Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Το «Οφίτικο Συναπάντεμαν»

   Με τίτλο «Η μπλογκόσφαιρα στους Ποντίους» αναρτήθηκε το παρακάτω κείμενο στην Καλύβα του Πάνου.

Γραμμένο στην ποντιακή διάλεκτο αναδίδει το άρωμα της συγκεκριμένης γιορτής, καθώς και της μεγαλύτερης ελληνικής διαλέκτου, που επιμένει να ζει. Αμφισβητεί με τον τρόπο της την ισοπεδωτική πολιτική του έθνους-κράτους, που εξαφάνισε όλους τους τοπικούς πολιτισμούς…

Οψέ το βράδ’ σα 11 τ’ Αυγουστή εγέντουνε το «Οφίτικο Συναπάντεμαν» για χάρ’ τη Παναΐας, που εορτάζ’ σα 15, αλλά εγέντουνε Σαββατοκύριακο για να βολεύ’ τους πανοϋρτζίδες.

 Έτουνε πολλά κόσμος – μέχρι και αθρώπ’ της πλογκόσφαιρας έσαν εκεί. Ευρέθαν σο πανοϋρ οι Πόντιοι και οι Αριστεροί (όλοι κι έσαν, αλλά πολλοί) έτουνε ατός που θελ’ να ήντε βουλευτής των Φιλελεύθερων ο Σπύρον Ντόβας κι ο μοναχόν τη καλύβας. Αλλά κι έτουνε τυχερόν να εβρίουνταν μαζί, γιατί ο Σπύρον έρθεν πέντε λεπτά κι άλλ’ αργά ας έφυαν οι Πόντιοι (και αριστεροί).

Έπιαμε πολλά κρύα μπύρας και εκαλατσέψαμε πολλά ουσίας πράμματα, άμον το καπιταλιστικόν ατέτ, το πως στεκ’ σα ίσα νατ το σύστημαν, απα πού έρθαν οι προγόν’ μας κι αοίκα. Εκείν’ την ώραν πολλά πόντιοι (κι έσανε μόνο αριστεροί, έσανε ασ’ όλα τα μιλέτια) εχόρευαν κι ελάγγευαν (και λαΐσκουσαν τα κάκκαλά των και τα τσιτσία των) κόσταριν και σερενίτσαν – μπροστά του να τι δεν κι εν το μπρέικντάνς! Να ιλί που κι εβρέθεν!

(Όποιος εξέρ καλλίο τα ποντιακά, ας διορθώνει ατό!)

Χθες βράδυ 11 Αυγούστου έγινε το «Οφίτικο συναπάντεμαν», προς τιμήν της Παναγίας, η οποία εορτάζει στις 15, αλλά σημασία έχει πότε πέφτει Σαββατοκύριακο και βολεύει τους πανηγυριστές. Είχε πολύ κόσμο – ακόμα και εκπροσώπους της μπλογκόσφαιρας: Ήταν εκεί οι Πόντιοι και Αριστεροί (όχι όλοι, αλλά κάμποσοι) ο μέλλων βουλευτής των Φιλελευθέρων Σπύρος Ντόβας και ο ερημίτης της καλύβας. Λίγο τα χαλάσαμε στο συντονισμό, γιατί ο Σπύρος ήρθε πέντε λεπτά αφού είχαν αποχωρήσει οι Πόντιοι (και αριστεροί).

Καταναλώθηκαν πολλές κρύες μπύρες και συζητήθηκαν πολλά καυτά θέματα όπως το καπιταλιστικό υπόδειγμα, η ευστάθεια του συστήματος, από που ήταν οι παππούδες μας κλπ. Την ίδια ώρα εκατοντάδες πόντιοι (όχι μόνο αριστεροί, όλων των ειδών) εχόρευαν ξέφρενα (κι εκουνιόντανε τα απαυτά των ποντίων και τα στήθη των γυναικών) κότσαρι και σερενίτσα – τύφλα νά ‘χει το μπρέικντανς! Όποιος δεν ήταν, έχασε!

 

Σημείωση: Το «Οφίτικο Συναπάντεμα» είναι ένας καταξιωμένος θεσμός που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια. Οργανώνεται από τον Ποντιακό Σύλλογο «Αλέξανδρος Υψηλάντης» στη Νέα Τραπεζούντα Πιερίας.

Η Νέα Τραπεζούντα ιδρύθηκε από Πόντιους πρόσφυγες από την περιοχή του Όφεως στον Πόντο. Οφίτης (ή «οφλής») ήταν και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.

Advertisements

25/09/2007 - Posted by | Χωρίς κατηγορία

3 Σχόλια »

  1. Μια μαρτυρία ενός ελληνόφωνου από την Τουρκία (στα ποντιακά και στη δημοτική)

    ___________________________________

    Το όνομα μου είναι Ατέμ Πέσκιοϊλου και κατάγομαι από την περιοχή της Τραπεζούντας. Θα σας περιγράψω πώς γίνεται το Παρχάρεμα στον Πόντο και, συγκεκριμένα, στο χωριό μου μέσα από τις αναμνήσεις μου, οι οποίες ξεκινούν από τα παιδικά μου χρόνια. Η ζωή των κατοίκων του χωριού μου, όπως άλλωστε και οι συνήθειες του Παρχαρέματος, δεν έχουν αλλάξει και ελπίζω ότι κάποιες παραδόσεις, όπως και αυτή, δεν θα χαθεί ποτέ από την Τραπεζούντα. Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω μέσα από την καθομιλουμένη γλώσσα του χωριού μου εικόνες και συναισθήματα από την ζωή στον Παρχάρι του Χωριού μου, με την ελπίδα ότι φέτος θα καταφέρω να παραβρεθώ στις κεντρικές τουλάχιστον εκδηλώσεις του, ύστερα από μια αποχή πενταετίας λόγω της μετανάστευσής μου στην Πόλη.

    Του Παρχαρί ο δρόμον

    Καλομηνά και όντα σκαλών και ίνεται 15 του μήνα όλα τα χωρία τη Τραπεζούντας πανε ’ς σον παρχάρ’ και κάθουνταν ως τον Σταυρίτα. Ασό χωρίο πέρουνε όλα τα ζα ντο έχουνε αγελάδια, μουσκάρια, τσαμίχια, άλογα, γαϊδούρια, πρόβατα, αρνία, και εμπαίνουνε σο δρόμο όλ’ εντάμα.Να ιστορίζω σας το παρχάρεμαν όπως ενθυμούμαι ατό εγώ: Οι αγούρ’ ελάληναν τα χαϊβάνια και οι γυναίκ’, εφορτούσανε ’ς σην ράχια τουνα με τα καλάθια το δάπανο ντο να τρώγουνε ως να φτάνουνε ’ς σον παρχάρ’. Αν είχαν μικρά γαρδέλια ατότε εφορτούσανε και τα γαρδέλια τουνα και γάλια γάλια εβγαίνανε ’ς σα ξημερώματα επάν’ ’ς σον Κάμπον του Χασιλά ντο λέγουμε εμείς. Εκεκά έρχουσαν κόσμος ασ’ όλα τα χωρία και το πρωϊ ενούσανε, έτρωγανε το φαΐν ατουνα και εχορεύανε με τα κεμεντσέδες και τα καβάλια. Όλοιν εντάμαν εποίναν έναν τρανόν χορόν επάν ’ς σο τσουμέν και επ’ εκεί πάλ’ αξάνα έμπαιναν ’ς σον δρόμον του Παρχαρί. Αν εσκοτίνιαζε και έταν ακόμα ’ς σο δρόμο επέγνανε και έμεναν ’ς σ’ ένα χάνι εκοιμούσανε και όντα ξημέρωνε και επ’ εκεί πάλ’ εχπάσκουσανε για του Παρχαρί το δρόμο πάλ’ ο κάθα είς με τα χαϊβάνια τ’. Ασά χωρία τεμέτερα πολλοί είν’ ’ς σην Γερμανία και όνταν έρχουσαν σου Παρχαρί τον καιρό έβγαινανε ’ς σον Παρχάρ’ και ατοίν. Όντα έλεπαν με τ΄ανθρώπους ατουνα τ’ έναν τ’ άλλο εκάθουσαν με την κεμεντσέ και εποίναν το παρακάθι ετραγώδηναν και εχόρευαν, έλεγαν και εμασχάρευαν με τα παλαιά και πάλι έμπαινανε ’ς σον δρόμο του Παρχαρί. Ιστέ αέτς με τα γομάρια και με ζα τουνα έφταναν τ’ εμόν οι χωρέτοι σ’ εμέτερον ’ς σον Παρχάρι την Μαυρέα.

    Του Παρχαρί τα δουλείας

    Του Παρχαρί τα σταλία τον Χειμονκόν αποσθεβάγουνταν. Τα σταλία ντο αποστεβάουσαν στέβαζαν ατα με τα χαρτώματα. Επ’ εκεί επέγειναν έφραζαν τα κεπία. Ύστερα εσορεύφκουσανε ’ς σ’ έναν τόπον και με την παράν είνας απ’ ατουνούς ίνουτουν ο τσοπάνος για τα’ όλα τα ζα.Αρ ας λέγω σας από ολίγον οι γυναίκ’ ντο δουλείας εποίναν:

    1. Από πουρνού συνορθίαζαν και καθάριζαν το σταλίν, εμάγειρευαν το φαΐν, εποίναν το ζουμάρι για το ψωμίν, εβυζάλιζαν τα μωρά τουνα.

    2. Επ’ εκεί εβάλναν το γάλα ’ς σο δουρβάνι και δουρβάνιζαν για να πέρουν το βούτερο και εποίναν και τα τυρία τουνα.

    3. Καθάριζαν τα κόπρια ασο μαντρίν και εφέρναν και έπλωναν ’ς σα κεπία να τρανίνουν τα τσαΐρια τεάμ και επ’ εκεί εθέριζαν χορτάρια και εθήκαν ’ς σο παθνί το βράδυ αν πινούν τα χτήνια να τρώγουν τεάμ.

    Αρ ας λέγω σας από ολίγον οι αγούρ’ ντο δουλείας εποίναν:

    1. Όρθωναν τα σταλία και τα μαντρία ντο εχαλάουσαν ασο πολλά το χιόνι και τα βρεχία το εποίνε το χειμονκόν και εκουτούλιζαν τα πρόγατα.

    2. Τα τσαΐρια όντα ετρανίναν επένανε με τα κερεντίδες και εθέριζανε και εποίνανε τα χορτάρια δέματα για να είχαν το χειμονκόν τροφήν για τα ζα τουνα.

    3. Σον Παρχάρι όντα θα έκοφταν τα τσαΐρια εποίνανε αργατία, επέγεινανε σην βοήθεια ο είς ’ς σον άλλον και ασο τσαϊροκόψιμο και ύστερα το βραδύ εκάθουσαν όλοι ολόερα ασό τραπέζι με την κεμεντσέν και τα καβάλια και ετραγώδειναν και εχόρευαν.Σα ορμάνια επέγαιναν εντάμα αγούρ’ και γυναίκ’ και εποίναν ξύλα. Τα ξύλα ντο εποίναν ο καθαείς εκουβάλεινεν ατα ’ς σο σταλίν ατ’ και εστίβαζεν ατα ’ς σ’ οσπίτιν ατ’ αν εποίνεν κρύον ως να εκατήβαιναν ’ς σο χωρίο να έκαφταν ατά για να εχουλίσαν. Οι Παρχαρέτ’ ασού Αληθινού και του Τσεράχο και τ’ άλλα τα Παρχάρια ντο έταν σιμά σ’ εμάς πορπατεχτά με τα κεμεντσέδες, τα καβάλια και τα χορόντας έρχουσαν και ανταμούσαν σα 28 του Κερασινού με το παλαιό καλεντάρ σεμέτερον τον Παρχάριν την Μαυρέα και ίνουτουν τρανόν πανογύρ’. Από πιρνού ως το βράδυ χορέματα και μασχαρείας ’ς σον χορόν έμπαιναν όλ’ εντάμα αγούρ’ και γυναίκ’ και τα μικρά τα μωρά σα ποδάρια τουνα ανάμεσα. Πανογύρια ίνουσαν και ακομάν ίντανε σε πολλά Παρχάρια ση Τραπεζούντας τα ραχία τα ζεστά τα μήνας και χιλιάδες κόσμο κάθα χρόνο εβγαίν’ και χαίρετε με τη Παρχαρί τη μοίρα και τη κεμεντσές και τη καβαλί το γλυκίν τη λαλία..Αέτς εδιάβαινεν ο καιρόν και όντα έλεπαν ’ς σον Σταυρίτα έρθεν ο κρύον εσόρευανε τα τσαΐρια ντο εποίκανε, τα βουτέριτα, τα τυρία, τα μιτζία και τα σκεύοια ντο έφεραν ασό χωρίο και εκάρφωναν έμορφα του σταλί τα παράθυρα, εβάλναν πασάλια απές ’ς σο σαλόν αν εφτάει πολλά χιόνι να μη διαβαίν’ κά’ το σθέβος. Έμορφα εκλείδωναν την πόρτα με το κλειδίν και εχπάσκουσανε για το χωρίον. Ατοίν που είχανε πρόβατα και αρνία εκατήβαιναν ’ς σα κώμια, τα κώμια έσαν σο χωρίο ολίγον επάν’ μερέα.Αραέτς πα ασί Μαυρέα τον Παρχάρι εκατήβαινα και εγώ και πέντε χρόνια έχω ουκ’ επήγα να παρχαρεύω. Οφέτος να πάω σην Μαυρέαν.Μαυρέαν εν τεμέτερον του Παρχάρι το όνομα. Έν 25χλμ ασό χωρίο μ’ μακριά και πάντα με τα ποδάρια πάμε εκεί.

    __________________________
    Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ
    __________________________

    Του Παρχαρί ο δρόμον

    Οι άνδρες έως τις 15 Μαΐου οι κάτοικοι των χωριών της Τραπεζούντας ανεβαίνουν στα Παρχάρια, όπου και μένουν περίπου ως τον Σεπτέμβριο. Παίρνουν μαζί τους τα ζωντανά τους όπως γελάδια, μοσχάρια, βουβάλια, πρόβατα, αρνιά και μπαίνουν στον δρόμο του Παρχαριού. Οι άνδρες οδηγούσαν μπροστά τα ζωντανά, ενώ οι γυναίκες ακολουθούσαν φορτωμένες με καλάθια που είχαν μέσα τα αναγκαία τρόφιμα της διαδρομής έως την άφιξη στις εγκαταστάσεις των Παρχαρίων. Όσες γυναίκες είχαν μικρά παιδιά φορτωνόντουσαν και τα παιδιά τους και σιγά – σιγά φτάναμε στην πρώτη στάση μας, περίπου ξημερώματα, στην τοποθεσία Κάμπος του Χασιλά. Εκεί συγκεντρωνόταν κόσμος από τα γύρω χωριά και, αφού έτρωγαν όλοι μαζί το πρωινό γεύμα, χόρευαν με τις λύρες και τα καβάλια κάνοντας ένα μεγάλο χορό και ξεκινούσαν όλοι για τον Παρχάρι. Εάν λόγω καιρικών συνθηκών δεν κατόρθωναν να φτάσουν στις εγκαταστάσεις τους, πριν σκοτεινιάσει, διέμεναν τη νύχτα σε Χάνια και τα ξημερώματα ξεκινούσαν πάλι για το Παρχάρι. Πολλοί ξενιτεμένοι συντοπίτες μας κυρίως στη Γερμανία ερχόμενοι για διακοπές τους θερινούς μήνες στην Τραπεζούντα ανταμώνονταν με φίλους και συγγενείς στο δρόμο για το Παρχάρι. Όταν συναντιόνταν φίλοι και γνωστοί ο χορός και το παρακάθι, τα πειράγματα και οι αναφορές στο παρελθόν ήταν θέμα χρόνου, συνοδεία πάντα λύρας και καβαλιού. Η διαδρομή ήταν γεμάτη βλάστηση με πανύψηλα δέντρα, λογής – λογής ανθισμένα λουλούδια, ενώ τα κελαηδήματα και η βοή από τα αφρισμένα νερά των ποταμών συμπλήρωναν τον πανηγυρικό χαρακτήρα της πομπής των συγχωριανών μου για του παρχαρί τον δρόμο. Έτσι λοιπόν με τα ζωντανά και φορτωμένοι με τα αναγκαία έφταναν και οι χωριανοί μου στο δικό μας Παρχάρι, που ονομάζεται Μαυρέα.

    Του Παρχαρί τα δουλείας

    Να σας περιγράψω στη γλώσσα μας τώρα τις δουλειές με τις οποίες καταγίνονταν οι άντρες. Οι άντρες επιδιόρθωναν τις στέγες των σπιτιών του Παρχαριού που δεν άντεχαν τις περισσότερες φορές στις ισχυρές βροχοπτώσεις και τις παρατεταμένες χιονοπτώσεις του χειμώνα και έφτιαχναν τις περιφράξεις των κήπων. Έπειτα συγκεντρώνονταν σ’ ένα κεντρικό σημείο και αποφάσιζαν για το ποιος θα αναλάβει επί αμοιβής τη φύλαξη των ζωντανών ως τσοπάνος. Το κούρεμα των προβάτων ήταν και αυτό καθήκον των ανδρών.Καθώς μεγάλωναν τα λιβάδια, τα θέριζαν με τις κόσες και έκαναν τα χόρτα δέματα για να τα χρησιμοποιήσουν ως τροφή για τα ζωντανά τους, το χειμώνα. Στον θερισμό υπήρχε το σύστημα της “αργατίας” δηλαδή πηγαίναμε και βοηθούσαμε ο ένας τον άλλο και το βράδυ μαζευόμασταν σε ένα σταλί όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι και χορεύαμε και τραγουδούσαμε με λύρα και καβάλια… Να σας περιγράψω στη γλώσσα μας τώρα τις δουλειές με τις οποίες ασχολούνταν οι γυναίκες Το πρωί τακτοποιούσαν το σταλί, μαγείρευαν το φαΐ, έκαναν ζυμάρι για το ψωμί και θήλαζαν τα μωρά τους. Έβαζαν το γάλα στη δουρβάνα και το δουρβάνιζαν για να πάρουν το βούτυρο και, αφού τέλειωναν με αυτή τη διαδικασία, παρήγαγαν τα τυροκομικά προϊόντα τους.Καθάριζαν τις κοπριές από τα μαντρί και τις σκορπούσαν στα λιβάδια για να μεγαλώσει το χόρτο και συνέχιζαν με το θερισμό των χόρτων, τα οποία τοποθετούσαν στις πάχνες των ζωντανών προς βρώση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Στα δάση πήγαιναν άντρες και γυναίκες μαζί. Τα ξύλα, που έκανε καθένας, τα έπαιρνε και τα στοίβαζε στο σταλί του για να τα κάψει για θέρμανση τις βραδιές που έκανε κρύο.Οι άνθρωποι από τα Παρχάρια του Αληθινού και του Τσεράχο, περπατώντας με λύρες και καβάλια, με χορό και με τραγούδι έρχονταν και ανταμώνονταν στις 28 Ιουνίου με το παλαιό ημερολόγιο, το οποίο ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούν οι γυναίκες στην καθημερινή ζωή τους, στο δικό μας Παρχάρι, την Μαυρέα. Από το πρωί ως το βράδυ χορός, τραγούδι και πειράγματα όλοι μαζί, άντρες γυναίκες, με τα μικρά τα παιδιά να μπερδεύονται ανάμεσα στα πόδια τους… Τέτοια πανηγύρια γίνονταν και ακόμη γίνονται στα Παρχάρια της Τραπεζούντας τους θερινούς μήνες και χιλιάδες κόσμος ανεβαίνει και χαίρετε με τη μυρωδιά του Παρχαριού και τις γλυκές μελωδίες της λύρας και του καβαλιού.Κάπως έτσι περνούσε ο καιρός και όταν τον Σεπτέμβριο άρχιζε να κρυώνει ο καιρός μάζευαν τα χόρτα, το βούτυρο, το τυρί, τα τυροκομικά και τα σκεύη που είχαν φέρει από το χωριό, κάρφωναν επιμελημένα τις πόρτες και τα παράθυρα από τα σταλία και έβαζαν πάσσαλους στη μέση του σαλονιού για να προστατέψουν τη σκεπή από το πολύ χιόνι. Κλείδωναν την πόρτα και ξεκινούσαν για το χωριό. Όσοι είχαν πρόβατα δεν κατέβαιναν απευθείας στο χωριό αλλά έμεναν για λίγο καιρό ακόμη λίγο πιο ψηλά έξω από το χωριό στα ονομαζόμενα “Κώμια” .Έτσι κάπως κατέβαινα και εγώ από την Μαυρέαν, στην οποία έχω να παρχαρέψω 5 πέντε χρόνια. Φέτος επιτέλους θα ξανανεβώ στην Μαυρέα.Μαυρέα είναι δικός μας ο Παρχάρης, ο οποίος είναι 25χλμ μακριά από το χωριό μας και στον οποίο ανεβαίνουμε πάντα πεζοί.

    __________________________________________________________________________________
    ΑΛΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΜΠΛΟΓΚΟΣΦΑΙΡΑ ΑΠΌ ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ» (απ’ την Κομοτηνή)

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 25/09/2007

  2. […] -Το “Οφίτικο Συναπάντε […]

    Πίνγκμπακ από -Δύο χρόνια Π&Α: Ένας “εγωκεντρικός” απολογισμός! « Πόντος και Αριστερά | 31/12/2008

  3. […] -Το “Οφίτικο Συναπάντεμαν” […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: