Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Η Αριστερά για τις εκλογές

nopassaranΜ’ αυτά και μ’ εκείνα, με τους σταλινικούς απ’ τη μιά τους τεμέτερον μουτζαχεντίν απ’ την άλλη, τον Τρεμόπουλο και τους  «Ιταλούς» παραπέρα, ξεχάσαμε να κάνουμε έναν απολογισμό των εκλογών. Ας δούμε τι λέει η Αριστερά γι αυτές. Ξεκινάμε πρώτα με τις εκτιμήσεις (των συνιστωσών ΝΑΡ και ΣΕΚ) της μικρής ΑΝΤΑΡΣΥΑΣ, συνεχίζουμε με τον ευρύχωρο μπαχτσέ που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ, προτιμώντας την ανάλυση της ΚΟΕ. ….

Μια καλή ανάλυση για τις ζημιές και τα κέρδη των ευρωεκλογών έκανε ο Καναλιώτης στου Έφηβου

—————————————————————————————————–

resis42Απόφαση Π.Ε. ΝΑΡ, 20 Ιουνίου 2009

Μετά από τη μάχη που δώσαμε με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις ευρωεκλογές, μέσα σε κλίμα δημιουργικής προσπάθειας και θετικής δοκιμασίας του ΝΑΡ και της νΚΑ στις αντικαπιταλιστικές συνελεύσεις, στις “ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 09″, στην πολιτική εξόρμηση και εκλογική δουλειά, η ΠΕ συζήτησε το εκλογικό αποτέλεσμα με κριτικό και αυτοκριτικό πνεύμα και κυρίως με συνείδηση των αυξημένων απαιτήσεων και ευθυνών που δημιουργεί η κρίση και η πολιτική κατάσταση. 

Η ΠΕ εκτιμά, με βάση τις πρώτες συλλογικές συζητήσεις και εκτιμήσεις των οργανώσεων, ότι αυτή τη φορά είμαστε πιο ώριμοι να οργανώσουμε μια συλλογική, συντροφική, δημοκρατική συζήτηση για την πιο βαθιά μελέτη των αποτελεσμάτων. Βασική μας κατεύθυνση είναι ένα νέο πολιτικό άνοιγμα στον κόσμο του κινήματος και της Αριστεράς και ένα σταθερό βήμα υπέρβασης του μικρόκοσμου του «χώρου». Επιδιώκουμε να συμβάλουμε με τις ιδέες, την αντίληψη και την πρακτική μας στο διάλογο που έχει ανοίξει και στην αναζήτηση που δυναμώνει, πάνω στο κρίσιμο ζήτημα της περιόδου: Με ποια αριστερά και ποιο εργατικό κίνημα θα υπάρξει η αναγκαία στρατηγική απάντηση στην κρίση και τη νέα επίθεση του κεφαλαίου.

Αμέσως μετά τις εκλογές –είχε προαναγγελθεί άλλωστε- η κυβέρνηση της ΝΔ εξαπολύει μια νέα επίθεση στα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα των εργαζομένων και ιδιαίτερα των μεταναστών. Το ΠΑΣΟΚ συναγωνίζεται, μπροστά στο διάδρομο της κυβερνητικής εξουσίας, να αποδείξει την υπευθυνότητα του ως διαχειριστής της πολιτικής κεφαλαίου–ΕΕ. Το ΚΚΕ, με την ανεπάρκεια και την αυτάρκεια του, αδυνατεί να προβάλει ανατρεπτική αντικαπιταλιστική πολιτική στο κίνημα και ο ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, με την όξυνση της εσωτερικής κρίσης του, πιέζεται και οδηγείται σε βαθύτερη διαχειριστική γραμμή.

Η όξυνση όλων των αντιθέσεων στο πλαίσιο της κρίσης και η ανάπτυξη της ταξικής πάλης θα κρίνουν την κατεύθυνση που θα πάρουν οι τάσεις που καταγράφηκαν στις ευρωεκλογές και το βάθεμα η όχι του ρήγματος που άνοιξαν στο πολιτικό σύστημα οι προηγούμενοι αγώνες. Αποκτά επείγοντα χαρακτήρα η αναγκαία μαζική μαχητική αντικαπιταλιστική απάντηση από το εργατικό κίνημα, με μια νέα ταξική ενότητα ντόπιων και ξένων εργατών και κοινή δράση όλων των αριστερών δυνάμεων μέσα στο κίνημα. Η απαίτηση, επομένως, για αποφασιστικά βήματα πολιτικής, προγραμματικής ανάπτυξης και οργανωτικής συγκρότησης του μετωπικού εγχειρήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτοσκοπός, αντίθετα εξυπηρετεί τις επείγουσες προτεραιότητες του κινήματος στην περίοδο αυτή.

Με αυτά τα ταξικά και πολιτικά κριτήρια και με εξωστρεφές πνεύμα, καλούμαστε, ως ΝΑΡ, να διαμορφώσουμε τον σχεδιασμό μας για τις μάχες του κινήματος, την σταθεροποίηση και ποιοτική ανάπτυξη των βημάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την ιδιαίτερη συσπείρωση των δυνάμεων μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Η ΠΕ εκτιμά ότι στις συνθήκες αυτές, οι ανάγκες του κινήματος και του μετώπου ανεβαίνουν σε άλλο επίπεδο και αυτό καθιστά πιο επείγουσα και επιτακτική από ποτέ την ανάγκη για μια νέα περίοδο στη θεωρητική, οργανωτική και πολιτική ανάπτυξη του ΝΑΡ και για το μετασχηματισμό του σε φορέα κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης.

 

Α. ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ

 

1.- Οι εκλογές του Ιούνη 2009 για το ευρωκοινοβούλιο, είναι οι πρώτες που πραγματοποιήθηκαν στις συνθήκες κρίσης του καπιταλισμού, της μεγαλύτερης μετά από αυτήν του 1929-30. Οι συνέπειες (ανεργία, φτώχεια, επίθεση στα δικαιώματα ντόπιων και ξένων εργαζομένων) είναι καθημερινή σκληρή πραγματικότητα για τους εργαζόμενους και η απειλή παραπέρα παροξυσμού αυτών των προβλημάτων είναι ορατή λόγω της ύφεσης που ακολουθεί την πρώτη φάση εκδήλωσης της κρίσης.

Πρωταγωνιστικό στοιχείο, που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την εκλογική και πολιτική συμπεριφορά του κόσμου, ασφαλώς και ήταν η αυτή η κρίση που έχει ήδη ξεσπάσει και στην Ελλάδα. Στη χώρα μας, το κλίμα φθοράς και απαξίωσης της κυβέρνησης Καραμανλή και, ως ένα βαθμό, του αστικού πολιτικού συστήματος συνολικά, εν μέσω των αποκαλύψεων για τα σκάνδαλα, καθώς και το αυξανόμενο αίσθημα δυσφορίας και αντίθεσης στην πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους θεσμούς της, καθόρισαν, επίσης, την εκλογική συμπεριφορά.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με εξαιρέσεις και ιδιομορφίες, είχαμε επανάληψη και σχετική αύξηση της αποχής που παρατηρείται κυρίως στις ευρωεκλογές, κάτι που δεν συμβαίνει στις εθνικές εκλογές, και ενώ στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα (Γαλλία, Ολλανδία, Ιρλανδία) η συμμετοχή ήταν μεγάλη. Διευρύνεται, έτσι, η απόσταση μεταξύ του λαού και των Βρυξελών. Γενικά παρατηρείται εκλογική άνοδος της δεξιάς και ακροδεξιάς, σοβαρή υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας ειδικά στον πυρήνα των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών (Γερμανία, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) και άνοδος ετερόμορφων πολιτικά σχημάτων πολιτικής διαμαρτυρίας, με κυρίαρχα τα συντηρητικά χαρακτηριστικά (πράσινοι, κ.λ.π). Το πιο ανησυχητικό σημάδι των εκλογών αυτών είναι, από τη μια, η ενίσχυση των ακροδεξιών δυνάμεων και, από την άλλη, η στασιμότητα και πτώση της αριστεράς γενικά. εκτός ορισμένων χωρών όπως η Πορτογαλία.

Το αποτέλεσμα εκφράζει, γενικά, τα χαρακτηριστικά της περιόδου και της πολιτικής κατάστασης που διαμορφώνεται στην Ευρώπη και διεθνώς. Από τη μια, η κρίση του καπιταλισμού, η κλιμάκωση της αντιδραστικής αντεργατικής εκστρατείας ως μόνης διεξόδου του κεφαλαίου που πιέζουν ασφυκτικά την εργατική τάξη και επιδρούν κατασταλτικά στην κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά της. Και, από την άλλη, οι αντιστάσεις των λαών, τα εργατικά και νεολαιίστικα αγωνιστικά κινήματα της προηγούμενης περιόδου τα οποία είναι κάτω από το αναγκαίο πολιτικό μαζικό κίνημα ανατροπής αλλά δεν έχουν πει την τελευταία λέξη κι αυτό ανησυχεί το σύστημα που επιχειρεί προληπτικά κτυπήματα.

Η στρατηγική πολιτική ανεπάρκεια της Αριστεράς, οι μεγάλες αντιφάσεις και πολιτικές υποχωρήσεις της στην Ευρώπη και αλλού γίνεται πιο φανερή στη φάση αυτή της κρίσης και γι αυτό «τιμωρείται» και εκλογικά. Στο φόντο αυτό η μειοψηφική- αντιφατική αναζήτηση ενός νέου ταξικού εργατικού κινήματος και μιας άλλης σύγχρονης επαναστατικής αριστεράς που η στρατηγική της υστέρηση εκφράζεται και εκλογικά. Που επιχειρεί να συγκροτηθεί πολιτικά με σχετικά μαζικούς όρους και καλείται να δώσει μια συνολική εργατική αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση.

Στο εκλογικό αποτέλεσμα της χώρας μας αποτυπώνονται ορισμένα στοιχεία της κοινωνικής διαμαρτυρίας και αντίθεσης προς την πολιτική των δύο κομμάτων του αστικού δικομματισμού, της αποστοίχισης από την επιρροή τους, της μεγάλης δυσαρέσκειας απέναντι στο πολιτικό σύστημα συνολικά και την ΕΕ         αλλά και των ρωγμών των αγώνων των προηγούμενων χρόνων, χωρίς ωστόσο να βρίσκουν συνολική έκφραση- διέξοδο σε αριστερή κατεύθυνση.

 

2. Η Ν.Δ. έχασε 1,3 εκατομμύριο ψηφοφόρους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και 1 εκατομμύριο σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Παρουσίασε σημαντική μείωση της επιρροής της, η οποία φθείρεται από την ίδια την αντεργατική πολιτική και από τις ρωγμές που δημιουργεί το κίνημα. Πρόκειται για βαριά αποδοκιμασία της πολιτικής της. Χάνει την πρωτοκαθεδρία στο αστικό πολιτικό σύστημα και για να την ανακτήσει θα επιχειρήσει να προωθήσει με επιθετικό τρόπο (σε συντονισμό με τις κατευθύνσεις της ΕΕ), μια ομοβροντία αντιδραστικών «μεταρρυθμίσεων» στην εργασία, τους μισθούς, το ασφαλιστικό, το φορολογικό, την παιδεία, το περιβάλλον. Αποφασιστική αντιμετώπιση απαιτείται από το μαζικό κίνημα της νέας κυβερνητικής επίθεσης που υιοθετεί και προσπαθεί να υλοποιήσει την ατζέντα του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στα θέματα των δημοκρατικών δικαιωμάτων, της «ασφάλειας» και της μετανάστευσης. Ήδη αναπτύσσονται πιέσεις- διεργασίες από κύκλους του συστήματος αλλά και αντιπαραθέσεις για προώθηση διπολικού συστήματος και κυβερνητικής συνεργασίας ΝΔ με ΛΑΟΣ. Η κυβέρνηση πρέπει να βρει μπροστά της μια μαζική μαχητική εργατική αντιπολίτευση.

3. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως νικητής σε ποσοστά, συσπείρωσε τη βάση του κυρίως λόγω της κυβερνητικής φθοράς της ΝΔ, αλλά μειώθηκε η δύναμη του κατά 850 χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές και 200 χιλιάδες σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές. Η ψήφος στο ΠΑΣΟΚ δεν συγκροτεί θετικό ρεύμα αποδοχής της κυβερνητικής του πρότασης. Από τη νέα του θέση «προβάρει το κουστούμι» καλού κυβερνητικού διαχειριστή και θα πιέσει την εκλογική βάση της Αριστεράς. Ενεργοποιούνται, και στο χώρο αυτό, διεργασίες για προετοιμασία πιθανής συνεργασίας με Οικολόγους η τμήμα ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, στο πλαίσιο σεναρίων αντικατάστασης του αστικού δικομματισμού με σύστημα διπολισμού.

Καμιά αυταπάτη δεν μπορεί να υπάρχει για το ΠΑΣΟΚ και την ουσιαστικά ταυτόσημη με τη ΝΔ πολιτική του. Ως αστικά μεταλλαγμένο κόμμα, αδυνατεί να εφαρμόσει άλλη πολιτική και να συνδεθεί με ριζοσπαστικές διεργασίες στη νεολαία και τους εργαζόμενους. Η αναξιοπιστία του συνδέεται με τη γενικότερη κρίση σοσιαλδημοκρατίας, όπως καταγράφεται και στην Ευρώπη.

Το ΠΑΣΟΚ, λόγω της στρατηγικής μετάλλαξης του, θα βρίσκεται σε όλο πιο βαθιά κρίση στις σχέσεις του με τμήματα λαϊκών, εργατικών και νεολαιίστικων μαζών, τα οποία, κάτω από την πίεση της κρίσης και στο βαθμό που απεγκλωβίζονται από το ΠΑΣΟΚ, μπορούν να συνεισφέρουν τόσο στο κίνημα όσο και σε μια ευρύτερη αριστερή – ανατρεπτική δυναμική.

 

4. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η άνοδος του ΛΑΟΣ και των φασιστικών τάσεων. Η εξέλιξη αυτή στηρίχτηκε, σε ψήφους κατά κύριο λόγο από εργατικές-λαϊκές περιοχές και αντιπροσωπεύει μια ευρύτερη και βαθύτερη επίδραση των εθνικιστικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών, ακροδεξιών αντιλήψεων, που διαχέονται και στους άλλους αστικούς πολιτικούς σχηματισμούς. Ο ΛΑΟΣ έχει εγκατασταθεί όχι μόνο στην πολυκατοικία της Δεξιάς αλλά και στο μπλοκ του πολιτικού συστήματος ως μοχλός δεξιάς μετατόπισης. Το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να υποτιμηθεί και ο ΛΑΟΣ, ως ακροδεξιό στήριγμα του αστικού συνασπισμού, δεν πρέπει ούτε μπορεί να αντιμετωπιστεί πολιτικά με «αντιφασιστικά μέτωπα» αλλά μέσα από την αντιπαράθεση με την πολιτική ΝΔ- ΠΑΣΟΚ- ΕΕ. Για να σπάσει η αντιδραστική επίθεση, να μην περάσει η αντιμεταναστευτική υστερία και η γραμμή του εμφυλίου μέσα στην τάξη αποκτά πρωταρχική σημασία η ανάγκη για προώθηση της ενότητας της εργατικής τάξης, ντόπιας και ξένης, παλιότερης και νεότερης, διαφορετικών εργασιακών σχέσεων.

Αρνητικό φαινόμενο είναι η άνοδος της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, δύναμης που πρωταγωνιστεί στις επιθέσεις κατά των μεταναστών, αλλά και κατά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και οργανώνει τραμπούκικες- δολοφονικές επιθέσεις, ενάντια σε αγωνιστές της αριστεράς –ιδιαίτερα της ριζοσπαστικής και στους πρωτοπόρους μαχητές του μαζικού κινήματος. Η ΧΑ δραστηριοποιείται σε στενή σύνδεση με την αστυνομία και άλλες κρατικές υπηρεσίες και αξιοποιείται από τον αστικό συνασπισμό για να δημιουργείται ένα δίπολο σύγκρουσης ακροδεξιάς- ακροαριστεράς προκειμένου να διευκολύνεται το πέρασμα της κυρίαρχης πολιτικής.

 

5.- Στη χώρα μας, μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας στράφηκε (και ως ένα βαθμό οδηγήθηκε) προς την πολιτικά ανώδυνη αποχή, τους ενσωματώσιμους οικολόγους και διάφορα σχήματα ευκαιρίας της αστικής πολιτικής (Πανμακεδονικό Μέτωπο, Δράση κλπ) την ίδια ώρα που δυναμώνει επικίνδυνα η ακροδεξιά.

Σε σχέση με το 2004 φέτος ψήφισαν 1.000.020 λιγότεροι! Η αποχή εκτινάχθηκε στις μεγάλες πόλεις και όχι σε δύσβατες μακρινές περιοχές. Μεγάλη είναι η πτώση της συμμετοχής στην Β’ Αθήνας (13,08%), Υπόλοιπο Αττικής (15,57%) , Β’ Πειραιώς (14,14%), Μαγνησία (13,14%), νομός Λαρίσης (11,57%), Αχαΐα κλπ. Ηλιακά η αποχή ακουμπά κυρίως τη νεολαία, τις ηλικίες μέχρι 34 ετών, ενώ φαίνεται να διαπερνά όλα τα κόμματα, με παρόμοια ποσοστά. Σύμφωνα με την Άλκο αποχή έκανε το 25% των δυνητικά ψηφοφόρων της ΝΔ, το 21% του ΠΑΣΟΚ, το 19% του ΚΚΕ, το 20% του ΛΑΟΣ και το 30% του ΣΥΡΙΖΑ.

Η αποχή εκφράζει την απαξίωση των κυρίαρχων αστικών κομμάτων, ειδικά των κυβερνητικών, σε μεγάλο βαθμό εκφράζει την απαξίωση συνολικά του πολιτικού συστήματος και της αστικής δημοκρατίας. Πολύ σημαντικό ρόλο στην έκρηξη της αποχής έπαιξε η αποξένωση των εργαζομένων από τους θεσμούς της ΕΕ, αυτούς που δήθεν θα αντιμετωπίσουν το «δημοκρατικό έλλειμμα». Οι ευρωεκλογές από τη στιγμή που δεν αναδείχνουν κυβέρνηση, όσο και αν πολιτικοποιηθούν, διαφέρουν από τις εθνικές εκλογές στις οποίες, προφανώς, δεν εμφανίζονται τέτοια ποσοστά αποχής.

Η αποχή είναι και ένα μήνυμα προς την Αριστερά όλων των εκδοχών, αφού δείχνει ότι υπάρχει μεγάλη αμφισβήτηση για την πολιτική της, το ότι δεν στέκεται στο πλάι των εργαζομένων και ειδικά για την εκλογικίστικη – κοινοβουλευτική παραφθορά της.

Η αποχή, ηγεμονεύεται κυρίως από τον ατομισμό, τη λογική του «δεν γίνεται τίποτε», του «όλοι τα ίδια είναι», από τον μεταμοντέρνο κατακερματισμό των μοναχικών καταναλωτών προϊόντων, που αντιμετωπίζουν την πολιτική, όπως και την αγορά. Ίσως γιατί και η αστική πολιτική τους αντιμετωπίζει έτσι. Μπορεί ένα κομμάτι που συμμετέχει σε νέες και παλιές συλλογικότητες, που κινητοποιήθηκε ή εμπνεύστηκε από τον Δεκέμβρη, να μην ψήφισε (και αυτό το δυναμικό μας ενδιαφέρει για τον αγώνα και το πολιτικό ρεύμα), αλλά προφανώς είναι μια μειοψηφία μέσα στη «θάλασσα» των ανθρώπων που πέρασαν την εκλογική Κυριακή τόσο μοναχικά όσο και τις υπόλοιπες μέρες που βρίσκονται αντιμέτωποι με την εκμετάλλευση και την καταπίεση δίχως σωματείο, δίχως συλλογική αντίσταση, δίχως Αριστερά, δίχως συλλογική ελπίδα.

Οι εργαζόμενοι που απείχαν, δεν έχουν κερδηθεί θετικά από τα κόμματα του συστήματος. Παραμένουν μετέωροι και αποτελούν ένα ερωτηματικό που θα το απαντήσει η ταξική πάλη. Το σύστημα προσπαθεί να κλείσει το ρήγμα με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα και στο βαθμό που δεν το πετυχαίνει ωθεί τμήματα τους στην ατομική, παθητική στάση και στο περιθώριο των πολιτικών και των κοινωνικών αγώνων.

Η αποχή του κόσμου των αγώνων και ειδικότερα του Δεκέμβρη απαιτεί βαθύτερη μελέτη και από την άποψη των ποιοτικών χαρακτηριστικών των κινημάτων, των πολιτικών στόχων, των οργάνων πάλης αλλά και της συγκεκριμένης παρέμβασης του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς ειδικά της επαναστατικής.

6.- Συνολικά στο εκλογικό αποτέλεσμα αντανακλάται, πιο θαμπά από τις βουλευτικές του 2007, η προϊούσα φθορά της αντιλαϊκής πολιτικής και των κομμάτων της. Εξακολουθεί να είναι εμφανή ορισμένα σημάδια αδυναμίας του αστικού πολιτικού συστήματος και της δικομματικής διαχείρισης να ενσωματώνει τις εργατικές διαθέσεις και αντιστάσεις και να ξεπεράσει, επομένως, τη σχετική ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό. Η νέα πολιτική γεωγραφία που διαμορφώνεται, δυναμώνει την συζήτηση για αναγκαστική αντικατάσταση του παραδοσιακού δικομματισμού με ένα αστικό διπολισμό, νέου τύπου. Αξιοποιούν πολιτικά το γεγονός ότι τμήμα της διαμαρτυρίας εκφράστηκε προς το ακροδεξιό ΛΑΟΣ, το εκλογικό μόρφωμα των Παπαθεμελή-Ζουράρι αλλά και προς τους Οικολόγους του συστήματος. Εκδηλώνεται έτσι η προσπάθεια να χωνευθεί η δυσαρέσκεια με αναπροσαρμογές σε ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, αναδιάταξης των συμμαχιών τους, σε συνδυασμό φυσικά με την ένταση του αυτοτελούς πολιτικού ρόλου του πολυπλόκαμου αστικού συνασπισμού εξουσίας (ΜΜΕ, ΣΕΒ κλπ) καθώς και με την αξιοποίηση των διαχειριστικών τάσεων και δυνάμεων της Αριστεράς.

Αν και με το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών φάνηκε ότι το αστικό σύστημα πραγματοποιεί ορισμένα βήματα στην προσπάθεια να κλείσουν οι ρωγμές που προκάλεσαν οι αγώνες της διετίας 2006-07 και ο Δεκέμβρης με ήττα της αριστερής διαφοροποίησης και αναζήτησης., το ρήγμα δεν έχει κλείσει, η δυσαρέσκεια δεν έχει ενσωματωθεί και η προοπτική όξυνσης της ταξικής αναμέτρησης είναι παρούσα.

Γύρω από τη συγκράτηση ή την επέκταση αυτής της ρωγμής, την ενίσχυση ή ανακοπή αυτής της δυναμικής, διεξάγεται ήδη σκληρότατη μάχη με αβέβαιη έκβαση. Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής, όπου ένα τμήμα της λαϊκής και εργατικής δυναμικής εκφράζει την ανάγκη για εναλλακτική διέξοδο.

Οι ελπιδοφόρες τάσεις είναι παρούσες και εκδηλώνονται, κάθε φορά, με την αντιφατική κίνηση των αγώνων, οι οποίοι δεν αγκαλιάζουν ακόμα μεγάλα τμήματα της εργατικής τάξης, αλλά με τις εξάρσεις και τις υποχωρήσεις τους δημιουργούν αναστατώσεις στο πολιτικό σκηνικό. Ωστόσο, δεν ανταποκρίνονται, ποιοτικά και ποσοτικά, στις απαιτήσεις που δημιουργεί η κρίση και η επίθεση του κεφαλαίου. Με βάση τις ανάγκες αυτές το επίπεδο κινητοποίησης, οργάνωσης, διάθεσης για αγώνα και πολύ περισσότερο πολιτικοποίησης της εργατικής τάξης είναι ακόμα χαμηλό. Αυτό οφείλεται στις πρωτόγνωρες δυσκολίες που γεννά η αστική πολιτική και στην ίδια η κατάσταση της εργατικής τάξης.

Κρίσιμο στοιχείο είναι η αδυναμία του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, στη χώρα μας και στην Ευρώπη, να δώσουν απάντηση στην καπιταλιστική κρίση προς όφελος των εργατικών συμφερόντων, να αποκρούσουν – ανατρέψουν στην πράξη την επίθεση κεφαλαίου – ΕΕ, να ανοίξουν μια προοπτική πέρα από την αναπαραγωγή του βάρβαρου εκμεταλλευτικού συστήματος.

Η αντιφατική τάση ευρύτερων μαζών για αμφισβήτηση- αντιπαράθεση με την κυρίαρχη πολιτική και είναι αυτή που προκαλεί φόβο στις αστικές δυνάμεις και δυνατότητες για την εργατική πολιτική. Η κρίση δυναμώνει την αντικαπιταλιστική κριτική και διαμαρτυρία εργαζόμενων μαζών, γεννά εξεγέρσεις και κυοφορεί ποιοτικά άλματα ως προς την δυνατότητα συγκρότησης νέων μορφών κοινωνικού και πολιτικού αγώνα. Την ίδια στιγμή όμως, εντείνει την ψυχολογία της ανασφάλειας, δυναμώνει τις τάσεις για εσωτερικό εργατικό εμφύλιο, διαμορφώνει το υλικό υπόβαθρο και για την ακροδεξιά. Οι αντίθετες αυτές τάσεις, δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως μια επανάληψη αντίστοιχων τάσεων του 1929-1930. Ο καπιταλισμός έχει πίσω του ένα σύνολο αποτυχημένων στρατηγικών ‘’διεξόδου από την κρίση’’, συμπεριλαμβανομένων του πολέμου και της ενεργητικής στράτευσης στα φασιστικά κινήματα. Από την άλλη, το εργατικό κίνημα είναι εξαιρετικά αδύνατο σήμερα, ενώ η κομμουνιστική προοπτική έχει δεχτεί ισχυρό χτύπημα και έχει τραυματιστεί ως εναλλακτική κοινωνική λύση. Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται στα πολιτικά χαρακτηριστικά των τάσεων αντικαπιταλιστικής κοινωνικής διαμαρτυρίας και εδώ τα καθήκοντα της αριστεράς είναι σύνθετα. Το ΚΚΕ χαιρέκακα αναρωτιέται ειρωνευόμενο και την δική μας προσπάθεια ‘’που πήγε ο Δεκέμβρης;’’, ολοκληρώνοντας μια στάση εχθρότητας ως προς τις εξεγερτικές τάσεις της νεολαίας, στο όνομα των αντιφάσεων τους. Δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, της αναρχίας, αλλά και της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, θέτουν το ίδιο ερώτημα με απογοήτευση, ακριβώς γιατί είχαν περιοριστεί σε μια στάση κολακείας, αποθέωσης και αγνόησης της πολιτικής ανάγκης για ανέβασμα των πολιτικών χαρακτηριστικών αυτού του ρεύματος, σύνδεσης του με την ανάγκη άλλου εργατικού κινήματος, καθώς και με την επαναστατική πολιτική προοπτική της αριστεράς.

7.- Η πτώση του ΚΚΕ κατά 1%, σε σχέση με τις ευρωεκλογές, και η απώλεια 150 χιλιάδων ψηφοφόρων, η υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ κάτω και από το ποσοστό των εθνικών εκλογών και η απώλεια δεκάδων χιλιάδων ψήφων, φανερώνει την αδυναμία τους να εκφράσουν μαζικά την κοινωνική διαμαρτυρία, την καταδίκη της πολιτικής ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Η υποχώρηση τους σε σχέσή με την ψήφο αριστερής αναζήτησης στις εκλογές του 2007 εμπεριέχει αρκετά στοιχεία κριτικής προς τα κόμματα αυτά. Η τάση αυτή έχει ήδη εμφανιστεί και στους κοινωνικούς χώρους, σε αρχαιρεσίες σωματείων, φοιτητικών συλλόγων, δημοτικές εκλογές και θα κρίνεται στις κοινωνικές και πολιτικές αναμετρήσεις της επόμενης περιόδου, ως μια νέα τάση αποστοίχισης από την επίσημη Αριστερά.

Το ΚΚΕ, με μια σταθερή αντιδικομματική παρουσία και με ένα, ιστορικό και πολιτικό, κομμουνιστικό φορτίο εξέφρασε κυρίως τη διαμαρτυρία εργατικών, λαϊκών και νεολαιίστικων, στρωμάτων που πλήττονται από την επίθεση κι ενός ευρύτερου κόσμου με αριστερές καταβολές. Στην προεκλογική του παρουσία, βέβαια, δεν πρόβαλε ιδιαίτερα τη γραμμή αποδέσμευσης από την ΕΕ και της επαναστατικής αλλαγής της κοινωνίας και του κομμουνισμού. Η επαφή μας, ως ΝΑΡ αλλά και ως αντικαπιταλιστική αριστερά, με τη μαζική αυτή διαφοροποίηση που άγγιξε τον πυρήνα της πολιτικής του επιρροής είναι πολύ μικρή. Αυτό εξηγείται, από τη μια, λόγω της αναιμικής η ανύπαρκτης σύνδεσης μας με τα φτωχότερα εργατικά λαϊκά και νεολαιίστικα στρώματα αλλά και λόγω της υποτίμησης της μαζικής πολιτικής παρέμβασης του ΚΚΕ. Η κριτική μας δεν είναι πάντα εύστοχη και σωστή. Αντί να αναδείχνουμε την αδυναμία του στο κίνημα, για μια κατεύθυνση νικηφόρων αγώνων με στόχο την ανατροπή της επίθεσης, συχνά αναλωνόμαστε στην προβολή της αντιδιαλεκτικής εκτίμησης ότι είναι έξω από το κίνημα και εχθρικό προς αυτό. Υπάρχει επίσης ρηχή και μονόπλευρη αντιπαράθεση στη σεχταριστική και διασπαστική τακτική του, σε αποσύνδεση από το κύριο και καθοριστικό ζήτημα που είναι η στρατηγική πολιτική ανεπάρκεια και κρίση του, που το ‘’αναγκάζει’’ να κλείνει τους διαύλους επικοινωνίας, ενότητας και κοινής δράσης με άλλες αριστερές δυνάμεις και πρωτοπόρα τμήματα του κινήματος. Αυτή τη λογική εκφράζει και μετεκλογικά με άρνηση μιας ανατρεπτικής πολιτικής, με γραμμή περιχαράκωσης και επιβολής κυριαρχίας στην αριστερά

Για την εκλογική μείωση του ΣΥΡΙΖΑ είχαμε σαφή δείγματα. Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ σχεδίασε μια γραμμή εκλογικής εκμετάλλευσης των μαζικών κινημάτων και ιδιαίτερα της νεολαίας η οποία ήταν αναντίστοιχη με την πραγματική του συνεισφορά- στον αγωνιστικό και, κυρίως, στον πολιτικό προσανατολισμό τους κατά της ΕΕ και της αστικής πολιτικής γενικότερα. Εξέφρασε με τη ριζοσπαστική του ρητορεία ένα τμήμα της διαμαρτυρίας αυτής καθώς και των κοινωνικών στρωμάτων που απειλούνται από την αντιλαϊκή επίθεση αλλά και ενός τμήματος των μαζικών αγώνων της τελευταίας περιόδου, πολύ μικρότερο από αυτό που προσδοκούσε και είχε ψηφίσει στις τελευταίες εκλογές. Είναι φανερή, μετά τις εκλογές, η όξυνση της κρίσης πολιτικής και φυσιογνωμίας του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και η τάση, κάτω από την πίεση κέντρων του συστήματος και των ανανεωτών, βαθύτερης πολιτικής υποχώρησης του σε θέσεις πιο διαχειριστικές.

Η ανάγκη μετασχηματισμού της τάσης διαμαρτυρίας σε ανατρεπτική – αντικαπιταλιστική δυναμική υπονομεύεται από τη στρατηγική ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, την αδυναμία, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, να συμβάλλουν σε μια αντεπίθεση του εργατικού κινήματος, τον άγονο ενδοαριστερό εμφύλιο αντί την αναγκαία κοινή δράση για την απόκρουση της επίθεσης, τον ρηχό «αντιδικομματισμό» και κοινοβουλευτισμό της εκλογικής και πολιτικής τους παρέμβασης.

Η υπέρβαση της σημερινής καθηλωτικής κατάστασης στην Αριστερά δεν μπορεί να έρθει μέσα από την ενίσχυση κάποιου από τους δύο πόλους της, ούτε από τη δορυφοροποίηση γύρω της. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο στο βαθμό που συγκροτείται κι αναπτύσσεται ένα κοινωνικό-πολιτικό ρεύμα εργατικής αντιπολίτευσης και μια άλλη μετωπική αντικαπιταλιστική Αριστερά, που θα προωθεί, με αυτοτέλεια στη βάση αρχών, την κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων, θα βάζουν φραγμό στην προώθηση των αντιλαϊκών μέτρων και θα αλλάζουν τους συσχετισμούς.

80px-Hammer_and_sickle_svgΕνώ έχουμε διατυπώσει τη θέση του διαλόγου και της κοινής δράσης όλων των αριστερών δυνάμεων, στην πράξη δεν την προωθούμε συγκεκριμένα και με αυτοπεποίθηση στο κίνημα και στα μέτωπα. Συχνά μάλιστα λόγω της κάθετης άρνησης του ΚΚΕ σε κάθε κοινή δράση των αριστερών δυνάμεων οι Κινήσεις και οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς συμπράττουν μονόπλευρα με τα μετωπικά σχήματα του ΣΥΡΙΖΑ. Στο ζήτημα αυτό, το οποίο επανέρχεται με προτάσεις του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ (πχ για εκπαιδευτική παναριστερά), χρειάζεται αποφασιστική αντιμετώπιση. Να αυξηθεί η πίεση στις δυνάμεις του ΚΚΕ για κοινή δράση και διάλογο. Να αντιπαραθέσουμε στις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ προς τις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για κοινά σχήματα, κοινή εκλογική κάθοδο σε κλάδους και δήμους την πρόταση για κοινή δράση και διάλογο όλων των δυνάμεων χωρίς προνομιακή επιλογή, που αποκτά νόημα και δυναμική μόνο στο βαθμό που συγκροτείται και αναπτύσσεται πολιτικά μια ανεξάρτητη αντικαπιταλιστική επαναστατική αριστερά.

Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α

 

8.-Το εκλογικό αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (22.000 ψήφοι, 0,43%) αποτυπώνει ένα πρώτο μικρό αλλά ενθαρρυντικό βήμα για τη συνέχεια και την αναβάθμιση του νέου εγχειρήματος. Εκφράζει τη θετική ανταπόκριση και την αποφασιστικότητα ενός δυναμικού να προχωρήσει στην κατεύθυνση της μετωπικής συγκρότησης που αποκτά πλέον προβάδισμα στο «χώρο», βρίσκεται όμως αρκετά κάτω από τις απαιτήσεις για την οικοδόμηση ενός πόλου- μετώπου της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής Αριστεράς. Στο αποτέλεσμα εκφράζεται, γενικότερα ο βαθμός ωρίμανσης μιας στρατηγικής απάντησης στον καπιταλισμό και την κρίση του καθώς και οι ανεπάρκειες και η σχετική αστάθεια στην πορεία του μετωπικού εγχειρήματος.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ δεν δημιούργησε εκλογικό ρεύμα, αποτέλεσε ευρύτερο πόλο θετικής πολιτικής συσπείρωσης, στράτευσης και ενεργοποίησης της μεγάλης πλειοψηφίας του αντικαπιταλιστικού δυναμικού, που έδωσε πιο ζεστά από ποτέ μια εκλογική μάχη. Ενώ δεν κατάφερε από άποψη ψήφων να ξεπεράσει τα όρια στα οποία κυμαίνονται, στις ευρωεκλογές 2004 και στις εθνικές εκλογές 2007, οι ψήφοι της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, είχε μια καθαρή πολιτική στήριξη ως μετωπική αντικαπιταλιστική λογική, σε σχέση με λογικές καταγραφής (μείωση του ΜΛ-ΚΚΕ στα μισά, οριακή παρουσία ΕΕΚ). Ενώ δεν καταφέρνει να τροποποιεί τους εκλογικούς συσχετισμούς με τη ρεφορμιστική αριστερά, ωστόσο, κερδίζει περισσότερο από ποτέ την εκτίμηση σε τμήματα της βάσης της.

Είναι φανερό ότι κερδίσαμε, πολιτικά και εκλογικά, από τη συμμετοχή μας στους αγώνες μέσα στα όρια, ωστόσο, και τις αντιφάσεις της συνολικής πολιτικής παρέμβασης του εγχειρήματος. Αρνητικό ρόλο στο εκλογικό αποτέλεσμα έπαιξε η διαφοροποίηση ορισμένων πολιτικών δυνάμεων από το ενωτικό κεκτημένο. Παρόλα αυτά η ψήφος και στα άλλα ψηφοδέλτια της «εκτός των τειχών» Αριστεράς καταγράφει –με αντιφατικό τρόπο- ένα δυναμικό που αναζητά μια άλλη Αριστερά, σε επαναστατική και κομμουνιστική κατεύθυνση (0,81% συνολικά).

Συνολικά, το εκλογικό αποτέλεσμα και η όλη δυναμική της συγκρότησης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, διαμορφώνουν σχετικά καλύτερες προϋποθέσεις για την προώθηση του πολιτικού μας στόχου για συγκρότηση του πόλου της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς, την εργατικής λαϊκής αντεπίθεσης για την ανατροπή της επίθεσης και το άνοιγμα του επαναστατικού δρόμου, που είχαμε θέσει στο περυσινό Πανελλαδικό Σώμα.

Οι γενικότερες αδυναμίες της αντικαπιταλιστικής αριστεράς καθόριζαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να κινηθεί το εκλογικό αποτέλεσμα. Η εκλογική τακτική και δουλειά καθόριζε, μέσα στα όρια αυτά, μέχρι που θα μπορούσε να φτάσει το συγκεκριμένο ποσοστό.

Είχαμε βάλει στόχο να κερδίσουμε όσο γίνεται περισσότερες ψήφους, να εκφράσουμε ένα μικρό τμήμα της εργατικής και νεολαιίστικης διαμαρτυρίας και, κυρίως, ένα μεγαλύτερο τμήμα από το αντικαπιταλιστικό δυναμικό το οποίο αναζητά μια άλλη αριστερά ένα άλλο κίνημα. Να δώσουμε συγκεκριμένη και πειστική απάντηση στο ερώτημα: Μπορούσαμε να είχαμε καλύτερα αποτελέσματα;

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, η κοινοβουλευτική αριστερά, αλλά και δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, βασανίζονται από το κλασικό ερώτημα: ‘’Μα γιατί δεν μας ψηφίζουν αυτοί που κάνουν αγώνες, στους οποίους κατά κάποιο τρόπο μας εμπιστεύονται;’’ Αδυνατούν έτσι να εξάγουν συμπεράσματα για την πραγματική έκταση των αγώνων (που είναι πολύ μικρή, ενώ συνήθως τους υπερβάλλουμε), τον πολιτικό τους προσανατολισμό (αν αυτός μπορεί να φθείρει και να ανατρέπει τα βασικά ιδεολογήματα της αστικής πολιτικής), τον χαρακτήρα των αιτημάτων (αν αυτά σηματοδοτούν καθολικές διεκδικήσεις βελτίωσης της θέσης του κόσμου), τον τρόπο οργάνωσης και ανάπτυξης τους (αν αυτός συμβάλλει στην ενίσχυση της αυτενέργειας και του πολιτικού ρόλου των εργαζομένων), την αποτελεσματικότητα και χρησιμότητα τους από την σκοπιά των συμφερόντων των μαζών (αν οι αγώνες εν τέλει κατατείνουν και στοχεύουν σε καταχτήσεις ή μόνο σε πολιτικά συμπεράσματα) αν καταλήγουν και σε όργανα εργατικής πολιτικής. Όσο η συζήτηση δεν γίνεται με αυτό τον τρόπο, η πραγματικότητα αντιστρέφεται και όλες οι ευθύνες ρίχνονται στους αγωνιζόμενους, μια λογική που φτάνει στην ακραία και ηττοπαθή αντίληψη του ΚΚΕ, πως λίγο ως πολύ το κίνημα δεν είναι το κύριο και ότι αυτο που μετράει είναι η ενίσχυση του κόμματος.

Η δική μας προσπάθεια πρέπει με δημιουργικό τρόπο να προβάλλει αυτά τα κριτήρια, όχι μόνο για να υπογραμμιστούν τα λάθη της διαχειριστικής αριστεράς, ούτε για να εξασφαλιστεί και το δικό μας άλλοθι για την αδυναμία της επαναστατικής αριστεράς να αποτελέσει εκλογικό ρεύμα. Στόχος μας είναι να αναδειχτεί θετικά η ανάγκη για μια βαθιά τομή στο εργατικό και ευρύτερο λαϊκό κίνημα, που υπερβαίνει ποιοτικά τον συμβολικό διαχωρισμό με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αντιλαμβανόμαστε βέβαια τις παραπάνω πλευρές που είχαμε αναδείξει και στην Εργατική Συνδιάσκεψη με διαλεκτικό και όχι σχηματικό τρόπο, ως στόχους που καταχτιούνται σε μια πορεία ενότητας και αντιπαράθεσης με τις σημερινές τάσεις που καθηλώνουν την εργατική δράση.

Ακόμη όμως και αν υπήρχε μια διαφορετική έκταση και άλλη ποιότητα στους αγώνες, θα έπρεπε να προσδοκούμε αυτόματα μια μετατροπή της κινηματικής μας σχέσης με τον κόσμο, σε πολιτική υποστήριξη και ψήφο; Η γραμμική αυτή αντίληψη για την διαμόρφωση της συνείδησης του κόσμου, ποτέ δεν έχει αποδείξει την ορθότητά της, πολύ περισσότερο σήμερα σε συνθήκες κρίσης του επαναστατικού προγράμματος και της εναλλακτικής κομμουνιστικής προοπτικής. Ο κόσμος παίρνει πολύ πιο σοβαρά την ψήφο στην αριστερά και μάλιστα την αντικαπιταλιστική από όσο εμείς νομίζουμε. Το γεγονός ότι στον ένα ή τον άλλο χώρο, βλέπει τα μέλη της μιας ή της άλλης οργάνωσης να παίζουν πρωτοπόρο ρόλο και για αυτό τους στηρίζει στις προσπάθειας τους, δεν σημαίνει πως θεωρεί ότι πρέπει και να τους στηρίξει σε ένα γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό σχέδιο και μια πολιτική προοπτική, για την οποία, δεν είναι πεισμένος, δεν μετέχει στη συζήτηση και δεν βλέπει να έχει ρόλο σε αυτή. Με αυτή την έννοια τα στρατηγικά ελλείμματα δεν αφορούν μόνο τον μυημένο κόσμο, αλλά το σύνολο του αντικαπιταλιστικού δυναμικού.

Στη δική μας αντίληψη τα κάθε φορά εκλογικά ποσοστά αποτελούν ένα δείκτη των συσχετισμών που συνδέονται κυρίως με βαθύτερες αλλαγές στην πορεία διαμόρφωσης της συνείδησης –που δεν είναι ευθύγραμμη. Στην παρούσα φάση έγιναν ορισμένα βήματα, όχι όμως άλματα, και αυτό φαίνεται στη γενικότερη αγωνιστική και πολιτική πρακτική των εργαζομένων. Αναδείχνονται, μάλιστα, κρίσιμα ερωτήματα για το βαθμό ανάπτυξης –πολιτικοποίησης των αγώνων και ανάπτυξης ενός ταξικά ανασυγκροτημένου εργατικού κινήματος αλλά και με τα βήματα μιας άλλης αριστεράς της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης που θα αναπτύσσεται πολιτικά -οργανωτικά στην εργατική τάξη. Με βάση τη λογική αυτή θεωρούμε ότι ανατρέπονται αντιλήψεις και σχήματα που θεωρούν ότι οι αγώνες μεταφράζονται γραμμικά σε πολιτική επιρροή και ψήφους.

Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουμε και τις συγκεκριμένες αδυναμίες της συγκεκριμένης μάχης που αφορούν στην εκλογική τακτική και στην εκλογική δουλειά και συνδέονται με τη μετωπική φυσιογνωμία του εγχειρήματος,.

Υπάρχει μια διακύμανση των αποτελεσμάτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ από 0.1% έως 1,4%. Κατά κανόνα, στις περιοχές όπου τα ποσοστά κινούνται από 0,6% και πάνω, υπάρχει πολύχρονη κοινωνική- πολιτική παρέμβαση με σχήματα- κινήσεις και ΟΒ ΝΑΡ. Είναι μέσα στα πράγματα η εκίιμηση ότι το εγχείρημα έχει δυνατότητα για 1% και συνολικά η εξωκοινοβουλευτική αριστερά για 1,5% στο βαθμό που υλοποιούνται οι προϋποθέσεις συστηματικής δουλειάς. Στο πλαίσιο αυτό, στις συγκεκριμένες εκλογές ήταν εφικτός στόχος η υπέρβαση του 0,5%-0,6%.

Πιο συγκεκριμένα είναι τα ερωτήματα:

-γιατί δεν μας ψήφισε ένα μεγαλύτερο τμήμα της μαζικής αποστοίχισης από ΚΚΕ (150 χιλ) και ΣΥΡΙΖΑ (60 χιλ) και ιδίως από χώρους εργαζομένων, νεολαίας; Δυνατότητα υπήρχε και καταγράφηκε μια μικρή τάση.

-γιατί ένας κόσμος του ΜΕΡΑ και του κινήματος δεν πείστηκε και κινήθηκε σε αποχή ή και σε άλλες επιλογές;

Το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, γενικά, έγινε γνωστό, συζητήθηκε στον κόσμο του αγώνα και της ευρύτερης αριστεράς. Ωστόσο στην τακτική μας δεν ξεχώρισαν ένα- δυο κεντρικά πολιτικά συνθήματα, ούτε αναδείχθηκε ευδιάκριτος πολιτικός στόχος της καμπάνιας. Υπήρξε, μάλιστα, υποτίμηση στην προβολή του στόχου για αντικαπιταλιστική αποδέσμευση και έξοδο από την ΕΕ, σε ένα βαθμό λόγω και της πίεσης συμμάχων, αλλά και δικών μας ταλαντεύσεων.

Ενώ στα κείμενα, στις αφίσες και στις αποφάσεις πολιτικού πλαισίου και φυσιογνωμίας του εγχειρήματος εκφράζονται σε μεγάλο βαθμό οι αντιλήψεις της επαναστατικής ανατροπής και της νέας κομμουνιστικής προοπτικής σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής, συγκρότησης και λειτουργίας δεν έχει κατακτηθεί η ηγεμονία αυτών των πλευρών και είναι αντικείμενο συνεχούς διαπάλης. Οι αντιφάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τις ανεπάρκειες του εγχειρήματος και όλων των συνιστωσών του, επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη μαζικών και σταθερών πολιτικών δεσμών με τους εργαζόμενους και τους νέους και ιδιαίτερα εκείνων που τείνουν να αποστοιχηθούν από την ρεφορμιστική Αριστερά.

Η δημιουργία του ενωτικού εγχειρήματος και η συμφωνία στο πολιτικό πλαίσιο δεν έλυσαν και ούτε ήταν δυνατόν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να καταργήσουν αμέσως τα προβληματικά σημεία στις θέσεις των οργανώσεων και τις κρίσιμες διαφορές. Οι αντιθέσεις έχουν τη βάση τους στα διαφορετικά ιδεολογικοπολιτικά ρεύματα που συμμαχούν στο εγχείρημα και δίνουν μάχη ηγεμονίας μέσα και έξω από αυτό.

Η εκλογική δουλειά, επίσης, άργησε να ξεκινήσει ενώ σοβαρή καθυστέρηση και προβλήματα δημιούργησε η αντιπαράθεση για τη συγκρότηση του ψηφοδελτίου. Χωρίς αυτά να έχουν καθοριστική επίδραση στο αποτέλεσμα ανέδειξαν τη σχετική υποτίμηση του πολιτικού περιεχομένου της εκλογικής μάχης, την εσωστρέφεια και την έλλειψη πολιτικής ετοιμότητας. Σε λίγες περιπτώσεις η οργάνωση της δουλειάς έγινε από τις επιτροπές και τις συνελεύσεις. Κατά κανόνα έγινε από τις συνιστώσες και είχε περισσότερο χαρακτήρα καμπάνιας και λιγότερο συγκεκριμένης δουλειάς στον κόσμο.

Το εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ συνέβαλε και συμβάλλει στη λογική του πόλου χωρίς, ωστόσο, να αποτελεί ένα ολοκληρωμένο και σταθερό βήμα στην κατεύθυνση αυτή. Στόχος είναι η πολιτική και δημοκρατική συγκρότηση όλου αυτού του δυναμικού (από τα «κάτω» μέχρι τα «πάνω») και, την σταθερή παρέμβαση για την ανάπτυξη κοινωνικού- πολιτικού κινήματος ανατροπής και το άνοιγμα του διαλόγου και της κοινής δράσης για τα μεγάλα προβλήματα των εργαζομένων και τα αναπάντητα ερωτήματα της Αριστεράς για τη νέα κομμουνιστική προοπτική. Στην πορεία αυτή θα επιδρά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ τόσο στο ευρύτερο ρεύμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας και διαμαρτυρίας όσο και στο αριστερό δυναμικό που προβληματίζεται για το ποια Αριστερά έχουμε ανάγκη στην εποχή μας.

Σήμερα είναι ανάγκη όλο το δυναμικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ευρύτερης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς να συζητήσει, μέσα από συνελεύσεις, για την πολιτική κατάσταση, να πάρει αποφάσεις για την ανάπτυξη της πάλης και την ποιοτική αναβάθμιση του εγχειρήματος, απευθυνόμενο θαρρετά σε αγωνιστές και δυνάμεις από όλη την Αριστερά και το κίνημα.

 

Β.- ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ-ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΔΡΑΣΗΣ

 

1.- Οι ευρωεκλογές της προηγούμενης Κυριακής άφησαν ανοικτούς λογαριασμούς για το επόμενο διάστημα.

Η κυβέρνηση πολιτικά είναι πιο αδύνατη αλλά γίνεται ακόμα πιο επιθετική για να δείξει στο κεφάλαιο ότι μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση. Προχωρά σε υιοθέτηση του προγράμματος του ΛΑΟΣ, με ταυτόχρονες επιθέσεις στον Καρατζαφέρη, και για να πάρει πίσω ψήφους, αλλά και γιατί βολεύει την αστική τάξη να ανοίξει μέτωπο για την «ασφάλεια» και τους μετανάστες και οχι για την ανεργία. Το ΠΑΣΟΚ παρά το καχεκτικό του αποτέλεσμα αποκτά σχετικό προβάδισμα για κυβέρνηση και θα πιέσει τους εργαζόμενους, την Αριστερά, τους Οικολόγους – Πράσινους για «συμπαράταξη». Συνολικά δρομολογούνται διαδικασίες εκλογικής- κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης της λαϊκής αγανάκτησης, με ανασυγκρότηση του δικομματισμού, με εναλλακτικά σενάρια διπολικού συστήματος για «σταθερή» κυβερνητική λύση, γεγονός που ενεργοποιεί ανακατατάξεις, τριγμούς αλλά και δυνατότητες για το κίνημα και την Αριστερά.

Οι αναζητήσεις και οι διεργασίες στην Αριστερά αποκτούν νέο βάθος και έκταση ενώ δυναμώνουν οι δεξιές πιέσεις για προσαρμογή στο σκηνικό σταθερότητας. Αυτό θα φέρει νέα τάση αριστερής ανατρεπτικής αναζήτησης στο σύνολο των αριστερών δυνάμεων. Στις μετεκλογικές συζητήσεις προσπερνιέται το κρίσιμο ερώτημα που αντικειμενικά τίθεται στην Αριστερά: Σε μια περίοδο καπιταλιστικής κρίσης, μεγάλης φθοράς του αστικού πολιτικού σκηνικού και απομυθοποίησης της ΕΕ, πως γίνεται η Αριστερά να μην κερδίζει σε επιρροή, αλλά να υποχωρεί κιόλας; Και μάλιστα σε όλη την Ευρώπη;

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι, σε εποχή κρίσης, για να δημιουργηθούν προϋποθέσεις ριζικού κλονισμού και ανατροπής στους συντηρητικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς, απαιτούνται στρατηγικές και ανατρεπτικές απαντήσεις από μια Αριστερά που δεν θα είναι μέρος του συστήματος. Μια Αριστερά που δεν θα πετάει στα σύννεφα, αλλά θα είναι μέσα στους εργαζόμενους και θα παλεύει σκληρά για να ανατρέψει την επίθεση με ένα αντικαπιταλιστικό συνολικό πολιτικό πρόγραμμα διεκδικήσεων, που θα μπορεί να προκαλέσει ρωγμές σήμερα, να αποσπά νίκες, ακριβώς γιατί εμπνέεται από τη λογική της συνολικής ρήξης με τον καπιταλισμό. Η εμπειρία έχει δείξει ότι όταν δεν υπάρχει μια τέτοια εργατική απάντηση, τότε οι εργαζόμενοι (και τα μεσαία στρώματα) στρέφονται σε συντηρητικές κατευθύνσεις. Αναδείχνεται λοιπόν η ανάγκη για μια άλλη ανατρεπτική Αριστερά.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ανοίγει ένα δρόμο, επιχειρεί μια πρώτη απάντηση που όμως είναι ακόμα ανεπαρκής και περιορισμένη διότι δεν αρκεί το βήμα μετωπικής ενότητας και προγραμματικής συμφωνίας που πραγματοποιήθηκε παρά το ότι δημιουργεί πολύ καλύτερες. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να αναβαθμιστεί στην κατεύθυνση πόλου- μετώπου αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς και στο πρόγραμμα και στην πολιτική γραμμή και στην πρακτική της στο κίνημα. Να θέσει, επομένως, στόχο την αλλαγή στο τοπίο της αριστεράς συνολικά. Να αφουγκραστεί και να επιδράσει στις διαφοροποιήσεις που συντελούνται στον κόσμο της αριστεράς.

Στην κατεύθυνση αυτή αποκτά ξεχωριστή σημασία η συσπείρωση, εντός και εκτός ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των δυνάμεων και των αγωνιστών μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής, με την οργάνωση διαδικασιών διαλόγου και κοινών προσπαθειών για μια άλλη αριστερά και νέο εργατικό κίνημα και στο ζήτημα το ΝΑΡ θα χρειαστεί να αναλάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες.

Οι στόχοι αυτοί δεν αποτελούν αυτοσκοπό αλλά συμβολή της επαναστατικής αριστεράς σε μια ανατρεπτική πολιτική κατεύθυνση του εργατικού κινήματος. Για να βαθύνουν τα ρήγματα που άνοιξαν οι αγώνες, να σπάσει το κλίμα αμηχανίας και συχνά υποχώρησης σε τμήματα των εργαζομένων και της νεολαίας. Να γονιμοποιηθούν οι τάσεις αγανάκτησης, οργής, απείθειας και ρήξης και να γίνουν απειλή για τον αστικό συνασπισμό εξουσίας και ελπίδα για την Αριστερά.

2.-Για μια αντικαπιταλιστική εργατική απάντηση στην κρίση. Η πολιτική μας πρόταση στοχεύει

στην προώθηση, μέσα από όλες τις μάχες, του ενιαίου πολιτικού στόχου της περιόδου για την ανατροπή της διαρκούς, προηγούμενης και νέας, επιδρομής του κεφαλαίου. Για να πληρώσει το κεφάλαιο την κρίση και όχι οι εργαζόμενοι, για να πάρουμε πίσω τα κέρδη (την κλεμμένη από τους εργάτες υπεραξία), για να μοιράσουμε τον τεράστιο κοινωνικό πλούτο που δημιουργούμε (αλλάζοντάς τον κιόλας) και όχι τις ζημιές που δημιουργούν. Για κατακτήσεις οικονομικές – κοινωνικές – πολιτικές που θα βαθύνουν τα ρήγματα και θα επιφέρουν βαθύτερους κλονισμούς στην αστική στρατηγική στην πορεία για την αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Η πολιτική μας πρόταση (κίνημα εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής και άλλη αριστερά) σαν συνέπεια του πολιτικού στόχου της περιόδου, συμπυκνώνεται στο πολιτικό σύνθημα : «Να πέσει απ’ τα κάτω και αριστερά η κυβέρνηση της ΝΔ. Όχι στο ΠΑΣΟΚ και τα κεντροαριστερά σενάρια. Ν’ απομονωθεί πλήρως πολιτικά το ακροδεξιό ΛΑΟΣ. Με την Αντικαπιταλιστική Αριστερά και ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα ανατροπής!». Η γραμμή αυτή επιδιώκει να υπερβεί δημιουργικά την ανεπάρκεια τόσο της διαχειριστικής αντίληψης του «νέου κοινωνικού συμβολαίου» που προβάλλει ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ, όσο και της «λαϊκής οικονομίας-εξουσίας» στο έδαφος του καπιταλισμού του ΚΚΕ.

Ταυτόχρονα, βέβαια, η αντικαπιταλιστική Αριστερά, με τη δική της αυτοτέλεια σε περιεχόμενο, μορφή και παρέμβαση, καλεί χωρίς προνομιακές ή επιλεκτικές επιλογές, σε ανοιχτή και δημόσια συζήτηση- αντιπαράθεση μπροστά στους εργαζόμενους, σε ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ μέσα στο μαζικό κίνημα , στη βάση αρχών και προς όφελος του κινήματος, αγωνιστές και δυνάμεις του ΚΚΕ και του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ.

Επιδιώκουμε την ανάπτυξη παντού και τώρα ενός ισχυρού κοινωνικού και πολιτικού κινήματος εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής που θα μπορεί, σε μαζικότητα, περιεχόμενο και μορφή, να εκφράσει τα κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας. Να αποτελεί μια μόνιμη και διαρκή απειλή για την αστική εξουσία. Να είναι σε θέση να επηρεάσει και να επηρεαστεί από τις επερχόμενες συγκρούσεις. Να γεννά νέες συλλογικότητες που να βρίσκουν χώρο οι νέες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση. Να ενοποιεί τις ήδη υπάρχουσες σε ανώτερο επίπεδο. Ένα τέτοιο πολιτικό και κοινωνικό κίνημα έχει ανάγκη ένα αντικαπιταλιστικό εργατικό πρόγραμμα πάλης που θα μετασχηματίζει την πρωτόλεια, γενική και αφηρημένη αντίθεση στο σύστημα σε πάλη με σαφείς πολιτικές στοχεύσεις αναμέτρησης με πυλώνες της αστικής στρατηγικής στην πορεία για την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Ένα σύνολο στόχων που μπορούν ν’ αποτελέσουν, τον πυρήνα μιας σύγχρονης Αντικαπιταλιστικής Χάρτας αναγκών και δικαιωμάτων εργαζομένων και νεολαίας.

Το εργατικό κίνημα είναι ανάγκη να ξεπεράσει την αμηχανία, να ξεδιπλώσει παντού μαχητικούς αγώνες ενάντια στην κρίση και τις συνέπειές της, σε αντιπαράθεση με τις λογικές του κέρδους, της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας. Να περάσει από την άμυνα απέναντι στην υπεραντιδραστική αστική πολιτική στην επίθεση. Να διαμορφώσει πολιτικά αιτήματα και στόχους που αμφισβητούν σε βάθος την ουσία της κυρίαρχης πολιτικής, που ενοποιούν τους αγώνες, σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση.

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ, χρειάζεται η ανασύσταση του εργατικού κινήματος σε νέα βάση, η ταξική ανασυγκρότηση των εργατικών και λαϊκών κινημάτων στο περιεχόμενο, τις μορφές πάλης και τον τρόπο συγκρότησης τους. Είναι αναγκαία μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα των ίδιων των εργαζόμενων για την ανατροπή της πολιτικής του κεφαλαίου και της ΕΕ. Να ανοίξει σταθερό μέτωπο με τον γραφειοκρατικό, αστικοποιημένο και υποταγμένο συνδικαλισμό της ΓΣΕΕ, που αναπαράγει τις λογικές συνδιαχείρισης και ενσωμάτωσης. Να βαθύνει η αντιπαράθεση με τη λογική του ΠΑΜΕ που αρνείται στην ουσία τον πολιτικό αγώνα του εργατικού κινήματος και με πρακτικές οργανωτικού ελέγχου επιτείνει τον κατακερματισμό των αγωνιζόμενων δυνάμεων. Η εμπειρία από τις πρωτοβουλίες των 90 σωματείων για την Κ. Κούνεβα δείχνει ότι σήμερα υπάρχει μια νέα δυνατότητα ανάπτυξης της εργατικής πάλης και πέρα από το ημερολόγιο εκτονώσεων της ΓΣΕΕ. Υπογραμμίζουμε την αναγκαιότητα για την ανάπτυξη μορφών ύπαρξης και πάλης του κινήματος σε όλα τα επίπεδα, για την συγκρότηση νέων συνδικάτων και εργατικών συνδέσμων που θα καλύπτουν και το μαζικό ασυνδικάλιστο τμήμα της εργατικής τάξης, για την διαμόρφωση μορφών συγκρότησης της μαθητικής νεολαίας και την προώθηση πραγματικών, χωρίς τα γνωστά καπέλα, λαϊκών συνελεύσεων στις γειτονιές και τους χώρους δουλειάς. Την συγκρότηση δηλαδή ενός αποτελεσματικού ιστού οργάνων πάλης για τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζόμενων και των νέων. Χωρίς την αντικαπιταλιστική πάλη «σ’ όλη τη γραμμή», χωρίς την ταξική ανασυγκρότηση των παλιών και την δημιουργία νέων συλλογικοτήτων που θα διαπνέονται από την λογική της εργατικής δημοκρατίας , η αντικαπιταλιστική αριστερά δεν θα μπορεί να αναπνέει και να αναπτύσσεται μαζικά.

 

Για νικηφόρα εργατική-αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση και την προώθηση του αντίστοιχου Μετώπου, του ΑΕΜ, για ένα ισχυρό κίνημα εργατικής-αντικαπιταλιστικής αντεπίθεσης και ανατροπής είναι ανάγκη να ανοίξει ο δρόμος για μια άλλη Αριστερά. Να σηκωθεί παντού, στα πολιτικά μέτωπα και στο εργατικό κίνημα η γραμμή ενός τρίτου ρεύματος στην Αριστερά με συγκεκριμένα βήματα στη συγκρότησης του μετώπου-πόλου της επαναστατικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με κατεύθυνση κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης σε διάκριση από την κεντροαριστερά και τα αντιδεξιά μέτωπα, το ρεφορμισμό, τη συνδιαχείριση, την περιχαράκωση, το σεχταρισμό και τη δορυφοριοποίηση.

Η υπόθεση του πόλου θα προχωρήσει ως κοινωνική-πολιτική διαδικασία ανώτερης συγκρότησης και μετασχηματισμού σε αντικαπιταλιστική-επαναστατική βάση όλου του δυναμικού της ριζοσπαστικής αριστεράς, των αγωνιστών των εργατικών, νεολαιίστικων, λαϊκών αγώνων και του Δεκέμβρη, της νέας ριζοσπαστικοποίησης και των οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Οι δυνάμεις αυτές επηρεάζονται ή ανήκουν σε διαφορετικά πολιτικά, ιδεολογικά ρεύματα. Έχουν διαφορετικές και αντιφατικές καταβολές, εμπειρίες και επίπεδο προσέγγισης της ανάγκης του μετώπου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Άρα τα βήματα στη συγκρότηση του πόλου δεν κρίνονται μόνο σε μια πολιτική και εκλογική συμμαχία των δυνάμεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Απαιτείται να αναπτύξουμε όλες τις μορφές «από κάτω» οικοδόμησης του πόλου και ταυτόχρονα να παίρνονται πολιτικές πρωτοβουλίες που θα αποκρυσταλλώνουν στον ανώτερο κάθε φορά βαθμό την κίνηση «των κάτω» και θα αντεπιδρούν στον προσανατολισμό της. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μπορεί να συμβάλει στη διαδικασία αυτή και ταυτόχρονα να αναπτύσσεται προγραμματικά και η ίδια.

3.- ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΞΟΡΜΗΣΗ – ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Έχει αρχίσει ήδη ο προγραμματισμός συνελεύσεων για συζήτηση των πολιτικών εξελίξεων και των συμπερασμάτων των εκλογών, για τη δημιουργία νέων επιτροπών και το σχεδιασμός πρωτοβουλιών σε κλάδους και γειτονιές, για εργατικό -μετανάστες, δημοκρατικά ζητήματα, προβλήματα πόλης κλπ

Για να υπερβεί, ωστόσο, η ανατρεπτική Αριστερά τα όρια στα οποία κινείται και να αρχίσει να διαμορφώνεται ένα αντικαπιταλιστικό επαναστατικό πολιτικό ρεύμα απαιτούνται, με πρόγραμμα και πράξεις, ανώτερες απαντήσεις στις ανάγκες των εργαζομένων. Απαιτείται ανάπτυξη μαζικών και σταθερών πολιτικών δεσμών με την εργατική τάξη, τα φτωχά στρώματα και τη νεολαία και ιδιαίτερα με τα τμήματα που ριζοσπαστικοποιούνται στην διεκδικητική και ευρύτερη αντικαπιταλιστική δράση, καθώς και εκείνων που τείνουν να αποστοιχηθούν από την ρεφορμιστική Αριστερά. .

Αυτό προϋποθέτει συνεχή διαπάλη με προτάσεις και σύνθεση σε ανώτερο επίπεδο μέσα στις συνελεύσεις και στο συντονιστικό σε επίπεδο πολιτικής γραμμής, πρακτικής, συγκρότησης και λειτουργίας με βάση και τις αποφάσεις πολιτικού πλαισίου και φυσιογνωμίας του εγχειρήματος. Κρίσιμο ζήτημα είναι η ανάπτυξη και προώθηση της πολιτικής του πρότασης για μια αντικαπιταλιστική εργατική απάντηση στην κρίση και την επαναστατική κομμουνιστική προοπτική.

Η δημοκρατική πολιτική- οργανωτική συγκρότηση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Προτείνουμε να διαμορφώσουμε συλλογικά ένα μοντέλο πραγματικών συνελεύσεων που θα συζητούν συγκεκριμένα θέματα και θα αποφασίζουν. Η διαδικασία εκπροσώπησης στα συντονιστικά και στα σώματα να αντιστοιχεί στην πραγματικότητα των συνελεύσεων με «αιρετούς –ανακλητούς εκπροσώπους» αξιοποιώντας θετικές προτάσεις που διατυπώνονται και πιέζοντας τους συμμάχους που ταλαντεύονται η αρνούνται. Να προτείνουμε συγκεκριμένο σχέδιο λειτουργίας για τη σχέση οργανώσεων –συνελεύσεων, συντονιστικού- συνελεύσεων, τρόπο λήψης των αποφάσεων. Η λειτουργία των συνελεύσεων να μονιμοποιηθεί, να βαθύνει-πλουτίσει η πολιτική και ιδεολογική συζήτηση στο εσωτερικό τους, να συνδυαστεί η στήριξη των κεντρικών ενεργειών με τοπικά σχέδια δράσης και γενικού πολιτικού και τοπικού χαρακτήρα.

Το μεγάλο ζητούμενο είναι η δραστήρια εμπλοκή και η ανάληψη ευθυνών από το αντικαπιταλιστικό δυναμικό, με την ανάληψη καθηκόντων «κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα» και την υπέρβαση λογικών «ανάθεσης», «ενεργητικής παρακολούθησης» κλπ. Ιδιαίτερη προσπάθεια συμμετοχής συντρόφων που διαφοροποιούνται από την παραδοσιακή αριστερά, από το εργατικό κίνημα και τη διανόηση. Στο πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και εκτός αυτής έχει ήδη ξεκινήσει συζήτηση για την αναγκαιότητα αλλά και τη δυνατότητα μιας ιδιαίτερης διαδικασίας διαλόγου, συσπείρωσης και συντονισμού δράσης του δυναμικού που αναζητά θεωρητική- πολιτική –οργανωτική συγκρότηση για νέα κομμουνιστική προοπτική. Το συντονιστικό και οι συνελεύσεις είναι ανάγκη να συζητήσουν για πρωτοβουλίες κοινής δράσης με αγωνιστές και δυνάμεις που τείνουν να αποστοιχηθούν από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, με την υπόλοιπη ριζοσπαστική αριστερά και ιδιαίτερα με ΕΕΚ και ΟΚΔΕ.

4.- Τα καθήκοντά μας στο κίνημα

Στo πλαίσιο του πολιτικού μας σχεδιασμού είναι αναγκαία μια αποφασιστική στροφή του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ – και ευρύτερα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς – στους χώρους που εργάζεται και ζει η εργαζόμενη πλειοψηφία, ο κόσμος της εκμετάλλευσης και του κοινωνικού αποκλεισμού, οι μετανάστες και οι νέοι της περιπλάνησης.

α) Μέτωπο απέναντι στον κατακερματισμό των διεκδικήσεων.

Βασικοί άξονες για ένα αντικαπιταλιστικό εργατικό πρόγραμμα πάλης περιλαμβάνονται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ που έχει διαμορφωθεί με βάση την απόφαση στο πρόσφατο Πανελλαδικό σώμα της οργάνωσής μας…

β) Μέτωπο απέναντι στη διάρρηξη της ταξικής ενότητας που προωθεί το κεφάλαιο με μια νέα αγωνιστική ταξική ενότητα των εργαζόμενων. Αντιπαράθεση με τη γραμμή του αστικοποιημένου και υποταγμένου συνδικαλισμού που κρατάει τη βιτρίνα «μιας ομοσπονδίας» και «ενός συνδικάτου» αποκλείοντας, ωστόσο, τη νέα εργατική βάρδια των ελαστικών εργασιακών σχέσεων. Ευθύνη έχει και το ΠΑΜΕ που με τη λογική του οργανωτικού ελέγχου αναπαράγει τον κατακερματισμό της τάξης. Οι εργαζόμενοι χρειάζονται συνδικάτα που να καλύπτουν τους συμβασιούχους, τους τετραωρίτες, τα stage, τους μετανάστες, όλα τα τμήματα της επισφαλούς εργασίας σε επιχειρησιακό και κλαδικό επίπεδο, με πλήρη συνδικαλιστικά δικαιώματα. Από τη σκοπιά αυτή οι δικές μας δυνάμεις δεν πρέπει να έχουν καμία ταλάντευση στην υπεράσπιση και προώθηση αυτής της γραμμής παντού, ούτε να «πέφτουν στην παγίδα» της ποσόστωσης ή των αστικών μορφών αξιολόγησης (ΑΣΕΠ, «πάγιες και διαρκείς ανάγκες» κλπ).

γ) Να «σπάσει το κλίμα» εργοδοτικής τρομοκρατίας (και κυβερνητικής-κρατικής για το δημόσιο τομέα) με φόβητρο τις απολύσεις, τα ελλείμματα, την ελαστική εργασία. Οι «συμφωνίες εργασιακής ειρήνης», η αποδοχή από αρκετά συνδικάτα των «νέων μορφών» απασχόλησης (διαθεσιμότητες, περιοδική εργασία, εργασιακή εφεδρεία, πάγωμα αυξήσεων, ακόμα και απολύσεις), πέρα από την καταφανή «ταξική προδοσία» του υποταγμένου-αστικοποιημένου συνδικαλισμού, βασίζονται στο φόβο του εργάτη μπροστά στην καταιγιστική επίθεση και στην έλλειψη ουσιαστικού συλλογικού στηρίγματος από τα σωματεία και την αριστερά. Ειδικός στόχος αυτής της επίθεσης είναι να βγάλουν στο περιθώριο ή στην παρανομία την ταξική συνδικαλιστική δράση. Η εργοδοσία, σε συμπαράταξη με τμήματα της ΔΑΚΕ και της ΠΑΣΚΕ, προχωρά σε ανοιχτή επίθεση στους πρωτοπόρους αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής-ταξικής πτέρυγας, στα σχήματα και στα σωματεία. Σε χώρους της ιδιωτικής υγείας, του εμπορίου, της εκπαίδευσης, των ΟΤΑ, των κατασκευών και αλλού, εξαπολύεται και θα ενταθεί στο μέλλον μια λυσσαλέα προσπάθεια αλλαγής του συσχετισμού δυνάμεων στα σωματεία με στόχο την απόλυτη συμπόρευση στη γραμμή της εργοδοτικής υποταγής και της ταξικής συνεργασίας με το πρότυπο ΓΣΕΕ-ΣΕΒ αλλά και τη “νέα” γραμμή ΠΟΣΔΕΠ. Η απόλυση και ειδικά η τρομοκρατική απόλυση, πρέπει να γίνεται πεδίο μαζικής αντιπαράθεσης και αλληλεγγύης σε κάθε χώρο, με αποφασιστική δράση του κλαδικού σχήματος, του σωματείου και της συνέλευσης, με προσπάθεια ευρύτερου συντονισμού σωματείων όπως με την Κούνεβα. Κυρίως όμως με την πολιτική κινητοποίηση δυνάμεων, χωρίς τη λογική μικρομάγαζου και μικροηγεμονισμού, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς (αποφασιστικός εδώ ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) και της αποφασιστικής υλοποίησης της γραμμής της κοινής δράσης όλων των αριστερών δυνάμεων στο κίνημα. Τα παραδείγματα από τον αγώνα των βιβλιοϋπαλλήλων, της ALTEC, του ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗ του ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ και του συντονισμού για την Κούνεβα, δείχνουν ότι υπάρχουν και οι αγωνιστικές διαθέσεις.

δ) Ενημέρωση – εξόρμηση στους χώρους δουλειάς για την κρίση και τις συνέπειές της. Είναι απόλυτα αναγκαίο ένα συλλογικό κείμενο των παρεμβάσεων και σχημάτων, για την ταξική απάντηση στην κρίση. Ειδική αναφορά και επικαιροποίηση απαιτείται απέναντι στην πολυμέτωπη έφοδο στα δικαιώματα των εργαζομένων με βάση τις αποφάσεις της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της Πράγας καθώς και των νέων μέτρων της κυβέρνησης που περιλαμβάνουν: Τη γνωστή εκ περιτροπής εργασία που νομοθετήθηκε από το ΠΑΣΟΚ. Τη μείωση του λεγόμενου μη μισθολογικού κόστους της εργασίας που σημαίνει πετσόκομμα στα ασφαλιστικά δικαιώματα, στις υγειονομικές καλύψεις κλπ. Την αυστηροποίηση των προϋποθέσεων για την παροχή επιδόματος ανεργίας, το οποίο θα δίνεται στους εργοδότες για να απασχολούν άνεργους. Τη σημαντική αύξηση του αριθμού μαθητειών που σημαίνει αύξηση της απλήρωτης ή κακοπληρωμένης δουλειάς. Την ένταξη των πιο ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων στην παραγωγή με άθλιους όρους για να απαλλαχθεί παράλληλα και από το κόστος – όπως το θεωρεί – της Πρόνοιας, το οποίο μετακυλύει ολοένα και περισσότερο στα λαϊκά στρώματα. Τη μεγαλύτερη πρόσδεση της εκπαίδευσης στο άρμα των επιχειρήσεων, προκειμένου να υπηρετεί πιο αποτελεσματικά την κερδοφορία του κεφαλαίου. Την κατάργηση της σταθερής εργασίας, την ένταση της εργασιακής περιπλάνησης από επάγγελμα σε επάγγελμα και από ειδικότητα σε ειδικότητα, με ταχύρυθμα προγράμματα κατάρτισης στο ενδιάμεσο κάθε επαγγελματικής μετακίνησης.

Το σύνολο των μέτρων αυτών ισχύουν ήδη ή έχουν δρομολογηθεί στη χώρα μας με συνευθύνη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά και με την επί της ουσίας συναίνεση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Για την υλοποίησή τους, μάλιστα, η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη αναγγείλει τη διάθεση 3,2 δισ. ευρώ, τα οποία θα ξεκοκαλίσουν τους επόμενους μήνες οι μεγαλοεργοδότες, ΜΚΟ, δήμοι και νομαρχίες, ακόμα και συνδικαλιστικές οργανώσεις, με στόχο να περάσουν στο σύνολό τους οι αντεργατικές ανατροπές.

ε) Το ζήτημα της ανάπτυξης αντιστάσεων και αγώνων δεν είναι δεδομένο. Απαιτεί ποιοτικά ανώτερη δουλειά, στο σχεδιασμό των ΟΒ να τεθούν στόχοι για πρωτοβουλίες και επιτροπές αγώνα με ενεργοποίηση ευρύτερων δυνάμεων από τα σχήματα και τις τοπικές επιτροπές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Κορυφαίο ζήτημα είναι να προωθήσουμε αποφασιστικά το συντονισμό των σωματείων, πλειοψηφιών και μειοψηφιών – επιτροπών αγώνα, με στόχους για το εισόδημα, τις εργασιακές σχέσεις, τις απολύσεις, τη φορολογία, το ασφαλιστικό- υγειονομική περίθαλψη (σοβαρό πρόβλημα για το κίνημα των δημοσίων υπαλλήλων με τη δραστική περικοπή δαπανών του ΟΠΑΔ). Να προβάλουμε πιο επιθετικά την ανάγκη απεργιακών αγώνων, με αιχμές την ανατροπή των νέων κυβερνητικών μέτρων, του Προγράμματος Σταθερότητας και της ΕΓΣΕΕ, τις απολύσεις και τις αυξήσεις, τις ιδιωτικοποιήσεις, τα ασφαλιστικά (μετά και την απόφαση του ευρωδικαστηρίου για τις γυναίκες και τις «συστάσεις» Αλμούνια για νέο αντιασφαλιστικό πακέτο) και την ελαστική εργασία. Όλα αυτά να συνδεθούν πιο πολύ με την κρίση και την αντιπαράθεση με την προκλητική στάση της ΓΣΕΕ απέναντι στις πρωτοβουλίες των πρωτοβάθμιων σωματείων. Μια τέτοια δουλειά για να γίνει γεγονός, πρέπει να την πάρει πάνω του ο κόσμος των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων –επιτροπών, των σχημάτων, των κινήσεων και να δημιουργήσει ένα συντονισμό εργατικών δυνάμεων που θα παρεμβαίνει με αυτοτέλεια σε ότι προκηρύσσει η ΓΣΕΕ, ενώ θα προετοιμάζει και δικά του γεγονότα.

Το ζήτημα απολύσεις-ανεργία, να αναδειχτεί και με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σε κάθε πόλη με μορφές ενεργητικής αλληλεγγύης σε αγωνιζόμενους χώρους ενάντια στις απολύσεις. Συμμετέχουμε και προσπαθούμε να αναβαθμιστεί σε περιεχόμενο- στόχους η πρωτοβουλία σωματείων για τις απολύσεις και υλοποιηθεί η δυνατότητα συντονισμού σωματείων και επιτροπών κατά των απολύσεων, του δουλεμπορίου και της τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς.

Το ζήτημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και λαϊκών ελευθεριών στην εποχή μας πρέπει να αποτελέσει βασικό μέτωπο πάλης. Αποκτά εκρηκτικό χαρακτήρα καθώς το κατασταλτικό πογκρόμ γίνεται οργανικό συμπλήρωμα της αντεργατικής επίθεσης αλλά και βασικό όπλο αποτροπής των αγώνων, μηδενικής ανοχής απέναντι σε κάθε συλλογική μαχητική δράση απόκρουσης της δυνατότητας εμφάνισης ενός επικίνδυνου ανατρεπτικού πολιτικού ρεύματος επαναστατικής-αριστερής τάσης.

στ) Πρώτο πεδίο δοκιμής των κατευθύνσεων αυτών στη ΔΕΘ.

Στη ΔΕΘ επιδιώκουμε μια μαζική, ταξική απάντηση των σωματείων και των επιτροπών αγώνα, απέναντι στην κρίση, των μέτρων της Ε.Ε., της κυβέρνησης και των εργοδοτών. Για να πάρουμε από τα κέρδη, με τα σύγχρονα εργατικά δικαιώματα- αιτήματα, για «κοινωνικοποίηση του κοινωνικού πλούτου, όχι των ζημιών», για «να πληρώσει την κρίση το κεφάλαιο που τη δημιούργησε» και για «να ανατρέψουμε τα μέτρα και το καθεστώς του εργασιακού μεσαίωνα κυβέρνησης-κεφαλαίου-ΕΕ, καλυτερεύοντας και αλλάζοντας τη ζωή μας». Με το διαχωρισμό από τον υποταγμένο και αστικοποιημένο σ.κ. και τις συνδικαλιστικές δυνάμεις που το στηρίζουν.

Με την ανάδειξη κεντρικών αξόνων- διεκδικήσεων όπως:

– αύξηση μισθών, μείωση ωρών εργασίας- να μειωθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ασφαλιστικά δικαιώματα, με ανατροπή του συμφώνου σταθερότητας, με γενναία φορολογία στο κεφάλαιο.

– Ανατροπή των μέτρων της κυβέρνησης της ΝΔ και του νέου αντιλαϊκού προϋπολογισμού.

– Νομοθετική απαγόρευση των απολύσεων και του δουλεμπορίου. Σταθερή και αξιοπρεπή δουλειά, ενάντια στην πολιτική γενίκευσης των ελαστικών σχέσεων εργασίας που προωθεί ακόμα πιο έντονα η κυβέρνηση στο όνομα της θωράκισης από την κρίση. Να κλείσουν αμέσως, αντί να επιδοτούνται κιόλας, όλες οι εταιρείες ενοικίασης εργαζομένων(ιδιωτικοί ΟΑΕΔ) απειθαρχώντας στην σχετική οδηγία της Ε.Ε. που τις κατοχυρώνει.

– Βασικός μισθός 1500 ευρώ. Επίδομα ανεργίας ίσο με τον βασικό μισθό που διεκδικούμε (ή τον μισθό απόλυσης), χωρίς προϋποθέσεις. Παραγραφή των δανείων. Καταγγελία-επαναδιαπραγμάτευση της προδοτικής ΕΓΣΣΕ και του μισθολογίου φτώχειας που ετοιμάζουν από κοινού το κράτος και η ΑΔΕΔΥ. Αφορολόγητο όριο 20.000 € για κάθε μισθωτό και συνταξιούχο. Κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη βασικής ανάγκης.

Να καταργηθούν οι αντιασφαλιστικοί νόμοι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Άμεση αποχώρηση των ταμείων από το χρηματιστήριο. Να επιστραφούν από το κράτος και τους τραπεζίτες όλα τα κλεμμένα από τα Ταμεία (65 δις. ευρώ), μαζί και αυτά που «χάθηκαν» στο χρηματιστηριακό τζόγο τα τελευταία δυο χρόνια (τουλάχιστον 5,5 δις). Πλήρης σύνταξη στα 30 χρόνια δουλειάς, μείωση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης (58 για τους άνδρες, 55 για τις γυναίκες). Ασφαλιστική, υγειονομική κάλυψη σε όλους, ντόπιους και μετανάστες, χωρίς κανένα περιορισμό ενσήμων.

-Κρατικοποίηση χωρίς αποζημίωση των επιχειρήσεων που κλείνουν με εξασφάλιση όλων των θέσεων εργασίας. Πάλη κατά του αντιδραστικού κύματος ιδιωτικοποιήσεων (ΔΕΚΟ, ΣΔΙΤ). Καθολική δημόσια υγεία και εκπαίδευση.

– Να μην πληρωθούν τα 12 δις. ευρώ ετήσιοι τόκοι για το δημόσιο χρέος! Στάση πληρωμών απέναντι στους δανειστές, καπιταλιστές, τοκογλύφους του χρέους, και όχι απέναντι στις κοινωνικές και λαϊκές ανάγκες. Όχι στην πολιτική κρατικής (δηλ. με τα λεφτά των εργαζομένων) ενίσχυσης των τραπεζών όταν μάλιστα το α’ τρίμηνο του 2009 πλησίασαν το 1 δις. ευρώ κέρδη. Να περιέλθουν στο δημόσιο οι τράπεζες λειτουργώντας με εργατικό-κοινωνικό έλεγχο και έξω από τους νόμους της αγοράς. Κατάργηση της δυνατότητας των τραπεζών για κατασχέσεις της περιουσίας των εργαζομένων.

-Ίσα δικαιώματα στους μετανάστες και τους ξένους εργάτες

Στόχος: να οργανωθεί μια ανεξάρτητη ταξική συγκέντρωση – πορεία σωματείων σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Διερεύνηση δυνατότητας στάσεων εργασίας, διεθνούς συνάντησης με ταξικά τμήματα εργαζομένων από την Ευρώπη (ειδικά για τους μετανάστες), πολιτιστικής παρέμβασης (π.χ. αφιέρωμα στο Ρίτσο και το εργατικό τραγούδι)

Η εργατική επιτροπή και οι οργανώσεις να συζητήσουν το θέμα, να προετοιμάσουν παρέμβαση στα σχήματα και τα σωματεία. Ξεχωριστή συνάντηση με τις μεταναστευτικές οργανώσεις. Ειδική συζήτηση θα προτείνουμε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και στις άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς με πρόταση πολιτικής στήριξης αυτή της γραμμής.

 

ζ) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Το μεταναστευτικό παίρνει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις και αναδείχνεται η ουσία του ως εργατικό-ταξικό ζήτημα. Είναι κορυφαίο ζήτημα ταξικής ενότητας που δεν αντιμετωπίζεται με την «πολυπολιτισμική γραμμή», την ανθρωπιστική αλληλεγγύη και τους αδιέξοδους ακτιβισμούς. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε καθόλου την προσπάθεια του αστικού συστήματος να κάνει το ρατσισμό εργαλείο δεξιάς μετατόπισης των εργαζομένων και ταξικού εμφυλίου για να περάσει πιο εύκολα η κρίση στις πλάτες των εργαζομένων.

Εμείς σε γενικές γραμμές πρέπει να συνδέουμε το ζήτημα με 2 πλευρές, ξεπερνώντας τον γενικόλογο ανθρωπισμό και τα περί «παραδοσιακής φιλόξενης χώρας».

Οι μετανάστες είναι οι πρώτοι που πληρώνουν την κρίση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Η δημιουργία τεράστιων μεταναστευτικών ρευμάτων οφείλεται στη διεθνή κατάσταση που έχει επιβάλλει η “αντιτρομοκρατική σταυροφορία, η συσσώρευση της εκμετάλλευσης τόσων χρόνων και η ιμπεριαλιστική “Νέα τάξη” με τη διάλυση ολόκληρων χωρών και περιοχών του πλανήτη. Υπογραμμίζουμε τις ευθύνες της Ε.Ε. που από την μια στηρίζει τις επεμβάσεις και από την άλλη οικοδομεί την Ευρώπη φρούριο.

Αντιμετωπίζουμε τους μετανάστες σαν κομμάτι της τάξης αλλά και με τα ιδιαίτερα θεσμικά, κοινωνικά, πολιτισμικά προβλήματα τους, στη πάλη για την ενότητα και την κοινωνικοπολιτική της συγκρότηση. Το αστικό μπλοκ επιχειρεί να στρέψει την διαμαρτυρία και την αντίσταση στον διπλανό μας τον ξένο εργάτη σήμερα, τον προνομιούχο δημόσιο υπάλληλο και αυτόν που παίρνει επιδόματα χωρίς να δουλεύει αύριο και όχι στον απέναντι τον εργοδότη που απολύει που χρησιμοποιεί τους μετανάστες ως μαύρη και ανασφάλιστη εργασία. Οι ταξικές δυνάμεις πρέπει να αποκαλύπτουν καθημερινά την προσπάθεια από κυβέρνηση – ΠΑΣΟΚ – ΜΜΕ να στραφεί η δυσαρέσκεια σε ακίνδυνους για το σύστημα και διασπαστικούς για τη τάξη δρόμους όσο και ότι προς το συμφέρον τους είναι η πάλη για ίσα εργατικά και πολιτικά δικαιώματα.

Να συμβάλουμε ώστε τα ζητήματα αυτά να αναδειχτούν από το μαζικό κίνημα και ιδιαίτερα από τις πρωτοβουλίες συντονισμού των σωματείων και με λογική κοινής δράσης με τις άλλες συνδικαλιστικές δυνάμεις της αριστεράς. Οι οργανώσεις μας των γειτονιών να προτείνουν συνεδριάσεις των κινήσεων και οι εργατικές συσκέψεις σχημάτων για ανάληψη πρωτοβουλιών σε κάθε χώρο και για το συντονισμό τους. Με βάση αυτή τη λογική υποστηρίζουμε την ανάπτυξη πρωτοβουλίας από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς για να οργανωθούν κινητοποιήσεις ενάντια στα νέα τρομοκρατικά μέτρα της κυβέρνησης και στην αντιδραστική επίθεση στο κίνημα, επιδιώκοντας το συντονισμό για τα θέματα του άσυλου, των συλληφθέντων του Δεκέμβρη, της εργοδοτικής τρομοκρατίας και των μεταναστών και προτείνοντας κοινή δράση με τις άλλες μετωπικές πρωτοβουλίες.

Στην ανακοίνωση του ΝΑΡ για τους μετανάστες και στο σχετικό κεφάλαιο του Αντικαπιταλιστικού Εργατικού προγράμματος διατυπώνεται η πολιτική κατεύθυνση και το πλαίσιο στόχων που προτείνουμε.

η) Για την προώθηση της αντίληψης του νέου εργατικού κινήματος. Αποφασιστικός κρίκος για την προώθηση αυτού του σχεδίου είναι η πολιτική ανασυγκρότηση της λειτουργίας των ΟΒ του ΝΑΡ και της ικανότητά τους να οργανώνουν ένα ευρύτερο «κύκλο επιρροής» ανθρώπων και δυνάμεων στην αντίληψη της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος. Με κύρια βάση την ταξική απάντηση στην κρίση και την προοπτική της εργατικής χειραφέτησης, πρέπει άμεσα να πάρουμε πρωτοβουλία (με κείμενο θέσεων και ανοιχτές συζητήσεις στις βασικές πόλεις) για τη συγκρότηση της κίνησης του ΝΕΚ. Αυτή θα είναι και η καλύτερη συμβολή μας στην προώθηση της γραμμής του ΝΕΚ στις σημερινές συνθήκες.

Γ.- Το ΝΑΡ και η νΚΑ

Οι πρώτες εκτιμήσεις και τα στοιχεία από τις οργανώσεις δείχνουν ότι η εκλογική δουλειά του ΝΑΡ και της ν.ΚΑ κινήθηκε σε καλύτερο επίπεδο από άλλες φορές.

Στην Πολιτική Επιτροπή, στο Πανελλαδικό Σώμα και στις ΟΒ πραγματοποιήσαμε, με ένα σχετικά ανώτερο επίπεδο εσωκομματικής δημοκρατίας και ενότητας, σημαντικό βήμα επεξεργασίας στο περιεχόμενο τη μορφή και το περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής και της ενωτικής πρότασης του ΝΑΡ. Η κατεύθυνση αυτή αποτέλεσε τη βάση της ιδεολογικής –πολιτικής προετοιμασίας για να δώσουμε, ως ΝΑΡ και νΚΑ, με ενιαίο πολιτικά τρόπο τη μάχη των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων και στη συνέχεια την ίδια την εκλογική μάχη.

Οι οργανώσεις του ΝΑΡ και της νΚΑ, έδωσαν με δημιουργικό τρόπο τη μάχη, με θετική εκτίμηση των δυνατοτήτων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά και με επίγνωση των προβλημάτων του, έχοντας να αντιμετωπίσουν χρόνιες στρατηγικές ανεπάρκειες και προβλήματα πολιτικής λειτουργίας των ΟΒ. Το δυναμικό του ΝΑΡ και της νΚΑ στη μεγάλη πλειοψηφία στρατεύτηκε στη μάχη των εκλογών σχετικά γρήγορα, παρά τις δυσκολίες της περιόδου και τα οργανωτικά προβλήματα.

Ως προς την έκταση της εκλογικής δουλειάς, σε μαζικό επίπεδο ήταν αρκετά μεγαλύτερη από άλλες φορές (συγκεντρώσεις σε πόλεις και σε γειτονιές της Αθήνας, συσκέψεις σε εργασιακούς κλάδους, περιοδείες-εξορμήσεις σε δεκάδες εργασιακούς χώρους στην Αθήνα και άλλες σε νομούς, περίπτερα σε γειτονιές της Αθήνας).

Από πολιτική άποψη, να εκτιμήσουμε την καλύτερη παρουσία του ΠΡΙΝ και την ανεβασμένη στράτευση της ν.ΚΑ. Μετά το θετικό αποτέλεσμα στις φοιτητικές εκλογές, οι ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΣ 2009, ως αυτοτελής πολιτική παρέμβαση, αποτέλεσαν – ιδιαίτερα στην Αθήνα -θετική συμβολή στην πολιτική και εκλογική μάχη παρά τις δυσκολίες πολιτικού- οργανωτικού σχεδιασμού.

Θετική πλευρά στη δουλειά μας, η επαφή- συζήτηση -ενεργοποίηση συντρόφων της διάσπασης, των ΕΑΑΚ, αλλά και ορισμένων που διαφοροποιούνται από ΚΚΕ και ΣΥΝ και βλέπουν θετικά τις πολιτικές πρωτοβουλίες του ΝΑΡ.

 

– ΓΙΑ ΤΟ 3ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΝΑΡ ΚΑΙ ΤΗΣ νΚΑ.

Στην προηγούμενη συνεδρίαση της ΠΕ αποφασίσαμε να συγκληθεί το 3ο Συνέδριο μέσα στο πλαίσιο των καταστατικών μας διαδικασιών και αυτή η δέσμευση έχει πολιτική και οργανωτική σημασία με δεδομένο ότι φέτος έχουμε και τα 20 χρόνια του ΝΑΡ. Υπογραμμίσαμε μάλιστα ότι οι συνθήκες που δημιουργεί η κρίση και η αναμενόμενη όξυνση της ταξικής πάλης, σε συνδυασμό με τις διεργασίες στο εργατικό κίνημα και την αριστερά, ανεβάζουν τις απαιτήσεις για ένα νέο κύκλο προγραμματικής, πολιτικής και οργανωτικής ανάπτυξης του ΝΑΡ και μετασχηματισμού του ως οργάνωσης της Κομμουνιστικής Επαναθεμελίωσης, ικανής να ανταποκριθεί και να συμβάλει αποφασιστικά στις μάχες του εργατικού κινήματος και στην προώθηση του μετώπου της επαναστατικής αριστεράς και στη συσπείρωση του δυναμικού μιας νέας κομμουνιστικής προοπτικής.

Η Πολιτική Επιτροπή στη συνεδρίαση της του Ιούλη θα συζητήσει τα θέματα:

Α) Προετοιμασία του 3ου Συνεδρίου. Στόχος, Θέματα ημερήσιας διάταξης Πορεία προς το Συνέδριο με σώματα, συνδιασκέψεις, ανοικτή θεωρητική συζήτηση με τον κόσμο της αριστεράς. Εκδηλώσεις παρεμβάσεις για τα 20χρονα ΝΑΡ.

Β) Σχεδιασμός των συνδιασκέψεων οργανώσεων ΝΑΡ, της ανάδειξης οργάνων περιοχών και πόλεων. Συμβολή στο Συνέδριο ν ΚΑ. Λειτουργία και καταμερισμός ΠΕ και Γραφείου ΠΕ.

Αθήνα, Ιούνης 2009

Η Πολιτική Επιτροπή του ΝΕΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ- ΝΑΡ

 

————————————————————————————————————————————-

Σ.Ε.Κ.

 

 

«Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της 7 Ιούνη έρχονται να επιδεινώσουν τα προβλήματα πολιτικής αστάθειας που ήδη αντιμετωπίζει ο ελληνικός καπιταλισμός το τελευταίο διάστημα. Μία άρχουσα τάξη μέσα στη δίνη της χειρότερης οικονομικής κρίσης έχει ως διαχειριστή μία κυβέρνηση της ΝΔ που δέχεται νέο πλήγμα στην ήδη αποδυναμωμένη θέση της. Η ενίσχυση του ΛΑΟΣ, που αυτοπροσφέρεται ως στήριγμα για την κυβέρνηση του Καραμανλή,  δεν μπορεί να σταθεροποιήσει την πολιτική κατάσταση. Η νίκη του ΠΑΣΟΚ, που ήρθε πρώτο κόμμα, δεν ανοίγει εναλλακτικές λύσεις ούτε για την άρχουσα τάξη, ούτε βέβαια για τους εργαζόμενους . Το πραγματικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι αν η Αριστερά μπορεί να ξεπεράσει τις αδυναμίες που την καθήλωσαν εκλογικά και να αξιοποιήσει μία περίοδο κρίσης και αστάθειας του συστήματος ώστε την κρίση να πληρώσουν οι καπιταλιστές και όχι η εργατική τάξη και η νεολαία. Οι δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς αναδεικνύονται σαν η κρίσιμη συνιστώσα που μπορεί να κάνει τη διαφορά.

 

Η ήττα της ΝΔ στις ευρωεκλογές έχει μεγάλες διαστάσεις. Εχασε ένα εκατομμύριο ψηφοφόρους, δέκα ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες, πέφτοντας σε επίπεδα οικτρής μειοψηφίας. Το 1.650.000 που την ψήφισε αντιπροσωπεύει μόνο 16% του πληθυσμού. Μία κυβέρνηση που ήταν ήδη ασθενική κοινοβουλευτικά και αποδυναμωμένη ιδεολογικά από τα συνεχή σκάνδαλα χάνει τώρα κάθε κύρος. Σε κάθε περίπτωση δεν νομιμοποιείται να προχωρήσει στα σκληρά αντιλαϊκά μέτρα που απαιτούν ο ΣΕΒ, η ΕΕ και το ΔΝΤ. Οποιοδήποτε βήμα του Καραμανλή προς αυτή την κατεύθυνση θα είναι πρόκληση για νέα κοινωνική έκρηξη των εργατών και της νεολαίας.

Οι πανηγυρισμοί του Γ. Παπανδρέου ότι η νίκη του ΠΑΣΟΚ στις ευρωεκλογές άνοιξε το δρόμο για την αλλαγή σε προοδευτική κατεύθυνση δεν έχουν αντίκρισμα. Η αντίφαση ανάμεσα στις προσδοκίες του κόσμου που ψήφισε ΠΑΣΟΚ και το Σημιτικό Πρόγραμμα της ηγεσίας του, γίνεται ακόμα πιο μεγάλη. Μπορεί τα λάθη των ηγεσιών της Αριστεράς να χάρισαν ψήφους στο ΠΑΣΟΚ, μπορεί ο κόσμος που πριν ένα χρόνο δήλωνε ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις να στράφηκε προς τα κει, αλλά οι εμπειρίες του και οι προσδοκίες του βρίσκονται μίλια πιο αριστερά από τον Γ. Παπανδρέου. Είναι κόσμος που συμμετείχε στις απεργίες για το Ασφαλιστικό και στάθηκε στο πλευρό των μαθητών και των φοιτητών τον περασμένο Δεκέμβρη. Είναι κόσμος που εγκυμονεί νέες, μεγαλύτερες ανταρσίες όπως του Αρθρου 16 απέναντι στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.

 

Αυτές οι εξελίξεις δεν μπορούν να συγκαλυφθούν από τη φιλολογία για τα υψηλά ποσοστά αποχής. Είναι μύθος ότι όσοι δεν πήγαν να ψηφίσουν περιμένουν τις «κατάλληλες πρωτοβουλίες» του Καραμανλή για να επιστρέψουν στις κάλπες των ψηφοφόρων της ΝΔ. Είτε πρόκειται για ατομικές εκφράσεις αγανάκτησης και αηδίας, είτε για πολιτικές επιλογές απαξίωσης της Ευρωκάλπης, τα ποσοστά της αποχής μόνο με λαθροχειρίες μπορούν να θεωρηθούν ως «σταθεροποιητικές εφεδρείες» για το πολιτικό σύστημα. Μπορούν εύκολα να κερδηθούν στην κινηματική δράση και στην Αριστερά, αρκεί οι ηγεσίες της να βρουν καλύτερα επιχειρήματα από το να κάνουν κηρύγματα «δημοκρατικής υπευθυνότητας» ή μαθήματα στη νεολαία για το αν φιλάει με τα μάτια κλειστά ή ανοιχτά.

Οι μορφές διαμαρτυρίας, σωστές ή λαθεμένες, που επιλέγει ένας κόσμος είναι πάντα συνάρτηση των πολιτικών επιλογών που διαθέτει όχι μόνο της δικής του πολιτικής συνειδητοποίησης. Αν οι χειρισμοί των ηγεσιών της επίσημης Αριστεράς ανακόπτουν το ρεύμα της ριζοσπαστικοποίησης προς τα αριστερά, τότε ανοίγουν οι δυνατότητες για άλλες επιλογές όπως η αποχή (που πριμοδοτήθηκε από πολλές πλευρές) ή η ψήφος διαμαρτυρίας στους Οικολόγους- Πράσινους. Το μεγαλύτερο μέρος του 3,5% που κατευθύνθηκε εκεί συνδυάζει τις ελπίδες για μεγαλύτερη οικολογική ευαισθησία με τις προσδοκίες αποδοκιμασίας του επίσημου πολιτικού σκηνικού. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτές οι ελπίδες θα αποδειχθούν αυταπάτες και στα δύο σκέλη. Καθώς η ηγεσία των Οικολόγων –Πρασίνων δηλώνει ανοιχτή σε συνεργασίες και με τους επαγγελματίες «οικολόγους» των «πράσινων» επενδύσεων και με τα κόμματα της κυβερνητικής διαχείρισης.  Γι’ αυτό η θέση αυτού του κόσμου βρίσκεται μέσα στους αγώνες και στα κινήματα της επόμενης περιόδου.

 

Το χειρότερο σημείο στα αποτελέσματα της κάλπης της 7 Ιούνη είναι η ενίσχυση του ΛΑΟΣ. Είναι σαφές ότι η προσπάθεια της κυβέρνησης Καραμανλή να παίξει το χαρτί του ρατσισμού ευνόησε το κόμμα του Καρατζαφέρη. Ο Πλεύρης από τη θέση του Νο2 στο ψηφοδέλτιο του ΛΑΟΣ, νομιμοποιήθηκε να προβάλει τα ρατσιστικά κηρύγματα του κατά των μεταναστών. Όταν ο «αρμόδιος υπουργός» Προκόπης Παυλόπουλος προβάλει τη μεταφορά σε χώρους έξω από την πόλη (πχ στην Πάτρα) ως λύση και τα ΜΜΕ αποκαλύπτουν πληροφορίες για μετατροπή του ΝΑΤΟϊκού στρατοπέδου στον Ασπρόπυργο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης «λαθρο»-μεταναστών, οι φασίστες με γραβάτα μετατρέπονται σε «αξιόπιστοι συνομιλητές».

 

Συνολικά, η ταραχή της άρχουσας τάξης και της κυβέρνησης μέσα στην κρίση και μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη οδήγησε σε αγωνιώδεις προσπάθειες να αποπροσανατολίσουν την οργή και να χτυπήσουν ιδεολογικά το κίνημα. Η υστερία για την «απειλή των κουκουλοφόρων» κορυφώθηκε με τις συκοφαντίες κατά των μεταναστών που διαδήλωναν κατά της βεβήλωσης του Κορανίου. «Ε όχι και λαθρομετανάστες που τα σπάνε» ήταν η κραυγή της συντήρησης που έδωσε αέρα στα πανιά του ΛΑΟΣ.

Παρόμοια φαινόμενα βλέπουμε σε όλη την Ευρώπη, από το BNP της Βρετανίας μέχρι τους ισλαμοφοβικούς ρατσιστές της Ολλανδίας. Είναι μία καθαρή προειδοποίηση ότι η Αριστερά δεν έχει κανένα περιθώριο να κρύβει το κεφάλι στην άμμο και να αποφεύγει τέτοια «δύσκολα» ζητήματα. Θα ήταν το χειρότερο λάθος να βγει το συμπέρασμα ότι «η κοινωνία συντηρητικοποιείται» και άρα η Αριστερά πρέπει να μειώσει  την αντιρατσιστική δράση για να μην χάνει ψήφους. Αντίθετα, απαιτούνται αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές πρωτοβουλίες, χέρι-χέρι με τους οικονομικούς αγώνες ενάντια στην υποβάθμιση της ζωής στις εργατογειτονιές.

 

 Το ΚΚΕ είδε τα ποσοστά του να καθηλώνονται, όχι γιατί «η συνείδηση του κόσμου» δεν έχει ανέβει στο επίπεδο των θέσεών του» αλλά γιατί η ηγεσία του βρέθηκε στη λάθος μεριά των κινητοποιήσεων του Δεκέμβρη. Ο ΣΥΡΙΖΑ είδε τη δημοσκοπική του άνθηση να μαραίνεται, όχι γιατί υπήρξε «υπερβολικά συγκρουσιακός» με τα μεγάλα συμφέροντα και πλήρωσε το κόστος, αλλά προτίμησε τη σιγουριά των «μεταρρυθμιστών» συνομιλητών της Γιαννάκου από την τόλμη των Απέκηδων που έχτισαν το κίνημα του Αρθρου 16. Οποιος  πριονίζει το κλαδί που τον ανέβασε δεν πρέπει να απορεί γιατί έπεσε.

Τέτοια λάθη έχουν σημάνει ότι η Αριστερά μπαίνει στο επόμενο διάστημα από θέσεις που θα μπορούσαν να είναι καλύτερες. Αυτός που πάλεψε για να είναι καλύτερες, ήταν οι δυνάμεις της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσπάθησε να πάρει τις πολιτικές πρωτοβουλίες που απαιτούνταν για να φτάσει το κίνημα ισχυρότερο στη μάχη των Ευρωεκλογών και στη νέα συγκυρία που ανοίγει μετά την ήττα της ΝΔ στις 7 Ιούνη. Από της 10 Δεκέμβρη, όταν μέσα στην κορυφή της εξέγερσης οι δυνάμεις του αντικαπιταλισμού έσωσαν την τιμή της Αριστεράς υλοποιώντας το συλλαλητήριο της Πανεργατικής που είχε ακυρώσει η ΓΣΕΕ, μέχρι τις 29 Μάη και το αντιρατσιστικό συλλαλητήριο στο πλευρό των μεταναστών που βρέθηκαν στο στόχαστρο της κυβέρνησης και των φασιστών, ο χώρος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μόχθησε για να σπάσει τις επιθέσεις Καραμανλή- Καρατζαφέρη. Αν όλη η Αριστερά κινούνταν με τον ίδιο τρόπο, το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών θα ήταν πολύ διαφορετικό.

Οι 22.000 ψήφοι που κατέγραψε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι μία μικρή αφετηρία για να συνεχίσει και να διευρύνει αυτό το ρόλο το επόμενο διάστημα. Το ποσοστό 0,43% είναι πολύ μικρό με τα κριτήρια των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, αλλά είναι το υψηλότερο που έχει καταγράψει αυτός ο χώρος. Αν στο παρελθόν κατάφερε να είναι δύναμη για το κίνημα από μικρότερες αφετηρίες, σίγουρα μπορεί να το επιχειρήσει σήμερα από καλύτερη θέση. Ακόμα και εκλογικά έχει τις βάσεις για να ανέβει πολύ πιο ψηλά.

Το Σοσιαλιστικό  Εργατικό Κόμμα μπορεί να είναι περήφανο για τη συμβολή του σε αυτή την προσπάθεια. Εδωσε όλες του τις δυνάμεις όχι μόνο στη μάχη των εκλογών, αλλά και σε όλα τα προηγούμενα βήματα, για να είναι η δύναμη του Αντικαπιταλισμού στην πρώτη γραμμή, από το αντιΝΑΤΟϊκό συλλαλητήριο του Στρασβούργου μέχρι κάθε αντιρατσιστική μάχη στις γειτονιές της Αθήνας. Από την Επιτροπή κατά των Απολύσεων μέχρι την Επιτροπή κατά του Συμφώνου Σαρκοζί της ΕΕ.

Μαζί μπορούμε να κάνουμε αυτό το ρεύμα πιο δυνατό:

 

*Μέσα από τις τοπικές συνελεύσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που βάζουν πλώρη για να συγκροτηθούν πιο οργανωμένα το επόμενο διάστημα σε όλες τις γειτονιές.

 

*Απλώνοντας ρίζες μέσα σε όλους τους χώρους δουλειάς και σπουδών. Οι επιτυχίες των αντικαπιταλιστών στις εκλογές των συνδικάτων το πρόσφατο διάστημα είναι δείγματα για τις δυνατότητες που ανοίγονται. Οσο πιο βαθειά απλώσουμε αυτές τις ρίζες, τόσο μεγαλύτερη απήχηση θα βρίσκουν οι πρωτοπόρες δράσεις που ανοίγουν νέους δρόμους για την Αριστερά.

 

*Συνδυάζοντας τις πολιτικές πρωτοβουλίες με τους συνδικαλιστικούς αγώνες για τις άμεσες οικονομικές διεκδικήσεις της τάξης μας. Στο πνεύμα της επαναστατικής παράδοσης που μας θέλει  όχι «μόνο» τους πιο μαχητικούς συνδικαλιστές αλλά και την πιο βροντερή φωνή υπεράσπισης των καταπιεσμένων.

 

Ο ψεύτικος «ρεαλισμός» των ρεφορμιστικών ηγεσιών και ο εγκλωβισμός στις ιδιαιτερότητες της «αυτονομίας» (άλλο κίνημα η νεολαία, άλλο οι εργάτες, άλλο οι μετανάστες, άλλο οι γυναίκες κλπ) τείνουν να κατακερματίζουν τη δύναμη του κινήματος. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με την αντικαπιταλιστική πολιτική προσπαθεί να την ενώνει σε ένα ορμητικό ρεύμα για την ανατροπή του συστήματος. Το μέλλον ανήκει σ’ αυτούς που υπηρετούν με συνέπεια αυτή την προοπτική.»

————————————————————————————————————————————————

Συνέντευξη Τύπου της ΚΟΕ για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ, 11/6/2009

 

Πραγματοποιήθηκε σήμερα, στα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, Συνέντευξη Τύπου της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Ελλάδας (ΚΟΕ) με θέμα την αποτίμηση των αποτελεσμάτων των ευρωεκλογών. Στη Συνέντευξη Τύπου μίλησαν οι Ελένη Σωτηρίου, υποψήφια στη δεύτερη θέση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ, Ρούντι Ρινάλντι και Νίκος Γαλάνης, μέλη της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και

Η Ελένη Σωτηρίου δήλωσε τα παρακάτω:

«Θέλω καταρχήν να ευχαριστήσω όλους όσους υποστήριξαν το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ και όσους μας ψήφισαν. Θέλω να ευχαριστήσω τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, τα μέλη, τα στελέχη και τους φίλους της ΚΟΕ που με στήριξαν και με στηρίζουν ακόμα.

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών κρίνεται αρνητικό. Θα ήθελα να σημειώσω ότι σ’ αυτές τις εκλογές δεν συζητήθηκε το κεντρικό πολιτικό ζήτημα της κρίσης, στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Και επίσης δεν συζητήθηκε το σύγχρονο αδιέξοδο της Ε.Ε. και του σχεδίου πολιτικής ενοποίησής της. Αυτές οι ευρωεκλογές στην ουσία ήταν το πρώτο μέρος μιας αντιπαράθεσης σε εθνικό επίπεδο. Ή, αν θέλετε, η εισαγωγή σε μια προεκλογική περίοδο που συνεχίζεται και εκτυλίσσεται καθημερινά.

Αυτά τα αναφέρω γιατί ακούγονται πολλά σχετικά με ευρωπαϊκά ή αντιευρωπαϊκά πρόσωπα, ευρωπαϊκούς ή αντιευρωπαϊκούς προσανατολισμούς κ.λπ. Κι επειδή στις μέρες μας η εικόνα είναι αυτή που έχει υποκαταστήσει την έννοια, και δυστυχώς και την πραγματικότητα, θα ήθελα να βάλω μερικά στοιχεία αυτής της πραγματικότητας:

Το πρώτο σημείο: Η Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, από το 2004 υποστήριξε το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, γνωρίζοντας πολύ καλά και τα πολιτικά πρόσωπα και τις αντιφάσεις αυτού του ενωτικού εγχειρήματος, αλλά και του Συνασπισμού πιο συγκεκριμένα. Κάθε ενωτικό εγχείρημα έχει θετικό πρόσημο. Όταν προσδιορίζεται από την ανάγκη και όταν θέτει στόχους με σκοπό να υπηρετήσει τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Εμείς σαν Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, πιστεύαμε και πιστεύουμε ότι για να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα και στην κοινωνία, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να αλλάξουν τα πράγματα στην Αριστερά. Δεν θεωρήσαμε, ούτε θεωρούμε, ότι οι γενικές θέσεις και απόψεις μας είναι αυτές οι οποίες θα προταχθούν σ’ ένα οποιοδήποτε ενωτικό εγχείρημα. Οι θέσεις μας κι οι απόψεις μας ήταν γνωστές από το 2004, και στην τότε ηγεσία του Συνασπισμού και στους βουλευτές του Συνασπισμού που εκλέχτηκαν το 2004 και στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ που αναδείχτηκε το 2007. Εμείς όμως σ’ όλη αυτή τη διάρκεια της κοινής ενωτικής προσπάθειας, αυτού του εγχειρήματος, εκφραστήκαμε και εκφραζόμαστε με βάση τα συμφέροντα του ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο κάναμε και σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ως ΚΟΕ αλλά και εγώ προσωπικά σαν υποψήφια. Έχουμε δηλώσει και είναι γνωστό, αλλά να το επαναλάβουμε, ότι σεβόμαστε απολύτως το πλαίσιο, τις διακηρύξεις, τις θέσεις του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Το δεύτερο σημείο: Η υποψηφιότητα της ΚΟΕ στο πρόσωπό μου χτυπήθηκε δημοσίως, χτυπήθηκε πάρα πολύ πριν την προεκλογική περίοδο, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και δυστυχώς συνεχίζεται κάτι τέτοιο και σήμερα. Στην ουσία δεν χτυπιέται το πρόσωπό μου, χτυπιέται το ενωτικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Η επίθεση αφορά το εγχείρημα γενικά της ριζοσπαστικής και ενωτικής αριστεράς. Και δυστυχώς θέλω να πω ότι σ’ αυτή την επίθεση είναι, αντικειμενικά, μαζί συγκροτήματα, συντηρητικοί πολιτικοί παράγοντες, η ακροδεξιά, όπως και τμήμα ανθρώπων που αυτοανακηρύσσονται ανανεωτικοί και αριστεροί, ξεχνώντας ότι έκαναν χρόνια να ξεφύγουν από το 1,5% έχοντας φιλοευρωπαϊκές θέσεις ακόμα και σε ευνοϊκό περιβάλλον, όταν η Ευρώπη και το ευρωπαϊκό ιδεώδες είχε και μία αίγλη.

Τέλος, θεωρώ ότι πρέπει να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος υπάρχει μέσα στην Αριστερά, αν θέλει να λέγεται Αριστερά. Γιατί σε περιόδους κρίσης, το άμεσο, το καθοριστικό καθήκον που έχει η Αριστερά είναι να ενώσει τους εργαζόμενους, τους νέους και όλους όσους χτυπιούνται από την κρίση. Ενώνοντας πρώτη η ίδια τα τμήματά της, παρ’ όλες τις διαφορές τους, οι οποίες είναι δευτερεύουσες μπροστά στην κρίση.» 

Στη συνέχεια τα μέλη της γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και στελέχη της ΚΟΕ, Ρούντι Ρινάλντι και Νίκος Γαλάνης δήλωσαν τα παρακάτω:

Νίκος Γαλάνης: Σχετικά με το αποτέλέσμα των εκλογών και ειδικότερα το εκλογικό αποτέλεσμα του ΣΥΡΙΖΑ: Εμείς ως Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας, όπως καταθέσαμε και χτες στη γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, εκτιμάμε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα είναι μία προσωρινή ήττα των προσδοκιών, της δυναμικής, της προοπτικής του ΣΥΡΙΖΑ και της προσπάθειας αλλαγής των συσχετισμών που έχει ευαγγελιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ αρκετό καιρό πριν. Αυτή η προσωρινή ήττα οφείλεται σε δύο παράγοντες, μία από το Δεκέμβρη έως τις εκλογές και μία κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Σχετικά με το διάστημα πριν την προεκλογική περίοδο, θέλουμε να επισημάνουμε δύο παράγοντες: Ο πρώτος αφορά στο εάν ο ΣΥΡΙΖΑ, πορεύθηκε, πολιτεύτηκε και έπραξε στους κοινωνικούς χώρους με βάση το στοιχείο της κρίσης. Αυτό ήταν το καθοριστικό στοιχείο και σ’ αυτό το πράγμα πραγματικά είχαμε μία πρακτική που περισπασμού από θέματα σε θέματα κι από ζητήματα σε ζητήματα. Υπάρχει ένα ζήτημα και είναι ότι αντιμετωπίσαμε την κρίση εικονικά παρά πολιτικά. Δηλαδή δεν πήγαμε στους μαζικούς χώρους, στη νεολαία, στους εργαζόμενους των 700, των 500 ευρώ και συνολικά στους εργαζόμενους που χτυπιούνται με βάση την κρίση. Νομίζω ότι δεν αποκαλύψαμε τις υπεύθυνες πολιτικές και τους υπεύθυνους πολιτικούς που μας οδήγησαν στην κρίση, τις συνθήκες, οδηγίες και νόμους που μας οδήγησαν σε Ευρώπη και σε Ελλάδα στην κρίση και πολλές φορές μπορούμε να πούμε ότι με βάση αυτή την τοποθέτησή μας αθωώσαμε το σύστημα, αθωώσαμε τους πολιτικούς παράγοντες, οικονομικούς παράγοντες που μας οδήγησαν στην κρίση. Ο δεύτερος παράγοντας σε σχέση με το διάστημα πριν τις εκλογές είναι ότι εμφανιστήκαμε πολλές φορές με δύο ψυχούλες, με δύο καρδιές. Με δύο λόγους και δύο πρακτικές. Πολλές φορές κάναμε ένα βήμα μπρος και δύο βήματα πίσω ή, αν θέλετε, βαράγαμε τη μία προς τα ‘κει και μετά διαφορετικά και αυτό φάνηκε και με τον Δεκέμβρη και μετά τον Δεκέμβρη και στις εκλογές, για παράδειγμα, στους Πανεπιστημιακούς και σε μια σειρά ζητήματα που ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζότανε με δύο καρδιές, με δύο ψυχές, με δύο φωνές. Αυτό δημιούργησε ένα πρόβλημα φερεγγυότητας στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ καταρχάς και βέβαια μιας μεγαλύτερης φερεγγυότητας στον κόσμο που παρακολουθούσε τον ΣΥΡΙΖΑ κι είχε θετικά επενδύσει σ’ αυτόν. Δεν εμφανίστηκε μία σταθερότητα στην πολιτική μας γραμμή και δεν εμφανίστηκε μία σταθερότητα στην πολιτική μας ταυτότητα.

Σχετικά με την προεκλογική περίοδο: Νομίζουμε ότι δεν δώσαμε σαφές πολιτικό στίγμα, σαφή πολιτική γραμμή σε σχέση με το τι γίνεται στον ελλαδικό και τον ευρωπαϊκό χώρο.

Εδώ το κεντρικό θέμα του στίγματος, της πολιτικής γραμμής αφορά πρώτα και κύρια την κρίση. Το δεύτερο είναι αυτό που λέμε ότι η επικοινωνία, στην ουσία, έφαγε την πολιτική. Κι είναι άλλο θέμα να κάνεις επικοινωνία και άλλο να κάνεις πολιτική. Δηλαδή να ‘χεις στόχους, προτάσεις, να προσπαθήσεις να διεμβολίσεις, να αλλάξεις συσχετισμούς κ.λπ.

Το δεύτερο ζήτημα είναι γύρω από το ψηφοδέλτιο. Δεν εμφανίσαμε ένα ανταγωνιστικό ψηφοδέλτιο όχι με την έννοια της σύνθεσης αλλά με την έννοια της ταυτότητας αυτής καθ’ αυτής. Δώσαμε χώρο στην αποχή, με την έννοια ότι δεν αποδείξαμε ότι δεν είμαστε ίδιοι. Δεύτερον δώσαμε χώρο στο ΚΚΕ με την έννοια ότι δεν αποδείξαμε ότι εμείς είμαστε η ριζοσπαστική και ενωτική Αριστερά και αυτό θα μπορούσε να ήταν ένα στοιχείο αντιπαράθεσης αλλά την ίδια στιγμή και πρόσκλησης προς τον κόσμο του ΚΚΕ κι όχι προς την ηγεσία του. Τρίτον δεν αντιπαρατεθήκαμε με το ΠΑΣΟΚ στο ποιος πραγματικά έκανε αντιπολίτευση, στο ποιος πραγματικά μπορεί να κάνει αντιπολίτευση και ποιος πραγματικά έχει προτάσεις για να αντιμετωπίσει την κρίση, ποιος έχει πραγματικά πρόγραμμα να αντιμετωπίσει την κρίση και δεν ψαρεύει σε θολά νερά. Τέταρτο πράγμα, δεν αντιμετωπίσαμε και δεν αντιπαρατεθήκαμε με ένα κόμμα το οποίο στην ουσία δημιουργήθηκε με βάση τις ευαισθησίες, που είναι σωστές, του ελληνικού λαού για ζήτημα της οικολογίας, αλλά που στην ουσία δημιουργήθηκε και εκτινάχθηκε με βάση τις δημοσκοπικές εταιρείες που δεν ήταν δημοσκοπικές εταιρείες αλλά ήταν, στην ουσία, εταιρείες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και υπόδειξης στην κοινής γνώμης τι πρέπει να κάνει. Και βέβαια δεν μιλάμε για όλες τις δημοσκοπικές εταιρείες.

Το τρίτο ζήτημα είναι εάν και κατά πόσο ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να απευθυνθεί πρωτίστως στη νεολαία ή αν θεώρησε ότι μ’ έναν εύκολο τρόπο μπορούσε να πάρει ένα μεγάλο ποσοστό, ακριβώς επηρεαζόμενος από την περσινή δημοσκοπική άνοιξη και άνοδο.

Το τέταρτο στοιχείο ήταν η παραλυτική συμπεριφορά τόσο λόγω των δημοσκοπήσεων που είχαμε σ’ αρκετό απ’ το δυναμικό μας όσο και λόγω του πώς λειτουργούσε ένα τμήμα του Συνασπισμού σε σχέση με την εκλογική του παρουσία αλλά και με την ψήφο του στις εκλογές. Είχαμε μια, να το πω έτσι, ιδιότυπη πολιτική απεργία από ένα τμήμα του Συνασπισμού, το οποίο καταγράφηκε και εμφανίστηκε με πάρα πολλούς τρόπους. Και βέβαια εδώ θα ήθελα να θυμίσω τους συντρόφους εκείνους της ανανεωτικής πτέρυγας, που ήταν αρκετοί, οι οποίο δώσανε τη μάχη κι από την εξέδρα και πόρτα-πόρτα και πραγματικά ενισχύσανε το ενωτικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ με τις διαφωνίες τους, με τις αντιθέσεις τους αλλά ενωτικά, πρακτικά, μαζί με όλους τους υπόλοιπους για να πάει καλά αυτό το ενωτικό εγχείρημα.

Πέμπτο πράγμα: Υπήρξε ένας πόλεμος απέναντι στο ψηφοδέλτιο και ένας πόλεμος στο πρόσωπο της Ελένης Σωτηρίου και στην Κομμουνιστική Οργάνωση Ελλάδας. Ένας πόλεμος ο οποίος δεν είχε να κάνει με ουσιαστικές αντιπαραθέσεις, δεν τέθηκαν ζητήματα ευρωπαϊκά, δεν τέθηκαν ζητήματα θέσεων, απόψεων κ.λπ. κι ήταν γνωστό ότι η ΚΟΕ σέβεται εδώ και 4 και παραπάνω χρόνια τις απόψεις, τις θέσεις και τις διακηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ και υποτάσσει την άποψή της, τη θέση της, την πολιτική της γραμμή με βάση τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι πολύ γνωστό στο ΣΥΡΙΖΑ αυτό και είναι πολύ πιο γνωστό και σ’ όλα τα μέλη και τα στελέχη του Συνασπισμού. Εξάλλου έχει αναφερθεί και από την προηγούμενη ηγετική ομάδα του Κωνσταντόπουλου και από τις επόμενες του Αλέκου Αλαβάνου και του Αλέξη Τσίπρα. Από αυτή την άποψη πιστεύω ότι αυτά που δημοσιεύονταν και οι επιθέσεις οι οποίες δημοσιεύονται στις εφημερίδες σήμερα από διάφορα επώνυμα στελέχη της ανανεωτικής αριστεράς τουλάχιστον είναι άδικες για να μην τις χαρακτηρίσουμε αλλιώς και συνεχίσουμε την πολεμική που γίνεται από τις εφημερίδες.

Το τελευταίο στοιχείο που θα ‘θελα να πω είναι ότι υπήρξαν πολλά κέντρα και δεν υπήρξε ουσιαστική αξιοποίηση αρκετών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, όπως π.χ. του Μανώλη του Γλέζου, στον αγώνα που δίναμε, που πραγματικά ήταν ένας αγώνας δύσκολος και θα ‘θελα να κάνω εδώ μία υποσημείωση, ότι δεν έχουμε ξανασυναντήσει τόσο πολύ μεγάλο πόλεμο και σε τόση μεγάλη ένταση και σε μεγάλη διάρκεια απέναντι σε ένα κοινοβουλευτικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ο στόχος εταιρειών, ΜΜΕ, συγκροτημάτων κ.λπ. Και βέβαια συνεχίζεται και σήμερα αυτό και έχει μια πολιτική ουσία που είναι αν θα αλλάξει ή δεν θα αλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν θα υπάρξει ή δεν θα υπάρξει στην Ελλάδα μία αριστερή πολιτική δύναμη που θέλει να εκφράσει με έναν ιδιαίτερο τρόπο τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τους μικρομεσαίους κ.λπ.

Τέλος, σ’ ό,τι μας αφορά. Θεωρούμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μία κρίση. Μία κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία μπορεί να ανατραπεί, μία κρίση η οποία πολλές φορές είναι καλοδεχούμενη με την έννοια ότι αν βγουν τα σωστά συμπεράσματα μπορεί να δημιουργήσει ένα μεγάλο εκτόπισμα στην ελληνική κοινωνία, να δούμε δηλαδή έναν διαφορετικό ΣΥΡΙΖΑ, έναν ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος να ‘χει δυναμική, να ‘χει να δώσει πραγματικές προσδοκίες στον κόσμο και να καταγράψει, όχι εικονικά και δημοσκοπικά, πολλά καλά εκλογικά ποσοστά και βέβαια να καταγράψει πολλά εκεί που πραγματικά παίζεται η πολιτική και είναι σ’ αυτό που λέμε στους εργασιακούς χώρους, στη γειτονιά, τους χώρους σπουδών κ.λπ. Νομίζουμε ότι έχουμε μία κρίση πολιτικής ταυτότητας, μία κρίση αξιοπιστίας, μία κρίση διαδικασιών και λειτουργίας μες στο ΣΥΡΙΖΑ. Κλείνοντας, θέλουμε να θέσουμε κάποιους όρους για την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ:

Καταρχάς θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να πάει όπως πριν. Δηλαδή χρειάζεται να γίνει μια βαθιά τομή, να τροποποιηθούν και να αλλάξουν αρκετά πράγματα. Δεν συμφωνούμε με έναν ΣΥΡΙΖΑ – πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης, πτερύγων ή τμημάτων του Συνασπισμού. Δεν συμφωνούμε με έναν ΣΥΡΙΖΑ – κομματικό εργαλείο και ομπρέλα διάσωσης του Συνασπισμού. Δεν συμφωνούμε με έναν ΣΥΡΙΖΑ όπου θα ηγεμονεύει μία και μοναδική δύναμη, ο Συνασπισμός. Τέλος, δεν συμφωνούμε με διαδικασίες που υπάρχουν στα κύρια όργανα, τόσο της ενημέρωσης, του Τύπου δηλαδή, του οικονομικού, της επικοινωνίας, του οργανωτικού. Και βέβαια πολύ περισσότερο δεν συμφωνούμε με έναν ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν έχει μία διακριτή πολιτική ταυτότητα που να δεσμεύει τα μέλη και τα στελέχη του σε ό,τι αφορά το πώς μπορεί και μέσα στη βουλή και εκτός της βουλής να εμφανίζεται. Εμείς επιμένουμε στο ενωτικό εγχείρημα της αριστεράς. Επιμένουμε και υπηρετούμε τη γενική μας γραμμή που είναι ότι αν δεν αλλάξουν τα πράγματα στην Αριστερά – και αναφερόμαστε και στο δικό μας υποκείμενο και στα υπόλοιπα – σε μια ενωτική και ριζοσπαστική κατεύθυνση, δεν θα αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα, στην κοινωνία και δεν θα συνεισφέρουμε σε σημαντικές θετικές αλλαγές στον ευρωπαϊκό χώρο. 

Ρούντυ Ρινάλντι: Χτες συνεδρίασε η γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, όπου έγινε μια πρώτη συζήτηση. Καταλήξαμε στο να βγει ένα δελτίο τύπου σήμερα. Θα έχει κάποιες γενικές εκτιμήσεις για το αποτέλεσμα, θα έχει μία μνεία για το θόρυβο που υπάρχει απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές και θα στηρίζει όλες τις προσπάθειες που έγιναν το προηγούμενο διάστημα, απαντώντας στις επιθέσεις που γίνονται στην υποψήφια Ελένη Σωτηρίου κ.λπ. Η συζήτηση συνεχίζεται και θα γίνει με οργανωμένο τρόπο.

Ακολούθησαν ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους στις οποίες απάντησαν τα στελέχη της ΚΟΕ:

Ερώτηση: Αναφερθήκατε στο ότι υπήρξε μια ιδιότυπη απεργία ενός τμήματος του ΣΥΝ σε σχέση με την παρουσία του, και την ψήφο. Τι εννοείτε;

Ν. Γαλάνης: Είναι γνωστό. Υπήρξαν μέλη ή οπαδοί της ανανεωτικής πτέρυγας, οι οποίοι δεν ψήφισαν το εγχείρημα. Είναι δημόσια γνωστό αυτό, δεν το ανακαλύψαμε εμείς.

Ερώτηση: Σε συνέχεια αυτού που ρώτησε η συνάδελφος, άκουσα στελέχη της ανανεωτικής πτέρυγας να υποστηρίζουν ότι είναι κάπως προσχηματική όλη αυτή η κουβέντα απόδοσης ευθυνών στη στάση τους προ των εκλογών σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ γιατί έτσι κι αλλιώς δεν συμμετείχαν και πάρα πολύ προεκλογικά.

Ν. Γαλάνης: Δεν είπαμε ότι φταίει η ανανεωτική πτέρυγα για το αποτέλεσμα που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα ήταν αναντίστοιχο και με τους συσχετισμούς που υπάρχουν. Αυτό που είπαμε είναι ότι δεν υπήρχε μια σταθερή πολιτική ταυτότητα, είχαμε ένα μπρος – πίσω και σ’ αυτό ευθύνεται η ανανεωτική πτέρυγα ή μάλλον στελέχη της ανανεωτικής πτέρυγας (γιατί δεν έγιναν όλα τα πράγματα απ’ όλους τους συντρόφους της ανανεωτικής πτέρυγας έτσι) και βέβαια υπήρχε μια παραλυτική διαδικασία στο αν υποστηρίζουμε ή δεν υποστηρίζουμε το ψηφοδέλτιο. Είναι πάρα πολλοί οι λόγοι αλλά δεν είναι ο κύριος λόγος αυτός, ούτε ο αποκλειστικός βέβαια.

Ερώτηση: Είπατε ότι το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προχωρήσει. Μπορείτε να περιγράψετε πως, κατά τη γνώμη σας, θα γίνει αυτό;

Ν. Γαλάνης: Εμείς είπαμε κατ’ αρχάς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να συνεχίσει όπως πριν και βάλαμε κάποιες κατευθυντήριες γραμμές. Ετοιμάζουμε μια τοποθέτηση που θα περιλαμβάνει και τα πολιτικά στοιχεία, τα στοιχεία ταυτότητας όπως τα ορίζουμε εμείς, αλλά δεν είναι θέμα αποκλειστικά δικό μας το πώς θα οριστεί η πολιτική ταυτότητα, η πολιτική γραμμή, οι διαδικασίες και η λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρούμε ότι έχουμε και μπορούμε να πάρουμε πολλές συνεισφορές από όλες τις τάσεις και τις συνιστώσες και νομίζω ότι το πρώτο και κύριο πράγμα που έχουμε να κάνουμε είναι ένας απολογισμός του ΣΥΡΙΖΑ και μετά να ορίσουμε τις κατευθυντήριες γραμμές και την πολιτική γραμμή, τη λειτουργία και τις διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ από δω και πέρα. Και νομίζω ότι αυτό είναι μια θετική διαδικασία. Κάποιος παλιός μαρξιστής έλεγε ότι καμιά φορά η ήττα, αν βγουν τα σωστά συμπεράσματα, είναι μια ορισμένη νίκη. Κι αυτό για μας έχει σημασία.

Ερώτηση: Μιλήσατε για αλλαγές στα θέματα της επικοινωνίας του ΣΥΡΙΖΑ. Μιλάτε για εκπρόσωπο Τύπου;

Ν. Γαλάνης: Μιλάμε για μια πιο συλλογική διαδικασία σε μια σειρά ευαίσθητους τομείς. Ένα ζήτημα είναι το επικοινωνιακό. Δεν μιλάμε για αλλαγή του εκπρόσωπου αλλά για μια πιο συλλογική διαδικασία. Εξάλλου κόμματα στην Ευρώπη, αν θέλουμε να βάλουμε ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως το Κόμμα της Αριστεράς στη Γερμανία, έχουν αρκετούς εκπροσώπους. Το στοιχείο των συλλογικών διαδικασιών και της συλλογικής ηγεσίας δεν το ανακαλύψαμε εμείς, το ανακάλυψαν πρώτα και κύρια σύντροφοι από τα ευρωπαϊκά κόμματα της Αριστεράς. Και αυτό ισχύει και για την πολιτική γραμμή και για την γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, για όλες τις διαδικασίες της λειτουργίας του. Νομίζω ότι είναι πλέον ώριμος ο ΣΥΡΙΖΑ για τέτοιες διαδικασίες. Δεν ευθύνεται η επικοινωνιακή πολιτική πάλι αποκλειστικά. Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος. Αναφέραμε αρκετούς λόγους με βασικότερο αυτόν του πολιτικού στίγματος, της πολιτικής γραμμής που είχε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου.

Ερώτηση: Επειδή έχει γίνει εκ των πραγμάτων πολύ κουβέντα για αυτό το μοντέλο της συλλογικής εκπροσώπησης σε επίπεδο ηγεσίας, πιστεύετε ότι μπορεί να περπατήσει έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ;

Ν. Γαλάνης: Θεωρούμε ότι είναι πραγματικά πολύ ενθαρρυντικό ότι υπάρχει μια σημαντική αλλαγή στην ελληνική πολιτική σκηνή, στην πολιτική ζωή του τόπου με το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ. Και είναι και κάτι αρκετά νεανικό και σημαντικό ακόμα και σαν παράδειγμα προς την Ευρώπη. Θα έλεγα το εξής: Πως ενώνονται οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ με διαφορετικές θέσεις, όπως λέτε; Ενώνονται στα πλαίσια πολιτικών προγραμμάτων, πολιτικών διακηρύξεων κ.λπ. Αν κάποιος, λοιπόν, ρωτήσει αν θα μπορούσαμε να πάμε σε μια διαφορετική διακυβέρνηση, θα έλεγα ναι, ξεκινώντας από το παράδειγμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάποιες προγραμματικές θέσεις που αν τις αποδεχόταν το ΠΑΣΟΚ, πολύ ευχαρίστως θα πορευτούμε μαζί. Το ζήτημα τίθεται έτσι και όχι ανάποδα, όπως έχει τεθεί και από τα συγκροτήματα, για το αν θα πάμε εμείς με το ΠΑΣΟΚ. Εγώ θα έλεγα: Θα έρθει το ΠΑΣΟΚ με το ΣΥΡΙΖΑ, με το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ; Θέλω να πω δηλαδή ότι το ίδιο το εγχείρημα είναι ενωτικό από την ίδια του τη φυσιογνωμία αλλά είμαστε ενωτικοί στα πλαίσια ενός θετικού πρόσημου. Η ενότητα δεν σημαίνει ντε και καλά θετικό πρόσημο, η ενότητα μπορεί να έχει και αρνητικό πρόσημο. Η ενότητα έχει θετικό πρόσημο όταν απαντάει στις ανάγκες και στο πώς αντιμετωπίζεται η κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απόψεις και προτάσεις. Το ΠΑΣΟΚ δεν εμφάνισε καμία τέτοια πρόταση, ένα θολό πράγμα εμφάνισε. Λέω λοιπόν ότι οι διαδικασίες και οι λειτουργίες του ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι το οποίο θα μπορούσε να προβληματίσει και άλλες πολιτικές δυνάμεις και έξω από την Αριστερά. Είναι αρκετά πρωτοφανέρωτες τέτοιες διαδικασίες στην Ελλάδα και για την Αριστερά και για την πολιτική σκηνή του τόπου.

Ερώτηση: Σε ό,τι αφορά την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ;

Ν. Γαλάνης: Κατ’ αρχάς ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα προνόμιο, που δεν το έχουν άλλα κόμματα. Έχει αρκετά στελέχη και μάλιστα πάρα πολύ καλά, από πολλές συνιστώσες και από πολλά κόμματα. Ο Συνασπισμός είναι μια πολύ καλή δεξαμενή στελεχών και αυτό είναι γνωστό και το βλέπουμε και για τις υπόλοιπες συνιστώσες. Είναι ένα προνόμιο που αν ο ΣΥΡΙΖΑ το εκμεταλλευτεί ενωτικά -και αυτό είναι ένα στοίχημα- πιστεύω ότι μπορεί όχι μόνο να υπερπηδήσει τα εμπόδια, αλλά να θέσει πολύ σοβαρούς όρους αλλαγής των συσχετισμών στην ελληνική κοινωνία.

Ρ. Ρινάλντι: Να προσθέσω κάτι σε αυτό. Υπάρχει διάχυτη η αντίληψη ότι εάν δεν υπάρχει ένα αρχηγικό κόμμα που να είναι ξεκάθαρο ποιος είναι ο πρώτος, δεν μπορεί να υπάρχει αποτελεσματικότητα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα. Νομίζω ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν μπορεί να είναι υποταγμένη σε ένα τέτοιο μοντέλο ή σε μια τέτοια πρόληψη, γιατί αριστερά σημαίνει συλλογικότητα, δεσμούς με τον κόσμο, σημαίνει κάτι διαφορετικό.

Ερώτηση: Δεν είναι λίγο αντιφατικό εσείς που επικαλείστε και εγκωμιάζετε το ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι αποτέλεσμα αμοιβαίων υποχωρήσεων και συμβιβασμών, να απευθύνεστε στο ΠΑΣΟΚ με έναν τόσο κατηγορηματικό τρόπο και να του λέτε «αυτό είναι το πρόγραμμά μας, δεχτείτε το ή όχι»; Δηλαδή, κάθε συνεργασία δεν προϋποθέτει αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς και σε ό,τι σας αφορά, μέχρι πού μπορείτε να υποχωρήσετε;

Ν. Γαλάνης: Κοιτάξτε, υπάρχει μια ιστορία λεηλασίας γύρω από το ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά. Υπάρχει ένα φλερτ που κορυφώνεται όταν το ΠΑΣΟΚ πέφτει και ένα διαζύγιο όταν το ΠΑΣΟΚ ανεβαίνει. Αυτό έχει να κάνει ακριβώς με τη λεηλασία και είναι γνωστό το παιχνίδι και έχει παιχτεί πολλά χρόνια. Πλήττουμε πλέον από αυτή τη διαδικασία. Το ζήτημα δεν είναι τι θα κάνουμε με το ΠΑΣΟΚ, αλλά τι θα κάνουμε με τον κόσμο. Αν, λοιπόν, το ζήτημα είναι τι θα κάνουμε με τον κόσμο, ας βάλουμε κάτω τα προγράμματα και ας μιλήσουμε συγκεκριμένα. Για παράδειγμα, θα αποσυρθούν οι νόμοι, οι συνθήκες και οι οδηγίες που είναι υπεύθυνες για την κρίση; Είναι ένα συγκεκριμένο ερώτημα που το θέτουμε στο ΠΑΣΟΚ και αν έχουμε θετική απάντηση να πάμε στο δεύτερο ερώτημα, στο οποίο, όμως, το ΠΑΣΟΚ έχει απαντήσει ήδη. Και αφορά το αν θα καταργηθεί το Σύμφωνο Σταθερότητας ή αν θα τροποποιηθεί το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής στην Ελλάδα. Να το πούμε και πιο δύσκολα: Μπορεί να πάρει «κευνσιανά» μέτρα το ΠΑΣΟΚ για την αντιμετώπιση της κρίσης, κάτι που είναι και στο πλαίσιο της σοσιαλδημοκρατίας; Αυτό, όμως που φαίνεται είναι ότι η σοσιαλδημοκρατία και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν μπορεί να το κάνει, γιατί έχει ταυτιστεί πλέον με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Άρα για πιο λόγο να καλούμαστε εμείς να γίνουμε αιμοδότες του ΠΑΣΟΚ; Εμείς άλλο θέλουμε να υπηρετήσουμε και αν οι στόχοι που θέλει να υπηρετήσει ο καθένας βρίσκονται σε σύγκρουση, τότε δεν μπορεί να γίνει συνεργασία. Η συνεργασία στο ΣΥΡΙΖΑ έγινε γιατί συνομολογήσαμε ότι θέλουμε να υπηρετήσουμε μία άποψη, ιδέα, γραμμή, στόχο κλπ. Εμείς λέμε το εξής: Ας δούμε το θέμα της αντιμετώπισης της κρίσης και ας αφήσουμε τους υπεύθυνους, γιατί η πολιτική του ΠΑΣΟΚ είναι υπεύθυνη. Ας πάμε στο συγκεκριμένο: Θα αποσυρθούν νόμοι μιας δεκαετίας που έχουν οδηγήσει στην κρίση; Είναι ένα ερώτημα. Θα αποσυρθούν οδηγίες ή θα κοντράρουμε οδηγίες από την πλευρά της Ε.Ε. που βαθαίνουν την κρίση; Είναι ένα ερώτημα. Θα μιλήσουμε για την άμεση κάλυψη των αναγκών στην υγεία, την παιδεία κ.λπ.; Δεν συζητάμε για επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Συζητάμε για συγκεκριμένα μέτρα που έχουν σχέση με τους εργαζόμενους και τα προβλήματα. Θα σταματήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις; Θα εθνικοποιήσουμε σημαντικούς τομείς; Είναι κάποια πολύ σημαντικά ερωτήματα. Ακούμε συνεχώς για συνεργασίες κ.λπ. ακόμα και την ημέρα τον εκλογών το έβαζε ο κ. Ρέππας στο σύντροφο Θεωνά. Δεν μπαίνουν, λοιπόν, έτσι θολά τα ζητήματα. Έχουμε να κάνουμε με συγκεκριμένες πολιτικές, στις οποίες η Αριστερά έχει πάντα ανοιχτά τα μάτια και τα αυτιά της. Και το έχει αποδείξει αυτό ιστορικά. Έχει συμμαχήσει ακόμα και με το… διάολο αν αυτό υπηρετεί το λαό. Να μιλήσουμε για το ΕΑΜ, την ΕΔΑ και μια σειρά περιπτώσεις που η Αριστερά έχει συνεργαστεί με τους πάντες στην αρχή της υπηρέτησης των αναγκών και των συμφερόντων του λαού;

Ερώτηση: Στις αιτιάσεις του Λεωνίδα Κύρκου για συνιστώσες που αυθαδιάζουν τι απαντάτε;

Ελένη Σωτηρίου: Θα συνεχίσουν να αυθαδιάζουν…

Νίκος Γαλάνης: Αν ήταν εντός του ΣΥΡΙΖΑ θα απαντούσα, αλλά δεν είναι… Δηλαδή, να απαντήσω και στον κ. Πρετεντέρη, που βγήκε και πυροβολούσε; Αν ο Λεωνίδας Κύρκος πει ότι είναι στο ΣΥΡΙΖΑ, πολύ ευχαρίστως να το συζητήσουμε το θέμα, αλλά δεν είναι δικό μας θέμα ως ΚΟΕ να απαντήσουμε στο Λεωνίδα και ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να απαντήσει. Καθένας έχει τη συνεισφορά του, την ιστορία του, τις απόψεις, τις προτάσεις του… Δεκτές όλες.

                                                                                                     

                                                                                                       

06/07/2009 - Posted by | -Διάφορα, -Ιδεολογικά, -Κίνημα, -Πολιτική

6 Σχόλια »

  1. πολυ μπλα μπλα για το ΤΙΠΟΤΑ… εκλογες ηταν παιδια δεν εγινε καμια επανασταση!!!

    Σχόλιο από Δεμων | 07/07/2009

  2. Ενδιαφέρουσα κουβέντα για τις εκλογές και κυρίως για τα του ΣΥΡΙΖΑ έγινε την τελευταία ημέρα του RESISTANCE με ομιλητές τον Αλέκο Αλαβάνο, Ευτύχη Μπιτσάκη, Βαγγέλη Χωραφά, και Νίκο Γαλάνη.

    Ενδιαφέρουσες ακόμη οι παρεμβάσεις των Ρούντι Ρινάλντι, Γιάννη Θεωνά , Έλενας Πατρικίου και άλλων.

    Η κουβέντα και οι παρεμβάσεις απομαγνητοφωνημένες εδώ

    http://www.koel.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=175:21-270-372009&Itemid=34&layout=default

    Σχόλιο από sarantamilakokkina | 07/07/2009

  3. Αντιγραφωντας τον Μπιτσακη :
    «..Μέσα απ’ όλα αυτά λοιπόν τα δύσκολα ας θυμηθούμε τρεις μεγάλους. Δεν μ’ αρέσουν τα τσιτάτα, αλλά είμαι υποχρεωμένος να αναφερθώ σ’ αυτούς. Δεν μ’ αρέσει να αναφέρομαι στους μεγάλους, πρέπει να σκεφτόμαστε με τα δικά μας μυαλά.
    Τι λέει ο Μαρξ όταν τον ρώτησαν τι θα κάνουν οι οπαδοί του; Ψηφίστε τους φιλελεύθερους εναντίον των Τόρις και ετοιμάζετε το σημείο να τους κρεμάσετε. Τα έγραψα προ ημερών, τα ξαναλέω. Εμείς δεν θέλουμε σκοινί, είμαστε πολιτισμένοι άνθρωποι.
    Δεύτερον, τι λέει ο Λένιν; Θα συνεργαστείτε με ένα, δύο, τρία σημεία. Με ανθρώπους που θα σας παρατήσουν μεθαύριο, θα συνεργαστείτε όσο πάει.
    Τι λέει ο Γκράμσι; Συνεργαστείτε με τους ρεφορμιστές. Τώρα δεν ξέρω εσείς αν είστε ρεφορμιστές, για την πολύ σκληρή Αριστερά, πάντως, είστε.
    Κι εγώ λέω, λοιπόν, να συνεργαστούμε εμείς οι μεγάλοι επαναστάτες με τους ρεφορμιστές. Ας σοβαρευτούμε λιγάκι, ας δούμε τους κινδύνους που έχουμε μπροστά μας και ν’ αφήσουμε τα μεγάλα λόγια. Στο συνολο της λοιπον η Αριστερα δεν εχει αλλον δρομο η θα συνεργαστει πρωτα μεταξη της σ΄ολα τα επιπεδα που την αφορουν και κυριως στο εργατικο κινημα η θα ειναι μονιμος παρειας των εξελιξεων ,αλλος δρομος δεν υπαρχει
    .

    Σχόλιο από kiamul | 08/07/2009

  4. ————————————————
    AΠΟ ΤΟ KKE(εσ.) στο ΣΥΡΙΖΑ
    ————————————————

    Υπήρχε κάποτες ένα Κόμμα: την ώρα που σύσσωμη η “Αριστερά” της χώρας, η Σταλινική και η ψευδοΣοσιαλιστική ξαδέρφη της, κραύγαζαν: “ΕΟΚ-ΚΑΙ ΝΑΤΟ-ΤΟ ΙΔΙΟ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ”, αυτό προσανατολιζόταν στο Ευρωπιαϊκό μέλλον της πατρίδας μας…

    Οι ψευδεπίγραφοι επίγονοι του πιό Ευρωπαϊκού Κόμματος της χώρας, συνέτασαν Ευρωψηφοδέλτια με οχτρούς της ΕΕ: στη τιμητική κι εκλόγιμη (υπό άλλες συνθήκες) 2η θέση.
    Φαντασθείτε σήμερις την Ελλάδα εκτός ΕΟΚ κι Ευρωζώνης! Ένα Κοσσυφοπέδιο με λίγα λόγια! Και δεν έχουμε και ναρκωτικά να πουλήσουμε διά να ζήσουμε! Αρκετά -προς εξαγωγή- δηλαδής!
    ***
    Υπήρχε κάποτες ένα Κόμμα που έκοψε: την επομένη της εισβολής των τανξ στην Τσεχοσλοβακία και την κατάρρευση της “Άνοιξης της Πράγας”, κάθε δεσμό με με το Σταλινικό παρελθόν του, την ώρα που άλλοι αναμασάνε, ακόμα και σήμερις: τις ίδιες κακοφορμισμένες σελίδες της Ιστορίας!
    Εντάξει, έστελνε κι ο Τσαουσέσκου από την Ρουμανία κα΄νά φράγκο και δωρεάν χαρτί γιά την “ΑΥΓούλα”. Τι να κάνουμε ρε συ Κοροβέση; Ουδείς …άσφαλτος!
    ***
    Υπήρχε κάποτες ένα Κόμμα, που σαν το αδελφό PCI, είχε την σημαία της πατρίδος του δίπλα στο σφυροδρέπανο του εμβλήματος. Σήμερα, οι “συνιστώσες”, τα λογιών-λογιών ”στέκια” και διάφοροι άλλοι περιέργοι: καίνε αυτήν την σημαία, την ίδια σημαία της πύλης του Πολυτεχνείου, στους δρόμους.…και οι συνεχιστές της “ανανεωτικής” παράδοσης κάθονται και τους παρακολουθούν απαθώς: μη και στενοχωρήσουν τα “παιδιά” και τους φρεσκοσυντρόφους! Αιδώς Αργείοι!
    ***
    Υπήρχε κάποτες ένα Κόμμα της Ανανεωτικής Αριστεράς, του Δημοκρατικού δρόμου προς τον Σοσιαλισμό, που πορεύθηκε αξιοπρεπώς πάνω στον λόγο του Πουλατζά, του Γκράμσι, του Τολιάτι, του Μπερλιγκουέρ, του αείμνηστου Μπάμπη Δρακόπουλου, κι όπου σήμερα, στα 2009, πρέπει να συναγελάζεται με διάφορους Τροτσκιστές, Μαοϊκούς, Αριστεριστές και μπαχαλάκηδες του Εξαρχείου διά να επιβιώσει! Εεεε όχι ρε Σύντροφε!
    ***
    Υπήρχε κάποτες ένα πατριωτικό Κόμμα της Αριστεράς, άξιος απόγονος του αντιστασιακού κινήματος της Κατοχής, όπου σήμερα οι δήθεν συνεχιστές του: βγάζουν φλύκταινες στ’ άκουσμα και μόνο της λέξης: “εθνικό” [κι όλα τα παραγωγά της], το “Ε” δηλαδής του αρκτικόλεξου: ΕΑΜ. Που συνυπογράφουν το προδοτικό σχέδιο Ανάν-τρισχειρότερο του Άτσεσον του 1964, που παραδίδουν την ιστορία της Μακεδονίας στους Σλάβους εισβολείς του 7ου μΧ αιώνα, που διαστρευλώνουν τους “συνωστισμούς” της Σμύρνης: εις τ’ όνομα πάντα της νέας, μεταμοντέρνας, πολυπολιτισμικής, κοσμοπολίτικης αντίληψης! Ντροπή σας σύντροφοι!
    ***
    Υπήρχαν κάποιοι που κορόϊδευαν τον Ευάγγελο Αβέρωφ, όταν ομιλούσε γιά την: “ευλογία της μετανάστευσης διά τον τόπο” εννοώντας τους χιλιάδες ξεριζωμένους “Ξανθόπουλους” και “Καζατζίδηδες” του Ελληνισμού: στα ορυχεία κι εργοστάσια της Εσπέριας, και σήμερις αντί ν΄αγωνιστούν οι απόγονοί τους ώστε ν’ εξαλειφθεί το φαινόμενο στην ρίζα του, και να μεταφερθούν κεφάλαια στον Γ΄Κόσμο (αντί να κτίζουν χιλιάδες Κέντρα Υποδοχής στις Ευρωπαϊκές ακτές) ώστε να μείνει ο κάθε λαός στην πατρίδα του, έχουν βαλθεί με τον τρόπο τους, να αναδιανέμουν τους πληθυσμούς ΟΛΟΥ του Πλανήτη! Εις το όνομα βέβαια του πολυπολιτισμού και κοσμοπολιτισμού! Είστε με τα καλά σας σύντροφοι;

    Υπήρχε κάποτες ένα Κόμμα…

    Και θα ξαναυπάρξει βέβαια, τη στιγμή της αυτοδιάλυσης των ανάξιων συνεχιστών του (και των πρώην ΚΝιτών συνοδοιπόρων του), μετά το προδιαγεγραμμένο φιάσκο της 4ης Οκτώβρη

    από εδω

    Σχόλιο από σοσιαλδημοκράτης | 08/09/2009

  5. Παλι Μακ Μάνους;κι ανακατευει και το ..ΚΚΕ (εσ) ;

    Σχόλιο από Νοσφερατος | 08/09/2009

  6. […] -Η Αριστερά για τις εκλογές […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: