Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Η «ΑΥΓΗ» και οι βρωμοδουλειές της εξουσίας…

Για  2η  φορά  προβοκάρει  τις  προσφυγικές  οργανώσεις

Η αποχουντοποίηση υπήρξε μια δύσκολη διαδικασία, ακόμα και όταν ήταν αίτημα λαϊκό και απαίτηση των καιρών! Η «αποχουντοποίηση» όμως από τα κυκλώματα που μετέτρεψαν την «Αυγή» και τον Συνασπισμό σε θεραπαινίδες της εξουσίας, θα αργήσει μάλλον να γίνει. Τα σταγονίδια καλά κρατούν και δεν είναι εύκολο, όπως φαίνεται να ξηλωθούν. Κι αν στον Συνασπισμό τα πράγματα πήγαν καλύτερα, στην «Αυγή»… μαύρη μαυρίλα πλάκωσε!

image004.jpg Με αφορμή τη «σύγκρουση» για το αναθεωρητικό νέο βιβλίο Ιστορίας -θα τρίζουν τα κόκκαλα του Σβορώνου- η «Αυγή» αποφάσισε να ξαναγίνει «μπροστολάτης» του αγώνα, μαζί μ’ έναν εσμό π#υ*#%μένων δημοσιογράφων! Να καταγγείλει άπαντες τους διαφωνούντες, ως «ακροδεξιούς», «χριστοδουλικούς» και ότι άλλο κατεβάσει το αντιδραστικό κεφάλι τους… Για τους εαυτούς τους κράτησαν τα εύσημα των «προοδευτικών», των «εκσυγχρονισμένων». Ειδικά ο Φίλης ενδύθηκε και τη φορεσιά του Νέου Ιστορικού στρατηλάτη, και άρχισε να παίρνει, αβέρτα-κουβέρτα, τα κεφάλια των «αντιδραστικώνε».

dsc04165_.jpg

Έτσι λοιπόν, για δεύτερη φορά η «Αυγή» μετατρέπεται σε επίλεκτη ομάδα εφόδου κατά των προσφυγικών οργανώσεων, εφόσον και αυτές πρωτοστατούν στην καταγγελία του νέου στρατευμένου -μέσα από την ουδετεροποίηση- βιβλίου Ιστορίας.  Γιατί αυτές πρώτες κατήγγειλαν την αναθεώρηση της Ιστορίας που επιχειρείται. Μια αναθεώρηση, που στην Ευρώπη μόνο οι φιλοΝΑζί ιστορικοί επιχειρούν σήμερα… Εδώ όμως βρισκόμαστε στα Μπαλκάνια, τα πάντα είναι αντεστραμμένα.

hasopard.jpg Ας θυμηθούμε λοιπόν τις μέρες δόξας της «Αυγής» (18 Φεβρουαρίου του 2001), όταν χρησιμοποιήθηκε -μαζί με την τότε, αντίστοιχης ποιότητας, ηγεσία του κόμματος- ως το κύριο αντιδημοκρατικό μέσο για να ανατραπεί η ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων, που καθιέρωνε ως Ημέρα Μνήμης για τη γενοκτονία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία,   τη 14η Σεπτεμβρίου.  Με αιχμή του μαύρου δόρατος το συγκεκριμένο χώρο,  έγινε τότε  ένα, επί της ουσίας, πραξικόπημα κατά της ελληνικής Βουλής και της βούλησης του ελληνικού λαού, με την απόσυρση του προς υπογραφή Προεδρικού Διατάγματος για να διαγραφεί ο όρος «γενοκτονία»….

Αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί τότε στην «Καθημερινή»

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_23/02/01_I7064898=I7064898=%7C01&01-0201!cod230201$36006.html

haveaniceday.gif

Η  ΝΕΑ  ΥΒΡΙΣ  ΚΑΤΑ ΤΟΥ  ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΥ  ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Μπορεί να μη γνωρίζουμε τι  ακριβώς  συμβαίνει όταν πετά μια πεταλούδα στο Πεκίνο, ξέρουμε όμως με βεβαιότητα τι συμβαίνει στην Αθήνα όταν γρυλίζει ο Γκρίζος Λύκος στην Άγκυρα.

Τις τελευταίες ημέρες γίναμε μάρτυρες μιας απίθανης νεοελληνικής ιστορίας καθημερινής τρέλας. Ένας Νόμος της Βουλής των Ελλήνων για τη Γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού -που ψηφίστηκε ομόφωνα τον Οκτώβριο του 1998 και δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβέρνησης» (ΦΕΚ 13.10.98) με τις υπογραφές του Προέδρου της Ελλάδας Κ. Στεφανόπουλου και των τότε υπουργών Α. Παπαδόπουλου, Ευ. Βενιζέλου και Ε. Γιαννόπουλου- ακυρώνεται στην πράξη με ακατανόητες μεθοδεύσεις.

Με βάση το 2ο άρθρο του Νόμου έπρεπε να καθοριστεί «ο χαρακτήρας, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης» με Προεδρικό Διάταγμα. Το άρθρο αυτό έμεινε -καθόλου τυχαία- ανενεργό για διόμιση χρόνια. Πρόσφατα, με πρωτοβουλία του υπουργού Πολιτισμού Ευ. Βενιζέλου και του υφυπουργού Εσωτερικών Κ. Καϊσερλή πήρε το δρόμο του για ολοκλήρωση της διαδικασίας με την τυπική υπογραφή του από τον Προεδρο της χώρας, ο οποίος τον είχε υπογράψει έτσι κι αλλοιώς δυό χρόνια πριν.

Ως αποτέλεσμα της σφοδρής αντίδρασης των εθνικιστών της Άγκυρας  και της επίσης σφοδρής διαφωνίας -ως μη όφειλαν- των δύο πόλων της νεοελληνικής «εκσυγχρονιστικής Αριστεράς» (σ.τ.μ. Συνασπισμός και Μπίστης), μαζί με τους νεοφιλεύθερους του Μάνου, το προεδρικό διάταγμα απεσύρθη για να απαλειφθεί ο όρος «γενοκτονία». Το εντυπωσιακό είναι ότι το 1ο άρθρο του ήδη ψηφισμένου και δημοσιευμένου νόμου αναφέρει: «Ορίζεται η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ως ημέρα εθνικής μνήμης  της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος».

Η ιστορία αυτή θα προσέθετε ακόμα λίγο αλατοπίπερο στη μίζερη νεοελληνική καθημερινότητα, εάν δε σχετιζόταν με ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της σύγχρονης Ελλάδας, τους Μικρασιάτες και δεν αφορούσε μια μεγάλη Λευκή Σελίδα του σύγχρονου ελληνισμού. Μιας ιστορίας που -όσον αφορά το εσωτερικό της Ελλάδας- ανέδειξε τη δυνατότητα διαφόρων ανεξέλεγκτων μηχανισμών να καθορίζουν τη συμπεριφορά της πολιτείας, να ερμηνεύουν κατά το δοκούν τις αποφάσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και εν τέλει, να αναιρούν τις κατακτήσεις της κοινωνίας των πολιτών.

Ας δούμε όμως το ζήτημα από την αρχή!

Γενοκτονία και Μικρά Ασία

Εδώ και πολλά χρόνια, οι οργανώσεις των προσφύγων του ’22 προσπαθούσαν με συνεχή υπομνήματα και διαρκή υποβολή αιτημάτων, να κατοχυρώσουν τη Γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού στη συλλογική μνήμη του νεότερου ελληνισμού..

Ο όρος «γενοκτονία» ως διεθνής νομικός όρος εισήχθη στο Διεθνές Δίκαιο από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών με τη Σύμβαση του 1948. Σύμφωνα λοιπόν με τη σχετική Σύμβαση, γενοκτονία είναι: «η εσκεμμένη προσπάθεια καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας», με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

«α) το φόνο μελών της ομάδας,

β) την πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας,

γ) τη σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής υπολογισμένων έτσι ώστε να επιφέρουν τη φυσική τους καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει,

δ) την επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή γεννήσεων στο εσωτερικό της ομάδας και

ε) την υποχρεωτική μεταφορά των παιδιών της ομάδας σε κάποια άλλη.»

Στην περίπτωση των Ελλήνων της Μικράς Ασίας εφαρμόστηκαν και οι πέντε τρόποι. Εκατοντάδες διπλωματικά έγγραφα της εποχής, καθώς και δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, μαζί με μαρτυρίες των επιζώντων συγκροτούν ένα αδιαμφισβήτητο αποδεικτικό υλικό. Με βάση τον ορισμό του ΟΗΕ, μόνο η σφαγή στη Σμύρνη το Σεπτέμβριο του ’22, ή οι σφαγές στο Αϊβαλί, τα Μοσχονήσια, το Μπουρνόβα, τα Βουρλά κ.ά. συνιστούν «έγκλημα γενοκτονίας».

Στη μικρασιατική περίπτωση τα πράγματα ήταν πολύ πιο σαφή εξαρχής. Από το 1911 υπήρχε η ομολογημένη απόφαση της κρατικής εξουσίας των Νεοτούρκων για χρήση βίας κατά των χριστιανικών ομάδων του κράτους τους με στόχο τη βίαιη αφομοίωση. Υπάρχουν οι οργανωμένες μαζικές διώξεις και εκτοπίσεις από την έναρξη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου στην Ανατολική Θράκη, την Ιωνία και τον Πόντο, με στόχο την οριστική εξαφάνιση του ελληνικού πληθυσμού, στο πλάισιο του προαποφασισμένου σχεδίου του 1911. Με βάση τα προξενικά έγγραφα των Αυστριακών και Γερμανών συμμάχων των Νεοτούρκων, που δημοσίευσε ο καθηγητής Π. Ενεπεκίδης, φαίνεται καθαρά ότι υπάρχουν γενικευμένοι διωγμοί κατά του ελληνικού στοιχείου. Εκτός από το μποϋκοτάζ κατά των ελληνικών καταστημάτων, απαγορεύουν τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών. Περιπτωσιακά αναφέρουμε ότι μια τέτοια έκθεση του Αυστριακού πρέσβη της Κωνσταντινούπολης προς το διοικητικό του προϊστάμενο τιτλοφορείται «Οι διωγμοί των Ελλήνων».

Στα Δαρδανέλλια, στη Ραιδεστό, στο Αϊβαλί στην Έφεσσο, στη Σμύρνη κ.ά. υπάρχουν διωγμοί και κακομεταχείρηση. Σε πολλά μέρη ο ελληνικός πληθυσμός εκτοπίζεται με στόχο την εξαφάνιση. Στα προξενικά έγγραφα των συμμάχων των Τούρκων αναφέρονται ως περιοχές διωγμών η Ανατολική Θράκη, η παραλία της Ιωνίας και φυσικά ο Πόντος. Και όλα αυτά το 1914, την εποχή που η Ελλάδα χαρακτηρίζεται για τη φιλογερμανική της πολιτική. Οι διώξεις αυτής της περιόδου κατά του ελληνικού πληθυσμού οδηγούν σε μεγάλη όξυνση τις σχέσεις των δύο χωρών.

Ειδικά όμως μετά το 1916, όταν η Ελλάδα συμμετέχει πλέον στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, οι διώξεις κορυφώνονται. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπολογίζει στη «Μαύρη Βίβλο» που εξέδωσε, ότι περίπου 490.000 Έλληνες θανατώθηκαν μέχρι το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η δεύτερη φάση της Γενοκτονίας συνδέεται με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από τον άμαχο πληθυσμό. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1919-1922 είναι η τελεία στο μεγάλο δράμα που οργανώθηκε και ξεκίνησε πολύ νωρίτερα.

Η σφαγή της Σμύρνης και της ιωνικής παραλίας μετά τη νίκη του τουρκικού στρατού, υπήρξε μεθοδευμένη πράξη που υπερκαλύπτει τους όρους που θέτει η Σύμβαση του 1948. Η σύλληψη όλων των ανδρών από 15 χρονών έως 70 και η αποστολή τους σε τάγματα εργασίας στα ενδότερα -απ’ όπου λίγοι επέστρεψαν- η κακομεταχείρηση των γυναικόπαιδων με στόχο τη λεηλασία και την υποχρεωτική εγκατάλειψη των γενέθλιων τόπων, πολύ πριν την υπογραφή της Συμφωνίας Ανταλλαγής Πληθυσμών, συνιστούν πράξη γενοκτονίας.

Η Μεγάλη Σιωπή και η κοινωνία των πολιτών

Την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής, τα κόμματα της δεκαετίας του ’20 -που όλα είχαν τις μικρές ή μεγάλες ευθύνες τους- επέλεξαν να ξεχαστούν τα πάντα. Η εξόντωση της προσφυγικής μνήμης υπήρξε θεμέλιος λίθος της μετά το ’22 νεοελληνικής ιδεολογίας. Η πολιτική  καταστολής της μνήμης των προσφύγων κορυφώθηκε την περίοδο της χούντας. Όμως, μέσα στην κοινωνία των Μικρασιατών, στην Ελλάδα και στη Διασπορά, η μνήμη παρέμενε ζώσα.

Οι προσφυγικές οργανώσεις κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια για αναγνώριση της Γενοκτονίας και καταγραφή της στη συλλογική μνήμη των Ελλήνων. Η προσπάθεια αυτή έγινε εντονότερη τη δεκαετία του ’80, όταν το ευρύτερο πλαίσιο έγινε πιο ανεκτικό. Οι προσπάθειες των προσφυγικών οργανώσεων βρήκαν για πρώτη φορά διέξοδο την εποχή που η κοινωνία των πολιτών άρχισε να διευρύνεται. Έτσι, το Μάϊο του 1997 τρεις Μικρασιάτες βουλευτές, οι Γ. Χαραλάμπους, Γ. Διαμαντίδης και Γ. Καψής κατέθεσαν πρόταση νόμου για την «Καθιέρωση της 14ης Σεπτεμβρίου ως Ημέρας Εθνικής Μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας». Αυτός είναι ο επίμαχος Νόμος που ψηφίστηκε ομόφωνα από τη Βουλή των Ελλήνων τον Οκτώβριο του 1998 και δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα της Κυβέρνησης» με την υπογραφή του Προέδρου της Ελλάδας Κ. Στεφανόπουλου.

Τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες ημέρες, δεν έχουν ακόμα συνειδητοποιηθεί από τους Μικρασιάτες της Ελλάδας και τις οργανώσεις τους. Αποτελούν μια κακοστημένη φάρσα που στοχεύει να μετατρέψει το άσπρο σε μαύρο. Μια απίθανη συμμαχία ανθρώπων, κομμάτων και εφημερίδων, που οι πολιτικοί τους προπάτορες είχαν πολεμήσει στο πλευρό του τουρκικού εθνικισμού, υλοποιώντας την τότε σοβιετική εξωτερική πολιτική, όπως εκφράστηκε με τη συμφωνία Λένιν-Κεμάλ Ατατούρκ. Με το θράσος του κατόχου του αλάθητου -χωρίς ποτέ να έχουν εκφράσει μια στοιχειώδη συγγνώμη προς τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής για την τότε πολιτική τους- επιχείρησαν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε χώρα του Όργουελ. Παρακάμπτοντας τον ορισμό που δίνει ο ΟΗΕ για το έγκλημα της Γενοκτονίας, επιχείρησαν να ορίσουν εκ νέου το διεθνή νομικό όρο. Αγνόησαν ακόμα και τις σύγχρονες προσεγγίσεις της αντικεμαλικής τουρκικής Αριστεράς, η οποία -χωρίς κανένα σύμπλεγμα- αναφέρεται στις διώξεις κατά των Χριστιανών (συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων) ως Γενοκτονία και καταγγέλει γιαυτό τον τουρκικό εθνικισμό. Για άλλη μια φορά γινόμαστε βασιλικώτεροι του βασιλέως.

Εν κατακλείδι!

Τελικά τα κατάφεραν! Έτσι λοιπόν, σύμφωνα με τη γνώμη τους, η Μικρασιατική Καταστροφή δεν ήταν Γενοκτονία. Δεν υπήρχε τουρκικό σχέδιο εξόντωσης των Ελλήνων, ούτε και διωγμοί πριν το 1919. Τα θύματα και οι θύτες έχουν την ίδια ευθύνη. Τα εγκλήματα που διέπραξε διαλυμένος ελληνικός στρατός στην οπισθοχώρηση -μετά την ήττα τον Αύγουστο του ’22- κατά του άμαχου μουσουλμανικού πληθυσμού, εξισώνονται με την προσχεδιασμένη Γενοκτονία που διέπραξε η συντεταγμένη εξουσία των Νεοτούρκων και των Κεμαλικών.

Ίσως κάποτε να μάθουμε να μη βλέπουμε το ιστορικό μας παρελθόν -που σχετίζεται με την ελληνοτουρκική συνάντηση-  με τα γυαλιά του τουρκικού εθνικισμού. Πόσο, αλήθεια, πιο τυχεροί από τους Έλληνες είναι οι Εβραίοι και οι Αρμένιοι!

10-ianouariou-2007.jpg

——————————–

Eυχαριστούμε για άλλη μια φορά τον φίλο μας, ιστορικό, Βλάση Αγτζίδη που μας επέτρεψε να χρησιμοποιήσουμε ένα, δημοσιευμένο παλιότερα, κείμενό του.

——————————–

KATA THΣ ΑΠΑΛΟΙΦΗΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΝΟΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ Η ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ ΝΕΑΣ ΥΟΡΚΗΣ

Νέα Υόρκη, 11 Μαρτίου 2001 (20:25 UTC+2)

Την έκπληξη και αγανάκτηση της για την φερόμενη απαλοιφή της λέξης γενοκτονίας από τον νόμο που θέσπιζε την 14η Σεπτεμβρίου ως μέρα μνήμης για την γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού εκφράζει με ανακοίνωση της η Ομοσπονδία Ελληνικών Σωματείων Μείζονος Νέας Υόρκης.

Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι η πράξη της απαλοιφής είναι αυθαίρετη και αμφισβητούμενης νομιμότητας, ενώ τονίζει ότι έγινε μετά από πιέσεις Τούρκων αξιωματούχων.

«Αυτή η συμπεριφορά είναι ανάξια ενός κυρίαρχου κράτους και μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης και συμπίπτει χρονικά με αποφάσεις κοινοβουλίων του πολιτισμένου κόσμου που αναγνωρίζουν επισήμως με την ψήφο τους τις γενοκτονίες τις οποίες διέπραξαν οι τουρκικές αρχές στη Μικρά Ασία», προσθέτει.

Περαιτέρω, επισημαίνει ότι με αυτή την απόφαση δεν ωφελείται η Τουρκία γιατί ενισχύονται βαρβαρικές και μη ευρωπαϊκές νοοτροπίες, αλλά ούτε και η Ελλάδα γιατί η καταστρατήγηση των νόμων της προκειμένου να εμφανιστεί πνεύμα συνεργασίας με το αυταρχικό τουρκικό καθεστώς υπονομεύει τις σύγχρονες δημοκρατικές αξίες και τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό της δημοκρατίας.

Τέλος, υπογραμμίζει ότι είναι αδιανόητο στο όνομα της ελληνοτουρκικής προσέγγισης οι Ελληνες να προχωρήσουν οικειοθελώς στην άρνηση της ίδιας τους της ιστορίας και στην «αποστείρωση» της συλλογικής τους μνήμης, συγκαλύπτοντας τα εγκλήματα που συντελέστηκαν σε βάρος των προγόνων τους και όλης της ανθρωπότητας.

http://www.greece.org/genocide/mpa.htm

————————————————————————–

altan8_204.jpg

Advertisements

06/02/2007 - Posted by | -Βιβλίο Ιστορίας, -Ιδεολογικά, -Nεοελληνικός ανορθολογισμός

44 Σχόλια »

  1. ΣΤΑΘΗΣ Σ. 31.Ι.2007 stathis@enet.gr

    ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 31/01/2007

    Προς την «Αυγή»:

    Κύριοι:

    1) η υποδόρια λοιδορία για το «δυναμικό» και «υπερβολικό» ύφος του «ναυτίλου» έως τώρα μου έχει επιφυλαχθεί από σοβαροφανείς εκσυγχρονιστές ή άλλους καθωσπρεπικούς καλούς ανθρώπους. Φαίνεται ήρθε η σειρά μου να μετάσχω της υμετέρας παιδείας που έχει στείλει πολλούς αγωνιστές της Αριστεράς σπίτια τους. (Δεν θα σας κάνω τη χάρη, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία)…

    2) Η αγαθή πονηρία (στο χωριό μου το λένε κουτοπονηριά) να αναρωτιέσθε: «αν καταλάβαμε καλά, ο Στάθης κατατάσσει τον εαυτό του σε εκείνους που κάνουν κριτική στο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού που κατηγορήθηκε από τα γνωστά εθνικιστικά κέντρα για… λειψό (τουλάχιστον) πατριωτισμό!», έχει μίαν απάντηση: δεν καταλάβατε! Και μια χειρότερη: πάψτε να κάνετε ότι δεν καταλαβαίνετε.

    Η κριτική μου στο βιβλίο, όπως πολλών πολιτών από όλο το πολιτικό φάσμα, εδράζεται σε μία συνολικότερη αντίθεση στο φαινόμενο της πολιτικώς ορθής χρήσης της Ιστορίας με σκοπό την άμβλυνση της μνήμης, όταν αυτή μπορεί να ενοχοποιηθεί για αναπαραγωγή του «μίσους». (Ειρήσθω εν παρόδω ότι, όπως έλεγε κι ο Μαρξ, το μίσος για τους τυράννους είναι η αγάπη για τους ανθρώπους).

    Πρόκειται για μια ιδεολογικοποιημένη προσέγγιση της Ιστορίας, απολύτως αντιεπιστημονική που την υποβαθμίζει σε προπαγάνδα. Μάλιστα, μεταφυσική προσέγγιση, αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

    Συνεπώς η επιμονή σας να με προσμετράτε, είτε στα ίσα όπως πράξατε στην αρχή, είτε με κουτοπονηρίες όπως επιμένετε να συνεχίζετε στους «εθνικιστικούς» κύκλους, συνιστά προβοκάτσια. Και ακόμα χειρότερα: χυδαία προβοκάτσια. Ανάξια της ιστορίας της Αριστεράς, αλλά άξια της κατάρας που μας δέρνει.

    ***

    Αν η άποψή μου (και η στάση μου) να θεωρώ τον πατριωτισμό της Αριστεράς πολύτιμον για τον διεθνισμό της τον εκλαμβάνετε ως εθνικισμό, τότε πράγματι διαφέρουμε. Και διαφέρουμε κατά τούτο: εγώ (σε αυτήν την περίπτωση είναι απαραίτητο το α’ ενικό) δεν πρόκειται να υποστηρίξω ένα βιβλίο, όπως της κυρίας Κουλούρη, που τόσον θερμώς εσείς υποστηρίζετε,, χρηματοδοτημένο από τον Σόρος ή τις ΗΠΑ ή τον όποιον ακροδεξιό, αντιδραστικό, ιμπεριαλιστικό μηχανισμό – όσον λάιτ κι αν λάμπει το χρυσό, φιλελεύθερο, μεταρρυθμιστικό κι εκσυγχρονιστικό του δοντάκι.

    3) Για τις σοφιστείες. Στο ερώτημά σας, αν υποστηρίζω την απόσυρση για διορθώσεις του ενός βιβλίου ή τη μη έκδοση του άλλου απ’ την κυρία Γιαννάκου (πράγμα που χαρακτηρίζετε… λογοκρισία) δεν μπορώ να απαντήσω διότι μένω άφωνος.

    α) Υπερασπίζεσθε το αλάθητο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου;

    β) Η κριτική γιατί γίνεται, αν δεν διεκδικεί το δικαίωμα της διόρθωσης; Δικαίωμα στην κριτική (μάλιστα έναντι του κράτους και των θεσμών) δεν έχουν όλοι οι πολίτες; Μόνον οι επαΐοντες δικαιούνται «για να ομιλούν»; Δεν ντρέπεσθε;

    γ) Αν η κριτική αποδειχθεί ή θεωρηθεί σωστή, η διόρθωση συνιστά… λογοκρισία; Αν δηλαδή γραφεί ένα λοβοτομικό ακροδεξιό παραλήρημα -λέμε τώρα- η τεκμηριωμένη απαίτηση της καθαίρεσής του συνιστά λογοκρισία;

    δ) Κι επειδή θα το αποσύρει η κυρία Υπουργός είναι επίσης λογοκρισία ακριβώς για αυτό; Ποιος άλλος θεσμός είναι αρμόδιος για κάτι τέτοιο; η θεία μου η Φωτούλα;

    Αφήστε τις εξυπνάδες ενός στρεψία και κυρίως τις μανιχαϊστικές λογικές ενός Πολύδωρα, ατιμάζετε εκείνον στον οποίον θέτετε τέτοια διλήμματα.

    ***

    4) Τέλος και μαζί του τελεία και παύλα: θεωρήσατε προσβλητικό το ερώτημά μου «ποια Αριστερά κατοικεί στην Αυγή;» και μου το επιστρέφετε! Εχετε δίκιο. Ηταν προσβλητικό. Με παροτρύνετε στη συνέχεια να «ρωτήσω τον ίδιο τον εαυτό μου και τους ανθρώπους γύρω μου και θα λάβω καθαρή απάντηση». Σε αυτό έχετε άδικο. Ρωτάω. Ρωτάω καιρό τώρα. Και οι απαντήσεις που λαμβάνω δεν είναι «καθαρές». Ούτε για σας, ούτε για μένα.

    Κι αυτό είναι πιο προσβλητικό. Πολλοί γύρω μας, σύντροφοι, αγωνιστές ή ανήσυχοι άνθρωποι απ’ όλους τους πολιτικούς χώρους ρωτάνε >«ποια Αριστερά κατοικεί μέσα σας;».

    Ο «πάντα φίλος» Στάθης που λέτε εσείς για μένα και το «κύριοι» που για πρώτη φορά λέω εγώ για εσάς, δεν συνιστούν το «σύντροφοι» που κάποτε με ζέση αξιώσαμε ο ένας απ’ τον άλλον. Πολλές δημόσιες σχέσεις μαζεύτηκαν όλα αυτά τα χρόνια, πολλές λέξεις εστάλησαν στην εξορία και πολλές ρετσινιές πήραν τη θέση τους.

    Αυτοί που με λένε «εθνικιστή», όπως άλλοι με είπαν «γενίτσαρο», δεν θα με μάθουν γράμματα απ’ την Ιστορία του Σόρος. Αν ορισμένοι έχουν βροντώδη άγνοια (επί του προκειμένου ιστορική), ας μην την απαιτούν από όλους, όταν μάλιστα η πολιτική τους μυωπία βλέπει τον φαιδρό Καρατζαφεροχριστόδουλο και δεν βλέπει τον Σκαιό Αμερικανικό Ιμπεριαλισμό (και στα γράμματα)…

    Υ.Γ. Το γεγονός ότι ο κ. Πρετεντέρης χρησιμοποιεί για το εν λόγω θέμα τα ίδια επιχειρήματα με σας, κύριοι της «Αυγής», θα έπρεπε να μου δώσει το δικαίωμα να σας προσμετρήσω στους «Ντερμπεδέρηδες»; Δεν έχω το αναγκαίο έλλειμμα ήθους για να το κάνω. Εσείς πότε το αποκτήσατε για να με προσθέτετε στους «εθνικιστές» ή στους «ψυχωσικούς» που κατά κύριον Λιάκο τολμούν να (αντι)μιλούν;

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 01/02/2007

  2. μανιχαϊστικές λογικές: Γιατί πρέπει όλοι να χρησιμοποιούν ξαφνικά τις ίδιες λέξεις. Από τη στιγμή που διαβάζω περί του περιβόητου αυτού βιβλίου, συνέχεια αυτή η λέξη αναφέρεται. Χάθηκαν τοοοοσες άλλες. Αχ που είσαι Μαρξ, που πέρναγες όλη την διανόηση το 19ου αιώνα, που ήταν και βαρβάτη διανόηση, γενεές 14.
    Ας είναι καλά η νέα γλώσσα, η νέα αντίληψη, η νέα τάξη, η νέα λογική, η νέα ιστορία, η νέα αριστερά, ο νεομαθουσαλισμός (ναι και αυτό έχει ειπωθεί) το νεο-τίποτε!
    Απροπό, τι θέλει να πει ο Στάθης με το μανιχαϊσμό? Γιατί δεν τους λέει βαποράκια της εξουσίας, να καταλάβουμε και εμείς οι «πλοίαρχοι» και «ψωμάδες» που λέει και ο αξιότιμος καθηγητής κ. Λιάκος???

    Σχόλιο από ange-ta | 01/02/2007

  3. Αγαπητή ange-ta,
    νομίζω ότι αυτή είναι η δεύτερη φορά, μόνο, που χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη έκφραση!

    Και ένα άσχετο: στο μπλογκ σου προσπάθησα να βάλω ένα σχόλιο. Δεν τα κατάφερα και στο παραθέτω εδώ (λίγο ανορθόδοξο: αλλά δεν είναι το μόνο)

    «Ξέρετε φαντάζομαι ότι η πρώτη ταξική διαίρεση, και σύγκρουση παράλληλα, ήταν μεταξύ των φύλων.

    Η αφήγηση αυτή μάλλον από την εποχή της πατριαρχίας, που φάινεται να τελειώνει όμως στις μέρες μας!!!

    Γκρεγκ, είμαστε οι τελευταίοι των μοϊκανών (του φύλου μας)!»

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 01/02/2007

  4. Οχι, πρώτα ήρθε η ταξική διαίρεση, με τη δημιουργία των πρώτων περιουσιών και μετά ηρθε η υποδούλωση του θηλυκού φύλου στο αρσενικό, προκειμένου να διασφαλιστεί η κληρονομιά του αρσενικού στα τέκνα του. Αυτά γράφει ο Ένγκελς στην καταγωγή της οικογένειας, αλλά και ο Μπέμπελ.
    Και καθόλου δεν είσατε οι τελευταίοι των μοϊκανών, καθότι η αντρική κυριαρχία είναι παρούσα και ισχυρή, αφού οι λόγοι δεν έχουν εκλείψει. Προσωπικά πιστεύω, ότι το θέμα είναι πιο περίπλοκο και έχει να κάνει με τη εξουσιαστική μανία του χόμο σάπιενς.
    Ναί, περίεργο μου το είχε πει και ο Χ. Μόρφος, αλλά τελικά μου άφησε. Τι να πώ!

    Σχόλιο από ange-ta | 01/02/2007

  5. Σήμερα υπήρχε μία βλάβη γενικώς στα blogs, αφού ούτε το δικό μου δεν μπορούσα να ανοίξω. Επίσης πολλές φορές, σε μπλοκάρουν οι διάφορες ασπίδες internet security.

    Σχόλιο από ange-ta | 01/02/2007

  6. Όσον αφορά το τέλος της πατριαρχίας -στις δυτικές κοινωνίες τουλάχιστον- νομίζω ότι σχετίζεται και με τις δυνατότητες ισχύος που πλέον διατίθενται ανεξαρτήτως φύλου. Έχεις δίκιο στη διαπίστωσή σου ότι οι λόγοι δεν έχουν εκλείψει, όμως η σωματική ρώμη δεν υπάρχει σήμερα ως παράμετρος που θα μπορούσε να δημιουργήσει διαίρεση… Και φυσικά συμφωνώ ότι μόνο σε μια αταξική κοινωνία, όπου δεν θα υπάρχει ιδιοκτησία και κατά συνέπεια ανάγκη διαιώνισής της, θα εξαλειφθεί η ταξική σύγκρουση.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 01/02/2007

  7. ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ 2001
    (από Athens-Indymedia)

    Από ένα εκπληκτικό άρθρο για την Μικρασιατική καταστροφή και την γενοντονία που δε βλέπω να ιδρώνει κανενός το αυτάκι του παρά μόνο όταν πρόκειται για αλλοεθνείς..πότε ένα ελληνικό αριστερό κόμμα ή η ελίτ του μίλησε γι’ αυτό το ζήτημα και τι μπούρδες είπε΄..Παρεπιπτόντως είδε κανείς πουθενά απο αυτόύς τους κυρίους να γίνεται καμμιά αναφορά στον τελευταίο διωγμό του 55′ στην Πόλη..είχαμε και επέτειο προ ημερών..Αν έγραψε ποτέ κάτι ο κ. Μηλιος σχετικά με αυτό ή οι «κλίκα» του να το μάθουμε ευχαρίστως..

    Χαρακτηριστική και αποκαλυπτική υπήρξε η συζήτηση που διεξήχθη το 2001 για το εάν το 1922 αποτέλεσε εν τέλει μία «Καταστροφή» του ελληνισμού ή μία «Γενοκτονία».

    Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, η Βουλή συζήτησε και ψήφισε ομοφώνως την καθιέρωση της 14ης Σεπτεμβρίου ως «ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος». Η πρόταση νόμου είχε κατατεθεί στη Βουλή, τον Μάιο του 1997. Όμως αυτή η απόφαση έμεινε κενό γράμμα, διότι το προεδρικό διάταγμα, που υπεγράφη από τον Υπουργό Πολιτισμού στις 9 Φεβρουαρίου του 2001, εν συνεχεία «πάγωσε» μετά από πολλές εμφανείς και αφανείς παρεμβάσεις. Ορισμένες από αυτές κατέγραψε ο Ν. Φίλης από την εφημερίδα Αυγή η οποία πρωτοστάτησε στην «κινητοποίηση» για το πάγωμα της απόφασης:

    Ο πρόεδρος του ΣΥΝ Ν. Κωνσταντόπουλος, με μια καθαρή τοποθέτηση κατά τη συνάντησή του με τον υπ. Εξωτερικών Γ.Α. Παπανδρέου την περασμένη Τετάρτη, ζήτησε «να επανεξεταστεί η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων για ‘γενοκτονία’», τονίζοντας ότι πρόκειται για ανιστόρητη και αντιεπιστημονική άποψη.

    Ο πρόεδρος των «Φιλελευθέρων» Στ. Μάνος με σαφήνεια ζήτησε να μην προωθηθεί το σχ. Π.Δ. Πιο συμβιβαστική, η Ντόρα Μπακογιάννη χαρακτήρισε πρόχειρη και καιροσκοπική την προώθηση του σχ. Π.Δ., σημειώνοντας ότι έτσι βλάπτεται η διεθνής εικόνα της χώρας.1

    Στα Νέα της 24ης Φεβρουαρίου 2001 διαβάζουμε περισσότερες λεπτομέρειες για το ίδιο θέμα:

    «Η απόφαση για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος συνέπεσε με την απόφαση του γαλλικού κοινοβουλίου να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων και προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Τουρκίας. Παρά το ότι η ψήφιση του νόμου είχε γίνει ομόφωνα, κάποιοι είχαν εκφράσει τότε την άποψη ότι στόχος της ενέργειας αυτής ήταν η παρενόχληση της πολιτικής της βήμα προς βήμα προσέγγισης με την Τουρκία. Μια μερίδα του πολιτικού κόσμου αναθεώρησε τη στάση της, ζητώντας την ακύρωση του νόμου, υιοθετώντας το σκεπτικό ότι ο όρος γενοκτονία δεν ανταποκρίνεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επανεξετάζοντας τα δεδομένα, και λαμβάνοντας υπ’ όψιν της την ελληνοτουρκική προσέγγιση των τελευταίων ετών, η κυβέρνηση αποφάσισε να απαλείψει τον όρο γενοκτονία από το επίμαχο Προεδρικό Διάταγμα».2

    Και εάν η Κυβέρνηση για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας θα αποσύρει το Π.Δ., η Αριστερά θα αναλάβει, όπως πάντα, να προσφέρει τα ιδεολογικά όπλα του πολέμου. Ο Άγγελος Ελεφάντης θα γράψει στο ίδιο τεύχος των Νέων πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναγορεύσομε την 14 Σεπτεμβρίου του 1922 ούτε καν σε ημέρα εθνικής μνήμης:

    «Δεν γνωρίζω αν το ελληνικό κράτος έχει χαρακτηρίσει κάποια άλλη ημερομηνία της Νεοελληνικής Ιστορίας ως ημέρα «εθνικής μνήμης». Υπάρχουν οι επίσημες εθνικές εορτές και πολλές άλλες ιστορικές επέτειοι. [] δεν υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος ώστε η 14η Σεπτεμβρίου να εξαρθεί ως ημέρα εθνικής μνήμης. Όλη η Ιστορία πρέπει να είναι αντικείμενο εθνικής, δηλαδή συλλογικής, μνήμης».3

    Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν είναι πλέον το σημαντικότερο ιστορικό γεγονός του νεώτερου ελληνισμού, δεν σημαδεύει καταλυτικά την ιστορική μας διαδρομή, δεν σφραγίζει την ίδια μας την καθημερινότητα, όχι, διότι «όλη η ιστορία πρέπει να γίνει αντικείμενο μνήμης»! Και προχωρούμε πιο πέρα, στην ουσία του ιστορικού αναθεωρητισμού της παραδοσιακής Αριστεράς:

    «Στη συλλογική, λοιπόν, συνείδηση, από το 1922 μέχρι σήμερα, η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν καταστροφή.[ ] Ήταν καταστροφή του ελληνικού στρατού. Καταστροφή του Ελληνισμού της Μ. Ασίας, των προαιώνιων κοιτίδων του, του ελληνικού πολιτισμού του και των ανθρώπων του, καταστροφή που ήλθε ως συνέπεια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Επήλθε ως συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλά ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς…. Έχοντας υιοθετήσει τη χίμαιρα των «πέντε θαλασσών και των τριών ηπείρων», που και τις δυνάμεις της υπερέβαινε και για τη δικαιολογημένη αντίσταση του τουρκικού λαού αδιαφορούσε και την τότε διεθνή συγκυρία υποτιμούσε, ενεπλάκη σε έναν αδυσώπητο πόλεμο στον οποίο υπήρξαν, εκτός από τις πολεμικές καταστροφές, και εκατέρωθεν παραβιάσεις και αγριότητες εις βάρος των αμάχων πληθυσμών».4

    Έτσι λοιπόν η Καταστροφή είναι «συνέπεια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Ούτε καν και του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Δεν αναφέρεται έστω κάποια τουρκική ευθύνη στις σφαγές που προηγήθηκαν, για να μη μιλήσουμε γι’ αυτές που ακολούθησαν. Τίποτε δεν προηγήθηκε για δέκα ολόκληρα χρόνια –1908 έως 1918– από την τουρκική πλευρά! Και όμως για τον Ελεφάντη, «η Ελλάδα ήρξατο χειρών αδίκων», η δε Τουρκία είχε όλα τα δίκαια με το μέρος της και, στη χειρότερη περίπτωση, «υπήρξαν εκατέρωθεν παραβιάσεις και αγριότητες εις βάρος των αμάχων πληθυσμών». Συνεπώς δεν υπάρχει καμία βάση για αναφορά σε γενοκτονία, ούτε καν σε «ημέρα εθνικής μνήμης». Πρόκειται, αντίθετα, για «ημέρα ιστορικής αμνησίας»!

    Ιδού, λοιπόν, το νόημα που θέλει να προσδώσει στην «Καταστροφή» αυτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός: Πρόκειται για μια «Καταστροφή» που εμείς οι ίδιοι προκαλέσαμε και όχι για μια ακόμα –κορυφαία– αιματηρή πράξη σε μια ιστορία αντιπαραθέσεων με την τουρκική κατάκτηση. Τα δύο ή τα δυόμισι εκατομμύρια των Ελλήνων της Μικράς Ασίας δεν αποτελούσαν εθνικοαπελευθερωτικό διακύβευμα! Όχι μόνον επιζητείται η «εθνική αμνησία», την οποία εν τέλει εύχεται ο συγγραφέας, και η παράδοσή μας σήμερα στον τουρκικό επεκτατισμό, αλλά και συρρικνώνεται μικρόψυχα το 1922 σε ένα «γεγονός» – για το οποίο η ευθύνη θα πρέπει να αποδοθεί σε κάποιους πολιτικούς χειρισμούς (καλούς ή κακούς και ας δεχτούμε κάκιστους). Συσκοτίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο η τραγική διάσταση ενός γεγονότος που αποτέλεσε τον ιστορικό επίλογο 3.000 χρόνων ιστορίας: η γλώσσα του Ομήρου και του Ηράκλειτου δεν θα ξανακουσθεί στις ακτές της Ιωνίας. Και γι’ αυτό το γεγονός εμείς οι Έλληνες –πλην Λακεδαιμονίων– γνωρίζουμε ποιοι είναι υπεύθυνοι από την άποψη της μεγάλης ιστορικής διάρκειας και όχι της μικροϊστορίας ενός Βενιζέλου, ή ενός Γούναρη. Ναι, δεν υπάρχει σημαντικότερη ημέρα μνήμης για τον νεώτερο ελληνισμό από την 14η Σεπτεμβρίου!

    Ορθότατα, λοιπόν, ο ελληνικός λαός μίλησε για «Καταστροφή» και έτσι θα συνεχίσει να την αποκαλεί. Όμως αυτό δεν αναιρεί πως απετέλεσε και μία «γενοκτονία», σύμφωνα με τον ορισμό που έχει δοθεί πρόσφατα και αφορά την εξόντωση μιας ολόκληρης εθνοτικής ή εθνικής ομάδας. Ο ιστορικός Λεωνίδας Καλλιβρετάκης, υπέρμαχος της άποψης ότι δεν πρόκειται για γενοκτονία, αναφέρει ότι «μιλάμε λοιπόν για μια τάξη μεγέθους περίπου 450.000 ατόμων. Είναι σχεδόν μισό εκατομμύριο. Δεν είναι λίγοι και δεν χρειάζεται να τους φουσκώνουμε».5 Από αυτούς τους 450.000 οι 50.000 αφορούσαν στρατιωτικές απώλειες και οι 400.000 αμάχους. Αν, σύμφωνα με τον μάλλον αυθαίρετο και συρρικνωμένο υπολογισμό του Καλλιβρετάκη, ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας ήταν περίπου 1.800.000 άτομα, οι 400.000 αποτελούν το 23% του συνόλου. Άραγε αυτό αποτελεί «γενοκτονία» ή όχι;!

    O Δημήτρης Σκάλκος, μέλος της Ε.Ε. των «Φιλελεύθερων», θα προσθέσει τη δική του πινελιά στη συζήτηση που διεξάγεται στη Αυγή:

    «…ορισμένοι κύκλοι, εγκλωβισμένοι σε παρελθόντα ερμηνευτικά σχήματα και προβάλλοντας αμφισβητήσιμα στοιχεία, μοιάζουν να αισθάνονται άβολα με την διαφαινόμενη(;) προοπτική εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σχέσεις πάνω στις οποίες η σκιά της ιστορίας πέφτει βαριά και καταθλιπτική, δυσχεραίνοντας τις όποιες προσπάθειες προσέγγισης επιχειρούνται. Οι συνηθισμένοι κήρυκες της μισαλλοδοξίας, οι εργολάβοι της υπεράσπισης των «εθνικών συμφερόντων», αυτοί που αυτόκλητα παραδίδουν μαθήματα εθνικοφροσύνης, υιοθετούν μία βαθιά συντηρητική προσέγγιση των πραγμάτων. Με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, κινούνται σε νεκρό χρόνο, αιχμάλωτοι ενός α-χρονικού ιστορικισμού».6

    Το στέλεχος της φιλελεύθερης Δεξιάς, συναινώντας με τους εκφραστές της «φιλελεύθερης Αριστεράς», υποστηρίζει πως παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε έναν «α-χρονικό ιστορικισμό» και πως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις το πρόβλημα που δυσχεραίνει τις «απόπειρες προσέγγισης» είναι «η σκιά της ιστορίας» και όχι βέβαια η σκιά των τουρκικών τεθωρακισμένων στην Κύπρο και των τουρκικών αεροπλάνων πάνω από τα ελληνικά νησιά! Και δεν κατανοεί πως η προσκόλλησή μας στον «α-χρονικό συντηρητισμό», αποτελεί ένα έσχατο ανάχωμα στην επιχειρούμενη μεταβολή μας σε κράτος υποτελές στον νεο-τουρκικό επεκτατισμό, που επανακάμπτει πλησίστιος μετά το 1922.

    Η συζήτηση για το 1922, για τη γενοκτονία –ή αν προτιμάτε την «εθνοκάθαρση»– του Μικρασιατικού ελληνισμού, δεν αφορά την «ιστορία» και την ιστορική μνήμη κατά τον ίδιο τρόπο που την αφορά η γερμανοϊταλική Κατοχή, π.χ., παρόλο που η τελευταία είναι πιο πρόσφατη. Το 1922 «δουλεύει» στη σημερινή πραγματικότητα, συνεχίζεται στην Κύπρο και το Αιγαίο, απειλεί τη Θράκη και τα νησιά, καθορίζει τους προσανατολισμούς της εσωτερικής και εξωτερικής μας πολιτικής, σφραγίζει καθοριστικά το μέλλον του ελληνισμού. Ή μήπως δεν αποτελεί εθνοκάθαρση και πολιτιστική γενοκτονία ο εξανδραποδισμός των 200.000 Ελλήνων της Βόρειας Κύπρου; Όποιος επιθυμεί τη λήθη της «γενοκτονίας» απεργάζεται –από ιδεολογική τύφλωση ή/και δουλοφροσύνη– την ολοκλήρωσή της για το σύνολο του ελληνισμού. Όχι βέβαια τη σφαγή ή την εκδίωξη των υπολοίπων Ελλήνων –το «πολύ-πολύ» την εκδίωξη των Κυπρίων, των Θρακών και κάποιων Αγαιοπελαγιτών– αλλά, μέσω της απειλής και της εσωτερίκευσης του φόβου, τη μεταβολή του ελληνικού κράτους, για άλλη μια φορά, μετά από χιλίων χρόνων προσπάθειες του τουρκικού επεκτατισμού, σε κράτος υποτελές στο «σουλτανάτο της Άγκυρας». Και μόνον ένας «α-χρονικός ιστορικισμός», η συνείδηση δηλαδή πως το ’22 συνεχίζεται, μπορεί να μας επιτρέψει να αντισταθούμε, έστω για ορισμένα χρόνια ακόμα. Διότι δυστυχώς, στην περιοχή μας, η Ιστορία με κεφαλαίο Ι, και όχι η «μικρή ιστορία» της καθημερινότητας, συνεχίζει να γράφεται με τα υλικά της μεγάλης διάρκειας. Στην Παλαιστίνη, στο Κοσσυφοπέδιο και τη Σερβία, στην Κύπρο, στο Ιράκ, στο Κουρδιστάν, αίμα, δάκρυα και εξανδραποδισμός, «εθνοκαθάρσεις» και γενοκτονίες βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, και όσοι επιχειρούν τη λήθη της ιστορίας, της ιστορίας στις μεγάλες και «βαριές» της συνιστώσες, την αντιπαράθεση των ιστορικών υποκειμένων, προετοιμάζουν νέες πικρίες και υποταγές. Το αντιθετικό δίπολο τουρκικός επεκτατισμός-ελληνική αντίσταση δεν θα εξαλειφθεί παρά μόνον εάν λείψει ο ένας από τους όρους που το συνθέτουν, είτε σιγήσει κάποτε ο τουρκικός επεκτατισμός είτε εξαλειφθεί κάθε απόπειρα αντίστασης του ελληνισμού. Και αυτό, το τελευταίο, μας καλούν να πράξουμε οι οπαδοί της ιστορικής αμνησίας.

    Όσο για τους συγγραφείς του «Ιού» της Ελευθεροτυπίας, σε άρθρο με τον τίτλο «Καθένας κι η γενοκτονία του», θα μας υπενθυμίσουν και τις δικές μας «αγριότητες»:

    Απομένει να δούμε τι θα γίνει αν ανάλογες εμπνεύσεις επικρατήσουν και αντίπερα του Αιγαίου: αν λ.χ. κάποιοι Τούρκοι εθνικιστές, από τους οποίους είναι γεμάτη η γειτονική μας χώρα, «θυμηθούν» κι αυτοί τη «γενοκτονία» των τουρκομουσουλμανικών πληθυσμών του Μοριά το 1821 και των Βαλκανίων, εν γένει, το 1912-13… «Τούρκος μη μείνει στο Μοριά, μηδέ στον κόσμον όλο», δεν ήταν άλλωστε το θούριο και του δικού μας εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα; […]7

    Δεδομένου λοιπόν ότι και εμείς «απειλούσαμε» τους Τούρκους στον δικό μας εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, και κάναμε τα «δικά» μας στην Τριπολιτσά, ας μην μιλάμε για τη γενοκτονία του μικρασιατικού ελληνισμού γιατί και οι Τούρκοι εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα έκαναν. Και με αυτόν τον τερατώδη ιστορικό συμψηφισμό, μπορούμε να προχωρήσουμε στο εγχείρημα της λήθης και της «συνεργασίας».

    Αυτό, εξάλλου, υπήρξε το μεγάλο εγχείρημα της, επί ογδόντα χρόνια, συσκότισης του «’22» και το κομβικό σημείο που καθόρισε τη στρεβλή ιδεολογική εξέλιξη της ελληνικής Αριστεράς στο εθνικό ζήτημα συνολικά: Η Μικρασιατική Καταστροφή αποτέλεσε τη συνέπεια της Μεγάλης Ιδέας και της «ιμπεριαλιστικής εξόρμησης» του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Η Τουρκία με τον Κεμάλ πραγματοποίησε μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση και έριξε τον ελληνικό στρατό στη θάλασσα. Η ήττα του ελληνικού στρατού συμπαρέσυρε στην Καταστροφή και τους ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι υπέστησαν σφαγές και διώξεις, διότι συνταυτίστηκαν με τον κατακτητικό ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες, που μέχρι το 1912 έκαναν εθνικοαπελευθερωτικούς πολέμους, έγιναν με τη σειρά τους ιμπεριαλιστές και αυτό πλήρωσαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας. Αυτό το σχήμα θα γίνει σήμερα ηγεμονικό μέσα στις ηγέτιδες ελίτ, τα Πανεπιστήμια, γιατί όχι και στην Μέση Εκπαίδευση.

    Έτσι αποσιωπάται το γεγονός πως το σχέδιο της εκδίωξης των χριστιανικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία προηγείται της ελληνικής απόβασης κατά πολλά χρόνια, και πως οι μαζικές εκτοπίσεις του 1915, που αφορούσαν τουλάχιστον 500.000 άτομα, εντάσσονταν στο ίδιο μακροπρόθεσμο σχέδιο με την Αρμενική Γενοκτονία. Διαβάζουμε τον ιστορικό Αλέξη Αλεξανδρή:

    «Η πρώτη ουσιαστική ρήξη ανάμεσα στο Κομιτάτο και την ελληνοθωμανική ηγεσία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια των πρώτων βουλευτικών εκλογών (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1908). Η εντυπωσιακή διαδήλωση διαμαρτυρίας που πραγματοποιήθηκε από τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, τον Οκτώβριο του 1908, αντανακλούσε το έντονο αίσθημα καχυποψίας που είχε υποκαταστήσει την αρχική ευφορία του ελληνορθόδοξου μιλλέτ για τη νεοτουρκική επανάσταση. [ ] Από τον Αύγουστο του 1909 τέθηκε σε εφαρμογή ο εμπορικός αποκλεισμός των ελλήνων εμπόρων και επιχειρηματιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το μποϊκοτάζ. Η κατάσταση για τον ελληνισμό έγινε δυσχερέστερη τον Ιούνιο του 1913, όταν η τριανδρία του Κομιτάτου, οι Εμβέρ, Ταλαάτ και Τζεμάλ, αναδείχθηκε πλέον πανίσχυρη, ελέγχοντας πλήρως –ιδιαίτερα μετά τους Βαλκανικούς πολέμους– την οθωμανική κρατική και στρατιωτική μηχανή.[ ]

    Η θέση των Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδεινώθηκε στο μεταξύ με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (Ιούλιος 1914). Κατά τη διάρκεια του πολέμου το κύμα των ανθελληνικών διωγμών επιτάθηκε και κορυφώθηκε με τη δημιουργία των διαβόητων ταγμάτων εργασίας (Amele Taburlari), στα οποία κατατάσσονταν οι χριστιανοί υπήκοοι του Σουλτάνου. Αντιμέτωπη με τον κίνδυνο εκρίζωσης του μικρασιατικού ελληνισμού, η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε αλλεπάλληλα διαβήματα προς την Υψηλή Πύλη, καταδικάζοντας την πολιτική των διωγμών. Όταν άτακτες ένοπλες ομάδες Τούρκων περικύκλωσαν το Αϊβαλί, ο έλληνας πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Δημήτριος Πάνας προειδοποίησε τον Μέγα Βεζίρη ότι, αν οι Τσέτες εισέβαλλαν στην ελληνική πόλη, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα οξύνονταν. Μολονότι η εισβολή των Τούρκων στις ελληνικές παραλιακές πόλεις απεφεύχθη, η Αθήνα δεν κατόρθωσε να ανατρέψει την ανθελληνική πολιτική των Νεότουρκων, με αποτέλεσμα να επεκταθούν με γοργό ρυθμό οι διωγμοί στη μικρασιατική ύπαιθρο.

    Από το 1913 μέχρι το 1918, γύρω στους 130.000 Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρήκαν καταφύγιο στην ελληνική Μακεδονία, 70.000 στα νησιά του Αιγαίου και 30.000 στη νότια Ελλάδα. Άλλοι 50.000 εκτοπίστηκαν στη μικρασιατική ενδοχώρα».8

    Πάνω στο ίδιο ζήτημα διαβάζουμε το κείμενο ενός αναγνώστη της Αυγής, του Δ.Α. Μαυρίδη, αγανακτισμένου από την εκστρατεία της εφημερίδας εναντίον της αναγνώρισης της γενοκτονίας, τα ακόλουθα αναντίρρητα και εμπεριστατωμένα στοιχεία για το μέγεθος της «γενοκτονίας», καθώς για τη στιγμή της έναρξης των διώξεων:

    Οι αριθμοί που θα παραθέσουμε οφείλονται στον λόγιο και δημοσιολόγο Α.Α. Πάλλη (1883-1975):

    Μια σύνοψη των στοιχείων αυτών, όπως και βιβλιογραφία, δημοσιεύτηκε στον Α’ τόμο του «Δελτίου του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών» το 1977. Τα γεγονότα στα οποία αναφερόμαστε είναι τα ακόλουθα:

    *Ο πρώτος διωγμός του 1914, με στόχο τα παράλια της Μικράς Ασίας και το εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης. Εκτός από το κλίμα τρόμου δεν φαίνεται να έγιναν τότε σημαντικές σφαγές. Ένας αριθμός από 86.363 πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στις ελεύθερες ελληνικές περιοχές.

    * Οι μεγάλοι οργανωμένοι διωγμοί του 1915 και εφεξής, όταν 483.212 άτομα από τα παράλια της Μικράς Ασίας, της Ανατολικής Θράκης και τον Πόντο εκτοπίσθηκαν στα ενδότερα της Ανατολής υπό εξοντωτικές συνθήκες. Οι εκτοπισμοί οργανώθηκαν μετά από υπόδειξη του Γερμανού αρχιστράτηγου του τουρκικού στρατού, Λίμαν φον Σάντερς [ ] επαναπατρίσθηκαν μόλις 200.000 άτομα. Έχουμε απώλεια που ανέρχεται σε 280.000 άτομα.

    * Ο Μικρασιατικός Πόλεμος με την ακόλουθη Μικρασιατική Καταστροφή. [ ] Ο Α.Α. Πάλλης υπολόγισε τις απώλειες των ρωμαίικων πληθυσμών κατά τα τραγικά αυτά γεγονότα σε τουλάχιστον 640.000 άτομα.

    Οι υπολογισμοί αυτοί αφήνουν ένα σύνολο απωλειών περί τα 920.000 άτομα. [ ] Τέτοια φθορά δεν εξηγείται με τους εκατέρωθεν πολεμικούς βαρβαρισμούς, αλλά μόνον ως αποτέλεσμα μιας συστηματικής, οργανωμένης και καθολικής προσπάθειας αφανισμού.

    [ ] Σε μας μένει η απορία για το ποιος και γιατί «επιβάλλει αναθεώρηση της ιστορίας».9

    Τέλος, σύμφωνα με τους Αλεξανδρή-Κιτρομηλίδη, τα θύματα της Μικρασιατικής καταστροφής πρέπει να ανέρχονται σε 700.000 άτομα 10 «αριθμός πού σαφώς δίνει τη διάσταση γενοκτονίας σε βάρος του ελληνισμού της Ανατολίας»11.

    Κατά συνέπεια, ο διαμελισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η δημιουργία νέων εθνικών κρατών –και τουρκικού και κουρδικού– αποτελούσε μονόδρομο για την επιβίωση των διαφορετικών εθνών και εθνοτήτων. Σε αυτά τα πλαίσια πραγματοποιείται η Μικρασιατική εκστρατεία. Και παρά τα τεράστια λάθη που έγιναν, και την προσκόλληση στους Δυτικούς συμμάχους και τα συμφέροντά τους, παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις του ελληνικού στρατοπέδου, παρά το τραγικό σφάλμα της μεταπολίτευσης του 1920, οι ελληνικές διεκδικήσεις παρέμεναν σε εθνικο-απελευθερωτικά πλαίσια, επικεντρωμένες στη Σμύρνη και την Ανατολική Θράκη. Τα περί «ελληνικής ιμπεριαλιστικής επίθεσης» στην «εθνικοαπελευθερωτική» Τουρκία αποτελούν ένα τεράστιο ιστορικό ψεύδος: Η επιτυχία αυτού του «εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα» επέτρεψε στην μειοψηφία του μικρασιατικού πληθυσμού, τους Οθωμανούς Τούρκους, να εξανδραποδίσουν τους χριστιανικούς πληθυσμούς και να ενσωματώσουν βιαίως τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε μια εκ των άνω δημιουργημένη τουρκική ταυτότητα. Και μόνον η αντίσταση των Κούρδων και των Αράβων της Αλεξανδρέττας και η παρουσία των Αλεβίδων, υπενθυμίζουν σήμερα το πολυεθνικό, μουσουλμανικό –μη τουρκικό– μωσαϊκό της Μικράς Ασίας.

    Με μια τέτοια ερμηνεία της Μικρασιατικής Καταστροφής μπορούσε να θεμελιωθεί και ο «ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας» του ελληνικού κράτους, να διεκδικείται η «αυτονομία» της Μακεδονίας, να καταδικάζεται μετά το 1964 το αίτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ως «εθνικιστικό», καθώς και κάθε αναφορά περί Βορείου Ηπείρου, να δικαιολογείται η τουρκική εισβολή το 1974, να αναγνωρίζεται το δικαίωμα των Σλαβομακεδόνων να αυτοαναγορεύονται «Μακεδόνες, απόγονοι του Μ. Αλεξάνδρου». Όλα είναι επιτρεπτά εφόσον στρέφονται κατά της «ιμπεριαλιστικής πατρίδας».

    Μόνον έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε και τον συναγερμό που προκάλεσε στην «αντι-εθνικιστική Αριστερά» το ζήτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας, διότι πλέον η λέξη «Καταστροφή» θα έπαυε να συνδηλώνει, «δημιούργημα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού» και θα υπογράμμιζε μάλλον ως αιτία της Καταστροφής την γενοκτονία-εθνοκάθαρση του κεμαλισμού. Η αναγνώριση της γενοκτονίας θα έριχνε στον κάλαθο των αχρήστων τα ιδεολογήματα των καθεστωτικών διανοουμένων για τον «εθνικισμό της Ελλάδας» γενικότερα. Και οι ιδεολογικές συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης δεν διέλαθαν της προσοχής ούτε των Τούρκων, ούτε των δυτικών συμμάχων, με αποτέλεσμα οι συντονισμένες πιέσεις τους να οδηγήσουν στην παραπομπή του ζητήματος στις καλένδες, αποκαθιστώντας την απειλούμενη ιδεολογική ηγεμονία των οργανικών διανοουμένων του ύστερου μεταπολιτευτικού καθεστώτος.

    Και έτσι –υπέρτατος κόλαφος– η ελληνική Πολιτεία αρνήθηκε να πραγματοποιήσει την αναγνώριση της γενοκτονίας του μικρασιατικού ελληνισμού για να το πράξει η Πολιτεία… της Νέας Υόρκης!

    Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης, ως παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στην προάσπιση των βασικών ανθρωπίνων και κοινωνικών δικαιωμάτων, κατέχει κυρίαρχο ρόλο στην αναγνώριση γεγονότων της ιστορίας, πολλά από τα οποία είναι τραγικά και οδυνηρά, από τα οποία η ευρύτερη κοινωνία μας μπορεί να εξάγει χρήσιμα διδάγματα. Τέτοια ιστορικά γεγονότα είναι η Καταστροφή της Πόλης της Σμύρνης και η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας.[ ]

    Οι Έλληνες αυτοί, των οποίων οι πρόγονοι ζούσαν σε κοινότητες στην περιοχή της σημερινής Βόρειας Τουρκίας κοντά στην Μαύρη Θάλασσα για περισσότερα από τρεις χιλιάδες χρόνια, αποδεκατίστηκαν από τις Αρχές της Τουρκίας προκειμένου να εκδιωχθούν από τις προγονικές τους πατρίδες μαζί με τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους. Από το 1915 ως το 1923, οι Έλληνες της Μικράς Ασίας υπέστησαν αδιανόητες βιαιότητες κατά τη διάρκεια της συστηματικής προσπάθειας της Τουρκικής Κυβέρνησης να τους απομακρύνει από την περιοχή. Ελληνικές πόλεις και χωριά καταστράφηκαν ολοσχερώς ενώ εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες σφαγιάστηκαν σε περιοχές όπου ο ελληνικός πληθυσμός αποτελούσε την πλειοψηφία, όπως στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, τον Πόντο και τις περιοχές γύρω από τη Σμύρνη. Όσοι επιβίωσαν, εξορίστηκαν από την Τουρκία και, σήμερα, μαζί με τους απογόνους αποτελούν μέρος του ελληνισμού της διασποράς. [ ]

    Για αυτούς τους λόγους, εγώ ο George E. Pataki, Κυβερνήτης της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, με το παρόν αναγνωρίζω την 6η Οκτωβρίου του 2002, 80ή επέτειο της Μικρασιατικής Καταστροφής και του αφανισμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας ως ημέρα μνήμης για τη Νέα Υόρκη.12

    Η Μικρασιατική Γενοκτονία θα είναι στο εξής ημέρα μνήμης για τη Νέα Υόρκη και «ημέρα αμνησίας» για τους Έλληνες «προοδευτικούς»! (Γιώργος Καραμπελιάς)

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 02/02/2007

  8. Μία απίστευτη ιστορία! Τώρα μου λύθηκαν πολλές απορίες μου.
    Αν σκεφτείς, ότι εμείς οι Έλληνες αποκτήσαμε εθνική συνείδηση μετά το 21, ότι η αριστερά είχε κολήσει στη γραμμή που έπαιρνε από την μεγάλη πατρίδα τη Σοβιετία, όπου για κακή μας τύχη ο Λένιν θεώρησε τον Κεμάλ επαναστατική προσωπικότητα επειδή κυρίως θέσπισε το λαϊκό κράτος, όλα είναι ξεκάθαρα.

    Γιατί να θέλουν (να θέλουμε) να θυμούνται τη Μικρασιατική Καταστροφή;

    Όσο για τον Μεγα- Αλέξανδρο, δες πως τον χαρακτηρίζουν οι αριστεροί και πως οι ξένοι ιστορικοί! Γιατί να διεκδικούμε την μη ονομασία των Σκοπίων σε Μακεδονία; Τελικά είναι όλα συναισθήματα! Δεν έχουμε ιστορική μνήμη, γιατί έχουμε απαρνηθεί τις ρίζες μας.

    Γι αυτό θα σου τραγουδήσω ένα ωραίο ποίημα, έτσι όπως το θυμάμαι:
    Σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα
    Λύσε τα να φανείς πως είσαι ωραίος
    Και διώξε από το νου σου πια το χρέος
    Του μεγάλου χρησμού
    Μια και πάντα θα σε παίρνει από πίσω
    Για το αίμα της μητρός σου
    Για η ντροπή σου.

    «Ορέστης, Κώστας Βάρναλης»

    Σχόλιο από ange-ta | 02/02/2007

  9. Δεν υπήρξαν ποτέ γενοκτονίες, ούτε ολοκαυτώματα, ούτε Βουλγαροκτόνοι και Θεοδόσιοι, ούτε λιοντάρια στις αρένες της Ρώμης, ούτε σουβλίστηκε ποτέ ο Αθανάσιος Διάκος. Ο δε Νικηταράς απέκτησε το ψευδώνυμο «τουρκοφάγος» επειδή κέρδιζε τους οθωμανούς συχνά στο τάβλι…

    Αποκρύπτοντας τις έριδες και τα αίσχη του παρελθόντος, παριστάνουμε τη στρουθοκάμηλο και καλλιεργούμε την απόλυτη αμάθεια. Δεν υποστηρίζω τις εθνικιστικές κορώνες και τα διδάγματα περί κληρονομικού ηρωισμού της ελληνικής ράτσας, αλλά φιλοδοξώ να προλάβω να διαβάσω κάποτε ένα σχολικό βιβλίο ιστορίας που θα περιγράφει με νηφαλιότητα τι πραγματικά συνέβη – χωρίς εξωρραϊσμούς και αφελείς «φιλειρηνικές» σαχλαμάρες.

    Σχόλιο από Helix Nebulae | 03/02/2007

  10. Επιτέλους! Κάποιος να τους τα γράψει. Έχουν γίνει σωστό παρακράτος και δεκανίκι της κάθε εξουσίας. Ντροπή τους..

    Σχόλιο από @ | 03/02/2007

  11. Σιγά σιγά θα φύγουμε και μεις που απομείναμε να τους ψηφίζουμε.

    Τι κάνει ο Αλαβάνος; Γιατί ανέχεται αυτούς τους γελοίους;

    Σχόλιο από syn-ασπιστής | 03/02/2007

  12. Οι διορθώσεις γίνανε μόνες τους;;
    Είναι σα μια εγκάρδια χειραψία.
    Μερσί

    Σχόλιο από ange-ta | 04/02/2007

  13. Προσπαθούμε να τα καταφέρουμε, αλλά -για να σου πω την αλήθεια- δεν ξέρω τι ακριβώς φταίει και κάποια στοιχεία δεν εμφανίζονται;

    Τι είδες ότι διορθώθηκε; Μήπως κάποια από τα θεωρητικά άρθρα;

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 04/02/2007

  14. Το «Ευρωλιγουριό» και ο πεμπτοφαλαγγισμός είναι παλιά ιστορία για τον λαό μας. Είναι όμως η πρώτη φορά, λόγω της καταναλωτικής «αφασίας» που μας έχει καταλάβει, που βρίσκει πραγματικά πρόσφορο έδαφος. Βρίσκει τους πολλούς αμήχανους και παγωμένους.

    Κρύβουμε όμως ανάμεσά μας και μερικούς που δεν έχουν μετατραπεί σε γουρούνια από την Κίρκη της Παγκοσμιοποίησης. Κάποιους που κλείνουν τ’ αυτιά τους στις σειρήνες.

    Το μόνο που με στενοχωρεί, είναι ότι στον «εμφύλιο» που έχει ξεκινήσει, πρέπει να είναι πλέον κανείς από δώ ή από κεί. Πολλοί δεν το’ χουν αντιληφθεί. Νομίζουν ότι πρόκειται απλά για μια αντιπαράθεση ιδεών.

    Θα τον παλαίψουμε τον εμφύλιο! Δεν τους φοβόμαστε τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες.

    Και σίγουρα δεν θα φοβηθούμε τους ελάχιστους βαρβάρους, που στο όνομα της «προοδευτικότητας» κατέλυσαν(*) άβατο (όχι σκέτο άσυλο…) σεβαστό από όλους για χιλιάδες χρόνια προχθές στο Πολυτεχνείο!

    (*) Αντί να κοιτάξουν πού ανήκουν πολιτικά οι υπογράψαντες την ανέγερση του ναού σε ακαδημαϊκό χώρο για την κονόμα…

    Σχόλιο από gregykapogeorge | 04/02/2007

  15. Αυτό που πρόσεξα είναι τα ορθογραφικά λάθη που διορθώθηκαν, τα πλάγια γράμματα και τα bolted.

    @«gregykapogeorge»

    Ο ναός εμένα με ανακατώνει, όταν πάω σε κηδεία ή γάμο κάθομαι απ έξω, επιδεικτικά. Όταν μπαίνω υποχρεωτικά σε κηδεία συγγενών προσώπων, δεν κάνω ποτέ σταυρό και δεν δέχομαι να φιλήσω το χέρι του απαπαπα, προκλητικά!!
    Σε ακαδημαϊκό χώρο, ο ναός είναι ένδειξη σκοταδισμού. Αυτοί που το επιτρέπουν το ξέρουν, αλλά έχουν γίνει όλοι συγγενείς στην εξουσία που μοιράζονται. Είναι τελικά όλοι φίλοι μεταξύ τους και έτσι είναι άφιλοι μαζί μας.
    Μετά από πολύ καιρό κατάλαβα γιατί κανένα κόμμα της αριστεράς δεν πρέπει να συμμετάσχει στο χορό της εξουσίας.
    Γιατί ταυτίζεται μαζί της!
    Γιατί το χρήμα πολλοί εμίσησαν, τη δόξα όμως κανείς.

    «Θα τον παλαίψουμε τον εμφύλιο! Δεν τους φοβόμαστε τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες»:

    Η σημερινή κοινωνία θυμίζει σε πολλά την αρχαία Ρωμαϊκή μεγάλη αυτοκρατορία, όπου «το προλεταριάτο ζούσε εις βάρος της κοινωνίας και όχι η κοινωνία εις βάρος του προλεταριάτου», όπως συνέβαινε στο 18 αιώνα, που ξέσπασε η μεγάλη Γαλλική επανάσταση που άλλαξε τον κόσμο.

    Γι αυτό και δεν φαινεται κανένας εμφύλιος στο άμεσο μέλλον.

    Κυριακάτικα, λέμε σκοτεινές ιστορίες!!
    Είναι που ο καιρός είναι σκοτεινός!!
    καλή σας μέρα.

    Σχόλιο από ange-ta | 04/02/2007

  16. αντέγραψα τον μετρητή του μπλόγκ σου! Οπότε μετράω και εγώ τις θεάσεις, εκκινόντας από 1000!!

    Σχόλιο από ange-ta | 04/02/2007

  17. @ ange-ta

    Εγώ τον επιτάφιο τον παρακολουθώ από το «καφενείο» (απέναντι από το «σχολαρχείο») με τσίρο και ούζο. Την ανάσταση από το ηρώδειο… Αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με την έννοια του αβάτου, ούτε με την παράδοσή μας.

    Φώναζα όταν την χτίζανε την εκκλησία στο ΕΜΠ. Δεν σκέφτηκα όμως στιγμή να μπώ μέσα αφού χτίστηκε και να λοιδωρήσω την πίστη του συμπατριώτη μου.

    Ο εμφύλιος δυστυχώς έχει αρχίσει. Και όπως πάντα, ίσως σήμερα ακόμα περισσότερο, δεν είναι «καθαρά» τα πράγματα. Προλετάριοι εναντίων καπιταλιστών κλπ. Μακάρι να σβήσει πρίν θεριέψει, αλλά δεν το πιστεύω.

    Αιτία είναι η ολομέτωπη επίθεση των λιγούρηδων παγκοσμιοποιητών στα πάντα. Σε ταυτότητα, ιστορία, κυριαρχία, παράδοση, μετανάστευση, οικονομία, δημοκρατία, δικαιώματα, κοινή λογική, στην τσέπη μας. Αισθάνονται δυνατοί. Στο χέρι μας, στα ανακλαστικά μας, στην επιβιωτική μας ικανότητα, είναι να τους αποτρέψουμε.

    Δεν πρέπει όμως πια να τους δίνουμε κανένα ελαφρυντικό λόγω αμφιβολιών (benefit of doupt γι’ αυτούς). Είναι προμελετημένο και σωστά σχεδιασμένο από την δεκαετία του 50 το σκηνικό.

    Όσο για τους λασπαυγίτες εδώ και 10 χρόνια (λυπάμαι που τρόπον τινά συνοδοιπορούσα… παλαιότερα) δεν με εκπλήσει τίποτα σ’ αυτούς. Ο Στάθης απλά άργησε, γιατί διατηρούσε την αμφιβολία…

    Σχόλιο από gregykapogeorge | 04/02/2007

  18. Τα σημειώνω όλα greg!
    Εχουμε πολλά να σκεφτούμε την βδομάδα που μπαίνει.
    Σκέφτομαι, αλλα δεν βρίσκω άκρη σ αυτό το κουβάρι της αλήθειας.

    Σχόλιο από ange-ta | 04/02/2007

  19. > http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=775754
    >
    > Το Time θα δημοσιεύσει αφιέρωμα στην γενοκτονία των
    > Αρμενίων
    >
    > Το περιοδικό Time αποφάσισε να δημοσιεύσει άρθρο
    > αφιερωμένο στην γενοκτονία των Αρμενίων και να
    > διανείμει σχετικό DVD στο τεύχος που θα κυκλοφορήσει
    > στην Ευρώπη στις 12 Φεβρουαρίου.
    >
    >
    > Το Time προχωρά σε αυτή την κίνηση «ως ένδειξη
    > επανόρθωσης» επειδή στο τεύχος που δημοσιεύτηκε στις 6
    > Ιουνίου 2005, διανέμονταν DVD αφιερωμένο στον τουρκικό
    > τουρισμό που όπως αποδείχτηκε περιείχε προπαγανδιστικό
    > υλικό που αμφισβητούσε την γενοκτονία των Αρμενίων.
    >
    >
    > Η Αρμενική Ομοσπονδία της Ευρώπης, έπειτα από έντονες
    > αντιδράσεις της τότε, είχε αναγκάσει τον εκδότη του
    > περιοδικού να δημοσιεύσει τον Δεκέμβριο του 2005 σε
    > συνεργασία με 5 διεθνείς οργανισμούς αμοιβαία συμφωνία
    > που ανέφερε ότι «οι εκδότες του Time διαβεβαιώνουν ότι
    > δεν πρόκειται να αμφισβητηθεί ξανά μέσα από τις
    > σελίδες του περιοδικού το γεγονός της γενοκτονίας των
    > Αρμενίων». Ενώ με την ανακοίνωση του αφιερώματος
    > Αρμενική Ομοσπονδία της Ευρώπης εξέφρασε την
    > ικανοποίησή της.
    >
    >
    > Ο διευθυντής της διεθνούς έκδοσης του περιοδικού,
    > Μάικλ Έλιοτ, δήλωσε πως «επιλογή του Time είναι η
    > αντιμετώπιση της γενοκτονίας των Αρμενίων, ως ιστορικό
    > γεγονός».
    >
    >
    > Το ντοκιμαντέρ που θα διανεμηθεί είναι μια παραγωγή
    > του τηλεοπτικού σταθμού Arte ενώ υπογραμμίζεται από
    > την Αρμενική Ομοσπονδία της Ευρώπης ότι τα έξοδα
    > διανομής του έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου το περιοδικό
    > εν αντιθέσει με το τουρκικό DVD που ήταν πληρωμένη
    > διαφήμιση από την Τουρκία και το είχε χρηματοδοτήσει
    > το Εμπορικό Επιμελητήριο Αγκυρας.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 06/02/2007

  20. H ΨΥΧΩΣΗ ΤΗΣ χρυσΑΥΓΟΥΛΑΣ!!!!!!

    ———————————-
    Η Ιστορία μιας ψύχωσης…

    Συντάκτης : Μαυροειδής Σταμάτης Ημ/νία καταχώρησης : 01/02/2007 20:10:47
    ———————————————————–

    Η παρακάτω επιστολή έφτασε στη θυρίδα μας προχθές. Την δημοσιεύουμε χωρίς σχόλια:|

    Αγαπητή κ. Διαμαρτυρία,

    Γράφω σε σας διότι δεν ξέρω πού αλλού να απευθυνθώ. Από την προηγούμενη Κυριακή ζούμε στην οικογένειά μας ένα δράμα, είμαι όμως μικρή για να απευθυνθώ στην κ. Τατιάνα Στεφανίδου (δεν με αφήνει και η μαμά μου). Έτσι αποφάσισα να γράψω σε σας, αφού συνηθίζεται επιστολές μαθητών να γίνονται καμιά φορά πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες και, άλλωστε, οι εφημερίδες είναι υπεύθυνες για το δράμα που ζούμε ως οικογένεια.
    Από την προηγούμενη Κυριακή που ο μπαμπάς μου διάβασε εφημερίδες (ο μπαμπάς μου διαβάζει κάθε Κυριακή το «Βήμα», έχει-δεν έχει DVD) έχει σπάσει τα τηλέφωνα αναζητώντας γιατρό. Έχει τηλεφωνήσει σε όλους τους ψυχιάτρους Αθήνας και Πειραιά και τους λέει πως πρέπει να είναι ψυχωτικός και ζητάει να τον βοηθήσουνε. Φαίνεται πως το ψυχωτικός κολλάει από τις εφημερίδες, μήπως είναι όμως μεταδοτικό και το μεταφέρω κι εγώ στο σχολείο μου;
    Ξέχασα να σας γράψω πως ο μπαμπάς μου, εκτός από ψυχωτικός, είναι και ΠΑΣΟΚ, πολύ ΠΑΣΟΚ. Μάλιστα ο ίδιος λέει πως πάντα ήταν «της γραμμής» (τι σημαίνει αυτό, καλέ;), γι’ αυτό και όταν ήταν πρωθυπουργός ο κ. Σημίτης ο μπαμπάς μου ήταν σε ένα σύλλογο, καλά, δε θυμάμαι τώρα πώς τονε λένε, όμως κάτι με τα πετρέλαια έμοιαζε το όνομα του να ‘χει σχέση (πάντως πρέπει να ήταν σε πολύ χαμηλή θέση, γιατί δεν του δίνανε πετρέλαιο να γεμίσει ούτε τον καυστήρα μας, κι ήταν και διαχειριστής στην πολυκατοικία μας τότε).
    Καλά, ο κ. Σημίτης κι ο πώς τονε λένε σύλλογος δεν νομίζω να έχουν καμιά σχέση με το ότι ο μπαμπάς μου λέει πως είναι ψυχωτικός. Εγώ για άλλο λόγο άρχισα να σας γράφω: Τώρα που ο μπαμπάς μου θα ‘ναι ψυχωτικός, θα μπορεί να με βοηθάει στα μαθήματά μου; Γιατί, ξέρετε τι πλάκα έχει ο μπαμπάς μου όταν με διαβάζει; Τις προάλλες που είχα ιστορία, πήρε το βιβλίο, κοκκίνισε, πρασίνισε κι άρχισε να μουρμουράει και να λέει διάφορες κακές λέξεις (δεν τις άκουσα όμως, γιατί ο μπαμπάς μου πήγε στην κουζίνα για να τις πει).
    Βοηθήστε με λοιπόν, κ. Διαμαρτυρία, γιατί αλλιώς, όπως λέει και ο μπαμπάς μου, θα μείνω κούτσουρο και δεν το θέλω.

    Ιωάννα Ταριχτσίογλου
    Μαθήτρια Στ’ Δημοτικού

    |Και για την αντιγραφή: Σ.Κ.|

    Σχόλιο από pontiac | 06/02/2007

  21. Ωραία ιδέα! Να πιέσουμε τις ελληνικές εφημερίδες να διανείμουν το ίδιο CD (αυτό των Αρμενίων…) και στην Ελλάδα!

    Αλλά τί λέω. Αυτές είναι «ανεξάρτητες και απίεστες». Πάνε κατ’ ευθείαν για πολτοποίηση…

    Σχόλιο από gregykapogeorge | 06/02/2007

  22. Την ΟΠΕΚ ενοεί η Ιωάννα. Και γώ μέλος είμαι!!!!

    Σχόλιο από ange-ta | 07/02/2007

  23. Πίνγκμπακ από Ανώνυμος | 23/03/2007

  24. Άραγε, κοιμάστε καλά τα βραδιά εσείς που εσκεμμένα παραποιείτε τα ιστορικά γεγονότα;

    Σχόλιο από Ανδρονίκη - Ζωή | 09/04/2007

  25. «….εσκεμμένα παραποιείτε τα ιστορικά γεγονότα;»

    Αυτό θέλει εξήγηση, πολύ εξήγηση.

    Γιατί παραποίηση δεν υπάρχει καμιά… οργή όμως μπόλικη!

    μ-π

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 09/04/2007

  26. Ίσως να έχεις δίκιο, Πόντος κι Αριστερά.

    Δεν υπάρχει παραποίηση, όπως ισχυρίζεσαι, αλλά απόκρυψη (ίσως;) ή θα παίζουμε το παιχνίδι των λέξεων;

    Αλλά πώς κρίνεις το ακόλουθο εσύ: «Στις 27 Αυγούστου 1922 ο τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα»

    Το ρηματάκι «συνωστίζονται» τι δηλώνει για σένα; Δε δηλώνει μια «μικρή» παραποίηση;

    Επίσης, δεν υπάρχει τόσο οργή, όσο αμμορφωσειά κ άγνοια και/ή σκοπιμότητα ορισμένων(π.χ διδασκαλία του ανιστόρητου βιβλίου της ιστορίας της ΣΤ’ στα ελληνικά δημοτικά, παρά την αντίρρηση των χιλιάδων ελλήνων πολιτών, που αποσκοπεί στην μη σωστή ενημέρωση γεγονότων της ελληνικής νεολαίας, κ απόκρυψη αξιόπιτων πηγών – όπως του G. Horton «The blight of Asia», καθώς κι άλλων μαρτυριών)με μια ειδίκευση στον ιστορικό τομέα.

    Μικρό σχόλιο: για να ισοπεδώσεις ένα έθνος, δηλητηριάζεις/διαστρεβλώνεις την ιστορία του, και τη θρησκεία του, κ επιτυγχάνεται καλύτερα όταν στοχεύονται παιδιά μέσω εκπαίδευσης…

    Σχόλιο από Ανδρονίκη - Ζωή | 09/04/2007

  27. από ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/04/2007

    Σε πλήρη εκλογική ετοιμότητα ο ΣΥΝ

    Σε πλήρη εκλογική ετοιμότητα θέτει η ηγεσία του ΣΥΝ τις δυνάμεις του κόμματος με το σκεπτικό ότι η ρευστότητα των εξελίξεων δεν επιτρέπει τον εφησυχασμό και, πολύ περισσότερο, τον αιφνιδιασμό.
    ………………………………
    ………………………………

    Για το βιβλίο της Ιστορίας

    Στη συνεδρίαση έγινε επίσης συζήτηση για τη διαμάχη που έχει ξεσπάσει γύρω από το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού. Γενική αντίληψη είναι ότι οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν με βάση τις υποδείξεις των επιστημόνων και, πάντως, σε κάθε περίπτωση καταδικάζονται φασιστικές ενέργειες ή οι ακραίες αντιλήψεις της ηγεσίας της εκκλησίας. Υπέρ της πιο έντονης κριτικής στο βιβλίο τάχθηκαν οι Π. Λαφαζάνης και Γ. Τόλιος.

    ΓΡ.Ρ.

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 15/04/2007

  28. Ο ρηχός κοσμοπολιτισμός και τα συντρίμμια της πολιτικής

    Ημ/νία καταχώρησης : 25/05/2007 15:11:58
    ———————————————————–

    Του Νικολα Σεβαστακη

    Ο καπιταλισμός του αυστηρού Πατέρα, αυταπάτη της μεταεθνικής αφήγησης

    Να μιλήσουμε, λοιπόν, για τον εθνικισμό, τον κοσμοπολιτισμό και τις αντιφάσεις τους μέσα στο χρόνο και στο χώρο της πολιτικής. Να μιλήσουμε, πριν από όλα, για την κριτική αξιολόγηση της σημασίας αυτών των ιδεολογικών λόγων στα καθ’ ημάς πράγματα και έξω από τα σύνορά μας. Μια τέτοια συζήτηση, αν και κατά καιρούς αφυπνίζεται από μεμονωμένα επεισόδια της επικαιρότητας, τις περισσότερες φορές μένει στα μισά ή τελειώνει απότομα όπως άρχισε. Πιστεύω ωστόσο ότι για την όποια προσέγγιση στη διακεκαυμένη ζώνη παρόμοιων ζητημάτων δεν αρκεί το σχόλιο στο ένα ή στο άλλο σκέλος της διάζευξης, στο έθνος αφενός ή στο «μεταεθνικό» αφετέρου, στις ιστορικές περιπέτειες και τις πολιτικές περιπλοκές εθνικισμών και κοσμοπολιτισμών. Εκτιμώ ότι υπάρχει ένα προκαταρκτικό θέμα ουσίας που πρέπει να απαντηθεί, ιδιαίτερα από εκείνους που ισχυρίζονται ότι θητεύουν σε μια ριζοσπαστική σκέψη και μια αριστερή πρακτική. Και με ένα τέτοιο προπαρασκευαστικό ερώτημα θα ασχοληθώ εδώ χωρίς να προχωρήσω σε άλλες πτυχές της συζήτησης που υπαινίχτηκα παραπάνω. Ρωτώ λοιπόν: ποιο είναι το κέντρο βάρους του μορφώματος ιδεών και αξιών του καπιταλισμού των δικτύων στην εποχή των μετανεωτερικών ρηγμάτων; Ποια είναι, αν θέλετε, η θεμελιώδης κλίση των δυνάμεων που διαχειρίζονται την επιταχυνόμενη μεταδημοκρατική μετάλλαξη των προηγμένων πολιτειών που αυτοπροσδιορίζονται ως φιλελεύθερες δημοκρατίες; Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα θεωρώ ότι ο λόγος περί μεταεθνικού δίνει μια λάθος απάντηση. Και η αιτία για αυτό βρίσκεται σε κάτι που δεν έχει άμεση συνάφεια με τον ορισμό του εθνικού ή του διεθνικού αλλά με τον χαρακτηρισμό της σύγχρονης καπιταλιστικής δυναμικής: ένας κόσμος, κυρίως από το χώρο του νέου κινηματικού ακτιβισμού και των κύκλων που θέλουν να είναι η θεωρητική έκφραση της «ετερο-παγκοσμιοποίησης», συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο να συμμερίζεται τις αυταπάτες μιας καλλιτεχνικής κριτικής του καπιταλισμού και των τύπων κοινωνικής και πολιτικής κυριαρχίας^1^. Υιοθετεί, σε μεγάλο βαθμό, μια νεορομαντική άποψη που αντιλαμβάνεται τα συστήματα εξουσίας ως κατά βάση περιοριστικές και καταθλιπτικές δομές, ως πλέγματα αυταρχικής και συντηρητικής διακυβέρνησης που επιδιώκουν να αποστραγγίσουν το αρχιπέλαγος του κοινωνικού, να ομογενοποιήσουν ή να πειθαρχήσουν τις παραγωγικές δυνάμεις του πλήθους, να απωθήσουν όλες τις ετερόδοξες και –πάντοτε βεβαίως– πολύχρωμες υποκειμενικότητες οι οποίες «επινοούνται» καθημερινά στις χαοτικές σπείρες των σύγχρονων κόσμων. Υποθέτει, ακόμα, ότι αυτή η διάταξη συμπυκνώνει πάντοτε έναν συνοριακό φραγμό, έναν μεγάλο αποκλεισμό που παρεμποδίζει την ελεύθερη κίνηση των σωμάτων πάνω και πέρα από όλες τις τεχνητές συνοριακές ζώνες. Η παλαιά βιταλιστική εξέγερση εναντίον κάθε δεσποτικής και κακότροπης ολότητας επανέρχεται έτσι υποβάλλοντας τη δική της ιδιαίτερη ατζέντα: την ατζέντα της αντικαταστολής, της προάσπισης όλων των μειονοτικών, περιθωριακών και ενίοτε εκκεντρικών εμπειριών, της δαιμονοποίησης των πολιτικών οργανισμών και της ίδιας της μεγάλης πολιτικής ως παρωχημένων καταλοίπων της μαζικής βιομηχανικής κοινωνίας και του απομαγευτικού ορθολογισμού της. Σύμφωνα με αυτή την ευαισθησία, η πολλαπλότητα είναι πάντοτε προτιμότερη από την ενότητα, ο υβριδισμός καλύτερος από την όποια σταθερή αίσθηση ιθαγένειας, ο νομαδισμός πλησιέστερα στο αυθεντικό νόημα της χειραφέτησης από την καθήλωση στο έδαφος, και δη στα εδάφη της παραδοσιακής «μεταφυσικής» του πολιτικού δεσμού.
    Από τη στιγμή όμως που θεωρήσει κανείς ότι ουσία των σημερινών διακυβερνήσεων είναι η ιμπεριαλιστική αφομοίωση των ετεροτήτων, ο αποκλεισμός ή η έντεχνη αποσιώπηση των διαφορών, εύκολα καταλήγει και στην εξής μετάφραση: ότι ο εθνικισμός, και ιδιαίτερα ο εθνικισμός που οργανώνεται από τα κράτη και τους μηχανισμούς της πολιτικής αντιπροσώπευσης και της εκπαίδευσης, αποτελεί το κυρίαρχο γνώρισμα του αντιπάλου. Διεθνείς περιστάσεις σύγκλισης του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού με έναν δημαγωγικό εθνικισμό της ασφάλειας και τάξης (Μπους, Σαρκοζί, Πολωνία και άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης κ.λπ.) επιστρατεύονται για να τεκμηριώσουν την προειλημμένη απόφαση, ότι δηλαδή κάθε αναφορά στις συμβολικές μήτρες του δημοκρατικού πολιτικού έθνους δεν έχει πλέον κανένα νόημα: ότι πρόκειται για έναν «διαφωτισμό μπολσεβικισμό» (Ά. Γαβριηλίδης) που οδηγεί είτε στην άκαρπη νοσταλγία της κλασικής νεωτερικότητας είτε στην, ρητή ή ανομολόγητη, σύμπλευση με τους ιμάντες της εθνικιστικής ιδεολογίας.
    Κατά τη γνώμη μου, αυτό το συμπέρασμα και η συλλογιστική που το παράγει επιβραβεύουν τον πλέον εγκεφαλικό αντιεθνικισμό, έναν αντιεθνικισμό του εργαστηρίου. Ακόμα και αν εμφανίζεται ως φωνή των νέων απόκληρων και του νομαδικού «προλεταριάτου», ο μεταεθνικός λόγος δεν λειτουργεί παρά ως το αντικομφορμιστικό και εξεγερσιακό συμπλήρωμα του πραγματικά κυρίαρχου λόγου των τελευταίων χρόνων στην Ευρώπη και βεβαίως στη χώρα μας: του φιλελεύθερου και εκσυγχρονιστικού αντιεθνικισμού, αυτής της ισχνής ιδεολογίας που επιλέγοντας μιαν άλλην κοινωνιολογική αφετηρία –τα δυναμικά και καινοτομικά μεσαία στρώματα ή τη νέα επιχειρηματικότητα– καταλήγει σε μια παραπλήσια αποκωδικοποίηση του ελληνικού προβλήματος. Γιατί τι άλλο είναι άραγε εδώ και χρόνια η φιλελεύθερη εκσυγχρονιστική κριτική στην ελληνική «κλειστή κοινωνία» αν όχι μια συστηματική επίθεση στις καθηλώσεις, στην καχυποψία των παραδοσιακών στρωμάτων για τις αλλαγές, στους φόβους ενός εικαζόμενου αρχαϊκού λαού για τον υπέροχο κόσμο των ανοιχτών συνόρων και οριζόντων; Τι άλλο είναι παρά μια φορτική έκκληση στο υποκείμενο να αποδεχτεί την αιώνια εκκρεμότητα των ταυτοτήτων του, την ευέλικτη αποδιάρθρωση των βιωματικών του διαδρομών, τη συνεχή κινητικότητα που αποδομεί όλες τις εργασιακές, σεξουαλικές, πολιτισμικές, κομματικές μονογλωσσίες των «παραδοσιακών» υποκειμένων; Και τι διαφορετικό κομίζει η ελευθεριακή εικόνα του σύγχρονου νομαδικού εαυτού παρά την παραπλανητική κολακεία σε ένα άνοιγμα δίχως όρια, στην επιτρεπτική ψευδαίσθηση αλλεπάλληλων και διασταυρούμενων αποσταθεροποιήσεων που υποτίθεται ότι καθιστούν τη χειραφέτηση μια υπόθεση βίου, μια υπαρξιακή και σωματική εμπειρία και όχι πλέον ένα γενικό (επομένως κακό και δυνάμει ολοκληρωτικό) μεταφυσικό πολιτικό σχέδιο;
    Ο ίδιος ακραίος εμπειρισμός, η ίδια σαγήνη την οποία ασκούν οι μητροπολιτικές πολυδύναμες πραγματικότητες, η ίδια η λατρεία των έκκεντρων και των αποσχίσεων από κάθε ενσώματο συμβολικό τόπο, η ίδια απέχθεια για τον «ολοκληρωτικό» ιακωβινισμό – λενινισμό των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών παραδόσεων, όλα αυτά τα στοιχεία ενώνουν τους μεταεθνικούς, ριζοσπάστες και μεταρρυθμιστές, αυτόνομους και νεοσοσιαλδημοκράτες, κινηματικούς και δικτυακούς, αντιθεσμικούς και θεσμικούς.

    Φιλελεύθερος – ελευθεριακός λόγος ή ο Νίτσε στην Αριστερά;

    Θα πει κανείς, και εύλογα, ότι η ιδέα μιας φιλελεύθερης – ελευθεριακής πλατφόρμας μοιάζει να ολισθαίνει στο ίδιο σφάλμα με αυτό που διαπράττουν όσοι βλέπουν εθνικισμό σε οποιαδήποτε πρόταση λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη συμβολική παραγωγικότητα των δημόσιων χώρων που συγκροτήθηκαν στο εθνικό κρατικό επίπεδο. Για να μην αδικούμε τα πράγματα, οφείλει κανείς να διακρίνει ανάμεσα στον νεορομαντικό «α-εθνισμό» των ανατρεπτικών και στον τεχνοκρατικό ή νεοφιλελεύθερο υπερ-εθνισμό των εκσυγχρονιστών της δεξιάς και της μετριοπαθούς αριστεράς. Οι πρώτοι δηλώνουν προς πάσα κατεύθυνση τον αντικαπιταλισμό τους ενώ οι δεύτεροι στοιχηματίζουν στη δυνατότητα της «ευτυχούς παγκοσμιοποίησης» μέσα στον αξεπέραστο ορίζοντα της οικονομίας της αγοράς. Αλλά και οι δυο θεωρούν ότι το μεγάλο εμπόδιο στη χειραφέτηση της κοινωνίας και του ατόμου είναι ο εθνοκρατικός συντηρητισμός και εν γένει η μεταφυσική της πολιτικής καθοδήγησης των κοινωνικών διαδικασιών. Και οι δυο αντιλαμβάνονται την κοινωνία ως κατά βάση απροσδιόριστη και ασχεδίαστη χώρα συμβάντων, γλωσσικών παιχνιδιών, ανταγωνιστικών ενεργειών ή λιβιδινικών δυνάμεων. Κατά συνέπεια θεωρούν ότι το πρόβλημα εντοπίζεται σε μια πολιτικο-θεολογική κληρονομιά που εμποδίζει μέχρι τώρα τη νεωτερικότητα να γίνει ριζικά άθεη, να απαλλαχτεί από τους μύθους της κυριαρχίας (souverainete), να δώσει τη θέση της στην ελεύθερη αυτοπαραγωγή του κοινωνικού δίχως λογοδοσία σε οτιδήποτε εξωτερικό από αυτό, σε οποιαδήποτε δημόσια εξουσία που θα βρίσκεται σε κάποια κριτική απόσταση από το άμεσο πεδίο των αναγκών και των επιθυμιών των υποκειμένων^2^. Γι’ αυτό και η φιλελεύθερη – ελευθεριακή αντίληψη για τον καπιταλισμό επιμένει πάντα, και πολλές φορές κωμικά, στις «απαγορεύσεις», στους ακρωτηριασμούς, στις απωθήσεις και στις ματαιώσεις της απόλαυσης που συνδέονται με τη φιγούρα ενός τυραννικού Πατέρα, ενός σαδιστικού Νόμου που με την επέμβασή του αποκοιμίζει ή καταστέλλει τη χαρά της ζωής και τον πλούτο της κοινωνικής δημιουργικότητας. Το πρόβλημα, εδώ, είναι ό,τι μας εμποδίζει τη γενική και δωρεάν πρόσβαση στην αφθονία, όλα όσα παρεμβάλλονται ανάμεσα στην απαίτηση και στην αμέριμνη ικανοποίησή της. Μια τέτοια αντίληψη φαίνεται να έχει καταλάβει ελάχιστα από τη μετάβαση στις κοινωνίες δίχως πατέρα, από τη διάχυση ενός επιτρεπτικού, «συμμετοχικού», διαδραστικού και εκστατικού καπιταλισμού. Αδυνατεί να χωνέψει ότι το «σύστημα» δεν είναι παρά αυτό που έλεγε ο νεαρός Μαρξ: μια συνεχής παρακίνηση στην ικανότητα για απόλαυση, μια ώθηση για συνεχή υπέρβαση των φραγμών που θέτει η ηθική, κάποτε το κράτος, το Υπερεγώ, οι κοινωνικοί θεσμοί και δεσμοί στο επιθυμούν άτομο. Αυτή η επισήμανση, ότι με άλλα λόγια η σημερινή ουσία του αντιπάλου είναι κατεξοχήν αντισυντηρητική αν όχι «επαναστατική» –περιγραφικά και μόνον: υπέρ των συνεχών ρήξεων στον κοινωνικό δεσμό, υπέρ του απρόσκοπτου πειραματισμού με όλες τις μορφές ζωής και νοητής εμπειρίας^3^– δεν σημαίνει ότι ο αριστερός πρέπει να γίνει κήρυκας των κλασικών, προμηδενιστικών αν επιτρέπεται, κειμηλίων της ευρωπαϊκής πνευματικότητας. Σημαίνει όμως ότι το πραγματικό ριζοσπαστικό αίτημα της εποχής είναι η εκ νέου ενεργοποίηση ενός δημοκρατικού πολιτικού ουμανισμού, μέρος του οποίου μπορεί να είναι η σχετική και πάντα υπό όρους προάσπιση των εθνικών κρατικών κυριαρχιών από τις ιμπεριαλιστικές αυτοκρατορίες. Μέρος αυτού του πολιτικού ουμανισμού πρέπει επίσης να είναι η αποδοχή ότι ενίοτε ένας συντηρητισμός συνιστά προϋπόθεση του ριζοσπαστικού μετασχηματισμού μιας αφόρητης πραγματικότητας, πράγμα που επιβεβαιώνεται από την οικολογική προβληματική, τη συζήτηση για την προάσπιση της ανθρωπιστικής παιδείας, την κριτική στο ήθος του homo consumens κ.λπ.
    Από την άποψη ενός τέτοιου πολιτικού ουμανισμού, για τη διαμόρφωση βούλησης και την ίδια την αγωνιστική ηθικοπολιτική ταυτότητα των ανθρώπων, ο ρηχός κοσμοπολιτισμός αντιπροσωπεύει, πράγματι, την ισχυρότερη απειλή. Μια απειλή που δεν προέρχεται μόνο από τον υπερφιλελευθερισμό των ελίτ αλλά και από εκείνα τα πλήθη που μη έχοντας αφομοιώσει τη συμβολική ουσία της ιδιότητας του πολίτη (και όχι βέβαια τον νομικό τύπο της αφού, για παράδειγμα, οι βανδαλο-εξεγερμένοι των γαλλικών προαστίων υπήρξαν στην πλειονότητά τους Γάλλοι πολίτες) είναι εξαιρετικά ευάλωτα στον πολιτισμικό διαφορισμό, στη θρησκευτική βαρβαρότητα, στους εθνοφυλετικούς εγκλεισμούς και στην γκετοποίηση.
    Ο ρηχός κοσμοπολιτισμός δεν κάνει άλλο από το να προασπίζεται άλλοτε τις εμπειρίες των υπερφιλελεύθερων ελίτ και άλλοτε το ραπ των «αποταγμένων» μειονοτικών μητροπολιτικών πληθυσμών. Φιλοξενεί ταυτόχρονα το όραμα της τεχνοκρατικής οικονομικής διακυβέρνησης των παγκόσμιων διαδικασιών και την αν-αρχική ουτοπία της κοινωνίας ως αντισυστήματος, ως χαρμόσυνης αντιεξουσίας που ο ορίζοντάς της είναι ένας κομμουνισμός της κατανάλωσης, του πλήρους δικαιώματος σε όλα, χωρίς ευθύνες, χωρίς αναβολές και περιττές αποστάσεις. Από τη μια ο χομπσιανός πειρασμός –το άτομο των επιθυμιών και μαζί η διακυβέρνηση ασφάλειας– από την άλλη ένας νεορομαντικός νιτσεϊσμός, ένας νιτσεϊσμός της «αριστεράς» όπου η περίφημη αθωότητα του γίγνεσθαι μετατρέπεται σε χαρούμενη γνώση του πλήθους, σε κατάφαση στην αμεσότητα της ζωής εναντίον κάθε πολιτικής υπερβατικότητας.

    Το ξόανο του εθνικισμού και το ξόρκισμα του συντηρητισμού

    Ναι, καλά όλα αυτά, αλλά τι γίνεται με την υπαρκτή εθνικιστική φαντασιοκοπία και μεγαλοστομία που αντιπαραθέτει την εθνική αυτοεπιβεβαίωση τόσο στις κοινωνικές – ταξικές αξίες όσο και σε κάθε απαίτηση δημοκρατικής οικουμενικότητας; Με ποιο τρόπο, η συμφιλίωση του αντικαπιταλισμού με μια προβληματική των ορίων και μια αυστηρή κριτική στις φιλελεύθερες ελευθεριακές αυταπάτες δεν τον καθιστά μέρος της νεοσυντηρητικής παραδοσιαρχίας ή στα καθ’ ημάς της νέας θολής και συχνά πολιτικά φαιδρής εθνικοφροσύνης; Το ερώτημα είναι σοβαρό και δικαιολογημένο στο βαθμό που, πράγματι, ένας μετωπικός αντικοσμοπολιτισμός της «εθνικής ευαισθησίας» είναι ασύμβατος με την ουσία ενός ριζοσπαστικού πολιτικού ουμανισμού. Και είναι ασύμβατος όχι μόνο διότι συγχέει ζητήματα ρομαντικής πατριδογνωσίας και αυτοσυνείδησης με τον πολιτικό πατριωτισμό, τη μεταφυσική ενός αιώνιου ελληνισμού με τις σημερινές κρατικές πολιτικές, την «παγκοσμιοποίηση» (έτσι γενικά και αορίστως) με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό κ.λπ. Κάθε ετερόκλητος μετωπικός αντικοσμοπολιτισμός που στηρίζεται στον μύθο της ομοδοξίας ή της ομοψυχίας είναι εχθρικός προς τον βαθύτερο κανονιστικό ορίζοντα της όποιας Αριστεράς: την υπέρβαση των μερικών – ιδιαίτερων συμφερόντων και τη συγκρότηση μιας ορθολογικής κοινοπολιτείας, ενός όλου δήμου που φιλοξενεί ελεύθερες και ίσες ατομικότητες.
    Δεν τίθεται λοιπόν ζήτημα το αν μπορεί να δικαιολογηθεί ένας αριστερός εθνικισμός έναντι του ρηχού κοσμοπολιτισμού που ανταποκρίνεται στον καπιταλισμό των δικτύων. Αυτή είναι μια εκ του πονηρού και διάφανη στις κακές της προθέσεις απορία. Το ερώτημα είναι άλλο: αν μια σύγχρονη ριζοσπαστική αντίληψη δικαιούται και οφείλει να θεωρεί τον εθνικό δημόσιο χώρο ως προνομιακό χορηγό νοημάτων για πολιτικές στρατεύσεις, αγωνιστικές ταυτότητες, πολιτικές μνήμες ή συναισθηματικούς δεσμούς των δρώντων. Απαντώ καταφατικά, με μια επιπλέον αναγκαία διευκρίνιση: ποτέ στην ιστορία της αριστεράς, από την αρχική φιλελεύθερη δημοκρατική της αποτύπωση ως την κομμουνιστική της συγκρότηση, ο εθνικός δημόσιος χώρος δεν ταυτίστηκε με το εν στενή εννοία κρατικό πεδίο. Εμπεριείχε πάντοτε –και αυτό είναι το υπέροχο παράδοξο– τη μέριμνα για αυτό που στον δέκατο ένατο αιώνα ονόμαζαν «ανθρωπότητα»: τόσο η πολιτική όσο και η κοινωνική/ανθρώπινη χειραφέτηση εκπληρώνεται στο επίπεδο του όλου «γένους», της ανθρωπότητας –όχι στο επίπεδο των επιμέρους πολιτειών ή των εμπειρικών ατόμων. Αυτή είναι η κοινή φύτρα της πολιτικής μας πίστης, φύτρα αταίριαστη τόσο με τον εθνικιστικό κρατισμό όσο και με τον α-εθνικό και σε τελική ανάλυση αντιπολιτικό κοσμοπολιτισμό που στηρίζεται στην ψευδοανατρεπτική ουτοπία της άεργης αφθονίας ή στην καπιταλιστική ουτοπία της φυσικής αυτορρύθμισης των κοινωνικών ανταλλαγών.
    Θα ήθελα να τελειώσω αυτές τις σκέψεις επιστρέφοντας στο, για μένα, φλέγον ζήτημα του χαρακτηρισμού ή της ταυτοποίησης του αντιπάλου. Επαναλαμβάνω κάτι που έχω υποστηρίξει με αναλυτικό τρόπο στο παρελθόν με άλλες αφορμές: η υποτίμηση της σημασίας που έχει για τα ηθικά και ανθρωπολογικά θεμέλια της πολιτικής ύπαρξης η μετάβαση σε έναν καπιταλισμό της γενικευμένης αισθητικοποίησης της εμπειρίας ή αλλιώς σε μια κοινωνία της επιθυμίας και της φαντασιακής –όχι βεβαίως πραγματικής– ισότητας και αφθονίας, έχει πολύ σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η υποτίμηση αυτή έχει συμβάλλει στην αλλοίωση της ίδιας της κοινωνικής επαγγελίας της Αριστεράς: το «κοινωνικό» που πολλές φορές υπερασπίζεται είναι ένα συλλογικό ιδιωτικό και όχι η άρση / διατήρηση των ατομικών και ιδιαίτερων συμφερόντων σε ένα ανώτερο επίπεδο. Η σφαίρα του κοινωνικού έχει μετατραπεί σε διευρυμένη ζώνη συνασπισμένων εγωισμών εμποτισμένων από το όνειρο της εύκολης και απεριόριστης δικαιωματικής πρόσβασης. Και βεβαίως, όταν παραβλέπει κανείς τον φιλελεύθερο – ελευθεριακό πυρήνα των σύγχρονων καπιταλισμών, δυσκολεύεται να κατανοήσει την ομηρία της πολιτικής βούλησης μέσα στα καθεστώτα της «δημοκρατίας της γνώμης». Αποτέλεσμα; Το να γίνεται η Αριστερά εύκολη λεία σε μια ψευδώνυμη συμμετοχική φαντασμαγορία, αντίστοιχη με τη δημοκρατία του χρήστη όπως την προωθούν οι μεγάλες εταιρείες.
    Όταν προσφάτως ο Γ. Μαργαρίτης έγραψε ότι ένας ορισμένος «αντιεθνικισμός» είναι η πραγματική κυρίαρχη ιδεολογία στην όψιμη ελληνική συνθήκη, στόχευσε σωστά. Αυτό που θέλω να συμπληρώσω εδώ είναι ότι ο ρηχός κοσμοπολιτισμός δεν είναι απλώς ένας κοσμοπολιτισμός του κεφαλαίου όπως διαβεβαιώνει, και ορθά, ο Μαργαρίτης. Είναι συγχρόνως μια συρραφή πολλών «κειμένων» ή ένα παράδοξο κολλάζ όπου το κεφάλαιο ενώνεται με τον βυθό και τις υπο-κοινωνίες του, όπου οι ελίτ συναντούν και αναγκάζονται να διαχειριστούν τα τοξικά απόβλητα που παράγονται από την απαξίωση όλων των δημόσιων αγαθών την οποία επισπεύδουν με διαφορετικές ταχύτητες. Αλλά αυτός ο ρηχός κοσμοπολιτισμός περιλαμβάνει και πολλά φαιδρά στολίσματα της καθημερινότητας: από το νέο οικοσύστημα της οικογενειακής αναψυχής στα Malls μέχρι τα σποτ της διαφήμισης, από τα «εναλλακτικά» φεστιβάλ κάνναβης μέχρι την κρατική και επίσημη Γιουροβίζιον, από τις κλοπές κινητών τηλεφώνων και «επώνυμων» ρούχων σε κάποιες από τις διαδηλώσεις του πλήθους μέχρι το εγκώμιο του ρίσκου στα εγχειρίδια των πολεμιστών της μεγάλης Εταιρείας, από την αισθητική των Expo ως αυτή των ανατρεπτικών χάπενιγκ. Κάπου εδώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, η πλήρης αποδοχή της πραγματικότητας όπως είναι –ο κομφορμισμός της προσαρμογής– και το μίσος κατά της πραγματικότητας πάνε μαζί. Οργανώνουν μια μεγάλη απόδραση από τη σκληρότητα και τις τραχιές όψεις της παραδοσιακής πολιτικής και της εθνικής ιστορίας, καταγγέλλουν τον καημό της μετακατοχικής ποιητικής Αριστεράς ως νεκροφιλία και πτωματολαγνεία, στιγματίζουν όλα τα ευγενή μέταλλα της στράτευσης και των θυσιών ως ολοκληρωτικά, ψάχνουν να μετατρέψουν τον διεθνισμό σε διονυσιακή rave φιέστα. Για να βάλουν, άραγε, τι στη θέση τους; Τους μπλόγκερ ως το νέο υποκείμενο; Το gay pride ως παράδειγμα πολιτικής του βίου; Τον μετανάστη ως υποκατάστατο για τον λαό της πολιτικής; Τον «νέο» ως ευφορικό υποκατάστατο του κατ’ εσάς μεταφυσικού όρου άνθρωπος;
    Αν, όπως φαίνεται, το περίφημο «πρέπει να είμαστε απόλυτα μοντέρνοι» έχει γίνει η κατηγορική προσταγή των μεταεθνικών, θα πρότεινα κάτι περισσότερο δύσκολο αλλά εντιμότερο: το να είμαστε, όσο μας το επιτρέπει το πνεύμα των καιρών, λίγο πιο σοβαροί. Ακόμα και αν έτσι δυσαρεστήσουμε τον έσω νιτσεϊσμό μας…

    1. Χρωστούμε την έννοια της «καλλιτεχνικής κριτικής» (critique artiste) στην εργασία των Luc Boltanski και Εve Chiapello για το νέο πνεύμα του καπιταλισμού [|Le nouvel esprit du Capitalisme|, NRF Essais, Gallimard, 1999] που περιγράφει, πολύ πειστικά, την ενσωμάτωση των καλλιτεχνικών αντισυμβατικών χειρονομιών στους κώδικες του σύγχρονου εταιρικού κόσμου. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Olivier Tinland στο άρθρο του με τον τίτλο «Μια αισθητική του κεφαλαίου» [έκτακτο τεύχος του |Nouvel Obseravateur| («Comprendre le Capitalisme. Des theories fondatrices aux derives de la mondialisation», αρ. 65, Μάιος-Ιούνιος 2007) «είναι πλέον ολοφάνερο ότι τα προνομιούχα θέματα της «καλλιτεχνικής κριτικής» του καπιταλισμού –προαγωγή της ατομικής ελευθερίας εναντίον του συστήματος, προάσπιση της απορρύθμισης και της ευελιξίας απέναντι στους κοινωνικούς εξαναγκασμούς– έχουν χωνευτεί ολοκληρωτικά από τον καπιταλισμό και συνιστούν εφεξής το συνηθισμένο Ευαγγέλιο των εγχειριδίων του μάνατζμεντ».
    2. Εδώ εντάσσεται το παράδοξο μιας ανατρεπτικής άποψης που ωστόσο δεν θέλει να καταλάβει την εξουσία αλλά απλώς να την απομακρύνει, να την αποδομήσει ή όπως έλεγε ο προπάτορας Νίτσε να την λησμονήσει…
    3. Είναι αυτή η ιδεολογία του απεριόριστου πειραματισμού με το ανεπίτρεπτο που αποτελεί πλέον όρο ύπαρξης της σκατολογικής ψευδοτέχνης, του εκτρωματικού και τερατολογικού κιτς και άλλων εκδοχών της ποπ κουλτούρας. Το ότι η λόγια «πολιτισμική» ακροαριστερά αισθάνεται αλληλέγγυα με αυτού του τύπου τις transgressions είναι μια ακόμα απόδειξη της ηθικής και πολιτικής της χρεοκοπίας.

    Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 07/06/2007

  29. ΕΝΑΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΩΝ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΜΠΛΟΓΚ «ΩΡΑ ΕΛΛΑΔΑΣ»
    σε ΠΟΣΤ ΜΕ ΤΙΤΛΟ
    «Οι Οικολόγοι Πράσινοι ζητούν υποστήριξη»

    ——————————————————

    18. Γιάννης αρ | July 19th, 2007 at 9:49 am

    Αν δεν ήταν ο Τρεμόπουλος, το οικολογικό κίνημα στην Θεσσαλονίκη θα βρισκόταν σε πολύ καλλίτερη θέση. Ρωτήστε παλιούς που τώρα δεν ασχολούνται καθόλου…..

    Η ιστορία με την Γερασιμίδου είναι γνωστή και προσβάλει όλους όσους υποστήριξαν τον Τρεμόπουλο τότε.

    Έκανε τρίπλα το κράτος για να μην εκπληρώσει αυτά που έπρεπε και είχε υποσχεθεί και ο Τρεμόπουλος την έπεσε στην Γερασιμίδου επειδή ήταν γνωστή και έπρεπε να ανεβάσει την φήμη του.

    Με τέτοια άτομα πάντα το οικολογικό κίνημα θα βρίσκεται τελευταίο και καταϊδρωμένο να κλαίγεται και να καταγράφει την καταστροφή του περιβάλλοντος.

    Θυμηθείτε με τι ευκολία απέκτησαν όλα τα εντός της βουλής κόμματα οικολογικά τμήματα τότε που οι οικολόγοι μπήκαν στην Βουλή, και φυσικά δεν ξαναμπήκαν.

    Μέχρι να εμφανιστούν ειλικρινείς οικολόγοι με άποψη ΚΑΘΑΡΑ οικολογική δεν υπάρχει περίπτωση να δούμε ξανά στην βουλή οικολόγους.

    ΥΓ1 λυπάμαι που το λέω αλλά πιστεύω ότι αρκετοί από τους ονομαστούς “οικολόγους” χάρηκαν για τις πυρκαγιές γιατί θέλουν να καρπωθούν, με την μορφή ψήφων, την αγανάκτηση του κόσμου.
    ΥΓ2 Η οικολογία δεν χρειάζεται να είναι στην βουλή. Το οικολογικό κίνημα πρέπει να ελέγχει την κάθε κυβέρνηση και να περνάει την θέση του στα κόμματα . Η οικολογική συνείδηση απαιτεί την άμμεση εφαρμογή οικολογικών πρακτικών και το εξασφαλίζει με διαρκείς παρεμβάσεις προς το κράτος Δείτε την Greenpeace την WWF την Ορνιθολογική και αρκετές άλλες. Αυτοί κάνουν δουλειά ή άλλοι κάνουν πολιτική του κώλου που μόνο ζημιά κάνει.

    19. Πέτρος Θ. | July 19th, 2007 at 11:07 am

    Φιλε Γιαννη μαλλον προσωποποιεις το ζητημα … Για μενα , περα απο την οποια ερμηνεια για τις ενεργειες του Μ . Τ , υφισταται καταρχην η ακρως επειγουσα αναγκη οχι απλά να διαδοθουν καποιες οικολογικές ιδεες αλλά να μπει φρενο στον τρομακτικό κατηφορο της Χωρας (απο οικολογική και οχι μόνο αποψη)… Και αυτό πρεπει να γινει τωρα … Απο κει και περα ,νομιζω πως θα ηταν κριμα να καθοριζει την πολιτική μας σταση ,η κριση μας για καποια προσωπα ή η εμμονή σε καταστασεις ή και λάθη του παρελθοντος….

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 28/07/2007

  30. «…….. Αλλά η μεγάλες διαφορές που με απομάκρυναν από κάθε σκέψη νέας συνεργασίας με την Ρεφορμιστική Αριστερά δεν ήσαν οι ανωτέρω, αλλά το τι επακολούθησε αυτά τα τρισήμισυ χρόνια και ειδικά στα εθνικά (”κοσμοπολιτικά” κατά τον ΣΥΝ) θέματα. Συγκεκριμμένα: στην αντιθεσή μου με την στάση του ΣΥΝ στο σχέδιο Άναν και το περιβόητο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού! Όσο και να περισσεύουν τώρα τα χαμόγελα με τον ενθουσιασμό της μετά-Τσίπρας εποχής και των τελευταίων ενθαρρυντικών δημοσκοπήσεων, το θέμα της Κύπρου (αποπομπή Τάσσου Παπαδόπουλου, άνοδος Χριστόφια) θα επανέλθει στο πολιτικό προσκήνιο συν τω χρόνω και θα (ξανα) δυναμητίσει το τωρινό χαρούμενο περιβάλλον της Κουμουνδούρου και θα (ξανά) αποδείξει ότι ο ΣΥΝ είναι δύο Κόμματα σε συσκευασία του ενός!

    Η στάση επίσης της “Αυγής”, του να λογοκρίνει δηλαδής και να μην δημοσιεύει τα άρθρα του καθηγητή Μαργαρίτη στο μέγα θέμα του βιβλίου της Ιστορίας επειδής δεν συμφωνούσαν με την επίσημη γραμμή, ήτο κάτι περισσότερο από αήθης και φασιστική! Οι σύντροφοι αντί να δεχθούν τις πολύ μετριοπαθείς θέσεις της γραμμής Σβορώνου-Μαργαρίτη, θεώρησαν το λαό ως προϊόν τράνσιτ κοσμοπολιτών/ταξειδιωτών αεροδρομίων δίχως κανένα δεσμό έθνους και πατρίδας. Λες και η Κομμούνα του Παρισίου και η δημιουργία της ΕΣΣΔ δεν ήταν εξ αρχής Εθνικά θέματα. Μα ούτε Μαρξ (”18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη“) δεν έχουν διαβάσει οι τ.σύντροφοι; Ούτε καν έχουν διανοηθεί διά ποιούς λόγους (εθνικά θέματα) κυνηγήθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ; ……..»

    http://manolisvardis.wordpress.com/2007/09/09/09092007/

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 09/09/2007

  31. Στο παραπάνω σχόλιο γίνεται αναφορά σε κάποια απόφαση της «Αυγής» να «λογοκρίνει και να μην δημοσιεύει τα άρθρα του καθηγητή Μαργαρίτη στο μέγα θέμα του βιβλίου της Ιστορίας επειδής δεν συμφωνούσαν με την επίσημη γραμμή».

    Καθαρά πληροφοριακά, ήθελα να ρωτήσω, από πού προκύπτει η πληροφόρηση για μια τέτοια λογοκρισία; ποια άρθρα του Μαργαρίτη δεν δημοσιεύθηκαν;

    Πάντως εγώ, με μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο, βρήκα δύο άρθρα του Μαργαρίτη δημοσιευμένα στην Αυγή, ένα στο φύλλο της 22/4/07 με τίτλο «Από το απλό αστείο στο πολύ, μα πολύ σοβαρό…», και ένα άλλο στις 18/03/2007 με τίτλο «Η ιμπρεσιονιστική μέθοδος διδασκαλίας της ιστορίας, η ευτέλεια των βαρβάρων και ημών των ιδίων». Και τα δύο αφορούν το ζήτημα του βιβλίου της 6ης δημοτικού.

    Για ποια λογοκρισία λοιπόν μιλάμε;

    Σχόλιο από αναγνώστης | 01/10/2007

  32. Αναγνώστη,

    το συγκεκριμένο σημείο υπάρχει εντός του παραπάνω παραθέματος του MacManus.

    Δεν είναι είναι δικιά μας διαπίστωση…

    Eμάς, απλά και μόνο, μας ενδιέφερε να δούμε ποιές ήταν οι διάφορες απόψεις που υπήρχαν γύρω από το χώρο του Συνασπισμού γαι τα συγκεκριμένα ζητήματα!

    Μ-π

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 01/10/2007

  33. Ποιος είναι πάλι ο MacManus;
    Στη συγκεκριμένη σελίδα τουλάχιστον δεν βλέπω να έχει γράψει κανένας με αυτό το όνομα.

    Σχόλιο από αναγνώστης | 01/10/2007

  34. «The MacManus Diaries»

    http://manolisvardis.wordpress.com/2007/09/09/09092007/

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 01/10/2007

  35. Κι ένα σχόλιο για τον Φίλη, αλιευμένο στν μπλογκοθάλασσα:

    «…Τσαουσέσκου?? Πού έλεγε να μήν κριτκάρουμε το ΠΑΣΟΚ μαζί με τον Κυρκο?? Πού έβαζε τον γνωστό σήμερα ως δημοσιογράφο και κυνηγό αλεπούδων για τίς πυρκαγιές Νικο Φίλη,νά συκοφαντεί όποιον δέν γούσταρε??…»

    http://theamapati.wordpress.com/2007/10/03/031007/ (σχόλιο 11)

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 04/10/2007

  36. Τάδε έφη Ελεφάντης στην “Αυγή” !!!!!!!!!!

    “…. εκείνος ο “συνωστισμός” των Ελλήνων της Μικράς Ασίας στα παράλια της Ιωνίας μετά την ήττα του ελληνικού στρατού, έδινε συγχωροχάρτι στην αγριότητα του Τούρκου και εξευγένιζε, ούτως ειπείν, αυτόν το βάρβαρο ανατολίτη, αυτόν που δεν γνώριζε παρά μόνο τη γλώσσα του γιαταγανιού και που οι Έλληνες τόσο οδυνηρά είχαν γνωρίσει επί αιώνες, στο ίδιο τους το κορμί…..

    ….. Ή ότι αποσιωπάται ο ελληνογερμανικός πόλεμος της άνοιξης του 1941 πού ήταν και η ουσιαστική εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο που ρήμαξε την Ελλάδα όπως κι όλη την Ευρώπη. Ή ότι δεν υπήρξαν γενίτσαροι και γενιτσαρισμός. Ή ότι για τον Μεσοπόλεμο δεν αναφέρεται ότι υπήρξε μια διαδοχή πραξικοπημάτων, προνουτσιαμέντων και δικτατοριών με μερικά μόνο διαλείμματα δημοκρατίας. Ή εκείνος ο συνωστισμός: Πράγματι υπάρχει μια υπόδειξη της Ε.Ε. να μην εξάπτονται τα παλαιά μίση μεταξύ των λαών, όλα εκείνα που τους χώρισαν στο παρελθόν, να βοηθιέται η καταλλαγή και η ειρήνευση των πνευμάτων. Να μην γράφουν π.χ. τα γερμανικά εγχειρίδια ότι ο Καρλομάγνος ξεθεμελίωσε 7 πόλεις, παλούκωσε χιλιάδες αντιπάλους κι άλλα πολλά ων ουκ έστι αριθμός. Έστω. Πράγματι, δεν υπάρχει κανείς λόγος να λέμε ότι ο Τούρκος είναι ένας εκ φύσεως βάρβαρος και απολίτιστος ανατολίτης ή ότι οι Φράγκοι είναι ακόλαστα τέκνα της μαλαφράντζας και εκθηλυσμένοι ηδονοθήρες κ.λπ., κ.λπ. Όμως οι σχέσεις μεταξύ των λαών ήταν συγκρουσιακές. Αν απαλείψουμε τη συγκρουσιακότητα της πραγματικής ιστορίας, αν εξωραΐσουμε τις σχέσεις καλύπτοντάς τις με τον αισχυντηλό πέπλο μιας πλαστής αδελφοσύνης και αγαστής συμβίωσης που μόνον πότε-πότε τη χαλάνε κάποιοι σαρακηνοί μαχαιροβγάλτες, κάποιοι παρανοϊκοί SS, τότε δεν κάνουμε ιστορία, αλλά Χάρυ Πότερ σε νέες περιπέτειες……

    http://193.218.80.70/cgi-bin/hwebpressrem.exe?-A=469944&-w=&-V=hpress_int&-P

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 11/10/2007

  37. Ὁ καθηγητής Νάσος Βαγενάς στό «Βῆμα» γράφει (18/11) γιά τό ἐκσυγχρονιστικό περίττωμα στόν χῶρο τῆς λογοτεχνικῆς – γουάου! – κριτικῆς:

    «…Πρόκειται γιὰ μία περίπτωση παρακριτικῆς, ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολοῦσε (ἡ παρακριτικὴ ἀφθονεῖ στὸν τόπο μας τόσο ὥστε νὰ μὴν ἀποτελεῖ φαινόμενο) ἂν τὰ ἐν λόγῳ κείμενα δὲν εἶχαν μεταβαπτιστεῖ σὲ κριτικὰ χάρη στὴν ἐπίμονη προβολή τους ἀπὸ ἕνα πολιτικὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου φαίνονται νὰ ἐκφράζουν θέσεις γιὰ τὴ λογοτεχνία.

    Ἀναφέρομαι στὰ κείμενα τοῦ Κώστα Βούλγαρη, προκαθημένου τῶν «Ἀναγνώσεων» (τῶν σελίδων βιβλίου) τῆς κυριακάτικης Αὐγῆς. Πράγμα παράδοξο: τὸ κόμμα τῆς ἀντιδογματικῆς καὶ ἐκσυγχρονιστικῆς Ἀριστερᾶς, ποὺ βρισκόταν κατὰ τὸ παρελθὸν στὴν πρωτοπορία τῶν λογοτεχνικῶν ἀναζητήσεων, νὰ φαίνεται σήμερα ὅτι προωθεῖ – ὅπως ἡ κεντρικὴ θέση καὶ ἡ συστηματικὴ παρουσία τῶν κειμένων αὐτῶν στὴν ἐφημερίδα δείχνουν – μία ἐπίσημη λογοτεχνικὴ γραμμή, καὶ μάλιστα νεοζντανοφικοῦ χαρακτήρα. Χρησιμοποιῶ γιὰ τὰ κείμενα αὐτὰ τὸν χαρακτηρισμὸ νεοζντανοφικὰ μόνο γιὰ τὸν κριτικοπολιτικὸ παρωπιδισμό τους, γιατί ὁ «ἐκσυγχρονισμός», σήμερα, τοῦ ζντανοφισμοῦ διὰ τοῦ προσωπείου τῆς μεταμοντέρνας πολιτικῆς ὀρθότητας, ἡ ὁποία διακρίνεται γιὰ τὴν κριτικὴ ἀσυναρτησία της καὶ τὴν ὁποία ὑπηρετοῦν τὰ κείμενα τοῦ Κ.Β., ἐλάχιστη σχέση ἔχει μὲ τὴ νοηματικὴ συνοχὴ τοῦ παλαιοῦ ζντανοφισμοῦ.

    Ἡ πολιτικὴ ἀφέλεια αὐτῶν τῶν κειμένων ἔχει ἐπισημανθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ (ἀπὸ τοὺς Β. Χατζηβασιλείου, Γ. Κοροπούλη, Δ. Κοσμόπουλο, Κ. Κουτσουρέλη, Α. Χρυσοστομίδη). Ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἔχει ἐντύπως δειχτεῖ εἶναι ἡ κριτικὴ ἀσυναρτησία τους καὶ τὰ ἀπίστευτα σὲ πλῆθος καὶ μέγεθος πραγματικὰ τους λάθη. Κείμενα ἄκρως ἀντιφατικά, μὲ καιροσκοπικὴ ἀλλαγὴ θέσεων, ποὺ καταστρατηγεῖ κάθε ἔννοια κριτικῆς δεοντολογίας, φιλοδοξοῦν νὰ ἀναχαρτογραφήσουν τὴν μετὰ τὸν Παλαμὰ λογοτεχνία μας μὲ τρόπο ποὺ τὰ καθιστᾶ τυπικὰ δείγματα κριτικῆς μεγαλομανίας. Παραθέτω, δειγματοληπτικῶς, τεκμήρια ποὺ δικαιολογοῦν τοὺς χαρακτηρισμοὺς μου:

    1. Γιὰ τὸν Κ.Β., τὸ 1997, ἡ γενιὰ τοῦ ‘30 εἶναι μία κίβδηλη, ψευδονεωτερικὴ γενιά, ἕνα «κατασκεύασμα τῆς “νεωτερικότητας”», ποὺ ἔπαιξε «τὸν ρόλο τοῦ ἀναχώματος ποὺ ἀπέτρεπε τὴν προσέγγιση τῆς ποίησης τοῦ Καρυωτάκη». Λίγα χρόνια ἀργότερα, καὶ πρὸς ὑποστήριξη ἄλλου ἐπιχειρήματος, ἡ γενιὰ αὐτὴ θὰ εἶναι γιὰ τὸν Κ.Β. «μεγάλη γενιά», μὲ «μεγάλο μέγεθος καὶ πνευματικο-ἱστορικὸ εὖρος» (2003, 2006).

    2. «Προμετωπίδα τῆς γενιᾶς τοῦ ‘30», γράφει ὁ Κ.Β., ὡς «κυρίαρχη» μορφὴ τῆς ὁποίας προσδιορίζει τὸν Σεφέρη, εἶναι «ἡ οὐτοπία τοῦ Αἰγαίου, ἡ φενάκη τοῦ εὐρύτερου “χώρου”» καὶ «τὸ τρίπτυχο νιᾶτα – χαρὰ – ὑγεία» (1996). Αὐτὰ ὡστόσο δὲν τὸν ἐμποδίζουν νὰ θεωρεῖ, στὸ ἴδιο κείμενο, τὴν ποίηση τοῦ Σεφέρη «ἀπελπιστικὰ κλειστή», μὲ «βασικὸ χαρακτηριστικὸ τὴν ἀκινησία, ποὺ βολεύεται μὲ τὸν θρῆνο».

    3. Ἡ γενιὰ τοῦ ‘30 «ἀρθρώνει ἕνα ἐπείσακτο κοσμοείδωλο […] με ὅρους μιμητισμοῦ καὶ μετακένωσης, […] ἡ ὁποία ἐν τέλει δὲν συνιστᾶ παρὰ μία σχέση ὑποταγῆς» (20/5 – 27/5/2007)· «Ἡ ἀφήγηση τῆς γενιᾶς τοῦ ‘30 εἶναι ἐθνοκεντρική» (27/5/2007). (…)

    5. «Ἕνα χαρακτηριστικό» τῆς «ποιητικῆς τομῆς τοῦ ‘89», ἡ ὁποία ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴ μεταμοντέρνα ἀπόρριψη τῶν μεγάλων ἀφηγήσεων, «εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τῆς ἀφηγηματικότητας στὸν ποιητικὸ λόγο, ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ συνθετικοῦ ποιήματος». Στὸ ἴδιο κείμενο ὁ Κ.Β. γράφει: «Ἡ ποίηση αὐτὴ [τῆς τομῆς τοῦ ‘89] συντίθεται ἀπὸ σπαράγματα καὶ μερικότητες» (2007).

    6. «Μὲ τὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος, ἱδρυτικὸ κείμενο τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, ὁ Σολωμὸς μετέχει, ὡς ὀργανικὴ συνιστώσα, στὴν ἐπανάσταση τοῦ ‘21, δηλαδὴ στὴν ἱδρυτικὴ διαδικασία τοῦ νεοελληνικοῦ ἔθνους-κράτους, στὴ θεσμικὴ μορφοποίηση καὶ τὴ μορφικὴ ἀποτύπωση τοῦ νεοελληνισμοῦ. Τὸ κείμενο αὐτὸ διαχειρίζεται καὶ ἐν ταυτῷ διαμορφώνει ἕνα μέρος ἀπὸ τὶς νεοελληνικὲς πραγματικότητες, τὴ στιγμὴ ποὺ αὐτὲς γεννῶνται» (2006, ἡ ὑπογράμμιση δικὴ μου).

    Σχόλιο: Ἡ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος, ἔργο ἀτελείωτο τῶν ἐτῶν 1826-1829, παρέμενε ἄγνωστη ὡς τὸ 1927, ἔτος τῆς δημοσίευσής της («ὀλίγες γραμμές» της μόνο παρατέθηκαν στὰ «Προλεγόμενα» – 1859 – τοῦ Πολυλᾶ). Ο Κ.Β. πιστεύει ὅτι ὁ Σολωμὸς τὴν ἐξέδωσε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης καὶ ὅτι τὸ ἔργο, μὲ τὴν ἀπήχησή του τὴν ἐποχὴ τῆς ὑποτιθέμενης ἔκδοσής του, συνέβαλε «ὀργανικά» στὸν Ἀγώνα καὶ στὴ θεσμικὴ διαμόρφωση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, καὶ ὄχι μόνον αὐτοῦ: «Τὸ νεοελληνικὸ ἔθνος», ἐπεξηγεῖ, «συγκροτήθηκε στὴν Τριπολιτσά, στὸ Μεσολόγγι καὶ τὴν Ἐπίδαυρο, ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνη καὶ τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο, ἀπὸ τὸν Σολωμὸ καὶ τὴ Γυναίκα τῆς Ζάκυθος» (ἡ ἐπισήμανση ἀπὸ τὸν Α. Μπελεζίνη αὐτοῦ τοῦ λάθους, χαρακτηριστικοῦ της κριτικῆς σκέψης τοῦ Κ.Β., πέρασε ἀπαρατήρητη).

    Ἀπαύγασμα λογοτεχνικῆς ἡμιμάθειας καὶ κριτικοῦ ἀναλφαβητισμοῦ, τὰ ἐν λόγῳ κείμενα ἐπιδεικνύονται ὡς ὑποδείγματα ἀριστεροῦ κριτικοῦ λόγου.»

    Σχόλιο από Χάλκινη ΑΥΓΗ | 17/12/2007

  38. […] -Η “ΑΥΓΗ” και οι βρωμοδουλειές 1.303 […]

    Πίνγκμπακ από -Ένας χρόνος Π&Α « Πόντος και Αριστερά | 25/12/2007

  39. […] -Η “ΑΥΓΗ” και οι βρωμοδουλειές […]

    Πίνγκμπακ από -Δύο χρόνια Π&Α: Ένας “εγωκεντρικός” απολογισμός! « Πόντος και Αριστερά | 31/12/2008

  40. Το λυκόφως της Αυγής

    Η νικηφόρα αναδιοργάνωση που χάθηκε, µε ονόµατα και διευθύνσεις.

    Το κείµενο που ακολουθεί έχει απατηλά προσωπικό χαρακτήρα. Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης που το υπογράφει είχε κληθεί να αναλάβει το δύσκολο έργο της αναδιοργάνωσης της «Αυγής» και έχασε δυο µήνες απ’ τη ζωή του. Τελικά δεν τα κατάφερε, αλλά τα δηµοσιεύµατα του Τύπου έκριναν την εξέλιξη όχι µε όρους προσωπικούς/επαγγελµατικούς, αλλά ως πολιτικό ζήτηµα που αφορά τόσο την προοπτική της ιστορικής εφηµερίδας όσο και τις αντιστάσεις που συναντούν οι χειρισµοί της ηγεσίας του Συνασπισµού. Τελικά, η υπόθεση της «Αυγής» µάς αφορά όλους…

    «Θέλουµε µια καινούρια «Αυγή»! Όχι απλώς να τη συµµαζέψουµε, αλλά να φτιάξουµε µια εφηµερίδα αντάξια της νέας δυναµικής που αναπτύσσει η ριζοσπαστική Αριστερά. Μια εφηµερίδα ανεπανάληπτη, που να µη µοιάζει µε τίποτα που να έχουµε ξαναδεί».
    Στην άλλη άκρη της γραµµής ήταν ο Αλέξης Τσίπρας και έλεγε αυτά ακριβώς που θα ’θελα ν’ ακούσω για να πω το τελικό ναι. Είχαν προηγηθεί συζητήσεις µε τον Αντρέα Καρίτζη και τον Νίκο Βούτση, υπεύθυνους για το εγχείρηµα της δηµιουργίας οµίλου των ΜΜΕ του Συνασπισµού.

    Πρώτα τα συναισθήµατα: Συγκίνηση, δέος, φόβος. Συγκίνηση, γιατί η ιστορικότητα της εφηµερίδας υπερβαίνει κατά πολύ τα πέτρινα χρόνια της εσωστρέφειας και της παραίτησης. Δέος, απέναντι στο στόχο να απογειωθεί µια εφηµερίδα που έχει πέσει επί χρόνια στο ναδίρ και κάθε σοβαρός επαγγελµατίας θα τη χαρακτήριζε εκδοτικά ξεγραµµένη (αλλά αυτό, φυσικά, διαβάζεται και ανάποδα). Φόβος, γιατί οι παθογένειές της έχουν δηµιουργήσει ένα δοµικό αδιέξοδο προφανές διά γυµνού οφθαλµού.

    Η λογική τώρα: Μπορούσε το στοίχηµα να κερδηθεί; Υπήρχαν βέβαια στον Συνασπισµό, κυρίως από το Αριστερό ρεύµα, απόψεις ότι η «Αυγή» είναι ένα βαρίδι, ακριβό µάλιστα, χωρίς περιθώρια βελτίωσης. Θα ’πρεπε να κλείσει ή, το πολύ πολύ, να επανιδρυθεί µε τη µορφή µιας νέας, κυριακάτικης, εφηµερίδας.
    Πείτε µε ροµαντικό, αλλά πίστευα ότι υπό προϋποθέσεις, ναι, η «Αυγή» µπορούσε να απογειωθεί! Ενώ ο άξονας της πολιτικής ζωής κινείται –µέσα σε ατµόσφαιρα κρίσης– προς τα αριστερά, ο ελληνικός Τύπος κινείται αντιστρόφως, καθηλωµένος σε εκδοτική δυσανεξία. Για να το πω αγοραία, ένα µεγάλο εκδοτικό κενό χάσκει στα αριστερά της κορεσµένης «Ελευθεροτυπίας». Το µάχιµο ερευνητικό ρεπορτάζ και ο αριστερός κριτικός λόγος είναι πιο επίκαιρα παρά ποτέ.
    Γρήγορα αναδύθηκε ένα ρεαλιστικό εκδοτικό σχέδιο. Με πολύ χαµηλό κόστος, µε το υπάρχον δυναµικό συν λίγους αποφασισµένους δικούς µου συνεργάτες, µαζί µε ένα δίκτυο εθελοντών που έσπευδαν από παντού, µπορούσαν να γίνουν θεαµατικές τοµές. Πάνω απ’ όλα, υπάρχει η πολιτική και κοινωνική δυναµική του Συνασπισµού και του ΣΥΡΙΖΑ που συνάδει µε ένα τολµηρό και εξωστρεφές εκδοτικό εγχείρηµα.

    Αλλά και πάλι, δεν λέω όλη την αλήθεια. Το πρώτο συναίσθηµα που µου προξένησε η πρόταση ήταν η απόλυτη έκπληξη! Δεν ανήκω στον Συνασπισµό, πολύ περισσότερο σε καµία από τις τάσεις του, και οι δηµόσιες σχέσεις µου δεν ήταν ποτέ να τις ζηλέψεις. Η αρθρογραφία µου, άλλωστε, ουδέποτε ήταν αγιογραφική για την ηγεσία του κόµµατος.

    Μεγάλες προσδοκίες

    Στέρεη βάση για το ξεκίνηµα ήταν µια ευρεία συµµαχία που φαινόταν να συνοµολογεί στο νέο εγχείρηµα. Η αριστερή πλειοψηφία του Συνασπισµού στις διάφορες αποχρώσεις της. Οι εργαζόµενοι της εφηµερίδας και του ραδιοσταθµού. Ακόµα και η µειοψηφούσα Ανανεωτική πτέρυγα, αν και αντιδρούσε στην ιδέα της δηµιουργίας του οµίλου, δεν διατύπωνε καµία ένσταση για τα προτεινόµενα πρόσωπα. Όλ’ αυτά ήταν δραµατικά αναγκαία, καθώς δεν µου διέφευγε ότι η δοµική αναδιοργάνωση της εφηµερίδας θα απαιτούσε µεγάλα ρίσκα –και γι’ αυτό σηµαντική στήριξη.
    Ένα τεράστιο κύµα προσδοκιών εκδηλώθηκε µόλις ανακοινώθηκε το όνοµά µου. Συνάδελφοι µε τους οποίους είχα χρόνια να µιλήσω µε πήραν για να ευχηθούν, να προσφέρουν εθελοντική εργασία, να κάνουν προτάσεις. Σπουδαίοι επαγγελµατίες έσπευσαν να βοηθήσουν αφιλοκερδώς. Οµάδες του χώρου υπέβαλαν δικές τους ιδέες.
    Βρέθηκα εκείνες τις µέρες στο Φεστιβάλ του Συνασπισµού, κι όλοι ήθελαν να πουν µια κουβέντα, να ρίξουν µια ιδέα, να συµβάλουν –άνθρωποι από όλες τις τάσεις του κόµµατος και τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, που έδιναν ψήφο εµπιστοσύνης όχι σε µένα προσωπικά αλλά στο νέο εγχείρηµα.

    Για ένα άδειο πουκάµισο

    Ένας περίεργος διάλογος εξελισσόταν ωστόσο µέσα από τις σελίδες της «Αυγής», ενόψει της συνέλευσης των µετόχων. Ο φόβος ήταν ότι θα επιχειρηθεί η κοµµατικοποίηση του φύλλου. Οι σύντροφοι που υπεραµύνονταν της αυτονοµίας της εφηµερίδας επικαλούνταν ένα µακρινό παρελθόν, στη δεκαετία του ‘60. Συµφωνώ, αλλά η εφηµερίδα που είχαν τότε δίπλα στο εικόνισµα δεν έµοιαζε και πολύ µε το γεροντοκορίστικο φύλλο που έχει σήµερα 1.500 αναγνώστες καθηµερινά και 5.000 τις Κυριακές. Κι όλη αυτή η συζήτηση περί αυτονοµίας τι ήταν; Πράγµατι, οι πολιτικές θέσεις της εφηµερίδας απείχαν συστηµατικά από τις θέσεις του κόµµατος, µπατάροντας µονίµως προς τις απόψεις τής µειοψηφίας, εξωραΐζοντας το ΠΑΣΟΚ, φλερτάροντας συστηµατικά µε το σενάριο της Κεντροαριστεράς και αποσιωπώντας σε µόνιµη βάση τον ΣΥΡΙΖΑ, τις συνιστώσες του και τη δυναµική του. Πέραν αυτού, όµως, η «Αυγή» έρεπε πεισµατικά προς τη στείρα αναπαραγωγή των δελτίων Τύπου του Συνασπισµού (όταν δεν προέβαινε στην τυπική αναµετάδοση των συντηρητικών ειδήσεων του Αθηναϊκού Πρακτορείου). Καµία έµπνευση, καµία ερευνητική διάθεση, κανένα κοινωνικό σκίρτηµα, κανένα κλείσιµο του µατιού στον αναγνώστη, καµία καλλιέπεια λόγου, αισθητικής και ύφους. Ποια ήταν η αυτονοµία και ποια η δηµοσιογραφία που υπερασπίζονταν;

    Αυτό που κανείς δεν ανέφερε στο διάλογο ήταν ότι επίσης πρόκειται για αυτονοµία… δανεική. Τα έσοδα της «Αυγής» δεν προέρχονται κυρίως από τις πωλήσεις, αλλά από µια ευφυή, πλην εντελώς απολίτικη, προσέλκυση εσόδων από ισολογισµούς και διακηρύξεις του Δηµοσίου, γεγονός που έχει προ πολλού οδηγήσει σε πλήρη επανάπαυση σε σχέση µε την ποιότητα, άρα και την κυκλοφορία, της εφηµερίδας. Αλλά και πάλι, τα ίδια στελέχη που υπεραµύνονταν δηµοσίως της αυτονοµίας, ιδιωτικώς προσέρχονται τακτικά στον Συνασπισµό ζητώντας κάλυψη των –όχι ασήµαντων– ελλειµµάτων. Αυτονοµία µε ξένα κόλλυβα…

    Η συνέλευση είχε τελικά –ύστερα από µια αναβολή– αίσιο (;) τέλος. Εγκρίθηκε η προοπτική του οµίλου και εξελέγη νέο διοικητικό συµβούλιο. Την τελευταία στιγµή µπήκαν στο Δ.Σ. και τρία µέλη της Ανανεωτικής πτέρυγας. Προσωπικά, δεν είχα αντίρρηση· οι αποκλεισµοί βλάπτουν. Εξάλλου, τρεις στους δεκαπέντε ήταν, τι θα µπορούσαν να κάνουν; Σ’ αυτή την εκτίµηση, πάντως, δεν συµφωνούσαν όλοι. Ο συµβιβασµός δηµιούργησε στο εσωτερικό της εφηµερίδας µια αντισυσπείρωση και όξυνε την υφέρπουσα αµφισβήτηση για τις προθέσεις της ηγεσίας του Συνασπισµού. Τα συναισθήµατα αυτά υποδαυλίστηκαν συστηµατικά από όσους απεργάζονταν ήδη τη µαταίωση του εγχειρήµατος, οι οποίοι πολύ σύντοµα έµελλε να προχωρήσουν σε αγαστή συνεργασία –τι ειρωνία!– µε τους στυλοβάτες της Ανανεωτικής πτέρυγας.

    Εκβιασµοί

    Παραµονή της πρώτης συνεδρίασης του Δ.Σ. άρχισαν οι εκβιασµοί, µε άξονα την επικείµενη έγκριση της υποψηφιότητάς µου από τη συνέλευση των εργαζοµένων –πάγια παράδοση της εφηµερίδας. Ένας καθ’ όλα ριζοσπαστικός θεσµός, η συµβουλευτική διατύπωση γνώµης από τη συνέλευση των εργαζοµένων για τον νέο διευθυντή, επιχειρούνταν να µετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησής του. Εκτός από το εκδοτικό σχέδιο, πρέπει να φέρεις και τα ονόµατα του επιτελείου. «Αν επιλέξεις τον Πάικο, δεν σε ψηφίζουµε. Τι ανανέωση θα κάνεις µε τον άνθρωπο που έχει ταυτιστεί µε την “Κυριακάτικη Αυγή” µια εικοσαετία;».

    Δεν ήθελα να κόψω τον Βασίλη Πάικο. Για µένα το επαγγελµατικό κριτήριο είναι κατεξοχήν πολιτικό. Δεν γίνεται η πρώτη µου κίνηση να είναι να καρατοµήσω έναν καλό επαγγελµατία (η «Αυγή», άλλωστε, δεν έχει πολλούς…). Κι έπειτα, ποιος είναι ο πραγµατικός συµβολισµός; Να κόψεις τον Πάικο ή να φροντίσεις να ενταχθεί στη νέα φιλοσοφία; Πώς, δηλαδή, τόσοι αριστεροί δουλεύουν επαξίως στα αστικά ΜΜΕ; Ο Φίλης, που δουλεύει τα σαββατοκύριακα στο ραδιόφωνο της Γιάννας, αριστερό δελτίο ειδήσεων φτιάχνει ή αυτό που του υπαγορεύει η εκδοτική πολιτική του σταθµού;

    Στο πρώτο διοικητικό συµβούλιο έπρεπε να αντιµετωπιστεί ένας νέος πονοκέφαλος. Η απαίτηση των δύο εκπροσώπων των εργαζοµένων να µην τοποθετηθεί ο διευθυντής αν δεν προηγούνταν η ψηφοφορία στη συνέλευσή τους (παρά τον συµβουλευτικό χαρακτήρα που η διαδικασία είχε ανέκαθεν), βρήκε απρόσµενο συµπαραστάτη τον πρόεδρο του Δ.Σ. Αριστείδη Μανωλάκο. Η αδιαλλαξία του Μανωλάκου παρακάµφθηκε σχετικά εύκολα, µε τη βοήθεια της πλειοψηφίας του Δ.Σ. Το πρόβληµά µου ήταν ότι δεν θα ’πρεπε σε καµία περίπτωση να προχωρήσουµε µε τους εργαζόµενους κόντρα. Ζήτησα να αναβληθεί η απόφαση ώστε να συζητήσω µε την επιτροπή των εργαζοµένων και να αρθούν οι όποιες καχυποψίες. Η απόφαση απεδείχθη πάντως καθοριστική, καθώς έδωσε τον απαραίτητο χρόνο για να οργανωθεί η περαιτέρω υπονόµευση των αποφάσεων της συνέλευσης των µετόχων.

    Αποδόµηση

    Την άλλη µέρα, Σάββατο, συναντήθηκα µε τον Πάικο και του εξήγησα ότι, αν και είχα την πρόθεση, δεν θα τον πρότεινα για τη θέση του αρχισυντάκτη στο κυριακάτικο φύλλο. Το δέχτηκε µε αξιοπρέπεια, νοµίζω, και µε σαφή επίγνωση τού τι ακριβώς συνέβαινε.
    Αµέσως µετά ξέσπασε ο γκεµπελισµός.
    Εδώ πρέπει να κάνω µια παρένθεση. Είπαµε ότι η δουλειά ήταν δύσκολη. Χρειαζόταν µεγάλη προσπάθεια, αυτοθυσία, ταλέντο, συλλογικότητα, έµπνευση και πολλά άλλα. Ένα από τα θετικά στοιχεία της υποψηφιότητάς µου ήταν η ύπαρξη µιας µάχιµης δηµοσιογραφικής οµάδας από την οποία θα αντλούσουµε έτοιµους συνεργάτες που δέχονταν να δουλέψουν σκυλίσια, µε λίγα λεφτά και µεγάλη πίστη. Άνθρωποι µε τους οποίους δέκα χρόνια τώρα δουλεύουµε µαζί και φέρνουµε αποτελέσµατα.

    Ένας απ’ αυτούς είναι ο Αντώνης Χατζής, πολύπειρος δηµοσιογράφος (µόνιµος συνεργάτης της ΓΑΛΕΡΑΣ). Παρεµπιπτόντως, είναι και µέλος του Συνασπισµού. Ο Αντώνης αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο για την επιτυχία του σχεδίου. Όπως διαπίστωσα µε έκπληξη, η «Αυγή» ουδέποτε κλείνει στην ώρα της (και συχνά φτάνει γι’ αυτό το λόγο καθυστερηµένα στα περίπτερα), κατάσταση εντελώς απαράδεκτη για µια εφηµερίδα που σέβεται τον εαυτό της. Πράγµατα που αλλού είναι αυτονόητα εδώ δεν ήταν, και ο Αντώνης ήταν ο άνθρωπος που µπορούσε να τα εξασφαλίσει. Το έχει κάνει πολλές φορές.

    Όλο το σαββατοκύριακο τα τηλέφωνα βούιζαν από µια καµπάνια που είχε σκοπό να αποδοµήσει την υποψηφιότητα του Χατζή, µε την κατηγορία ότι είναι… ΠΑΣΟΚ. Είχαν ψάξει στο Ίντερνετ, τον είχαν κάνει φύλλο και φτερό και είχαν βρει δυο κείµενα που είχε κάποτε υπογράψει, το ένα υπέρ της υποψηφιότητας του Γιωργάκη στο ΠΑΣΟΚ (µε τον οποίο συνδέεται από τον καιρό της δικτατορίας) και το άλλο υπέρ της Κεντροαριστεράς (µαζί µε πολλούς άλλους Συνασπισµένους).
    Θα µπορούσα να απαντήσω λέγοντας ότι δεν ζητάµε εδώ µέλος του Πολιτµπιρό αλλά έναν ικανό δηµοσιογράφο. Επέλεξα άλλο δρόµο: «Αν δεν έρθει ο Χατζής δεν έρχοµαι κι εγώ!». Μερικές φορές δεν συµφωνώ µαζί του, αλλά ο καθένας έχει το δικαίωµα εν έτει 2008 να υπογράφει ό,τι θέλει, και η ουσία είναι ότι ο Αντώνης, κοµµουνιστής από την κούνια (ποια κούνια, δηλαδή, στη φυλακή γεννήθηκε όπου ήταν κλεισµένη η µάνα του), µέλος της νεολαίας ΕΔΑ από τα δεκατέσσερά του, πολιτικός πρόσφυγας στη Σουηδία, και πάντα ενεργός πολιτικά, είναι πιο αριστερός από όλους εµάς τους υπόλοιπους µαζί.

    Φυσικά ο στόχος δεν ήταν ο Χατζής· ήταν να ανατραπεί η απόφαση της συνέλευσης των µετόχων. Να µην αναλάβω καν. Να µην υπάρξει ούτε το παραµικρό δείγµα γραφής.
    Το µπλόκο της Κουµουνδούρου
    Τη Δευτέρα πραγµατοποιήθηκε η συνάντηση µε την επιτροπή των εργαζοµένων. Τους ανέλυσα το εκδοτικό σχέδιο και φάνηκε να τους αρέσει. Συµφωνήσαµε επίσης ότι θα ήταν αδύνατον να παρουσιάσω όλα τα ονόµατα του επιτελείου, αφού δεν ήξερα καν όλους τους ανθρώπους της εφηµερίδας, κι ότι αρκούσε να ανακοινώσω τους αρχισυντάκτες. Διέψευσα τις φήµες που κυκλοφορούσαν για καραβιές στελεχών που θα έφερνα απέξω. Θα έρχονταν µόλις δύο στελέχη (Αντώνης Χατζής και Χρήστος Αλεφάντης, σεσηµασµένος Γαλερίστας επίσης), αφού ούτε η πρόθεση υπήρχε ούτε η δυνατότητα για περισσότερους. Έθεσαν και το θέµα Χατζή, αλλά συµφώνησαν, έστω και χωρίς ενθουσιασµό, ότι δεν ήταν της αρµοδιότητάς τους αλλά του Συνασπισµού.

    Ο δρόµος φαινόταν πλέον ανοιχτός. Όχι όµως. Θεωρήθηκε χρήσιµο να γίνει και µια κοµµατική συνάντηση µε στελέχη της εφηµερίδας, προκειµένου να δροµολογηθούν τα πράγµατα χωρίς περαιτέρω κραδασµούς. Εκεί όλα ανατράπηκαν. Μανωλάκος, Φίλης και Στούµπος µού επετέθηκαν σκαιότατα για τον Χατζή. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Νίκος Χουντής έκοψαν τη σχετική συζήτηση δηλώνοντας την εµπιστοσύνη τους στην πρότασή µου, βγήκε στη µέση άλλο φασούλι. Ενώ τις προηγούµενες µέρες ξεσήκωναν τους εργαζόµενους για τον κόσµο που θα έφερνα, ανακάλυψαν ξαφνικά ότι η πρόταση ήταν πολύ φτωχή, ότι δεν εκπροσωπούσε τον «όλο Συνασπισµό» (διάβαζε ότι δεν εκπροσωπούνταν επαρκώς το πλειοψηφούν Αριστερό ρεύµα) και ανέφεραν διάφορα ονόµατα που είχαν δηλώσει διαθεσιµότητα και δεν τους είχα δώσει τη δέουσα σηµασία. Μεταξύ άλλων ανέφεραν και το όνοµα του Θανάση Καρτερού, αξιόλογου δηµοσιογράφου και δηµιουργού του «Κόκκινου». Θα ’λεγε κανείς ότι πήγαιναν πλέον να µε θέσουν υπό κανονική κηδεµονία, αν δεν ήταν πασιφανές ότι το Αριστερό ρεύµα ήταν µονάχα η πρόφαση.

    Ανταπάντησα ότι τα ονόµατα αυτά είχαν ήδη τεθεί υπόψη µου µε φορτικότητα, και ότι είχα καταστήσει σαφές πως, µε εξαίρεση τον Καρτερό, δεν κάλυπταν τα επαγγελµατικά κριτήριά µου. Κι όσο για την πολιτική διάσταση, τα συγκεκριµένα πρόσωπα ούτε ιδιαιτέρως γνωστά είναι ούτε συµβολίζουν κάτι. Ο Καρτερός, µάλιστα! Και ικανότατος είναι, και στο Πολυτεχνείο ήταν, και το όνοµά του θα συµβόλιζε πράγµατι τη διεύρυνση του επιτελείου ώστε να καλύψει την παραδοσιακή αδυναµία της «Αυγής» να απευθυνθεί στους προερχόµενους από το ΚΚΕ. Αλλά µε τον Καρτερό βρισκόµουν σε συνεχή επικοινωνία µε σκοπό την εµπλοκή του στην εφηµερίδα, και είχαµε από κοινού συµφωνήσει να δροµολογήσουµε το θέµα αφού αναλάβω τη διεύθυνση.
    Εν συνεχεία µου ζητήθηκε να αναφέρω τα ονόµατα των αρχισυντακτών στους οποίους είχα καταλήξει (Φίλης, Κυρίτσης –άλλος Γαλερίστας– και Χατζής), αλλά όλα βρίσκονταν πια στον αέρα.
    Το ίδιο απόγευµα µε φώναξαν στην Κουµουνδούρου και µου πρότειναν να αναλάβω τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου του οµίλου, αντί του διευθυντή της εφηµερίδας, προκειµένου να διευθετηθεί η κρίση αλλά και να διασφαλιστεί η επιτυχία του συνολικού σχεδίου, έστω κι αν η «Αυγή» φαινόταν ανεπίδεκτη αναδιοργάνωσης. «Ας αναλάβει ο Φίλης (ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν είχε επανειληµµένα αρνηθεί τη θέση), έτσι που τα κατάφερε…».

    Ίσως έπρεπε να αρνηθώ εκείνη τη µέρα, αλλά δεν συνηθίζω να τα παρατάω εύκολα. Εξάλλου χρωστούσα κάτι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, έστω κι αν δεν µε ικανοποιούσε ο τρόπος µε τον οποίο αποδέχονταν µια ήττα όπως αυτή.

    Τιµωρηµένος

    Τα υπόλοιπα δεν αξίζουν πολλά λόγια. Η «Αυγή» δεν θέλει ν’ αλλάξει, και τα στελέχη της (γιατί οι απλοί εργαζόµενοι είναι άλλη υπόθεση, ασχέτως αν εκείνοι στο τέλος θα πληρώσουν ως συνήθως τη νύφη) είναι διατεθειµένα να καταβάλουν οποιοδήποτε τίµηµα γι’ αυτό.

    Η υποψηφιότητά µου για τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου συνάντησε ακόµα πιο πολλές αντιδράσεις. Αυτή τη φορά και η Ανανεωτική πτέρυγα βγήκε στο προσκήνιο. Το Δ.Σ. µε ψήφισε µε τη δεύτερη. Χρειάστηκε προηγουµένως να υποστώ µια άκρως προσβλητική διαδικασία όπου µου ζητήθηκε βιογραφικό σηµείωµα, εκφωνήθηκαν δυνατά οι αρµοδιότητες του διευθύνοντος συµβούλου –ώστε να αντιληφθεί το Δ.Σ. πόσο σοβαρές είναι και γιατί δεν αξίζω να τις ασκήσω– και εξαναγκάστηκα να αποχωρήσω από την οµόρρυθµη εταιρεία µέσω της οποίας βγάζω το ψωµί µου επειδή δεν υπήρχε απόφαση της συνέλευσης των µετόχων που να µου επιτρέπει τέτοια δραστηριότητα. Ανάλογη υπόδειξη στον Φίλη, για τη δεύτερη δουλειά του τα σαββατοκύριακα, δεν έγινε.

    Δεν άσκησα τα καθήκοντα ποτέ –τουλάχιστον όσον αφορά την «Αυγή». Κατά τη διάρκεια των 25 ηµερών που διατέλεσα διευθύνων σύµβουλος δεν µου δόθηκε ούτε ένα χαρτί να υπογράψω. Το όνοµά µου δεν µπήκε ποτέ στην ταυτότητα της εφηµερίδας. Είδα κι έπαθα να αποκτήσω –δύο βδοµάδες µετά– γραφείο. Δεν υπήρξε καµία στιγµή χαράς ή δηµιουργικότητας, παρά µόνο ενόσω συνεργαζόµουν µε τον Γιώργο Ανανδρανιστάκη (ακόµα ένας Γαλερίστας), διευθυντή του ραδιοσταθµού, ή τον Ματθαίο Τσιµιτάκη, διευθυντή τής υπό διαµόρφωση εταιρείας Ίντερνετ. Από πάνω, µε αποκάλεσαν γιέσµαν, εγκάθετο του Τσίπρα, και τεµπέλη.
    Η βασική συνταγή, πάντως, παρέµεινε η ίδια: αποδόµηση των συνεργατών µου. Αυτή τη φορά επικεντρώθηκαν στη µη πρόσληψη επιχειρησιακού διευθυντή. Ο υποψήφιος για τη θέση είχε εντοπιστεί προτού τεθεί θέµα να αναλάβω τη θέση του διευθύνοντος συµβούλου. Απλώς ο συγκεκριµένος άνθρωπος είχε το ελάττωµα να έχει προταθεί από µένα. Είχα βαρεθεί ν’ ακούω τους πάντες να λένε ότι χρειαζόµαστε κάποιον να αναλάβει τα οικονοµικά και τα εµπορικά θέµατα, που έπασχαν, αλλά κανείς να µην κάνει τίποτα, οπότε πρότεινα τον Ηλία Μοναχολιά, έµπειρο στέλεχος της αγοράς µε πολυετή πείρα σε ανάλογες ή και πιο υπεύθυνες θέσεις. Στην πραγµατικότητα η θέση (ας µη µιλάµε καλύτερα για τα λεφτά) έπεφτε λίγη σε σχέση µε τα προσόντα του. Αλλά ο Ηλίας τη δέχτηκε, λειτουργώντας όχι ακριβώς µε το συναίσθηµα, αλλά συνυπολογίζοντας τον πολιτικό σκοπό, τη γοητεία των µέσων, την πρόκληση του καινούριου, τον υψηλό βαθµό δυσκολίας, τη συλλογικότητα.

    Χρειάστηκαν τρεις συνεδριάσεις του Δ.Σ., το οποίο είχε πλέον εκφυλιστεί σε µαζικό χώρο µε ρευστές συµµαχίες, ώσπου να αποφασιστεί η πρόσληψή του –κι όταν αυτό έγινε ήταν πλέον αργά. Η απόφαση ήταν να προσληφθεί µε σύµβαση έργου µόλις για δύο µήνες για να κάνει µελετητική δουλειά, την ίδια ώρα που ανακοινωνόταν ότι ο εισπρακτικός µηχανισµός έχει καταρρεύσει και ο κίνδυνος να µη δοθεί στους εργαζόµενους δώρο Χριστουγέννων ήταν ορατός! Σιγά µην τους ένοιαζε το δώρο των εργαζοµένων.
    Το µέτωπο ολόκληρου του µηχανισµού της «Αυγής», ανεξαρτήτως πολιτικών απόψεων, λειτουργούσε πλέον ενιαία. Πέρα από την ψυχολογική αποµόνωσή µου, µια νέα καµπάνια ξέσπασε προς τα ηγετικά κλιµάκια του Συνασπισµού, που βρέθηκαν µπόσικοι υπό το φόβο του πολιτικού κόστους, προκειµένου να περιοριστούν οι αρµοδιότητές µου και να καταστεί η παρουσία µου διακοσµητική.
    Στα δικά µου µάτια, η παρουσία µου ήταν απλώς περιττή. Παραιτήθηκα το πρωί της 6ης Νοεµβρίου µετά την πέµπτη –άγονη, όπως και οι προηγούµενες– συνεδρίαση του Δ.Σ.

    Ήταν η εποµένη της εκλογής του Μπαράκ Οµπάµα. Κρίµα… Είχα τεράστια πολιτική και δηµοσιογραφική περιέργεια να ζήσω µαζί µε τους συναδέλφους το πώς µια µοντέρνα αριστερή εφηµερίδα θα διαχειριζόταν το γεγονός. Πώς θα αναλύσεις τα δάκρυα της γριάς νέγρας, πώς θα κοιτάξεις στα µάτια την πολιτική ορθότητα του Νόαµ Τσόµσκι, πώς θ’ αγκαλιάσεις τις µάζες που µπαίνουν στο προσκήνιο χωρίς να χαθεί τίποτα από την εγρήγορση του αριστερού, που πρέπει να αναµετρηθεί µε το γεγονός ότι τώρα δεν µπορεί πια να πει στον πλανητάρχη «Ναι, αλλά εσείς καταπιέζετε τους… µαύρους», που πρέπει ν’ αδράξει τη στιγµή χωρίς να επιτρέψει στον κίνδυνο τής αυριανής αυταπάτης να ακυρώσει την ευκαιρία.
    Αντί για όλ’ αυτά έγραφα την επιστολή της παραίτησής µου, ευχαριστώντας τον πρόεδρο και τα µέλη του Δ.Σ. για την… άψογη συνεργασία.
    Ήµουν ήδη βαριά άρρωστος. Αυγήτιδα; Συνασπισµίαση; Κάτι σαν µαγουλάδες και ανεµοβλογιά ταυτοχρόνως. Το είχα πάθει στα επτά µου. Ήταν φρικτό.

    Low budget

    H ειρωνεία είναι ότι τώρα κλαίγονται για τα λεφτά που δεν τους δίνουν, ενώ το σχέδιο απογείωσης της «Αυγής» δεν βασιζόταν επ’ ουδενί σε οικονοµικά ανοίγµατα –το αντίθετο! Για λόγους αρχής, πολιτικούς, εκδοτικούς και δηµοσιογραφικούς.
    Επρόκειτο για ένα εκδοτικό σχέδιο οι βασικές αρχές του οποίου εκτέθηκαν στα στελέχη της εφηµερίδας συναντώντας µονάχα συναινέσεις: Ταχύτατη αναµόρφωση του φύλλου µέσα σε λίγες εβδοµάδες και δηµιουργία µιας ολοκαίνουριας «Αυγής» µέσα σε δυόµιση µήνες, σχεδιασµένης από τον κορυφαίο ντιζάινερ Δηµήτρη Αρβανίτη, µε νέα δοµή, νέα θεµατολογία και ένθετα, αλλά κυρίως µε αποθέωση του ερευνητικού ρεπορτάζ, της κριτικής σκέψης, του µεθοδικού ανοίγµατος δυναµικών κοινωνικών και πολιτικών µετώπων, της αµφίδροµης επικοινωνίας µε τους αριστερούς πολίτες.
    Αυτό ήταν το δηµοσιογραφικό σχέδιο που µαταίωσαν εν ονόµατι µιας δήθεν αριστερής άποψης για την εφηµερίδα –στην πραγµατικότητα µιας υπερσυντηρητικής αντίληψης βάσει της οποίας µια εφηµερίδα της Αριστεράς οφείλει να είναι µίζερη, ακαλαίσθητη και ερασιτεχνική –σε πείσµα των καιρών και προς τιµωρία των ηρωικών αναγνωστών της.

    Κοινός τόπος

    Την εποµένη της παραίτησής µου κάθησα ν’ απαντήσω σε όλους εκείνους που είχαν υποβάλει τις προτάσεις τους και είχαν δηλώσει τη διαθεσιµότητά τους για το εγχείρηµα της νέας «Αυγής» –και τώρα δεν ήξερα πώς να τους ενηµερώσω. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Δηµήτρης Κουµάνταρος. Μου απάντησε συνοψίζοντας τα πάντα σε 5 λέξεις: «Χριστόφορε, τα έµαθα –τα φοβόµουν».

    Τα πρόσωπα

    Κώστας Κάρης. Τέως διευθυντής της «Αυγής» –την τελευταία δεκαετία. Τώρα είναι β’ αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Εγκλωβισµένος στη µιζέρια της «Αυγής», ταυτίστηκε µε τη χειρότερη περίοδο της µακράς ιστορίας της. Ενώ στις ιδιωτικές συζητήσεις αναγνωρίζει ότι «αποτύχαµε», στον δηµόσιο λόγο του υπερασπίζεται όλα τα πεπραγµένα. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο δέχτηκε (φαινοµενικά τουλάχιστον) θετικά την απόφαση να αναλάβω τη διεύθυνση της εφηµερίδας, ενώ πάλεψε λυσσαλέα –και χωρίς αρχές– για να µη γίνω διευθύνων σύµβουλος. Έχει να κάνει µε την ιδιοκτησιακή αντίληψή του –όπως και όλης της Ανανεωτικής πτέρυγας– για την εφηµερίδα. Οι παραδοσιακοί επιχειρηµατίες σε δέχονται ως διευθυντή στο µαγαζί τους αν πρόκειται να τους το στρώσεις. Όχι όµως και να αµφισβητείς ποιος είναι το αφεντικό…

    Νίκος Φίλης. Δηµοσιογράφος παλαιάς κοπής, πλήρως αποκοµµένος από τις εξελίξεις της τεχνολογίας. Προ καιρού µού έκανε κρούση να συµβάλω στην αναδιοργάνωση της «Αυγής», δεν έδωσε όµως συνέχεια. Την τελευταία δεκαετία ήταν το Νο2 της εφηµερίδας, αποτελώντας –ανεξάρτητα από τις όποιες πολιτικές διαφωνίες του– µέρος του προβλήµατος. Αρνήθηκε µε απόλυτο τρόπο στις κρούσεις που του έγιναν να αναλάβει τη διεύθυνση της εφηµερίδας, θεωρούµενος φυσικός διάδοχος του Κάρη. Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο αποφάσισε να πρωτοστατήσει στο σαµποτάρισµα των αποφάσεων της συνέλευσης των µετόχων για να διεκδικήσει τη θέση που επίµονα είχε αρνηθεί. Το σύστηµα της «Αυγής» είχε υποτιµήσει το σχέδιο της αναδιοργάνωσης της εφηµερίδας. Όταν διαπίστωσαν ότι η «Αυγή» δεν θα ξαναήταν ποτέ πια η ίδια, ο κλήρος έπεφτε νοµοτελειακά στον Νίκο, ακόµα κι αν διακινδύνευε τη δεύτερη δουλειά του. Κι όσο γι’ αυτήν, η οµερτά της «Αυγής» λειτούργησε αποτελεσµατικά…

    Αριστείδης Μανωλάκος. Φίλης και Κάρης δεν θα είχαν ούτε µία πιθανότητα να αναβιώσουν το νοσταλγικό κλίµα της παλιάς «Αυγής» αν δεν είχαν τον Μανωλάκο να πιέζει, να απειλεί, να διαπραγµατεύεται µε τους κοµµατικούς. Όταν πρωτοπληροφορήθηκα τη σύνθεση του διοικητικού συµβουλίου είχα νιώσει µεγάλη χαρά και τηλεφώνησα αµέσως στον φίλο µου, τον συνάδελφο από την «Ελευθεροτυπία», τον πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ µε τις αγωνιστικές περγαµηνές. Ως πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, ο Αριστείδης είχε µια παράξενη ροπή προς την παραίτηση. Ως πρόεδρος του Δ.Σ. της «Αυγής» είχε ροπή µόνο προς την… απειλή παραίτησης. Σε πλήρη σύγχυση ως προς το ρόλο του, εργοδότης και συνδικαλιστής µαζί, απέτυχε ήδη και στα δύο. Κρίµα, αρχηγέ…

    Δηµήτρης Στούµπος. Τον γνώριζα µόνο από τις συνεδριάσεις της συνδικαλιστικής παράταξης των δηµοσιογράφων. Από την άλλη, εικοσιδύο χρόνια µακριά από κοµµατικές διαδικασίες, είχα ξεχάσει εκείνο το κοµµατικό ήθος που νοµιµοποιεί κάθε είδους προσωπικό τραµπουκισµό, στο όνοµα της ιδεολογίας. Κακώς, γιατί στην εποχή µου τα έχω κάνει και τα έχω υποστεί όλ’ αυτά –κι έπειτα, δεν ήταν δα και τόσο άσχετα µε την εικοσιδιάχρονη τήρηση των αναγκαίων αποστάσεων… Ε, ας είναι καλά ο Δηµήτρης που µου θύµισε τα νιάτα µου.

    Ο όµιλος έγινε… µύλος

    Κάτι ήξεραν, Αλέξη, οι προηγούµενοι πρόεδροι και δεν ακούµπαγαν την «Αυγή». Έδιναν 150 χιλιάρικα το χρόνο και ησύχαζαν. Κι αν η εφηµερίδα ακολουθούσε τον δικό της το χαβά από άποψη πολιτικής γραµµής, µικρό το κοινό, µικρό και το κακό.
    Η νέα ηγεσία του Συνασπισµού αποφάσισε, λοιπόν, ύστερα από τόσα χρόνια να λύσει το πρόβληµα. Το σχέδιο ήταν εµπνευσµένο, εφηµερίδα, ραδιόφωνο και Ίντερνετ αλληλοτροφοδοτούµενα, αλλά τα λάθη πολλά:
    • Χάθηκε πολύτιµος χρόνος µε ανυπόστατες υποψηφιότητες (π.χ. Παύλος Τσίµας), καλές µόνο για να αναφέρονται στις στήλες των µίντια.
    • Το σχέδιο παρέµεινε επί µήνες µια αφηρηµένη προοπτική, που πήρε σάρκα και οστά µε τη µορφή µερικών ονοµάτων µόνο, και όχι µιας καλά σχεδιασµένης δοµής και µιας αλληλουχίας πρωτοβουλιών που θα εγγυόνταν το αποτέλεσµα.
    • Το Δ.Σ. που προτάθηκε στη συνέλευση των µετόχων ήταν φτιαγµένο περισσότερο µε όρους κύρους και δηµοσιότητας, και όχι µε όρους επιχειρησιακούς. Κι όταν, τελευταία στιγµή, µπήκαν οι τρεις ανανεωτικοί, η σύνθεσή του ήταν πλέον εντελώς ακατάλληλη, και από επιτελικό εργαλείο κατάντησε µαζικός χώρος που αγόταν και φερόταν από ευκαιριακές συµµαχίες.
    • Όταν φάνηκε ότι το σχήµα δεν προχωρούσε, κυριάρχησε ο φόβος του πολιτικού κόστους και των εσωκοµµατικών ισορροπιών –τα λάθη διορθώνονταν µε νέα λάθη, παρά τις φιλότιµες προσπάθειες και την πολιτική επιµονή του Αντρέα Καρίτζη.

    Συµπέρασµα: Εντάξει, να κάτσουµε να φάµε και ένα και δύο και τρία γκολάκια. Για να έχει νόηµα όµως η ιστορία, θα έπρεπε να βάλουµε τουλάχιστον τέσσερα. Δεν βάλαµε ούτε ένα…

    http://galera.gr/magazine/modules/articles/article.php?id=1463

    Σχόλιο από Πόντος και Αριστερά | 06/01/2009

  41. […] επίσης τη Γλυπτοθήκη και τις ελάχιστες αντιδράσεις για την […]

    Πίνγκμπακ από -Τιμώντας τα θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής « Πόντος και Αριστερά | 20/09/2009

  42. […] -Η “ΑΥΓΗ” και οι βρωμοδουλειές της εξουσ […]

    Πίνγκμπακ από -Ο απολογισμός του έτους « Πόντος και Αριστερά | 08/01/2010

  43. […] η ψήφιση αυτού του νόμου ενεργοποίησε τα αντανακλαστικά των νοσταλγών της λήθη…. Πολιτικοί, ιστορικοί και «διανοούμενοι» άρχισαν τότε […]

    Πίνγκμπακ από -88 χρόνια από τη Μικρασιατική καταστροφή « Πόντος και Αριστερά | 17/09/2010

  44. το τρις εξαμαρτείν, ουκ εφημερίδος σοφής
    ———————————————————

    Παλαιοκομματισμός και «Γενοκτονία»

    Φίλης Νίκος|20.08.2014

    Να αντιμετωπίζεται ως αδίκημα «η άρνηση της Γενοκτονίας των χριστιανών της Ανατολής (Πόντιοι, Μικρασιάτες, Αρμένιοι και Ασσύριοι)» ζητούν 38 βουλευτές της Ν.Δ. με επιστολή προς τον πρωθυπουργό, επικαλούμενοι απόφαση της Βουλής των Ελλήνων (Φεβρουάριος 1994), με την οποία είχε χαρακτηρισθεί ως Γενοκτονία η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη. Οι βουλευτές σχολιάζουν ότι σε διαφορετική περίπτωση η Βουλή των Ελλήνων θα αυτοαναιρεθεί.
    Πράγματι, με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ, η Βουλή είχε προχωρήσει σε αυτή την απόφαση, η οποία από τότε είχε επικριθεί ότι δεν υπάκουε σε αμερόληπτα επιστημονικά – ιστορικά κριτήρια, αλλά εξυπηρετούσε ψηφοθηρικές – εθνικιστικές σκοπιμότητες. Ήταν η εποχή που το ΠΑΣΟΚ φαντασιωνόταν την περικύκλωση της Τουρκίας μέσω της συμμαχίας με τους Κούρδους του Οτσαλάν, τους Αρμένιους και τους «χιλιάδες κρυπτοχριστιανούς» που ζούσαν στη Μικρά Ασία. Δεν τα πίστευε αυτά το ΠΑΣΟΚ, ικανοποιούσε όμως ισχυρά πολιτικά στερεότυπα μιας μερίδας του ποντιακού στοιχείου, που εκπροσωπείτο στο κόμμα από την ομάδα του Μιχ. Χαραλαμπίδη. Αυτή η «εκπροσώπηση» οδήγησε στην κρίση και στον εξευτελισμό της χώρας με τη σύλληψη του Οτσαλάν.
    Τα περί Γενοκτονίας ήταν μια απόφαση εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας και όχι διεθνούς σημασίας. Γι’ αυτό και το ελληνικό κράτος ποτέ δεν προέβαλε στα διεθνή φόρα θέμα αναγνώρισης αυτής της «Γενοκτονίας», σε αντίθεση με τους Αρμένιους, οι οποίοι επεχείρησαν και πέτυχαν για τη δική τους περίπτωση απόφαση της γαλλικής Γερουσίας. Αντιθέτως, η κυβέρνηση Σημίτη, με υπουργό Εξωτερικών τον Γ. Παπανδρέου, είχε προσπαθήσει να υποβαθμίσει τη σημασία της απόφασης περί Γενοκτονίας, μετά μάλιστα την αντίδραση της τουρκικής πλευράς. Η απόφαση αναδεικνυόταν σε «αγκάθι» για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
    Η αιματηρή εκδίωξη των χριστιανικών πληθυσμών από τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη είναι τυπικό παράδειγμα εθνοκάθαρσης, με βάση την οποία διαλύθηκε η πολυεθνική Οθωμανική Αυτοκρατορία σε συμπαγή εθνικά κράτη, συμπεριλαμβανομένου και του τουρκικού. Αναμφίβολα η εθνοκάθαρση είχε πολύ αίμα, πολύ πόνο και ξεριζωμό. Και η οθωμανική διοίκηση διακρίθηκε για ωμότητες, αν και αγριότητες σφράγισαν και την ιμπεριαλιστική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας εκείνη την εποχή εις βάρος όλων των πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Η εθνοκάθαρση επισφραγίστηκε με διεθνείς συμφωνίες και με ανταλλαγή πληθυσμών.
    Ο όρος Γενοκτονία καθιερώνεται στο Διεθνές Δίκαιο μετά το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και παραπέμπει σε βιομηχανικά σχεδιασμένη κρατική (της χιτλερικής Γερμανίας) επιδίωξη εξαφάνισης ενός ολόκληρου έθνους. Στο Ολοκαύτωμα δεν εμπλέκονται εδαφικές διεκδικήσεις. Η Γενοκτονία είναι απόλυτη και αφορά ένα ολόκληρο έθνος, όπου κι αν κατοικεί. Γι’ αυτό επί μισό αιώνα δεν υπήρξε χρήση του όρου για άλλη σφαγή πληθυσμών. Η έννοια Γενοκτονία απέκτησε διευρυμένη και χρησιμοθηρική έννοια, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όταν διεθνή όργανα χαρακτήριζαν ως Γενοκτονία τη σφαγή στη Ρουάντα ή ακόμη και τη σερβική επιθετικότητα εναντίον των μουσουλμάνων της Βοσνίας. Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε διεθνής, δηλαδή γενική αναγνώριση της όποιας «Γενοκτονίας».
    Στην Ελληνική Ιστορία η Μικρασιατική Καταστροφή ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε ως Γενοκτονία. Γράφαμε, διδασκόμασταν, θυμόμαστε την Καταστροφή. Αυτό έχει σημασία για να αντιληφθούμε ότι η όψιμη μετακίνηση σε επίπεδο ορολογίας υποκρύπτει απόπειρα μετάλλαξης της ιστορικής εμπειρίας και των γεγονότων, η οποία μάλιστα «επισημοποιείται» με την παραγωγή μιας νέας, μεροληπτικής ιστορίας.
    Έπειτα από μια εικοσαετία κρατικής ύπνωσης ως προς τη χρήση του όρου Γενοκτονία, το θέμα επανέρχεται ουσιαστικά με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Οι 38 βουλευτές της Ν.Δ., οι οποίοι ανήκουν σε όλο το φάσμα της παράταξης, ανάμεσά τους και ορισμένοι πρώην υπουργοί, ζητούν από τον πρωθυπουργό να αναβαθμίσει την επίσημη θέση, συνδυάζοντας την «Γενοκτονία» των χριστιανών της Ανατολής με το Ολοκαύτωμα και τη ρατσιστική βία, δηλαδή ζητείται εκ του πονηρού η σύνδεση ανόμοιων ιστορικά και διαφορετικών πολιτικά υποθέσεων.
    Η εθνικιστική δημαγωγία κατά κανόνα λειτουργεί ως προκάλυμμα για να κρυφθούν οι ολέθριες επιπτώσεις εις βάρος του λαού. Σήμερα, μάλιστα, επιδιώκεται να συγκαλυφθεί η μνημονιακή υποτέλεια. Ο Σαμαράς, διακρινόμενος για τον παλαιοκομματισμό του, δείχνει να το παίζει σε δύο ταμπλό. Υποκινεί την επιστολή των 38 βουλευτών του, υιοθετεί τις ιδεοληπτικές – ακροδεξιές θέσεις Μπαλτάκου, ο οποίος είχε μπλοκάρει το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο. Ο πρωθυπουργός, όμως, καλείται να σταθμίσει τη συγκυρία και να μη δώσει αφορμή για ελληνοτουρκική ένταση, σε μια περίοδο που η Ελλάδα το τελευταίο που έχει ανάγκη είναι μια τέτοια εξέλιξη, ενώ μάλιστα φλέγεται η γύρω περιοχή. Θα είναι μια αναχρονιστική πολιτική, καθώς οι πολιτικές προϋποθέσεις του 1994 έχουν πλήρως ανατραπεί. Ο Οτσαλάν προχθές κήρυξε το τέλος του πολέμου προς την Άγκυρα, το Ιράκ τριχοτομείται και το «χαλιφάτο» προβάλλει στο προσκήνιο. Η αναδίφηση ιστορικών διενέξεων προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, η άσκηση εξωτερικής πολιτικής για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης παραπέμπουν στην παλαιοκομματική Ελλάδα και σε εθνική ταπείνωση. Και όχι στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, στο όραμα μιας νέας Ελλάδας της Δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της εθνικής ανάτασης.

    http://www.avgi.gr/article/3733003/palaiokommatismos-kai-genoktonia-

    Σχόλιο από Bill | 27/08/2014


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: