαρξιστική μέθοδο», και
«σοβαρότατη μελέτη γιατί σ’ αυτήν προείδα το βαλκανικό πόλεμο του 1912».
[Βλέπε Άπαντα, τόμ Α’ σελ 552 σχόλια του επιμ. Φίλιππου Ηλιού].

[1] Την έκτασιν του εν Τουρκία Ελληνισμού, τον πληθυσμόν του, την
εκπολιτιστικήν δράσιν του, τα σχολεία του, τα φιλανθρωπικά του ιδρύματα, την
εμπορικήν, βιομηχανικήν και ναυτικήν ακμήν του ουδείς εμελέτησεν ακόμη
συστηματικώς και αξίως του έργου. Νομίζομεν, ότι δεν υπάρχει καταλληλοτέρα
στιγμή προς επιχείρησιν έργου τόσον σημαντικού και επείγοντος. Νυν άρχεται ο
αγών.
Πρέπει να γνωρίσωμεν και ημείς και ο άλλος κόσμος τι έχομεν την
στιγμήν ταύτην, δια να εννοήσωμεν, τι θα απολέσωμεν ή θα κερδίσωμεν εξ
αυτού.

[2] Τονίζομεν ιδιαιτέρως το φιλελεύθερον πρόγραμμα, διότι η θέσις των
πραγμάτων είνε τοιαύτη, ώστε ευκόλως δύναται να παρασύρει, μάλιστα τους
Έλληνας, εις εντελώς εσφαλμένην πολιτικήν. Επειδή δηλαδή επί απολυταρχίας,
αναγνωριζομένης της θρησκευτικής αυτοτελείας, οι Χριστιανοί έχοντες τον
κλήρον επί κεφαλής, απελάμβανον με σχετικήν γαλήνην αρκούσαν πνευματικήν
ελευθερίαν, πιθανόν να νομισθή είτε ότι καλόν είνε να επανέλθη το πρώην
καθεστώς, είτε ότι εν γένει η πολιτική των Χριστιανών πρέπει να είνε
αντιδραστική και οπισθοδρομική. Αλλ’ η ιστορία διδάσκει, ότι το
προκεχωρημένον αποκεντρωτικόν καθεστώς, ούτινος την διατήρησιν επιδιώκουσιν
οι Χριστιανοί, εις τα αστικά κράτη δεν περιέχεται εις ουδέν συντηρητικόν ή
αντιδραστικόν πρόγραμμα, αλλά εις το πρόγραμμα των φιλελευθέρων.

* Το κείμενο αυτό,του οποίου παραθέτουμε αποσπάσματα έγραψε ο Γληνός μαζί με
τον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, το 1910 στη Λειψία εμπνευσμένοι από την
Επανάσταση του 1909 και την άνοδο του Βενιζέλου, υπό τον γενικό τίτλο Στο
Δρόμο της Νέας Ζωής
, που ήθελε να αποτελέσει ένα πνευματικό και πολιτικό
μανιφέστο, το οποίο όμως παρέμεινε ημιτελές και αδημοσιευτο. Το
αναδημοσίευουμε εδώ από τον Β’ τομο των απαντων του Δ. Γληνού

————————————————-

Διαβάστε : Δημήτρης Γληνός – Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο ΕΑΜ [Ο Ρήγας 1944]

Advertisements

21/03/2010 - Posted by | -Άρνηση Γενοκτονίας, -Αρνητές Γενοκτονίας, -Γενοκτονία στην Ανατολή, -Ιστορικά, -Ιδεολογικά, -Μνήμες, -Νακρατζάς-"Ιός", -Mειονότητες στην Τουρκία, -Nεοελληνικός ανορθολογισμός, Αναθεωρητισμός, Μικρά Ασία

8 Σχόλια »

  1. Το παρακάτω σχόλιο το έκανα στου Νοσφεράτου, για ένα κείμενο κρεμασμένο -που αλλού;- στου «σταλινόδοτου», που παρουσίαζε τις ανοησίες κάποιου άλλου σταλινικού εγκέφαλου του «Κ»ΚΕ ονόματι Παπαδογεωργάκης, ως «μαρξιστική ανάλυση» (μη χέσω!!!):

    «Βλέπω ότι για τους κνίτες όλοι οι άλλοι (εμείς, οι Αρμένιοι, οι Κούρδοι) ήταν εθνικιστές και ιμπεριαλιστές πλην των τούρκων εθνικιστών του Κεμάλ (και των σοβιετικών στρατευμάτων που εισέβαλαν στην Ουγγαρία πρώτα, στην Τσεχοσλοβακία μετά και στο Αφγανιστάν στο τέλος).

    Δηλαδή, (για τον Παπαδογεωργάκη, το σταλινόδοτο και όσους τους αναδημοσίευσαν ή τους κάλεσαν στα συνέδριά τους) ο σφαγέας, δολοφόνος, ακροδεξιός και ληστής Τοπάλ Οσμάν ήταν εθνικοαπελευθερωτής που αγωνίστηκε ενάντια στους εθνικιστές και ιμπεριαλιστές Πόντιους αντάρτες που ξεσηκώθηκαν με την προτροπή της τυχοδιωκτικής ελληνικής αστικής τάξης.

    Δεν θέλω να σχολιάσω περισσσότερο, ούτε να χαρακτηρίσω την παραπάνω ξεφτυλισμένη θέση που τόλμησαν να παρουσιάσουν και σε «ποντιακό» συνέδριο χωρίς να τους πάρουν με τις ντομάτες, γιατί ο Νοσφεράτος μου έχει απαγορεύσει να κρίνω τις ανοησίες των φιλοξενουμένων του.

    Όμως μπορώ να αντιπροτείνω ένα πραγματικό μαρξιστικό άρθρο και όχι σαν το μαρξιστικό-μαϊμού του Παπαδογεωργάκη. Πολύ παλιότερο και πολύ ουσιαστικότερο απ’ τις σοσιαλφασιστικές «χίτικες» ανοησίες.

    Αυτό του όντως μεγάλου Μαρξιστή Δημητρίου Γληνού με τίτλο «Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΑΙ ΑΥΤΗΣ» που ανεβάσαμε υπό τον τίτλο: «O Δημήτρης Γληνός για το 1908» «

    Ομέρ

    υ.γ.
    έχω κάνει από μέρες έκκληση στον Μ-π, τον μουμούλ και άλλους αριστεροπόντιους να σχολιάσουν συστηματικά και εμπεριστατωμένα τις ιδεολογικές εξελίξεις με τις οποίες το «Κ»ΚΕ δια των τρισάθλιων ιστορικών του ξαναμετατρέπεται σε αντιλαϊκό θεματοφύλακα του σταλινισμού και του κεμαλισμού ήτοι του τουρκικού εθνικισμού.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 20/03/2010

  2. Ομέρ, πολύ αγριέμενο σε βλέπω. Πρόσεξε γιατί η συναισθηματική νοημοσύνη ίσως σε οδηγήσει σε δύσβατες ατραπούς. Ο «Μ-π» τι λέει για τις απόψεις σου;

    Εξαιρετικό το κείμενο του Γληνού. Προφητικό για όσα επακολούθησαν. Δεν είναι τυχαίο ότι το έθαψαν για δεκαετίες.

    Σχόλιο από Ματσουκάτες | 20/03/2010

  3. Αν και δεν είμαι πόντιος αλλά μόνο Αριστερός σας παρακολουθώ με εξαιρετικό ενδιαφέρον. Διάβασα τα δύο άρθρα του Γληνού. Θεωρώ ότι αν ζούσε σήμερα ( ο Γληνός πέθανε μέσα στην Κατοχή και είχε γράψει το μανιφέστο του ΕΑΜ ) θα είχε διαγραφεί τόσο από το ΚΚΕ όσο και από τον ΣΥΝ. Δεν ξέρω πως θα έβλεπε τον ΣΥΡΙΖΑ
    Πάντως θα πρέπει να δούμε αναλυτικά το γεγονός ότι η Μικρασιατική εκστρατεία ήταν πουλημένη από την αρχή.
    Δηλ. ο Βενιζέλος προχώρησε πολύ περισσότερο από ότι προβλέποταν από την συνθήκη των Σεβρών, ανοίγοντας έτσι το μέτωπο,( αλλά προστατεύοντας ταυτόχρονα τους Άγγλους στα Δαρδανέλια ) μην στέλνοντας σημαντική βοήθεια στον Πόντο ( στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτη η βοήθεια ) όταν βάση της ίδιας συνθήκης προβλέπονταν μια ποντο αρμενική ομοσπονδία και η ελληνική στρατιωτική παρουσία στην παραπάνω περιοχή θα μπορούσε να στηριχθεί στην διασταλτική ερμηνεία της συνθήκης αυτής ( προστασία των εκεί ελληνικών πληθυσμών από τουρκικές εθνικιστικές συμμορίες και προστασία του νεοιδρυθέντος κράτους). Μην ξεχνάμε ότι με βάση τον ίδιο λόγο ο ελληνικός στρατός είχε κινηθεί στην Δυτική Μικρά Ασία πολύ πέρα των ορίων της εντολής που προβλέποταν στην συνθήκη των Σεβρών.
    Όμως σε εκείνες τις περιοχές ο Κεμάλ έδωσε την πρώτη του μάχη θέλοντας να καλύψει τα νώτα του πριν στραφεί στην Δύση. Δεν πρόβλεψε ο Βενιζέλος ότι η μάχη για την διατήρηση της Ελληνικής παρουσίας στην Μικρά Ασία ( είτε ενταγμένης στο ελληνικό κράτος ή σε κράτη που θα σέβονταν την ελληνική παρουσία όπως η ποντο αρμενική ομοσπονδία ) θα έπρεπε να δοθεί στον Πόντο χτυπώντας το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ εν τη γενέσει του.
    Μετά ήρθαν οι Βασιλικοί που τάζαν ειρήνη προεκλογικά και μας οδήγησαν στην Άγκυρα ενώ οι εφημερίδες τους προπαγάνδιζαν την ήττα και την επιστροφή ( Οίκαδε της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ) Τελείως ανερμάτιστοι. Βέβαια οι Άγγλοι προστατευμένοι στα Δαρδανέλια έτσι ?
    Τώρα ο ρόλος του ΚΚΕ. Σίγουρα ο ρόλος του ΚΚΣΕ έβλαψε τα συμφέροντα της Ελλάδας ( συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ Κεμάλ – ΕΣΣΔ, η ΕΣΣΔ έκανε τα στραβά μάτια από αδυναμία ίσως ? στην προέλαση των εθνικιστών σε ποντο αρμενικά εδάφη και την σφαγή χιλιάδων ποντίων και αρμενίων ) Μην ξεχνάμε όμως ότι εκείνη την εποχή ο μόνος σύμμαχος της ΕΣΣΔ ήταν οι Τούρκοι που πολεμούσαν τους ίδιους εχθρούς ( Αγγλογάλλους ιμπεριαλιστές και τους λακέδες τους όπως θα μας έβλεπαν οι Ρώσοι Κομουνιστές. Είχαμε πολεμήσει και εναντίον τους στην Ουκρανία. ) Εν πάσει περιπτώσει η συνέχεια της ΕΣΣΔ ήταν η μετατροπή της σε μια μεγάλη δύναμη όπως και όλες οι άλλες στον κόσμο με ζώνες επιρροής κλπ. ‘Ηρθε ο καιρός της και έσβησε, καθώς σε αυτήν δεν έγινε και ποτέ αυτό που παλεύαμε
    Ο ρόλος του ΚΚΕ Σαν τέως μέλος του ΚΚΕ και γνωρίζοντας ότι ύψιστο καθήκον του κάθε κομμουνιστή ήταν η προστασία της μεγάλης σοσιαλιστικής πατρίδας και των συμφερόντων της, δεν μου φαίνεται απίθανο ότι τα μέλη του ΚΚΕ θα ήταν αντίθετα στην μικρασιατική εκστρατεία. Ίσως ακόμα και να έκαναν και συλλογή πληροφοριών υπέρ του Κεμάλ. Όμως τα μέλη του ΚΚΕ ήταν λίγα, πόση ζημία να έκαναν?
    Ότι σήμερα το ΚΚΕ έχει γυρίσει πίσω και εξυμνούν τον Στάλιν και ενδεχομένως να λένε αυτά που γράφονται παραπάνω τι να πω. Κρίμα Ο καθένας πολεμά με αυτά που έχει.
    Πάντως εκτιμώ ότι την κύρια ευθύνη για την Καταστροφή της Μικράς Ασίας την έχει τόσο ο Βενιζέλος ( ειδικά για την ποντιακή γενοκτονία ) όσο και οι βασιλικοί ( για τα υπόλοιπα ) . Η αιτία : εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα μιας μεταπρατικής αστικής τάξης στενά συνδεδεμένης με τα αγγλικά συμφέροντα .

    Σχόλιο από doukas | 20/03/2010

  4. Δούκα, δες αυτό που σου προτείνω:

    http://kars1918.wordpress.com/2010/03/04/svolopoulos-2/

    Ίσως να αποσαφηνίζει κάπως τα πράγματα. Επίσης, η γενοκτονία στον Πόντο έγινε σε δύο φάσεις: 1916-1918 και 1921-1923. Η δεύτερη φάση που σχετίζεται με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, πυροδοτήθηκε από τον βομβαρδισμό στρατιωτικών αποθηκών στην Σαμψούντα από ελληνικά πολεμικά πλοία, τη στιγμή που είχε εγκαταλειφθεί από τις μετανοεμβριανές μοναρχικές κυβερνήσεις το Ζήτημα του Πόντου (το οποίο είχε μπει για πρώτη φορά στην ατζέντα, τόσο της ελληνικής κυβέρνησης, όσο και της βρετανικής πολιτικής για την Εγγύς Ανατολή μόλις λίγο πριν απ’ τις εκλογές του Νοεμβρίου του ’20)

    Ομέρ, δεν έχεις και πολύ άδικο. Το άδικο στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι κάποιοι παίρνουν το σημερινό ΚΚΕ στο λαιμό τους.

    Μ-π

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 20/03/2010

  5. […] από τον  ελληνισμό της Ανατολής, όπως ο Σμυρνιός Δημήτρης Γληνός και ο Τραπεζούντιος Γεώργιος Σκληρός. Οι δύο αυτοί […]

    Πίνγκμπακ από -Ο άλλος Βενιζέλος « Πόντος και Αριστερά | 10/09/2011

  6. […] να αντιμετωπίσει και τους κατακτητές. Όπως έγραφε ο Δημήτρης Γληνός στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», δεν μπορείς να […]

    Πίνγκμπακ από -Κανένας μόνος του στην κρίση « Πόντος και Αριστερά | 03/07/2012

  7. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ «ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΔΙΑΝΟΗΣΗ» ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΛΗΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ
    ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

    Μας έχει συνηθίσει ο πνευματικός μας κόσμος να είναι απόμακρος από την
    πολιτική, κυρίως από την πολιτική σαν σχέδιο, σαν όραμα.

    Η μόνη συνήθως «πολιτική πράξη» πανεπιστημιακών, δασκάλων, συνδικαλιστικών
    εκπαιδευτικών οργανώσεων είναι η κατάθεση απόψεων πάνω σε αυστηρώς συντεχνιακά
    ζητήματα και η . περιοδική, ανά τετραετία στράτευσή τους για την συλλογή
    υπογραφών προς στήριξη επίδοξων κυβερνητών.

    Τελευταία επέκτειναν την «πολιτική τους δράση», ενισχύοντας την κυβέρνηση στις
    δύσκολες στιγμές της, όπως στη περίπτωση Οτσαλάν, υπό το άγχος του
    «εθνικισμού», υπερασπιζόμενοι τις «διεθνιστικές» κοσμοπολίτικες αντιλήψεις τους
    που όλως τυχαίως τελευταία συμπίπτουν με τις επιδιώξεις στρατιωτικών
    συνασπισμών, υπερδυνάμεων και αμφιλεγόμενων ηγετών που υποκαθιστούν την
    πολιτική πράξη με τη χασαπική.

    Είναι λοιπόν, για να σοβαρευτούμε μεγάλη ευτυχία για όλους εμάς τους
    εκπαιδευτικούς να ανατρέχουμε στα κείμενα των παλιών δασκάλων, του Γληνού, του
    Δελμούζου, του Παπαμαύρου και να διακρίνομε τη βαθειά πολιτική τους σκέψη, την
    αγάπη τους για την πατρίδα.

    Αδιανόητο για αυτούς το σχολείο να παραμένει αποκομμένο από το κοινωνικό όραμα.
    Όλη τους η ζωή μια διαρκής πολιτική πράξη, στις αντιλήψεις τους δεν υπάρχουν
    ψευτοδιαχωρισμοί, το εθνικό εμπεριέχει το κοινωνικό.

    Αντίθετα είναι κυριαρχούσα η αντίληψη στις ημέρες μας, ότι η Αριστερά
    αποποιείται την εθνική διάσταση του κοινωνικού ζητήματος. Αυτή θεωρούμε
    μάλιστα ότι είναι η μόνη συνεπής στάση κάθε αριστερού, ώστε να δικαιώνει και
    τις διεθνιστικές του αντιλήψεις.

    Θα προσπαθήσουμε να αναζητήσουμε στη συνέχεια μερικές από τις δικαιωμένες
    αλήθειες, όπως τις διακρίνουμε στην προφητική εργασία του Δημήτρη Γληνού[1],
    «Η Τουρκική μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», όπου προέβλεπε την
    Επανάσταση των Νεότουρκων και την οδυνηρή συνέπειά της για τους λαούς της Μ.
    Ασίας. Αποτελεί τη διαθήκη του μεγάλου διανοητή μας για όσους θέλουν να
    δικαιώνουν την αριστερή και πατριωτική τους ταυτότητα. Η παρακμιακή Αριστερά
    των ημερών μας αυτό και άλλα το ίδιο σημαντικά κείμενα τα έχει αποκρύψει, αν
    δεν μας έχει παρουσιάσει επιπλέον και μια τελείως διαφορετική εικόνα από τη
    πραγματική των μεγάλων ιδρυτών της ελληνικής Αριστεράς και οραματιστών των
    μεγάλων μεταρρυθμίσεων της Παιδείας μας.

    Ο Γληνός αντιλαμβάνεται πολύ ενωρίς αυτό που και σήμερα οι διανοούμενοι, οι
    πολιτικοί μας, ακόμα και οι ιστορικοί, αρνούνται να αντιληφθούν. Ό,τι οι
    Νεότουρκοι δεν επιτελούν τον αστικό εκσυγχρονισμό της Τουρκίας αλλά κύριο
    μέλημά τους είναι η φασιστική-ρατσιστική εκκαθάριση της Τουρκικής επικράτειας
    από κάθε άλλη πλην της τουρκικής εθνότητας και έλεγε:

    «Οι Τούρκοι αστοί, οι Νεότουρκοι καλούμενοι, εγένοντο κύριοι των πραγμάτων.
    Ενώπιόν των ανοίγονται δύο δρόμοι. δεύτερος δρόμος είνε εκείνος, όν επιβάλλει
    αυτοίς η ψυχολογία των και η ιστορική των θέσις. Κυρίαρχοι αυτοί όντες. μίαν
    μόνον πατρίδα βλέπουσι, την Τουρκίαν, εν μόνον έθνος, το τουρκικόν. Λέγοντες
    συναδέλφωσιν, ισότητα, δημιουργίαν έθνους ενιαίου και ισχυρού, ωρισμένως δεν
    έχουσιν ως πρότυπον την Αυστρίαν αλλά την Γαλλίαν ή την Γερμανίαν. ό,τι έπραξαν
    μέχρι σήμερα οι Νεότουρκοι είνε μόνον έν πολλοστημόριον εκείνου, όπερ
    διανοούνται αληθώς να πράξωσιν. Η κρατούσα λοιπόν σήμερον εν Τουρκία τάξις θα
    καταπολεμήση επιμόνως, αμειλίκτως, λυσσωδώς πάσαν αποκεντρωτικήν τάσιν.
    Κατέχουσα πάσας τας εξουσίας, διαθέτουσα ως όργανον στρατόν ισχυρόν και όχλον
    σφαγέα, αντλούσα τέχνας και πλεκτάνας εκ του ακενώτου ταμείου της τουρκικής
    υποκρισίας και κρυψινοίας, εκμεταλλευομένη τας ανοήτους αμοιβαίας έριδας των
    εθνοτήτων, κολακεύουσα προς το παρόν τον ένα δια να πατάξη τον άλλον, θα θελήση
    να εκμηδενίση με την σειράν πάντας. Θα παρεμποδίζωσι δια πάσης εκλογικής
    παρανομίας και αυθαιρεσίας την εκδήλωσιν του αληθούς φρονήματος των
    εθνικοτήτων, θα άρωσι την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι, θα απογορεύσωσι την
    συγκρότησιν πολιτκών συλλόγων, θα περιορίσωσι την ελευθερίαν του τύπου, θα
    καταπατάξωσι τους πνευματικούς αρχηγούς , θα καταργήσωσι την διοικητικήν και
    εκπαιδευτικήν αποκέντρωσιν των κοινοτήτων, θα εξαφανίσωσι δια παντός τρόπου την
    εθνικήν συνείδησιν των εθνοτήτων, θα επιβάλωσι την τουρκικήν γλώσσαν και
    ιδεολογίαν.Ας σκεφτή τις, ότι ταύτα εγένοντο, καθ΄ ον χρόνον η κρατούσα
    τουρκική τάξις δεν ήτο ακόμη ασφαλής, ας σκεφτή, ότι η τάξις αύτη εις το μέλλον
    θα γίνηται αλονέν ισχυροτέρα και φανατικωτέρα, ότι θα δημιουργήση ισχυρότατον
    στρατόν και στόλον, ότι θα αναπτυχθή οικονομικώς, ότι εύρε και θα εύρη εις το
    μέλλον ακόμη περισσότερους θαυμαστάς και υποστηρικτάς εν Ευρώπη, αφ΄ενός μεν
    εκείνους, οίτινες θα ρίψωσι τα κεφάλαιά των εις την Τουρκίαν και θα θελήσωσι να
    την εκμεταλλευθώσιν εμπορικώς και βιομηχανικώς και αφ΄ετέρου εκείνους, οίτινες
    έχουν παρομοίους λογαριασμούς εις τας ιδικάς των χώρας π. χ. τους Γερμανούς, ας
    σκεφθή, ότι θα εξασφαλίση την εξωτερικήν της θέσιν και ίσως και συμμάχους θα
    αποκτήση, ας αναλογισθή τέλος και υπό οίων παραδόσεων εμπνέεται ο τουρκικός
    λαός και τότε θα εννοήση τα μέλλοντα να επακολουθήσωσιν.

    Απέναντι της τοιαύτης αναποφεύκτου ροπής των πραγμάτων τι θα πράξωσιν ή τι
    πρέπει να πράξωσιν αι δάφοραι εθνικότητες; Το να πείσωσι δια λογικών
    επιχειρημάτων οι μη Τούρκοι τους Τούρκους, ότι δεν συμφέρει εις το κράτος
    τοιαύτη εσωτερική διχόνοια.είναι ουτοπία ου μόνον διότι πρόκειται περί Τούρκων,
    ου μόνον διότι η λογική ουδέποτε λαμβάνεται υπ΄όψιν εν ταις σχέσεσι των δυνατών
    προς τους αδυνάτους, είνε ουτοπία, διότι η διαγωγή των Τούρκων είναι απόρροια
    νόμων ιστορικών, καθώς είδομεν, και οι Τούρκοι θα υπερασπίσωσι και θα επιβάλωσι
    τα αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματά των και τα συμφέροντά των, προσπαθούντες
    να εκμηδενίσωσι τους ανθισταμένους δια παντός μέσου και μέχρις εσχάτων.»

    Και σαν μόνη ελπίδα σωτηρίας για τις καταδυναστευόμενες εθνότητες προτείνει:

    «Όταν ο Έλλην, ο Αρμένιος, ο Βούλγαρος, ο Σέρβος, ο Άραψ εννοήσωσιν, ότι δεν
    είνε εχθροί προς αλλήλους, αλλ΄έχουσιν ένα κοινόν εχθρόν, ταχέως θα ενωθώσι και
    θα εξαναγκάσωσιν αυτόν να σεβασθή αυτούς.παραλλήλως προς την εσωτερικήν
    οργάνωσιν και συνένωσιν πρέπει να είνε παρασκευασμένη και η μόνη ultima ratio,
    η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος λογική, η λογική των όπλων.»

    Είναι προφητικός με την τύχη των εθνοτήτων και προειδοποιεί για την στάση των
    αδελφών τους:

    «Τι θα γίνη λοιπόν, εάν συνεπεία εσωτερικών ταραχών προβή π. χ. εξαίφνης η
    Τουρκία εις σφαγήν των κατοίκων πόλεως ή χώρας κατοικουμένης υπό Ελλήνων ή
    Βουλγάρων ή Σέρβων; Θα μείνωσιν απαθείς βλέποντες χυνόμενον το αίμα των
    αδελφών των οι πέριξ ελεύθεροι λαοί, θα κύψωσι τον αυχένα, θα καταπίωσι
    μετ΄οδύνης και πικρίας το πλήγμα ή θα αρκεσθώσιν εις υστερικάς κραυγάς και εις
    επικλήσεις ματαίας προς την φιλανθρωπίαν των ισχυρών της γης; Αλλά μόνον λαοί,
    οίτινες απεφάσισαν να αυτοκτονήσουν εν αισχύνη, λαοί, οίτινες απώλεσαν το
    συναίσθημα της τιμής, λαοί, οίτινες δεν έχουν αίμα εν τη καρδία των δια να
    ερυθριάσουν ραπιζόμενοι, δύναται να ανεχθώσι τοιαύτα πλήγματα. Όταν μετά (την)
    ήτταν του 97 επακολουθή ταπείνωσις ως η του 909 και δεν αρχίση ο λαός να
    ετοιμάζη δια του αίματος της καρδίας του την εκδίκησιν, όταν δεν εξυγιάνη έστω
    και δια των οδυνηροτάτων εγχειρήσεων τον διοικητικόν του και στρατιωτικόν
    οργανισμόν, και δεν παρασκευάση σκοπίμως, πυρετωδώς, ολοψύχως τον αγώνα της
    τιμής, όταν δεν παρασκευάση την αποτροπήν νέων ατιμώσεων, ο λαός ούτος είνε
    ανάξιος να φέρη υπερήφανα και ένδοξα ονόματα και μεγάλας λέξεις εις τα χείλη.η
    Τουρκία μόνον επί τη βάσει ευρυτάτων αποκεντρωτικών παραχωρήσεων, ως κράτος
    φιλελεύθερον, δύναται να ζήση και να προαχθή εν τω πολιτισμώ και να ευημερήση
    εσωτερικώς και να γίνη σεβαστή εξωτερικώς..Η Τουρκική αστική τάξις θα φανή
    συμβιβαστική και ανεκτική μόνον, εάν γνωρίζη, ότι έχει απέναντί της
    ωργανωμένους και ισχυρούς αντιπάλους, ετοίμους να αναλάβωσι τον περί πάντων
    αγώνα. Εάν έχη απέναντί της την Ελλάδα του 1909 θα οργιάση εις βάρος των
    πολυτιμοτάτων αγαθών του εθνικού μας πολιτισμού.

    Γνωρίζομεν, ότι ίσως οι πλείστοι, δια την επικρατούσαν σήμερον εν Ανατολή και
    ιδίως εν Ελλάδι σύγχυσιν γνωμών, εξ άλλων ιδεών ή προκαταλήψεων ορμώμενοι, άλλα
    φρονούσι. Και η μεν ιστορία δεν θα βραδύνη να δείξη ποίος έχει δίκαιον, τούτο
    όμως είνε αναμφισβήτητον, ότι δηλαδή οι ομοεθνείς μας, αν έχωσσι τέλος πάντων
    σκοπόν να ζήσωσιν ως λαός αξιοπρεπής εν τω κόσμω πρέπει να δείξωσιν άπαξ
    τουλάχιστον αρετάς Προμηθέων και όχι να πληρώσι αιωνίως τον αέρα με ιερεμιάδας
    Επιμηθέων». [2]

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟΣ

    ΔΑΣΚΑΛΟΣ

    ——————————————————————————–

    [1] Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1882 και σπούδασε φιλολογία στην
    Αθήνα. Το 1908 άφησε το «Ελληνογερμανικό Λύκειο» της Σμύρνης, όπου δίδασκε,
    για τη Γερμανία όπου πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές, το 1909 γράφει «την
    πρώτη μελέτη με τη μαρξιστική μέθοδο» για την Επανάσταση των Νεοτούρκων και το
    Ελληνισμό. Εμπνέεται από την Επανάσταση του 1909 και την άνοδο του Βενιζέλου
    και προσπαθεί να γράψει με το Μανόλη Τριανταφυλλίδη το «Δρόμο της Νέας Ζωής»,
    που φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα πνευματικό και πολιτικό μανιφέστο. Συμμετέχει
    στον Εκπαιδευτικό Όμιλο (1910) και το 1913 συντάσσει τις εκπαιδευτικές
    μεταρρυθμίσεις του Βενιζέλου. Το 1916 φυλακίζεται ως βενιζελικός και στη
    συνέχεια διορίζεται Πρόεδρος του «Εκπαιδευτικού Συμβουλίου» από την κυβέρνηση
    της Θεσσαλονίκης και Γ. Γ. του Υπουργείου Παιδείας έως το 1920.το 1924
    διορίζεται πρώτος διευθυντής του Μαράσλειου Διδασκαλείου. Η δικτατορία του
    Πάγκαλου τον απολύει. Την ίδια εποχή έρχεται σε αντίθεση με το ΚΚΕ τόσο για το
    ρόλο του Εκπαιδευτικού Ομίλου που ο ίδιος τον ήθελε ανεξάρτητο από τα κόμματα,
    όσο και, κυρίως, για τις θέσεις του ΚΚΕ πάνω στα εθνικά θέματα. Μόνο μετά την
    αλλαγή των θέσεων του ΚΚΕ θα το προσεγγίσει οριστικά και θα γίνει βουλευτής και
    μέλος του, το 1936. Επί Κονδύλη και Μεταξά θα εξοριστεί και θα φυλακιστεί στην
    Ακροναυπλία. Το Δεκέμβριο του 1942 εκλέγεται μέλος του Πολιτικού Γραφείου του
    κόμματος και της Πολιτικής Γραμματείας του. Τον Οκτώβριο του 1942 θα γράψει
    το μανιφέστο του ΕΑΜ, «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Τον Σεπτέμβριο του 1943
    πρότεινε τη δημιουργία «λαϊκής κυβέρνησης» στις απελευθερωμένες περιοχές (της
    μελλοντικής ΠΕΕΑ).

    [2] Τα αποσπάσματα είναι από την εργασία του Δ.Γληνού «Η Τουρκική
    μεταπολίτευσις και αι συνέπειαι αυτής», που γράφτηκε στην Ιένα τον Ιούλιο του
    1909, όπως περιέχεται στα Άπαντα, τόμος Α΄1898-1910, σελ. 171-188.

    Σχόλιο από Άπαντα, τόμος Α΄ | 05/03/2013

  8. Ο Δημήτρης Γληνός, εξόριστος στον Αη Στράτη, περιγράφει τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας
    Ι

    Δημήτρης Γληνός

    (φωτογραφία: ΑΣΚΙ)
    Λιμάνι Πειραιά, απόγευμα Παρασκευής 18 Οκτώβρη 1935.

    «[…] Στην παραλία του λιμανιού του Πειραιά, όπου ήταν αραγμένο το βαπόρι που θα έφευγε για τη Μυτιλήνη, λίγοι συγγενείς, φίλοι, μαθητές του Γληνού και του Βάρναλη μαζί με τους συγγενείς των συγκρατουμένων συντρόφων τους, περιμέναμε να μεταφερθούν από το Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά στο καράβι. Περιμέναμε πολύ. Κάποτε φάνηκε να προχωρεί προς το αραγμένο καράβι μια μακριά σειρά αγωνιστές της δημοκρατίας, της προδομένης από τον αστικό παλαιοδημοκρατικό κόσμο. Αλυσσοδεμένοι δυο-δυο, εργάτες, επαγγελματίες και διανοούμενοι προχωρούν περήφανοι. Κρατάν ψηλά το κεφάλι. Τους συνοδεύει ένοπλο απόσπασμα της χωροφυλακής. Καθώς περνάνε από κοντά μας χαιρετάν και χαιρετάμε το Δάσκαλο, τον Ποιητή και τους αλυσσοδεμένους συντρόφους των. Ο Γληνός φοράει το γαλλικό μπερέ, που του χάρισε ο φίλος του Θράσος Καστανάκης στο Τμήμα μεταγωγών του Πειραιά. Καθώς ανεβαίνει την ανηφορική σκάλα του βαποριού γυρίζει και μας χαιρετά για τελευταία φορά, πριν μπει στο βαπόρι και χαθεί κάτω στο αμπάρι, μαζί με τους συντρόφους του. έχει τα μάτια βουρκωμένα…» [1]
    Το καράβι θα φτάσει στη Μυτιλήνη το μεσημέρι της Κυριακής 20 του Οκτώβρη. Οι 33 κρατούμενοι μεταφέρονται στο αστυνομικό τμήμα όπου παραμένουν για έξι μέρες. Το βράδυ της 25ης του Οκτώβρη, ο Γληνός (που είναι άρρωστος), ο Βάρναλης και οι άλλοι αγωνιστές, σιδηροδέσμιοι, οδηγούνται στο καράβι «Μαρία Λ.» που κάνει το δρομολόγιο προς τον Αη Στράτη. Στο κείμενο που ακολουθεί ο Δημήτρης Γληνός περιγράφει το ταξίδι, πως τους υποδέχτηκαν οι παλιοί εξόριστοι και τις πρώτες ώρες του στο νησί της εξορίας.
    ΤΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
    Αποβραδίς, που μας ανέβαζαν στο βαπόρι δεμένους δυο δυο, φυσούσε μια φρέσκη, νοτιά και συντάραξε το λιμάνι της Μυτιλήνης.
    ―«Πολύ φοβάμαι πως δε θα μπορέσει η «Μαρία Λ» να μας βγάλει στον Αϊστράτη» μου λέει ένας σύντροφος. Και καθώς είμαστε κατατσακισμένοι ύστερ’ από τις οχτώ μέρες, που είχαμε περάσει στ’ αστυνομικά μπουντρούμια, η νέα αυτή θαλασσινή περιπέτεια δεν μας ερχότανε βολικά.
    Την άλλη μέρα το πρωί στις 26 του Οχτώβρη, περνούσαμε την Άσπρη Θάλασσα ανάμεσα Μυτιλήνης και Λήμνο. Η νοτιά είχε στρώσει και δεν είταν ενοχλητική. ανεβασμένοι στο γεφύρι του βαποριού τρώγαμε με τα μάτια μας τα πελαγήσια μάκρη για να ξεχωρίσουμε το νησάκι της εξορίας μας. Μα τίποτα δεν φαινόταν ακόμη. Ο καπετάνιος της «Μαρίας Λ» ένας τύπος πολιτισμένου θαλασσινού, με κάλεσε κοντά στον τιμονιέρη. «Σε λίγο θα πάρουμε με το ασύρματο τηλέφωνο την Αθήνα, μου λέει, θ’ ακούσουμε το λόγο τού Κονδύλη μετά τη δοξολογία, πού θα γίνει στη Μητρόπολη».
    Και πραγματικά σε λίγο άρχισαν να βγαίνούν από το μεγάφωνο βραχνές και ασυνάρτητες φωνές. Ο διχτάτορας και αντιβασιλέας τυχοδιώχτης στρατοκράτης, που είχε αρπάξει την εξουσία και για να ετοιμάσει το «τίμιο και ελεύθερο» δημοψήφισμα, έστελνε στα ξερόνησα του Αιγαίου καραβιές καραβιές τους δημοκρατικούς και τους αντιφασίστες, με τη λαχανιασμένη φωνή του προσπαθούσε να σκορπίσει τα ψέματά του σ’ όλες τις γωνιές της ελληνικής γης. Ο ναύτης που κρατούσε το τιμόνι, ο πρώτος καπετάνιος, ο τρίτος καπετάνιος που είτανε κι ασυρματιστής, άκουαν τις ασυνάρτητες αγριοφωνάρες που έβγαιναν από το μεγάφωνο μ’ ένα αδιόρατο ειρωνικό χαμόγελο στα χείλια. Μα δεν τους έβγαινε λέξη από το στόμα. Αυτούς τους εβάραινε η σκλαβιά. Και κείνη τη στιγμή είχα μέσα μου ολοζώντανο το παράξενο συναίσθημα της λευτεριάς, που είχα αιστανθεί από τη στιγμή που με πιάσανε.
    Και όταν περνούσα σιδεροδεμένος ανάμεσα σε δυο πυκνές γραμμές από σιωπηλά πρόσωπα στον Πειραιά και στη Μυτιλήνη και όταν αργότερα κυκλοφορούσα μέσα στους επιβάτες του βαποριού και στο πλήρωμα, ένιωθα μαζί με μια βαθιά χαρούμενη διάθεση, που σα μεθυστική αρμονία πλημμυρούσε την ψυχή μου, πως μόνο εμείς οι φυλακισμένοι και εξόριστοι είμαστε αληθινά λεύτεροι, τη στιγμή, που όλους τους άλλους σα βραχνάς τους πλάκωνε τα στήθια η σκλαβιά. Τα στόματα κλειστά, σφιχτά τα χείλη, αν και τους έτρωγε τα σωθικά η βουβή αγανάχτηση. Μα δεν έμαθαν ακόμη να μιλούν και να σφίγγουνε τη γροθιά τους. Άμα γίνει αυτό, η υπόθεση της τυραννίας, της κάθε τυραννίας είναι τελειωμένη.
    —«Να, μου λέει ο καπετάνιος, ‘Εκεί μπροστά μέσα στη θολούρα, ξεχωρίζεις εκείνη τη σκιά; Είναι ο Αϊστράτης. Κατά το μεσημέρι θα φτάσουμε».
    ***
    Οι χαμηλές πλαγιές του νησιού κάνουνε την εντύπωση σα να άδειασε κάποιος από ψηλά έναν τεράστιο κουβά από μαύρη στάχτη και πέτρες. Οι βαλανιδιές που φυτρώνουνε σε κάποιες γωνίτσες του νησιού πυκνές, είναι κι’ αυτές μαύρες σαν καψαλισμένες. Πρασινάδα δε φαίνεται πουθενά. Όσο ζυγώνουμε, ξεχωρίζουμε στ’ ακρογιάλια του νησιού τις κουφάλες και τις πελώριες θαλασσοσπηλιές. Κάπου-κάπου θαρρείς, πως οι κάβοι στέκονται στον αγέρα και από στιγμή σε στιγμή με καμιά μεγάλη φουρτούνα θα γκρεμιστούνε στα βάθη των νερών.
    —Εκεί πίσω από τον κάβο θα ξεπροβάλουνε τα σπίτια του χωριού, φτάνουμε.
    Μόλις στρίβουμε λίγο ακόμα, ξεχωρίζουμε στην άκρη του γιαλού πάνω στα βράχια, πυκνή μαυρίλα. Χέρια κουνιόνται στον αγέρα, ακούγονται χαρούμενες φωνές.
    Να τα σπιτάκια σωριασμένα στην πλαγιά του βράχου. Να ο μικρός γιαλός. Οι βάρκες ζυγώνουν το βαπόρι. Σε λίγο γεμίζουν από το καινούργιο καραβάνι των εξόριστων. Είμαστε τριάντα τρεις.
    Μόλις πατήσαμε στη στεριά βρεθήκαμε τριγυρισμένοι από τους ογδόντα παλιούς συντρόφους του νησιού. Πρόσωπα γελαστά μα και σοβαρά και αποφασιστικά χέρια, μας σφίγγουνε αδελφικά. Στη στιγμή νιώθουμε, πως είμαστε εκατόν δέκα τρεις όλοι μαζί, ένας άνθρωπος, μια ψυχή, μια δύναμη, μια θέληση. Ο καθένας μας εκατονταπλασιάστηκε. Τι έγιναν οι βαλίτσες μας; Πώς βρέθηκαν στο κατάστημα της αστυνομίας και ύστερα πέρα στην κολλεχτίβα; Σα να μας σηκώνουν στα χέρια, σα να μην πατούμε στη γη. Καθώς προχωρούμε όλοι μαζί δίπλα στο ποταμάκι, καθώς περνούμε το γεφύρι, καθώς αντικρύζουμε το πηγάδι του χωριού με την ψηλή πεζούλα γύρω – γύρω, καθώς μπαίνουμε στον αυλόγυρο της κολλεχτιβιστικής κουζίνας και παίρνουμε θέση γύρω στα τραπέζια, που είναι φτιαγμένα από βέργιες μαυροδάφνης κάτω από σκιάδα φτιαγμένη από τις ίδιες βέργες και σκεπασμένες με κλαδιά βαλανιδιάς, όλα μας φαίνουνται πως γίνονται σαν μέσα σ’ ένα όνειρο, ειδυλλιακά κι’ ανάλαφρα. Εκείνη τη στιγμή δε μου έκανε καμιά εντύπωση, πώς το πιάτο που μου έφεραν τις ζεστές μαρίδες είτανε τόσο ξεφλουδιασμένο και το μαύρο ψωμί τόσο λασπωμένο. Δε έβλεπα τίποτε άλλο, παρά τους συντρόφους πού έτρεχαν γελαστοί και πρόθυμοι να προλάβουνε κάθε πεθυμιά μας, κάθε σκέψη μας, να μας δώσουν ότι χρειαζόμαστε, να μας σηκώσουνε κάθε βάρος από την ψυχή, να μας δείξουν από την πρώτη στιγμή, πόσο μπορεί κανείς έχοντας μέσα στην ψυχή ένα φωτεινό ιδανικό και τη συντροφικότητα την αδελφοσύνη παραστάτη, μπορεί να ρίχνεται και μέσα στο καμίνι χωρίς να καίγεται, να περπατάει με γυμνά τα πόδια πάνω σε αγκάθια και καρφιά χωρίς να πληγώνεται, να ζήσει χρόνια εξορία και φυλακή χωρίς να χάσει το γέλιο από τα χείλη του, να αντικρίσει την πείνα, την κακοπέραση, χωρίς να λυγίσει η ψυχή του.
    — «Πάμε σύντροφε, τώρα να ξεκουραστείς λίγο σ’ ένα σπίτι και το βράδι θα κανονίσουμε, πού θα μείνεις οριστικά».
    Βαδίζω με το νέο παιδί, που μ’ οδηγάει πάνω στις τραχές πέτρες και βαριανασαίνω από τον ανήφορο. Τι διάβολο! Αυτές οι πέτρες κατρακυλούν κάτω από τα πόδια μου. Δε νιώθω να περπατήσω, όλο σκοντάφτω. Με βοηθάει λίγο το παιδί. Είναι καμιά εικοσιπενταριά χρονώ, ψηλός, μελαχροινός, με μαύρα κατσαρά μαλλιά, ξεσκούφωτος. Καθώς πηγαίνει δίπλα μου πατώντας στέρεα και ανάλαφρα, τον καμαρώνω. Γι’ αυτόν είν’ όλα εδώ τόσο φυσικά, του είναι τόσο γνώριμα, θάχει πολύν καιρό στην εξορία. Τόνε ρωτώ.—«Είμ’ ένα μήνα εδώ, θα συνηθίσετε και σεις. Μη σας ξαφνίζει τίποτε. Όλα βολεύονται πολύ ωραία».—«Θ’ ανεβούμε πολύ ακόμη; Πιάστηκε η ανάσα μου».
    — «Όχι, φτάσαμε. Να εδώ σ’ αυτό το σπίτι». Ανοίγουμε μια πόρτα κι’ ανεβαίνουμε μια σκάλα σανιδένια, που όλο τρίζει και μου φαίνεται, πως θα τσακίσει μόλις την πατήσουμε λίγο πιο βαριά. Το σπίτι παλιό και ασουβάντιστο. Μπαίνουμε σε μια κάμαρα στενόμακρη. Έξι κρεβάτια το ένα κολλητά σχεδόν με το άλλο. Κρεβάτια παράξενα φτιαγμένα κι’ αυτά με βέργες πικροδάφνης.
    ―«Ξάπλωσε εδώ στη γωνιά και ησύχασε. Γειά σου, σύντροφε, θαρθώ αργότερα να σε πάρω».
    Πέφτω στο κρεβάτι. Μα το σώμα μου πονεί ολόκληρο. Το καρδιοχτύπι πού μ’ έπιασε στον ανήφορο δεν καταλαγιάζει. Τα μάγουλά μου και τα μάτια μου καίνε. Καθώς πάω να τα κλείσω, βγάζουνε φλόγες. Το κεφάλι μου είναι βαρύ. Φαίνεται θάχω πυρετό.
    Ανοίγω πάλι τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω. Είμαι μόνος. Τώρα ένα βάρος μου έχει καθήσει στην ψυχή, ένα χέρι μου σφίγγει την καρδιά.
    Μωρέ αυτές oι βέργες της πικροδάφνης μου οργώνουνε το κορμί. Πώς κοιμούνται εδώ πάνω οι σύντροφοι; Θυμήθηκα τους αρχαίους Σπαρτιάτες με τα καλαμένια τους κρεβάτια. Έτσι θα είτανε. Γύρω στους τοίχους καρφιά. Ρούχα κρεμασμένα. Ένα πουκάμισο. Μια πετσέτα λερωμένη, ένα πανωφόρι τριμμένο και τρύπιο. Τα παράθυρα χωρίς τζάμια. Κλείνουνε μόνο τα παραθυρόφυλλα. Μα χαραμάδες μεγάλες. Μωρέ το χειμώνα, τι θα γίνεται εδώ μέσα; Καλά θα τα περάσουμε. Κι’ άξαφνα κοιτάζω το ταβάνι. Δεν υπάρχει οροφή. Τα δοκάρια της στέγης γυμνά και πάνω τα κεραμίδια, τρυπίτσες, σχισμάδες φωτεινές σ’ όλη τη στέγη. Μα εδώ θα περνάει και το νερό και ο αγέρας θ’ αλωνίζει εδώ μέσα.
    Κλείνω πάλι τα μάτια μου. Αχ! πως με καίνε! Κι’ άξαφνα ακούω. Τι είν’ αυτά, που τριζοβολάν έτσι; Τι είν’ αυτός ο επίμονος θόρυβος; Ένα μυριόστομο τραγούδι αδιάκοπο, επίμονο. Όλα τα ξύλα του σπιτιού, τα δοκάρια της στέγης, τα πατόξυλα, τα σανίδια στο πάτωμα, τα κουφώματα στα παράθυρα, τα σανίδια της σκάλας, όλα τραγουδούν. Χιλιάδες, εκκατομμύρια σαράκια έχουν στήσει μια ασώπαστη συναυλία, που δεν σταματάει, καθώς φαίνεται, μέρα νύχτα. Τρί, τρί, τρί! τρί, τρί, τρί!
    Ο ένας αρχίζει, ο άλλος σωπαίνει. Χιλιάδες μαζί αρχίζουν, χιλιάδες σωπαίνουν. Τρί, τρί, τρί! τρί, τρί, τρί! Γιά στοχάσου! τούτο εδώ το σπίτι θα σαραβαλιαστεί μια μέρα ολάκερο.
    Τα σαράκια το τρώνε σύξυλο, από τα θεμέλια ως την κορυφή.
    Άκουε! άκουε το τραγούδι τους, επίμονο, ακούραστο, μονότονο, ασώπαστο.
    Δεν υπάρχει τρόπος, να σταματήσει κανείς τα εκατομμύρια αυτά τα μικροσκοπικά πριονάκια, που μασούνε τα ξύλα, τα μεγάλα και βαριά δοκάρια κι’ όλο τα κουφαίνουνε, τ’ αλέθουνε, τα κάνουνε σκόνη;
    Άκου τα! άκου τα! Αχ! πως με καίνε τα μάτια μου και η καρδιά μου όλο χτυπάει δυνατότερα! Ο πυρετός μου θ’ ανεβαίνει.
    Η συναυλία των σαρακιών τώρα την πρωτακούω άραγες; Όχι! Μου φαίνεται πως έχω αρχίσει να την ακούω χρόνια πολλά πριν, από μικρό παιδί, μόλις γνώρισα τον κόσμο και την ζωή. Ναι! Τώρα θυμάμαι. Είναι χρόνια πολλά που άρχισα ν’ ακούω τη μονότονη, την σκληρή, την εκνευριστική αυτή συναυλία των σαρακιών, που τρώει συθέμελα το πελώριο χτίριο της κοινωνίας της αστικής. Τα δοκάρια της σαπίζουν όλα από τα θεμέλια ως την κορφή.
    ***
    Ας προσπαθήσω να ησυχάσω λίγο. Ας γυρίσω από το άλλο πλευρό. Μα ξάφνου πλημμυρίζει όλο το δωμάτιο, το σπίτι, το χωριουδάκι, ο γιαλός, όλο το νησί από μια χάλκινη βουή.
    — Νταν, νταν, νταν! Νταν, νταν, νταν! Νταν, νταν, νταν!
    Μπα! Έχουνε το λοιπόν τόσο μεγάλη καμπάνα εδώ στο νησάκι αυτό; Είναι σήμερα Σάβατο. Χτυπάει τον εσπερινό.
    — Νταν! νταν, νταν! Νταν, νταν, νταν! Νταν, νταν, νταν! Ο χάλκινος ήχος και ο αντίλαλος τα σκεπάζει όλα και μιλάει παράξενα μέσα στην ψυχή. Είναι τόσο επίσημος, τόσο θριαμβικός.
    Μα και τόσο κρύος, τόσο άδειος. Τι να λέει άραγες στις ψυχές εκείνων, που τον ακούν απάνω σε τούτο το νησί, στις ψυχές των πιστών χριστιανών;
    Είναι ωραίο ν’ ακούει κανείς την καμπάνα του χωριού, την αρμονική φωνή της, που από ράχη σε ράχη πηδάει σ’ όλο το νησί και φτάνει ως πέρα μακριά στο πέλαγος και σκίζει με την ήσυχη βουή της θάλασσας τους ερημικούς γιαλούς.
    Μα όσοι την ακούν απάνω σε τούτη τη γη, εκείνοι που χύνουνε τον ιδρώτα τους σκάβοντας το λιγοστό της χώμα το ανακατωμένο με κοτρώνια, οι ωχρές γυναίκες, που ζούνε στις υγρές σκιές των σκοτεινών σπιτιών, τα παιδάκια, που κοιμούνται το βράδι, αφού μασούλισαν μερικά βαλανίδια για βραδινό φαΐ, όλοι αυτοί οι πονεμένοι και οι έρμοι, που ζούνε σε σκοτάδι ψυχικό, περιμένοντας με αγωνία το θάνατο, την αρρώστια, την πείνα τι παρηγοριά, τι απολύτρωση που βρίσκουνε στην επίσημη αυτή και χαρούμενη πρόσκληση που τους έρχεται από το ψηλό καμπαναριό του νησιού.
    Είτανε μια φορά, που δε χτυπούσε καθόλου η καμπάνα και οι πονεμένοι έτρεχαν κρυφά μέσα στις εκκλησιές τις χτισμένες στα βάθη της γης ν’ ακούσουνε τη θερμή φωνή της μεγάλης υπόσχεσης. Μα όταν η καμπάνα άρχισε να χτυπάει θριαμβευτικά και επίσημα, η υπόσχεση είχε χαθεί. Η θρησκεία είχε προδώσει τους πονεμένους και κατατρεγμένους της γης. Τώρα τι να ζητήσουνε πια και τι να βρουν; Τ’ αυτιά μου βουίζουνε τώρα ακόμα πιο πολύ και το κεφάλι με πονεί δυνατά. Σίγουρα είμαι άρρωστος. Δεν θα μπορέσω να σηκωθώ από δω χάμου.
    ***
    Μόλις άρχισε να γέρνει ο ήλιος έρχεται ο σύντροφος. Του λέω, πως είμαι άρρωστος.— «Έλα να σε πάω στο σπίτι, που θα μείνεις. Εκεί είναι καλύτερα».
    Κατεβαίνουμε σ’ ένα σπίτι πιο συμαζεμένο. Εκεί μέσα βρίσκεται ένα δωμάτιο μικρό. Με βοηθάει να στρώσω χάμω τις κουβέρτες μου. Κρεβάτι δεν έχω ακόμη. Ύστερα μου φέρνει κι’ ένα κύπελλο με τσάι ζεστό.― «Ξάπλωσε τώρα εδώ, σύντροφε. Ύστερ’ από το προσκλητήριο θάρθει να σε ιδεί ο γιατρός».
    Στο μικρό δωματιάκι σκοτείνιασε γρήγορα. Το σπίτι είναι όλο άδειο. Οι σύντροφοι βρίσκουνται στο γιατρό. Πρώτη βραδιά στο νησί της εξορίας. Τώρα θα μαζευτούν όλοι στο μεγάλο θάλαμο, θα γίνει το βραδιvό προσκλητήριο κι’ εγώ θα λείπω.
    Ακούω στο λιθόστρωτο του δρόμου τα βήματα των συντρόφων, που ανεβαίνουνε στον κεντρικό θάλαμο της κολλεχτίβας. Περνάνε παρέες, παρέες και μιλάνε δυνατά. Πλατιά, ανοιχτόκαρδα γέλοια έρχονται από το δρόμο. Πειράγματα, σχόλια, φωνές. Οι παλιοί με τους καινούργιους έχουνε σμίξει πια ολότελα, σα να έχουνε ζήσει μαζί χρόνια πολλά. Ακούονται τα βήματα πλήθια σα να είναι στρατός. Γύρω μου σκοτάδι βαθύ. Σιγά σιγά τα βήματα μάκρυναν, έσβυσαν. Τώρα είναι όλα σιωπηλά. Ακούω το αίμα, που βουίζει στ’ αυτιά μου με το γοργό σφυγμό της καρδιάς.
    Τι θλίψη αβάσταχτη είναι τούτη μέσα στη μοναξιά! Πώς βρέθηκα εδώ κάτου; Ξαπλωμένος στο πάτωμα, απάνω σε δυο κουβέρτες. Τα κόκκαλά μου πονούν. Πώς θα τα βγάλω πέρα; Οι δικοί μου άνθρωποι όλοι τόσο μακριά! Μόνο ύστερ’ από οχτώ μέρες να μάθεις τίποτε απ’ αυτούς! Κι’ αν αρρωστήσει κανείς βαριά εδώ κάτου, μόνος; Η εξορία είναι χτύπημα βαρύ.
    Μα τι ακούω; Είναι τραγούδια αυτά; Τι φωνές αρμονικές;
    Είναι καμιά χορωδία εδώ στο νησί; Φωνές αντρίκιες, γερές, μεστές, γεμάτες και φωνές νέων. Ερχονται από κάπου ψηλά και μακριά. Είναι πολλοί, πού τραγουδάν, πενήντα, εκατό άνθρωποι.
    Α! Είναι οι σύντροφοι στην κολλεχτίβα. Μέσα στη σιγαλιά και το σκοτάδι το τραγούδι σκέπασε όλο το χωριό. Τ’ ακούν παντού, σ’ όλα τα σπίτια. Πέρα ως πέρα στο γιαλό, όπως πρωτύτερα τον ήχο της καμπάνας.
    Μα το τραγούδι αυτό είναι ζεστό, είναι γοργό, είναι παλληκαρίσιο, είναι αντρίκιο, είναι ορμητικό. Είναι βουή, επίκληση, παρόρμηση. Είναι ανάσταση στις ψυχές, σάλπισμα, λάμψη σπαθιού, άναμμα της καρδιάς.
    Άκου το! Άκου το! Πως κυλάει σαν γάργαρο νερό, σαν καταρράχτης πολύβουος, άκου το πως δυναμώνει! Φοβέρα και χαρά μαζί.
    Εμπρός της γης οι κολασμένοι!
    Της πείνας σκλάβοι εμπρδς! έμπρός!
    Ανασηκώνουμαι, αφουγκράζομαι, το τραγούδι μπαίνει από παντού από τα παράθυρα, από την πόρτα, από τη στέγη. Μου γεμίζει την κάμαρα φως! Πώς τ’ ακούν όλοι αυτοί στο νησί εδώ κάτου; Ξέρουνε, πως τους φωνάζει κι’ αυτούς; Σιωπούν άραγες, στηλώνουνε την λυγισμένη τονς ψυχή;
    Άκου το! άκου το! Τι χαρά! Τι φως! Τι λαχτάρα! Τι απόφαση! Τι ορμή!
    Στον αγώνα ενωμένοι
    κι’ ας μη λείψει κανείς!
    Μα ναί! Μόνο για ν’ ακούσει κανείς αυτό το τραγούδι έτσι ειπωμένο, από εκατό στόματα, με τέτια αντρίκια παλληκαριά, άξιζε νάρθει στην εξορία σε τούτο το έρημο νησί!
    Για να νιώσει μέσα του να γεννιέται μια καινούργια ψυχή.
    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ
    [1] Θ. Λυκογιάννη, «Κοντά στο Δάσκαλο». Από το βιβλίο «ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΓΛΗΝΟΥ, μελέτες για το έργο του και ανέκδοτα κείμενά του», εκδόσεις ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ, Αθήνα 1946.
    Το κείμενο του Δημήτρη Γληνού με τίτλο ΤΡΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι», φύλλο 3, Μάρτης 1936, σελ. 95-98. Βρίσκεται στο βιβλίο «ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΛΗΝΟΥ, ΕΚΛΕΚΤΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ, τόμος τέταρτος», εκδόσεις ΣΤΟΧΑΣΤΗΣ, Αθήνα 1975.
    Οι πληροφορίες για τις ημερομηνίες από το βιβλίο του Ηρακλή Κακαβάνη «Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του», εκδόσεις ΕΝΤΟΣ, Αθήνα 2012.

    Κώστας Πουρναράς (Μπόσης)

    http://seisaxthia.wordpress.com/2013/07/25/%CE%BF-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%BE%CF%8C%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%B7-%CF%83%CF%84/

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 26/07/2013


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: