Πόντος και Αριστερά

……. 'μώ τον νόμο σ' !

-Κριτικάρoντας την απόπειρα!

Για τον ντεμπορισμό

Eνα απο τα κλασικά όπλα του παλιού κόσμου, και ίσως εκείνο που χρησιμοποιεί περισσότερο εναντίον των ομάδων που εκφράζουν την αναζήτηση ενός τρόπου ζωής, είναι η διάκριση και απομόνωση ορισμένων «βεντετών» μέσ’απο τις ομάδες αυτές.                

Internationale Situationniste, τεύχος 8, 1963[1] 

επιστροφή…

Η έφοδος.

Η εντελώς ιδιαίτερη ριζοσπαστικότητα της Καταστασιακής Διεθνούς (K.Δ.), το χαρακτηριστικό στίγμα της που την ξεχώρισε ευθύς εξαρχής απ’όλες τις ομάδες που επικαλέστηκαν την επανάσταση, και ταυτόχρονα ό,τι πιο ζωντανό μας έχει κληροδοτήσει, δεν πρέπει ασφαλώς ν’αναζητηθεί σε κάποιο απο τα πιο μεμονωμένα και περιστασιακά αποτελέσματά της αλλά στο γεγονός οτι υπήρξε η πρώτη οργάνωση ανθρώπων που θέλησε συνειδητά να είναι ο τόπος σύντηξης των πιο εξτρεμιστικών απαιτήσεων τριών μεγάλων ιστορικών ρευμάτων της ανθρώπινης δραστηριότητας, που μέχρι εκείνη τη στιγμή όδευαν χωρισμένα και ανεξάρτητα το ενα απο το άλλο :

1. του ρεύματος του στοχασμού πάνω στην ΄Υπαρξη και της απαίτησης για ενότητα μεταξύ του άμεσου βιώματος και της αναπαράστασής του ή έστω για συνοχή μεταξύ λέγειν και πράττειν,

2. του ρεύματος της Τέχνης και της απαίτησης για άμεσο ποιοτικό μετασχηματισμό της ζωής, και

3. του ρεύματος της Πολιτικής ως ενδιαφέροντος για πρακτική επίδραση πάνω στην ιστορία, και της απαίτησης για κατάργηση της διαχωρισμένης εξουσίας.

Με αυτό το δεδομένο θα πρέπει ακόμα να υπογραμμίσουμε τη στρατηγική ευφυία των πρώτων καταστασιακών, στο βαθμό που έδωσαν σ’αυτή τη βούλησή τους και στη δράση τους μια συγκεκριμένη αιχμή, δηλαδή την κριτική της καθημερινής ζωής – εννοώντας με αυτήν, όχι βέβαια τη συγγραφή διάφορων επαναστατίστικων και ψευτοστρατηγικών «σχολίων πάνω στην κοινωνία του θεάματος», αλλά την «κριτική και [την] αδιάκοπη αναδημιουργία της ολότητας της καθημερινής ζωής (…) μέσα στις συνθήκες της σημερινής καταπίεσης, με στόχο την εξόντωση αυτών των συνθηκών» (Κ.Δ., 6, 1961).Θα πρέπει επιπλέον να τονίσουμε οτι η κριτική της καθημερινής ζωής, όπως την συνέλαβαν οι καταστασιακοί, ως πρωταρχικό αντικείμενό της έχει τη ζωή των ίδιων των επανασταστών, όπως κατέδειξαν δηλώνοντας απο νωρίς οτι «χωρίς την κριτική της καθημερινής ζωής, η επαναστατική οργάνωση γίνεται ενας διαχωρισμένος, συμβατικός και τελικά παθητικός χώρος» (στο ίδιο).   Συνεπώς, εναντίον όσων ασχολούνται με την ψεύτικη κριτική της ή με το ψεύτικο εγκώμιό της, οφείλουμε να διακηρύξουμε πως το πραγματικό ζήτημα που ανακίνησε η Καταστασιακή Διεθνής και ταυτόχρονα το ιστορικό στοίχημα στο οποίο στήριξε την ύπαρξή της, ήταν το ζήτημα και το στοίχημα της οργανωμένης κατασκευής των συνθηκών ενός διαλόγου, τέτοιου που θα επέτρεπε την οργανική σύνδεση στο παρόν της Υπαρξιακής, της Δημιουργικής και της Πολιτικής διάστασης της ζωής των ατόμων. Και ασφαλώς αυτό το ζήτημα και στοίχημα που ξεπερνούν κατά πολύ εκείνο λ.χ. της άρθρωσης μιάς «συνεκτικής επανασταστικής θεωρίας» και της «επικοινωνίας της θεωρίας» αυτής.Στο μέτρο που κατόρθωνε να λειτουργεί ζωντανά ως ενας τέτοιος «τόπος σύντηξης» και να μην εγκαταλείπει την αιχμή της κριτικής της καθημερινής ζωής, στο μέτρο που κατόρθωνε να κοινωνεί τη θεωρία της μαζί με τις συνθήκες διαλόγου που την προϋπέθεταν, στο μέτρο δηλαδή που κατόρθωνε να παραμένει πραγματικά καταστασιακή και διεθνής, σ’αυτό το μέτρο η Κ.Δ. κατόρθωνε επίσης να προωθεί τόσο τις πιο επιμέρους θέσεις της (απόρριψη της εξειδίκευσης, της ιεραρχίας και της ιδεολογίας, κατασκευή καταστάσεων, πειραματατική περιπλάνηση, μεταστροφή, ενιαία πολεοδομία, ξεπέρασμα της τέχνης, κριτική του θεάματος, «συνωμοσία των ίσων», καθολική επικοινωνία, κ.λπ.) όσο και το πείραμά της συνολικά. Αντίστροφα, στο μέτρο που έχανε αυτή την Αρχή της, η Κ.Δ. κινδύνευε όχι μόνο να καταντήσει «ενας διαχωρισμένος, συμβατικός και τελικά παθητικός χώρος» αλλά κι ενα επιπλέον όπλο του θεάματος εναντίον της συνείδησης, όπως οι οποιεσδήποτε άλλες αριστερές, αριστερίστικες ή αναρχικές ομάδες. 

επιστροφή…

Η κατάρρευση.

 ΄Ηδη απο το 1967 και πολύ πιο έντονα μετά το «Μάη του 1968» έγινε ολοφάνερο, τουλάχιστον στους πιο συνειδητούς καταστασιακούς, οτι μια βαθιά κρίση είχε αρχίσει να παραλύει προοδευτικά την Κ.Δ.. Επρόκειτο όντως για μια διαδικασία παράλυσης και όχι απλής κρίσης, διότι αυτό που σημάδεψε αυτή την ύστερη και έσχατη κρίση της Κ.Δ. δεν ήταν η αντιπαράθεση αντίπαλων τάσεων, όπως τις προηγούμενες φορές, αλλά η σταδιακή έκλειψη του διαλόγου[2].

Απέναντι σ’αυτή την πτωτική πορεία, τόσο το περίφημο όπλο των διαγραφών όσο και η «συζήτηση προσανατολισμού», που ξεκίνησε το 1970, αποδείχτηκαν αναποτελεσματικά μέσα θεραπείας. Τον Απρίλιο του 1972 οι Ντεμπόρ και Σανγκουινέτι, δημοσιεύοντας το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή, έκαναν γνωστό οτι «έσπασαν» την Κ.Δ. απομακρύνοντας τους «ενατενιστές» της. Αλλά ούτε κι έτσι η Κ.Δ. μπόρεσε να ξαναζωντανέψει. Και έσβησε.

                                                                                                            επιστροφή…

Η κεφαλαιοποίηση.

Ο ντεμπορισμός είναι το κύριο υποπροϊόν εκείνης της ήττας, και θεμελιώθηκε κατ’αρχήν απο τον ίδιο τον Γκυ Ντεμπόρ πάνω στην παρασιώπηση των ουσιωδών ερωτημάτων που έθετε η κατάρρευση της Κ.Δ., στην απόκρυψη της ιστορικής ήττας της και στην προβολή αντ’αυτής μιάς φανταστικής νίκης.Πράγματι, στα δύο τελευταία έργα του όπου αναφέρθηκε στην Κ.Δ. (το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή το 1972 και την ταινία In girum imus nocte et consumimur igni το 1978), είναι φανερό οτι ο Ντεμπόρ αποφεύγει τη σκόπελο των ερωτημάτων που έθεσε η παράλυση και κατάρρευση της οργάνωσής του – ερωτήματα που ωστόσο του τέθηκαν εκείνη την εποχή τουλάχιστον απο τον Ντανιέλ Ντενεβέρ, απο όσο γνωρίζω –, καταφεύγοντας σ’εναν ελιγμό : τα προσπερνά μειώνοντας ή εξαφανίζοντας τη βαρύτητά τους και υπερπροβάλλει ως μοναδικό κριτήριο νίκης της Κ.Δ. το αναμφισβήτητο γεγονός οτι αυτή η οργάνωση πέρασε στην εποχή τις επανασταστικές ιδέες της. Στο μεν Αληθινό Σχίσμα — που το έγραψε σε μια εποχή πολύ κοντινή στα γεγονότα και μαζί με τον Σανγκουινέτι — ουσιαστικά μεταθέτει το πρόβλημα της παράλυσης της Κ.Δ. στους «φιλοκαταστασιακούς», προσφέροντας μάλιστα μια «κοινωνιολογική» ανάλυση του φαινομένου η οποία στη συνέχεια έγινε εφαλτήριο πολλών βλακωδέστερων αναλύσεων. Ωστόσο δεν εξηγεί γιατί αυτές οι μετριότητες κατάφεραν τελικά να πνίξουν την Κ.Δ. απο τα «μέσα». Διότι ασφαλώς το «φιλοκαταστασιακό» φαινόμενο δεν θα μπορούσε να έχει μια τόσο καταλυτική και ολέθρια επίδραση, και ειδικά στο εσωτερικό της Κ.Δ., αν δεν του το επέτρεπε μια ορισμένη δυναμική και επιλογή, στην οποία η Κ.Δ. είχε ήδη παγιδευτεί.΄Οσο για το In girum — που το έγραψε μόνος του, όντας πια αρκετά μακρυά απο τα γεγονότα, και αποτελεί αποθέωση του ντεμποριστικού «στυλ» –, εδώ ο Ντεμπόρ προχωράει τη συγκάλυψη του προβλήματος ακόμα παραπέρα, καμώνοντας οτι τάχα δεν καταλαβαίνει ποιό είναι το πρόβλημα και τι θα μπορούσε κανείς να του προσάψει : «Αυτή είναι η μοίρα των πρωτοπορειών», «το μερικό πεθαίνει μαχόμενο», λέει. Ωστόσο αυτός ο χεγγελιανίστικος ελιγμός δεν είναι παρά μια όμορφη πιρουέτα στον αέρα, που θέλει να μας κάνει να ξεχάσουμε πως η Κ.Δ. δεν πέθανε μαχόμενη αλλά παρέλυσε και κατέρρευσε.Σε τι άλλωστε, εκτός απο τη συγκάλυψη της αλήθειας, χρησιμεύουν όλα αυτά τα κατόπιν εορτής ρητορικά σχήματα που προσπαθούν να πείσουν οτι η Κ.Δ. «αυτοδιαλύθηκε» μέσα στη νέα εποχή την οποία προετοίμασε, και οτι ο ίδιος ο Ντεμπόρ το είχε πολύ καλά υπολογίσει και αποφασίσει απο τότε; ΄Οποιος ξέρει να διαβάζει, καταλαβαίνει πως ούτε το 1968, που η Κ.Δ. είχε την ευκαιρία να «χωνευτεί εντελώς στη σύγκρουση» για την οποία «ήταν καμωμένη», ούτε το 1969, το 1970, το 1971, αλλά ούτε ακόμα και το 1972 που η παράλυσή της δεν μπορούσε να κρυφτεί με τίποτα κι απο κανέναν, είχε σκεφτεί ο Ντεμπόρ (και οι υπόλοιποι καταστασιακοί εκείνης της εποχής) οτι η Κ.Δ. είχε ολοκληρώσει το ιστορικό έργο για το οποίο ισχυρίζεται οτι «ήταν καμωμένη» – και είναι φανερό πως τόσο το 1968, όσο και το 1969, το 1970, το 1971 αλλά ακόμα και το 1972, ο Ντεμπόρ φανταζόταν πως η Κ.Δ. είχε ακόμα μέλλον[3]. 

΄Ηδη απο το 1972 ο Daniel Denevert είχε υποδείξει την επιλογή που άνοιξε την πόρτα στο «φιλοκαταστασιακό» φαινόμενο μέσα στην Κ.Δ. και την παγίδεψε μέχρι τέλους. Επρόκειτο για την επιλογή των πρώτων καταστασιακών να παρουσιάσουν προς τα έξω, απέναντι στο θέαμα, την εικόνα μιάς «συνωμοσίας των ΄Ισων». ΄Οπως υπογράμμιζε ο Ντενεβέρ, αυτή η επιλογή δεν στηριζόταν στο οτι οι καταστασιακοί ήταν πραγματικά «ίσοι» αλλά «στο ποντάρισμα οτι η ίδια η οργανωμένη δραστηριότητα θα παρείχε το έδαφος μιάς γρήγορης κατάλυσης των ανισοτήτων»[4].

Το ποντάρισμα αυτό αποδείχτηκε λαθεμένο και οι καταστασιακοί δεν καταπιάστηκαν να διορθώσουν. Ωστόσο, αν αυτή η επιλογή αφορούσε σε ενα σφάλμα στο οργανωτικό πεδίο (στη συγκάλυψη του οποίου εδράζεται εν μέρει ο ντεμπορισμός), κατά την γνώμη μου υπήρξε και μια ακόμα επιλογή, σ’ενα βαθύτερο ίσως επίπεδο, που επέτρεψε την παρακμή της Κ.Δ. και που συνδέεται πιο άμεσα με τον ντεμπορισμό. Πρόκειται για την επιλογή εκείνη, που εδραιώθηκε κυρίως μετά τη φάση του δήθεν «ξεπεράσματος της τέχνης», σύμφωνα με την οποία το πρωταρχικό έργο της Κ.Δ. ώφειλε να είναι όλο και πιο μονόπλευρα η άρθρωση και η επικοινωνία μιάς «συνεκτικής θεωρίας». 

Οπωσδήποτε η διατύπωση και επικοινωνία μιάς επαναστατικής θεωρίας ήταν εξαρχής μια απο τις πλευρές του συνολικότερου καταστασιακού εγχειρήματος. Ωστόσο στις πιο γνήσια καταστασιακές στιγμές της Κ.Δ., αυτή η επιμέρους πλευρά εντασσόταν οργανικά στο πιο σφαιρικό στοίχημα της παραγωγής συνθηκών καταστασιακού διαλόγου ή αλλιώς της «κατασκευής καταστάσεων» – δηλαδή στο σφαιρικό στοίχημα απο το οποίο η Κ.Δ. αντλούσε και το νόημα της ύπαρξής της και το όποιο κριτήριο επιτυχίας ή αποτυχίας της.Παραπέμποντας τον φιλομαθή αναγνώστη στα πρώτα κείμενα της Κ.Δ.., αρκούμαι να παραθέσω εδώ μερικά καίρια αποσπάσματα που δηλώνουν αυτή τη θέση : «Η καταστασιακή οργάνωση […] προσπαθεί να προχωρήσει μακρύτερα ορισμένα προβλήματα, ξεκαθαρίζοντάς τα και ρίχνοντας το φώς του πειράματος στα δεδομένα τους […]. Οι διάφορες λεπτομέρειες της δράσης μας θα είναι εντελώς ασήμαντες αν όλα τα στοιχεία που περνάνε μέσα στην Κ.Δ. δεν κατεφέρουν να συγκροτήσουν μια δρώσα καταστασιακή ένωση στο πεδίο που πρέπει να είναι το δικό μας […]. Εκπροσωπούμε την πρώτη συστηματική προσπάθεια ανακάλυψης δυνατοτήτων, αναγκών και ανώτερων παιχνιδιών με βάση τις συνθήκες της σύχγρονης ζωής […]. Αν δεν καταφέρουμε να κατακτήσουμε μια καταστασιακή δράση, θα πρέπει να εμποδίσουμε κάθε δημοσιότητα γύρω απο αυτή την τεχνητή ετικέτα» (βλ. Η Σκοτεινή Καμπή, Κ.Δ., 2, 1958, οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Με λίγα λόγια, για το συνολικό καταστασιακό εγχείρημα το ζήτημα της θεωρίας ήταν ποιοτικό ζήτημα. Απεναντίας, στενεύοντας το νόημα και το κριτήριο της οργάνωσής τους στην επεξεργασία και διάδοση της θεωρίας, οι καταστασιακοί, με προεξάρχοντα τον Ντεμπόρ, όχι μόνο στένεψαν το στρατηγικό στόχο τους αλλά οδηγήθηκαν και σε μια ποσοτικοποίηση του ίδιου του ζητήματος της θεωρίας – και σ’αυτή την οπτική η Κ.Δ. άρχιζε όλο και περισσότερο να θυμίζει τη λενινιστική εικόνα του «κόμματος-συλλογικός διανοούμενος», ενα είδος «επαναστατικού think-tank», που είχε προτείνει ο Λούκατς πριν καταντήσει απολογητής και του σταλινισμού. * Τρία κείμενα του Γκυ Ντεμπόρ είναι κατά τη γνώμη μου τα πιο ενδεικτικά αυτής της στροφής της Κ.Δ. απο ενα σφαιρικό εγχείρημα σ’αυτό το πιο περιορισμένο : η Αναφορά προς την 7η Συνδιάσκεψη της Κ.Δ. στο Παρίσι, του 1966 (εκτεταμένα αποσπάσματά του υπάρχουν στο Αληθινό Σχίσμα), Το Ζήτημα της Οργάνωσης για την Κ.Δ., που έγραψε τον Απρίλιο του 1968 (βλ. 12ο τεύχος) και ο Πρόλογος στην Τέταρτη ιταλική έκδοση της «Κοινωνίας του θεάματος», του 1979, που αποτελεί και συμπύκνωση της ντεμποριστικής κεφαλαιοποίησης της καταστασιακής θεωρίας.Θα σταθώ λοιπόν εδώ λιγάκι στο καθένα χωριστά.Στο πρώτο θέτει το ζήτημα ενός σαφέστερου προσδιορισμού τού «κοινού έργου» που κατά τη γνώμη του ώφειλαν να αναλάβουν οι καταστασιακοί. Εδώ διευκρινίζει οτι, γι’αυτόν, «η υπόθεσή μας είναι να συγκροτήσουμε μια σφαιρική κριτική θεωρία και (συνεπώς αδιάσπαστα) να την κοινωνήσουμε σε όλους τους τομείς που έχουν ήδη αντικειμενικά εμπλακεί σε μια άρνηση που παραμένει υποκειμενικά αποσπασματική». Και καταλήγει διαπιστώνοντας «ενα ορισμένο θεωρητικό προβάδισμα» των καταστασιακών «εκείνη τη στιγμή», για να προτείνει οτι, εν όψει της «της επανεμφάνισης των αγώνων με μια νέα μορφή […] οφείλουμε να γνωρίσουμε τις θέσεις μας στα καινούργια ρεύματα που ψάχνονται στην πολιτική και την κουλτούρα, στο βαθμό ακριβώς που είμαστε η δική τους άγνωστη θεωρία» (η υπογράμμιση δική μου).

Οπωσδήποτε, με τις απαιτήσεις που θέτει πάνω στη θεωρία και την οργάνωση, αυτό το εξαιρετικά διαυγές κείμενο βρίσκεται ακόμα μακρυά απο τον ντεμπορισμό. Ωστόσο σηματοδοτεί καθαρά το γεγονός οτι περνούσε πλέον σε δεύτερη μοίρα τη «συστηματική ανακάλυψη δυνατοτήτων, αναγκών και ανώτερων παιχνιδιών» – πάνω στα οποία δεν έχει να προτείνει απολύτως τίποτα — και προέβαλε στο πρώτο πλάνο το «θεωρητικό έργο» ως το μοναδικό πλέον κοινό έργο των καταστασιακών. Μ’αυτό τον τρόπο, αυτή η πρόταση- κείμενο φανέρωνε οτι ενα ολόκληρο πεδίο πειραματισμών, που έως τότε αποτελούσε την πηγή του καταστασικού κοινού έργου, είχε κιόλας αρχίσει να φθίνει και να εγκαταλείπεται στη σφαίρα του ιδιωτικού. Βεβαίως, ως προς τη φανέρωση αυτής της υπαναχώρησης το κείμενο αυτό είναι τουλάχιστον έντιμο. Το πρόβλημα όμως είναι οτι όχι μόνο την αποδέχεται αλλά και τη δικιολογεί, προσπαθώντας μάλιστα να την αναπληρώσει-εξιδανικεύσει μυθικά με την υπερτίμηση του «θεωρητικού έργου» και με το επαναστατιστικό επιχείρημα της «συνολικής διεκδίκησης» : «Δεν πρέπει ν’απαντήσουμε σε μια τέτοια διεκδίκηση επιμέρους γιορτών. Οφείλουμε ν’αφήσουμε αυτή τη διάσταση στα άτομα, δηλαδή να μην εμποδίσουμε κανέναν μέσα απο εναν αναγκαστικά ηλίθιο κολλεκτιβισμό πάνω σ’αυτό το θέμα» (στο ίδιο).   ΄Ετσι, με την εισήγηση αυτή ο Ντεμπόρ υπέδειξε πως οι καταστασιακοί ώφειλαν πλέον να προσανατολιστούν μεν στη συνάντησή τους μ’ενα ευρύτερο κίνημα αλλά με κύριο εργαλείο και μέσο συνεισφοράς τους τη «θεωρία».

Στο Ζήτημα της Οργάνωσης για την Κ.Δ. (Απρίλιος 1968) ο Ντεμπόρ προχώρησε αυτή τη θέση του ενα βήμα παραπέρα καθώς, σε μια κρίσιμη εποχή όπου τα προβλήματα στην εσωτερική συνοχή και ποιότητα της Κ.Δ. ήταν κιόλας πολύ σοβαρά, πρότεινε οτι «αυτή τη στιγμή πρέπει να ρίξουμε το βάρος μας όχι τόσο στη θεωρητική επεξεργασία (αν και πρέπει να τη συνεχίσουμε) όσο στη διάδοσή της και κυρίως στην πρακτική σύνδεσή μας με τις δυνάμεις που κάνουν την εμφάνισή τους (…)».Αν συνδέσουμε αυτά τα δύο κείμενα μεταξύ τους και με την πρακτική των καταστασιακών απο εκείνη την εποχή και μετά, θα κατανοήσουμε οτι δεν πρόκειται εδώ για εναν αληθινό αναπροσανατολισμό αλλά για συνέχεια της προηγούμενης επιλογής. Δεν υπάρχει αμφιβολία οτι αυτό το κείμενο φανερώνει την πολιτική διορατικότητα του Ντεμπόρ, καθώς γράφτηκε με τη συνείδηση οτι επίκειται μια κοινωνική αναταραχή που θα δικαίωνε τις βασικές θέσεις των καταστασιακών. Εύλογα λοιπόν θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς οτι η επιλογή του υπέρ της «θεωρίας» και τής «διάδοσής» της ήταν σωστή, έστω κι αν έγινε σε βάρος του συνολικότερου καταστασιακού εγχειρήματος.   Αυτό άλλωστε ήταν και το σημείο του επιμέρους δίκιου του Ντεμπόρ, που πρέπει να του το αναγνωρίσουμε αλλά χωρίς να παραβλέπουμε το θλιβερό γεγονός οτι, πέρα απο αυτό, δεν θέλησε να ακούσει την οποιαδήποτε κριτική που θέλησε να φωτίσει και άλλες πλευρές του όλου ζητήματος.΄Ηταν σωστή λοιπόν, και σε ποιό βαθμό, αυτή η επιλογή του;

Η επιλογή αυτή σήμαινε οτι τελικά η Κ.Δ. δεν είχε να περάσει στην εποχή της τίποτε άλλο πέρα απο τις «ιδέες» της. Είτε αυτό ίσχυε είτε όχι, και στις δυο περιπτώσεις γεγονός είναι οτι επρόκειτο για ενα φτώχεμα του καταστασιακού εγχειρήματος : στην πρώτη περίπτωση ενα φτώχεμα «απο ανάγκη», στη δεύτερη «απο επιλογή». Και δυστυχώς οφείλουμε να πούμε οτι αυτή η έμφαση στην θεωρία και τη διάδοσή της ήταν ενα φτώχεμα απο ανάγκη, αν κρίνουμε απο την κατρακύλα των καταστασιακών ακριβώς μετά το «Μάη του 1968». Οι καταστασιακοί είχαν λοιπόν πράγματι ξεπέσει σ’ενα τέτοιο σημείο που δεν είχαν να προσφέρουν τίποτα περισσότερο απο τις «ιδέες» τους, κι αυτό τον ξεπεσμό μαρτυρά το γεγονός οτι ποτέ πριν δεν βρέθηκαν σε τέτοια ένδεια πειραμάτων, ποιότητας και διαλόγου.΄Ετσι, απο τη στιγμή που έφθινε το καταστασιακό κοινό έργο, μέσα απο το οποίο πήγαζε η «θεωρία» ως ενα επιμέρους συστατικό του, απο τη στιγμή που όλο κι όλο το κοινό έργο των καταστασιακών περιορίστηκε στη θεωρία, απο τη στιγμή αυτή ο στοχασμός — αυτό που ο Ντεμπόρ ονόμασε «θεωρία» –, κινδύνευε όλο και περισσότερο να ξεπέσει σ’εναν απλό φετιχισμό των ιδεών και σ’ενα θέαμα της θεωρίας με όλο και πιο μυθικές ιδιότητες.    Αυτή η ποσοτικοποίηση της θεωρίας είναι πλέον σαφής και παγιωμένη στον Πρόλογο στην Τέταρτη ιταλική έκδοση της «Κοινωνίας του θεάματος».   Εδώ ο Ντεμπόρ δηλώνει : «Το 1967 ήθελα η Κ.Δ. να έχει ενα βιβλίο θεωρίας […] Εκείνοι που θέλουν να ταρακουνήσουν πραγματικά μια κατεστημένη κοινωνία, οφείλουν να διατυπώσουν μια θεωρία που να εξηγεί θεμελιωδώς αυτή την κοινωνία. Μόλις αυτή η θεωρία γίνει λίγο γνωστή, αρκεί αυτό να γίνει μέσα σε συγκρούσεις που διαταράσσουν την κοινή ησυχία και πριν ακόμα καταλήξει να κατανοηθεί με ακρίβεια, η αιωρούμενη παντού δυσαρέσκεια θα επιδεινωθεί και θα οξυνθεί εξαιτίας και μόνο της αόριστης γνώσης οτι υπάρχει μια θεωρητική καταδίκη της τάξης των πραγμάτων». Και συνεχίζει δίνοντας περαιτέρω «στρατηγικές συνταγές» γύρω απο την άρθρωση μιάς τέτοιας θεωρίας («δεν πρέπει να εκτίθεται στον κίνδυνο της διάψευσης απο τα μετέπειτα γεγονότα», «προς αποτροπιασμό όσων το βρίσκουν καλό, πρέπει να διακηρύσσει οτι το ίδιο το κέντρο του κόσμου είναι κακό, έχοντας ανακαλύψει την ακριβή φύση του»), για να δηλώσει τελικά οτι εκείνο το βιβλίο του «ανταποκρίνεται σ’αυτές τις δύο απαιτήσεις» σε τέτοιο βαθμό μάλιστα ώστε «δεν χρειάζεται ν’αλλαχτεί ούτε μια λέξη του»!

Ωστόσο αυτή η υπερφίαλη ρητορεία, που επιχειρεί να ανυψώσει το βιβλίο Η κοινωνία του θεάματος σ’ενα είδος δογματικής «Αγίας Γραφής», δεν στηρίζεται παρά στη συσκότιση μια ειδικής και μια γενικής αλήθειας.Πρώτον, στη συσκότιση του γεγονότος οτι αν το βιβλίο αυτό προκάλεσε το ενδιαφέρον σε κύκλους πέρα απο τους ιστορικούς, τους επιφυλλιδογράφους ή τους συλλέκτες, αυτό δεν συνέβη μόνο απο αυτά που έγραφε καθ’εαυτά αλλά επειδή συνοδευόταν απο την αόριστη γνώση οτι δεν ήταν έργο κάποιου μεμονωμένου «στοχαστή» αλλά αποτελούσε κομμάτι και έκφραση μιάς ζωντανής κοινότητας-αιχμής (της Κ.Δ.), που είχε βαλθεί με το πείραμά της να διακηρύξει οτι «το κέντρο του κόσμου είναι κακό» και ταυτόχρονα οτι η αναζήτηση του βορειοδυτικού περάσματος είναι καθημερινά δυνατή. Και δεύτερον, στη συσκότιση του γεγονότος οτι, γενικά, η «αιωρούμενη δυσαρέσκεια» επιδεινώνεται και οξύνεται όχι εξαιτίας της «αόριστης γνώσης οτι υπάρχει μια θεωρητική καταδίκη της τάξης των πραγμάτων» αλλά εξαιτίας της διάχυτης γνώσης οτι υπάρχει κάπου κοντά μια κοινότητα ανθρώπων που, με τη ζωή της, τα πειράματά της και τη θεωρία που αντλούν απο αυτά, «καταδικάζουν την τάξη των πραγμάτων».Αντίθετα απ’ό,τι υπονοεί ο Ντεμπόρ, καμμιά θεωρία δεν μπορεί να είναι αλάνθαστη κι εντελώς αληθινή όσο ο κόσμος παραμένει συνολικά ψεύτικος. Ούτε δικαιούται να καυχιέται πώς «εξηγεί με ακρίβεια το κέντρο του κόσμου» όσο αυτό το κέντρο παραμένει πρακτικά όρθιο. Το βιβλίο Η κοινωνία του θεάματος, και γενικά οι θεωρίες των καταστασιακών, παρ’όλο που έστρεψαν την προσοχή μας προς το σωστό σημείο, δεν εξήγησαν «με ακρίβεια» το κέντρο του κόσμου. Επιπλέον, Η κοινωνία του θεάματος περιέπεσε και σε θεμελιώδη σφάλματα σε ό,τι αφορά λ.χ. την οικονομία και το προλεταριάτο, σφάλματα που επιβεβαίωσαν τα μετέπειτα γεγονότα. *Τα σφάλματα και τα όρια αυτού του πιο ολοκληρωμένου βιβλίου του Γκυ Ντεμπόρ και τών επιλογών του που εκθέσαμε εδώ, αντικατοπτρίζουν τελικά τα σφάλματα και τα όρια της ίδιας της Κ.Δ. και των καταστασιακών.Πράγματι, οι καταστασιακοί αναζήτησαν το βορειοδυτικό πέρασμα ασκώντας ριζική κριτική σ’εκείνο που γνώριζαν καλύτερα και απο πρώτο χέρι ως μποέμ-καλλιτέχνες-διανοούμενοι.

΄Οσο τα λόγια τους, οι ιδέες τους, οι θεωρίες τους συνδέονταν οργανικά με το βίωμά τους, οι οποιεσδήποτε θεωρητικές πρόοδοί τους συνδέονταν επίσης οργανικά μ’ενα πλούτο πειραματισμών μέσα κι ενάντια στην καθημερινή ζωή, για τους οποίους μπορούμε να πούμε οτι σηματοδοτούσαν μια αληθινή παραγωγή συνθηκών καταστασιακού διαλόγου. Αυτή ακριβώς η δραστηριότητά τους τούς επέτρεψε να φτάσουν μέχρι μια ορισμένη σύλληψη και κριτική του θεάματος, και να πλησιάσουν το «κέντρο του κόσμου» (δηλαδή «τον τρόπο με τον οποίο ζούμε») τόσο ώστε να συναρπάσουν και να ταρακουνήσουν με το «σκάνδαλο του Στρασβούργου», το 1966, το πιο συγγενικό προς τους μποέμ-καλλιτέχνες κοινωνικό στρώμα, δηλαδή τους φοιτητές. ΄Ετσι, απο τη στιγμή που οι θεωρητικές απαιτήσεις της κριτικής τους τους ώθησαν να μιλήσουν ως «συνειδητοί προλετάριοι», οι καταστασιακοί προσέκρουσαν στο εσωτερικό τους όριο τόσο ως ατόμων όσο και ως οργάνωσης. Αυτό το όριο δεν μπόρεσαν να το ξεπεράσουν διότι θα έπρεπε να θέσουν σε κριτική και υπο συζήτηση συγκεκριμένες πλευρές της ύπαρξής τους – και καταρχήν τη σχέση τους με την οικονομία και το χρήμα –, που μέχρι τότε είχαν αφήσει άθικτες και που δεν ήθελαν καθόλου να θίξουν, είτε επειδή τους έκλειναν τα μάτια τα μαρξιστικά τους αυτονόητα, είτε επειδή είχαν στηρίξει σε αυτές τη μυθολογία του «θεωρητικού» ή όποιου άλλου «προβαδίσματός» τους[5]. Προσκρούντας στο εσωτερικό τους όριο, οι καταστασιακοί της Διεθνούς δεν μπόρεσαν (για την ακρίβεια : δεν σκέφτηκαν καν) να διαλεκτικοποιήσουν τις θέσεις και τα πειράματα που είχαν προωθήσει στο πεδίο της κριτικής της Τέχνης και του Πανεπιστημίου, περνώντας τις στην κριτική της Οικονομίας και του Προλεταριάτου.

Αντίθετα, εγκατέλειψαν την κριτική της καθημερινής ζωής θεωρώντας εσφαλμένα πως η προηγούμενη ζωντανή δραστηριότητά τους τούς είχε κιόλας φέρει στη θέση να κατέχουν την «άγνωστη θεωρία» του συνειδητού προλεταριάτου. Κι έτσι ξέπεσαν στον αριστερισμό, παλινορθώνοντας τη θεμελιωδώς αντί-καταστασιακή μαρξιστική και συμβουλιακή ιδεολογία με όλο το φετιχισμό τους για την οικονομία, το προλεταριάτο και την επανάσταση.Με αυτό το δεδομένο μπορούμε να πούμε οτι αυτές οι επιλογές του Ντεμπόρ, όχι μόνο δεν συνεισέφεραν στο ξεπέρασμα ή έστω στην κατονομασία αυτού του εσωτερικού ορίου των καταστασιακών, αλλά στην ουσία τους συμπύκνωσαν τόσο την αδυναμία τους να το συναντήσουν και να το ψηλαφήσουν όσο και την αυταπάτη τους ότι αποτελούσαν την «πρωτοπορεία» του συνειδητού προλεταριάτου, όπως προηγουμένως αποτελούσαν την πρωτοπορεία των συνειδητών μποέμ-καλλιτεχνών.΄Ετσι, μπροστά στην αδυναμία των καταστασιακών να ζωογονήσουν οι ίδιοι την ένωση και το πείραμά τους μετά το 1966, οι επιλογές του Ντεμπόρ (που όπως είδαμε καλούσαν σε αξιοποίηση του «θεωρητικού προβαδίσματός» τους, στην περιστολή του κοινού έργου τους σε αυτό της διατύπωσης μιάς «συνεκτικής θεωρίας» και της διάδοσής της ως της «άγνωστης θεωρίας» όλων των υπόλοιπων κοινωνικών ρευμάτων), μετέθεσαν το όλο πρόβλημα στη φανταστική συνάντηση, και μάλιστα απο τη θέση μιάς «πρωτοπορείας», των καταστασιακών με το επαναστατημένο προλεταριάτο – μια συνάντηση που απλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ταυτόχρονα, έθεσαν τις βάσεις της κεφαλαιοποίησης της προηγούμενης ζωντανής καταστασιακής δραστηριότητας στο βαθμό που υπέθεταν, και πρότειναν, οτι αυτή η συλλογική και ρευστή δραστηριότητα είχε ήδη παράγει ενα «ολοκληρωμένο» προϊόν, που θα μπορούσε να διακινηθεί σε μια κλίμακα πλατύτερη απο το συγκεκριμένο πεδίο και τις συνθήκες της παραγωγής του

Πάνω σ’αυτή τη βάση θεμελιώθηκε σταδιακά, και ουσιαστικά μετά την τελική κατάρρευση της Κ.Δ., ο ντεμπορισμός, επαναφομοιώνοντας και εκτρέποντας με μια σειρά επιπλέον μεταθέσεων και εξιδανικεύσεων τις πιο ζωντανές συνεισφορές του καταστασιακού πειράματος :Ενώ στην καταστασιακή οπτική η κριτική της καθημερινής ζωής είναι το κίνημα εκείνο που προχωρώντας «καταργεί τις υπάρχουσες συνθήκες», στην οπτική του ντεμπορισμού (όπως και κάθε αριστερισμού) το όλο ζήτημα μετατίθεται στη φανταστική συνάντηση μεταξύ ενός προλεταριάτου που υποτίθεται οτι πράττει χωρίς ακόμα να κατέχει τη θεωρία, κι εκείνων που φαντάζονται οτι κατέχουν την «άγνωστη θεωρία» του σαν ενα αναπαλαιωμένο είδος «στρατηγών». Ενώ στην καταστασιακή οπτική η θεωρία πηγάζει απο και αφορά στο στοχασμό πάνω στα πρακτικά πειράματα και στα εμπόδια που συναντούν εκείνοι που τη διατυπώνουν, στην οπτική του ντεμπορισμού (όπως και κάθε αριστερισμού) το ζήτημα μετατίθεται στη διατύπωση δογματικών βεβαιοτήτων και σ’ενα επαναστατίστικο σχολιασμό κοινωνικών πεπραγμένων που γίνονται χωρίς αυτούς — ενα σχολιασμό που φυσιολογικά αγγίζει τα όρια της συνωμοσιολογίας.Ενώ στην καταστασιακή οπτική η δράση είναι ενα συνολικό πρακτικό-θεωρητικό ζήτημα, που αφορά κατ’απόλυτη προτεραιότητα εκείνους που εμπλέκονται σε αυτήν ως ενα ζήτημα «κριτικής και αδιάκοπης αναδημιουργίας της ολότητας της καθημερινής ζωής» (και κατά συνέπεια αρνείται πλήρως την οποιαδήποτε χειραγώγηση ακριβώς επειδή το θεμελιακό αίτημά της ξεπερνά κατά πολύ την πολιτική), στην οπτική του ντεμπορισμού, όπως και κάθε αριστερισμού, η δράση περιστέλλεται στην (αναβαπτισμένη σε «στρατηγική») πρακτική της χειραγώγησης κατά το πρότυπο του Γητευτή. 

΄Ετσι η μόνη διαφορά μεταξύ του ντεμπορισμού και του κλασικού αριστερισμού — αλλά μια διαφορά που επιβεβαιώνει οτι ο ντεμπορισμός δεν είναι παρά ενας φιλοκαταστασιακός αριστερισμός — βρίσκεται στο γεγονός οτι, τον συντηρητικό ηθικισμό του κλασικού αριστερισμού έχει αντικαταστήσει, στον ντεμπορισμό, ενα είδος μποέμικου αμοραλισμού που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά το αποτύπωμα μιάς παγωμένης φωτογραφίας της καταστασιακής περιπέτειας. Συνεπώς ο ντεμπορισμός είναι ενας φιλοκαταστασιακός αριστερισμός, που θεμελιώθηκε απο τον Γκυ Ντεμπόρ πάνω στην κεφαλαιοποίηση του καταστασιακού πειράματατος :

1. Αφαιρώντας καταρχήν απο αυτό το σφαιρικό κοινό πείραμα εκείνο το κομμάτι του που, φαινομενικά, μπορούσε να αναπαραχθεί με όρους ατομικής δραστηριότητας σε μια πλατύτερη ποσοτική κλίμακα — δηλαδή τη «θεωρία».

2. Προβάλλοντας αυτή τη φαινομενικότητα ατομικότητας ως αληθινή πραγματικότητα μέσα απο τη βεντετοποίηση εκείνου που είχε το μεγαλύτερο συμφέρον, τις περισσότερες ικανότητες και τις λιγότερες αναστολές για να παίξει αυτό το παιχνίδι — δηλαδή του Γκυ Ντεμπόρ.

3. Αποκρύβοντας τη ρευστότητα, τις πραγματικές αντιφάσεις, το εσωτερικό όριο και την προβληματικότητα του γενικότερου πλαίσιου επικοινωνίας που εμπεριείχε αυτό το κομμάτι της κοινής δραστηριότητας — δηλαδή τα αίτια της παράλυσης και της κατάρρευσης της Κ.Δ..

4. Dιαφημίζοντας αυτή την αφαίρεση με όρους καθαρής θετικότητας, σαν ενα ολοκληρωμένο προϊόν-«αλήθεια», που δεν μπορεί να επιδέχεται παρά μόνο επιμέρους «βελτιώσεις» — δηλαδή σαν σκέψη για οπαδούς.

επιστροφή…

΄Εξοδος. 

Οι καταστασιακοί της Διεθνούς μπόρεσαν να κρατήσουν την ένωσή τους και το εγχείρημά τους ζωντανά για όσο διάστημα ήταν σε θέση να σκέφτονται και να μιλούν με αφετηρία εκείνου που γνώριζαν βιωματικά πιο άμεσα, δηλαδή για όσον καιρό σκέφτονταν και μιλούσαν σαν μποέμ-καλλιτέχνες και διανοούμενοι που γνωρίζουν τον περιορισμό αυτής της κοινωνικής θέσης και εξειδίκευσης, και τον αρνούνται.Απο αυτή τη θέση και στάση μπόρεσαν επίσης να πιάσουν τον παλμό και να ταρακουνήσουν όλους εκείνους που βρίσκονταν σε μια παρόμοια θέση και στάση. Απέτυχαν όμως απο τη στιγμή που θέλησαν να διευρύνουν τη στάση τους χωρίς ν’αλλάξουν τη θέση τους, δηλαδή απο τη στιγμή που φαντάστηκαν οτι ήταν σε θέση να πιάσουν τον παλμό και να ταρακουνήσουν τους προλετάριους που γνωρίζουν τον περιορισμό της δικής τους κοινωνικής θέσης και εξειδίκευσης και τον αρνούνται. Παραμένοντας μποέμ καλλιτέχνες-διανοούμενοι και απευθυνόμενοι απο εδώ, και μάλιστα με την έπαρση οτι κατέχουν ήδη την «άγνωστη θεωρία του προλεταριάτου», οι καταστασιακοί βρέθηκαν σύντομα να μιλούν «μ’ενα πτώμα στο στόμα». Η κατάρρευση της Κ.Δ. άρχισε λοιπόν απο τη στιγμή που οι καταστασιακοί βάλθηκαν να μιλούν για εκείνο που δεν γνώριζαν βιωματικά – την οικονομία και το προλεταριάτο. Με αυτό το δεδομένο, η απόπειρα μετάθεσης του προβλήματος και μυθικής αναπλήρωσης αυτής της αδυναμίας, την οποία τους προσέφεραν εκείνη τη στιγμή οι επιλογές και το προσωπικό έργο του Γκυ Ντεμπόρ, κατόρθωσε να λειτουργήσει λίγο ώς πολύ μέχρι την εποχή όπου το «υποκείμενο της ιστορίας» φαινόταν να συγκροτείται μέσ’απο τα πιο περιφερειακά προς την οικονομία και το προλεταριάτο κοινωνικά στρώματα, δηλαδή μεταξύ 1960 με 1970. Ωστόσο το όριο αλλά και το σφάλμα αυτής της απόπειρας φανερώθηκαν πλήρως στην μετά το 1968 εποχή, που σημαδεύτηκε απο την παράλυση και κατάρρευση της Κ.Δ., δηλαδή στο ξεκίνημα μιάς ιστορικής εποχής όπου γινόταν όλο και πιο ορατό (ιδιαίτερα μετά το τέλος του «Μάη» μέσα απο τις συμφωνίες της Γκρενέλ) οτι το «κέντρο του κόσμου» δεν θα μπορούσε να αποκαλυφθεί και να «εξηγηθεί με ακρίβεια» αν η κριτική της καθημερινής ζωής δεν εισέβαλε στον σκληρό πυρήνα του θεάματος, την οικονομία

Στη σημερινή ιστορική εποχή, η Κ.Δ. εξακολουθεί να στέλνει το ανολοκλήρωτο μήνυμα του ιστορικού στοιχήματός της συμπυκνώνοντας σε αυτό τόσο την πρώτη απόπειρα κάποιων ανθρώπων να πετύχουν μια απίθανη σύντηξη όσο και την αποτυχία τους όχι τόσο στο να την πετύχουν όσο στο να εμποδίσουν έγκαιρα την κεφαλαιοποίηση της δράσης τους.                                                                                                               επιστροφή…


[1] Βλ. την ανθολογία Το Ξεπέρασμα της Τέχνης, σελ. 291-292 (εκδόσεις ΄Υψιλον/βιβλία, α΄έκδοση 1985, επανέκδοση 1999). Μπορεί κανείς ν’ανατρέξει σ’αυτή την ανθολογία και για τα αποσπάσματα που θα παραθέσουμε στη συνέχεια του κειμένου.

[2] Μπορεί ο καθένας να παρατηρήσει αυτό το γεγονός τόσο μελετώντας τα τεκμήρια που παρατίθενται στο Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή των Γκυ Ντεμπόρ και Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι (στα ελληνικά, εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος), όσο και παρατηρώντας τη φτώχεια των τελευταίων Συνδιασκέψεων σε σχέση με τις διαμάχες που ζωντάνευαν τις προηγούμενες.

[3] Λίγα χρόνια αργότερα ο Σανγκουινέτι εμπλούτισε αυτόν τον ελιγμό με ενα ψέμμα. Στό Φιλαλήθης Αναφορά σχετικά με τις Δυνατότητες Διάσωσης του Καπιταλισμού στην Ιταλία έγραφε πως «η Κ.Δ. διαλύθηκε το 1972 εξαιτίας ακριβώς της επιτυχίας του ιστορικού εγχειρήματός της (…) Συνυπέγραψα άλλωστε την πράξη αυτής της διάλυσης τον Απρίλιο του 1972 μαζί με τον Γκυ Ντεμπόρ»! Αυτό που συνυπέγραψε ο Σανγκουινέτι μαζί με τον Ντεμπόρ τον Απρίλιο του 1972 ήταν το βιβλίο Το Αληθινό Σχίσμα στη Διεθνή. Είναι σαφές σε όποιον το διαβάσει οτι όχι μόνο δεν αποτελεί «πράξη διάλυσης» της Κ.Δ. αλλά και πως μια τέτοια πράξη δεν ήταν καν στις προθέσεις των συγγραφέων του : πρόκειται για πράξη σχίσματος, όπως το λέει ο τίτλος, και μάλιστα χωρίς σοβαρό αντίδικο (βλ. θέση 56) όπως είχε συμβεί στην περίπτωση Μαρξ-Μπακούνιν. Συνεπώς, πράξη διάλυσης της Κ.Δ. με ό,τι πραγματικά σημαίνει κάτι τέτοιο, δεν έχει υπάρξει! Πρέπει λοιπόν να συμπεράνουμε οτι ο Σανγκουινέτι λέει ψέμματα και πως, παρ’όλο οι Ντεμπόρ-Σανγκουινέτι είχαν την τόλμη να «σπάσουν» την Κ.Δ. απομακρύνοντας τους «ενατενιστές», δεν είχαν την τόλμη ή ίσως τη διάθεση πλέον ούτε να την διαλύσουν αλλά ούτε και να την συνεχίσουν έστω και με άλλη μορφή. Και οτι απλώς παράτησαν το όλο θέμα της οργάνωσης για χάρη μιάς πιό εξατομικευμένης πρακτικής.

[4] Στο Υποτιθέμενο Σχίσμα στη Διεθνή (1972), που υπάρχει στα «Chroniques des sécrets publiques»  των Ντενεβέρ και Σαρλ (διατίθεται). 

  

Μάιος-Ιούνιος 1998        Γιάννης Δ. Ιωαννίδης           (Terminal 119)

          επιστροφή…

______________________________________________________

____________________________________

Καταστασιακοί και Καστανέντα 
 

Όταν δύο παραδόσεις, οι απαρχές των οποίων χάνονται στα βάθη της ιστορίας -ή μάλλον εκκινούν μαζί της- συναντώνται στο πεδίο της καθημερινής ζωής των ανθρώπων, το μόνο πεδίο το οποίο έχει μια πραγματικά ζωτική σημασία γι’ αυτούς, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε μια άκρως ενδιαφέρουσα τομή δύο τρόπων ζωής, δύο τρόπων δράσης, βίωσης του εαυτού μας και του κόσμου γύρω μας. Δύο τρόπων ζωής οι οποίοι πόρρω απέχουν από τις διάφορες φιλοσοφικο-πολιτικο-θρησκευτικές «παραινέσεις» (διάβαζε καταναγκασμούς) περί το ευ ζην. Όταν μάλιστα ο κοινός τόπος αυτών των παραδόσεων, που μια επιφανειακή εξέτασή τους θα αναδείκνυε ως τομή τους το κενό, δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο των καθημερινών βιωμάτων των ανθρώπων, τότε το όλο ζήτημα καθίσταται ζωτικής σημασίας για όλους μας. Οι δύο αυτές παραδόσεις αφορούν στο ρεύμα της κοινωνικής ανατροπής που εκφράστηκε στον αιώνα μας κύρια από τους καταστασιακούς και στο ρεύμα της «μαγείας» όπως αυτό καταγράφτηκε από τον Καστανέντα. 
 
 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Τα κοινά σημεία των προαναφερθεισών παραδόσεων μου έγιναν αντιληπτά πριν από μια δεκαετία περίπου – και μάλιστα με έναν εντυπωσιακά απροσδόκητο τρόπο, αν και χρειάστηκαν αρκετά χρόνια για να «μπούνε σε κάποια σειρά». Η καθυστέρηση στην δημοσιοποίηση αυτών των «ανακαλύψεων» έχουν να κάνουν αφενός με τους ενδοιασμούς μου για την χρησιμότητα αυτού του εγχειρήματος και αφετέρου με την μοναχικότητα που εκ των πραγμάτων απορρέει από μια τέτοια σύζευξη. Τελικά αποδείχτηκε πως ούτε οι επαναστάτες ούτε οι «μυστικιστές» ήταν πρόθυμοι να μελετήσουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αν και, οφείλω να ομολογήσω ότι, όσοι αγωνίζονταν να πάρουν την ζωή τους στα χέρια τους, είτε ήταν εξοικειωμένοι είτε όχι με το έργο των καταστασιακών, έβρισκαν εξαιρετικό ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση. Οι υπόλοιποι, οι μυστικιστές είτε οι εξοικειωμένοι με τα γραφτά του Καστανέντα είτε εκείνοι που έχουν εναποθέσει τα ρετάλια της ζωής τους στα χέρια της οποιασδήποτε Υπέρτατης Μαλακίας του Σύμπαντος τρέπονταν σε άτακτη φυγή μπροστά σε όρους όπως έλεγχος της καθημερινής ζωής ή ελευθερία. 

Η αντιδραστική φύση της μυστικιστικής «εμπειρίας» έχει καταδειχτεί με έξοχο τρόπο από τον Β. Ράιχ (Η γέννηση του φασισμού) και εδώ θα ήθελα απλά να παρατηρήσω ότι σε εποχές, όπως η σημερινή, όπου η προϊούσα αποσύνθεση της κοινωνίας και του κόσμου είναι κάτι παραπάνω από εμφανής ακόμα και σε κάθε ψευτο-προοδευτικό καθίκι που εκτός των άλλων τρέφει και μεταφυσικές ανησυχίες ή ενδιαφέροντα, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη όλη αυτή η αναβίωση των παραφυσικών, μεταφυσικών, μυστικιστικών -και της Παναγιάς τα μάτια- πεποιθήσεων που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στις ερήμους της καθημερινής ζωής. 

Ούτε βέβαια θα έπρεπε να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι όλες αυτές οι εξαιρετικά δραστήριες «πίστεις» εκπορεύονται από τα ίδια κέντρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. [Η λέξη «Εσάλεν» σας λέει τίποτα;] 

Κάπου, κάποτε -σ’ άλλους τόπους και άλλες εποχές- «υποχρεώθηκα» να εγκαταλείψω την nο man’s land της κοινωνικής αμφισβήτησης και να μπω στα ταραγμένα ύδατα μιας καθημερινότητας όπου η -ας την ονομάσω- «αυτοψυχανάλυση», ή -αν προτιμάτε- η αυτοεξέταση της ζωής μου (βασισμένη κύρια στο Σαβουάρ Βιβρ του Βανεγκέμ) και που αργότερα θα μάθαινα ότι ο Καστανέντα αποκαλούσε ανασκόπηση της ζωής, με οδήγησε σε μια κατάσταση παρατεταμένου άγριου κεφιού. 

Το πετσόκομμα των περισσότερων συνηθειών, όλων εκείνων των φθοροποιών κινήσεων της καθημερινότητας, το παιχνίδι με τους εναλλασσόμενους ρόλους που αποκτούσαν μια εξαιρετική διαύγεια μόνο και μόνο για να εξευτελιστούν, ο αυτοχλευασμός που έφτανε στην κοροϊδία των πάντων, οι προσωπικές σχέσεις που θεμελιώνονταν πάνω σε ένα φοβερά αδιάφορο ενδιαφέρον (στο κάτω κάτω πως μπορείς να φέρεσαι στον άλλο σαν άνθρωπο όταν ο ίδιος έχει υποβιβάσει τον εαυτό του σε ρόλο αντικειμένου; και ταυτόχρονα βέβαια χωρίς να του φέρεσαι σαν σε αντικείμενο), είχαν σαν αποτέλεσμα την βίωση (κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση) κάποιων καταστάσεων και γεγονότων που θα μπορούσε κάποιος με περισσή ευκολία να χαρακτηρίσει ως μυστικιστικές εμπειρίες και να τα κατατάξει στον χώρο του μεταφυσικού. 

Μη έχοντας όμως κάποια σχέση με κανέναν τέτοιο χώρο και μην πιστεύοντας σε οποιουδήποτε είδους Υπερβατική Μαλακία, ήμουνα υποχρεωμένος να «περιοριστώ» στην μόνη απλή εξήγηση που μπορούσα να δώσω: ήταν ο τρόπος ζωής μου εκείνης της περιόδου που προκαλούσε αυτές τις καταστάσεις, η δύναμη που απελευθερωνόταν από τους καταναγκασμούς της καθημερινότητας και έβρισκε άλλες διεξόδους. Οι Καταστασιακοί δεν μου έκαναν την χάρη να μου δώσουν κι αυτή την εξήγηση αν και σε πολλά σημεία των κειμένων τους την αγγίζουν και μετά της γυρίζουν την πλάτη λες και δεν θέλουν να μιλήσουν γι αυτά ή απλά προτιμούν να τα αγνοήσουν. 

Μερικά χρόνια αργότερα μετά από μια σειρά παράδοξων (όπως θα τα χαρακτήριζε ο Μάρκοβιτς του Σπίνραντ) γεγονότων «έτυχε» να πέσει στα χέρια μου το βιβλίο του Καστανέντα Το Δώρο του Αετού. Εκεί υπήρχε κωδικοποιημένη μια σειρά «κανόνων» -Οι αρχές της καταδίωξης- που η ομάδα των μάγων εφήρμοζε στην καθημερινή της ζωή. 

Τα κοινά σημεία Καταστασιακών και Καστανέντα, όπως ανακάλυψα σύντομα, δεν περιορίζονταν στον χωρόχρονο της καθημερινής ζωής αλλά επεκτείνονταν και σε μια σειρά άλλων καίριων ζητημάτων, και ταυτόχρονα διασταυρώνονταν με μια σειρά τρόπων δράσης και ζωής που ξεκινούσαν από τον Επίκουρο και έφταναν -στον αιώνα μας- μέχρι τον Ράιχ και τον «μετα-καταστασιακό» Βουαγιέ, ο οποίος επιχείρησε μια προσέγγιση του έργου του Ράιχ μέσα από μια καταστασιακή λογική. 

Αυτά τα ζητήματα, όμως, ελάχιστα θα μας απασχολήσουν στα πλαίσια αυτού του -αναγκαστικά- σύντομου σημειώματος, ο πρόχειρος χαρακτήρας του οποίου δε σκοπεύει παρά μόνο να σας ανοίξει την όρεξη. Ελπίζω να εξαντλήσω το όλο θέμα σε μια ευρύτερη μελέτη, που αν όλα πάνε καλά θα έχει την μορφή βιβλίου και θα είναι έτοιμο ως τα τέλη αυτού του χρόνου ή στις αρχές του επόμενου. Αν και σας υπόσχομαι ότι κάποια τμήματά της θα συναντήσετε στις σελίδες επόμενων τευχών του ανά χείρας περιοδικού. 

Θα κλείσω αυτόν τον ελλιπέστατο πρόλογο με μια προειδοποίηση. 

Δε σκοπεύω να συγγράψω μια «μαγική» Πραγματεία Περί Σαβουάρ Βιβρ, ούτε πολύ περισσότερο να αυτοαναγορευτώ σε έγκυρο σχολιαστή του Καστανέντα. Ο καθένας σας, στον βαθμό που αγωνίζεται για την ελευθερία του -ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό- μπορεί να ανατρέξει στα γραφτά των μεν ή του δε και να βρει εκεί μόνος του «το ραβδί για να δαρθεί». ΄Η, αν προτιμάτε τα αποσπάσματα, «ό,τι βιωμένο υπάρχει σ’ αυτό το βιβλίο, δεν είναι στις προθέσεις μου να γίνει κατανοητό από εκείνους τους αναγνώστες που δεν είναι έτοιμοι να το ξαναβιώσουν εντελώς συνειδητά» (Βανεγκέμ) ή, όπως έλεγε και ο Δον Χουάν, λίγοι άνθρωποι έχουν την δύναμη να κατανοήσουν αυτά που λέω κι ακόμα λιγότεροι να τα κάνουν κάτι. 

Κι αυτά ισχύουν και για μένα και για σας και για όλους τους ανθρώπους. Παγιδευόμαστε σε μικρέςιδιωτικές κολάσεις, γεννήματα της βλακείας μας. Φοβόμαστε την ελευθερία. Τα πρωινά που πεθαίνουν οι επαναστάτες δονούνται από το παλιό, αλλά και τόσο σύγχρονο ερώτημα: γιατί δεν επαναστατούμε; Γιατί δεν εξεγειρόμαστε; Τις απόπειρες να δοθεί μια απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα τις έχουμε πληρώσει πολύ ακριβά. Ο Ράιχ γυρεύοντας μια απάντηση ανακάλυψε την θωράκιση του ανθρώπου, περιέγραψε την άθλια άμυνα του ανθρώπου ενάντια στην ίδια του την αθλιότητα: τον χαρακτήρα. Οι καταστασιακοί πήγαν ένα βήμα παραπέρα ή παραδίπλα. Οι μάντεις του Καστανέντα αγωνίζονται για το γκρέμισμα του χαρακτήρα. Πρέπει να σταματήσεις να μιλάς με τους όρους των μαύρων μάγων προτρέπει ο Δον χουάν τον Κάρλος Καστανέντα (ΚΚ). Ποιοι είναι οι μαύροι μάγοι; Όλοι αυτοί γύρω μας που καθορίζουν τις λέξεις, τον τρόπο που μιλάμε, τον τρόπο που ζούμε. 

Σκεφτόμαστε, μιλάμε, ζούμε με τους όρους που καθορίζουν κάποιοι άλλοι. Όποιοι άλλοι. «Δε μπορούμε να μιλήσουμε για τους άλλους με τους όρους τους δικούς τους», θα έλεγε ο Μαρξ. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τους ίδιους μας τους εαυτούς! Ταυτιζόμαστε με τους ανθρώπους που μας περιβάλλουν (ΚΚ). «Η ταύτιση είναι ο τρόπος εισόδου στον ρόλο… Λειτουργία του ρόλου είναι το βρικολάκιασμα της θέλησης για ζωή. Ο ρόλος αναπαριστάνει το βίωμα μεταμορφώνοντάς το σε πράμα, παρηγορεί για το που φτωχαίνει η ζωή», μας λέει ο Ραούλ Βανεγκέμ (ΡΒ). 

Γιατί δεν επαναστατούμε; Γιατί δεν πολεμάμε για να κατακτήσουμε την ολότητα του εαυτούμας; (ΚΚ, αλλά και ΡΒ). «Η δυσκολία μας είναι ότι οι περισσότεροι από μας δε θέλουμε να δεχτούμε ότι μας χρειάζονται τόσα λίγα για να ξεκινήσουμε. Θέλουμε να περιμένουμε διδασκαλίες, οδηγίες, δασκάλους, καθηγητές. Κι όταν μας λένε ότι δεν τα χρειαζόμαστε όλα αυτά, δεν το πιστεύουμε» (ΚΚ 1-169). Η ποίηση που περικλείεται στα βιβλία της Καταστασιακής Διεθνούς μπορεί άνετα να γίνει αντιληπτή από ένα δεκατετράχρονο κορίτσι, συμπληρώνει ο Γκυ Ντεμπόρ (ΓκΝτ). Απαιτείται να πολεμήσουμε, και λέγοντας πόλεμο εννοούμε την ολική πάλη ενάντια στην ατομικότητα που έχει στερήσει τον άνθρωπο από την δύναμή του (ΚΚ). Αγώνας ενάντια στην αλλοτρίωση. Τρέμουμε την ελευθερία. Φοβόμαστε μη χάσουμε την άνεση του κλουβιού της καθημερινότητάς μας. Ανταλλάσσουμε την απατηλή άνεση του κλουβιού μας με την άπλα, και την ελευθερία των όσων ξανοίγονται μπροστά μας. Δεν καταλαβαίνουμε τι είναι η ελευθερία ξέρουμε όμως ότι είναι το αντίθετο των αναγκών μας (ΚΚ 1-195). Παίζουμε με σημαδεμένα (από άλλους) χαρτιά, και χάνουμε. Γράφει ο Βανεγκέμ: «Ποιος Φουριέ θανατώθηκε έξυπνα στον άρρωστο εκείνο για τον οποίο μιλάει ο φρενολόγος Βολνά: «για να νοιώσω άνετα», έλεγε, «μου χρειάζεται άπλα, ελεύθερο πεδίο. […] Χρειάζομαι ελευθερία χώρου. Παλεύω με τα πράματα που βρίσκονται γύρω μου».» (ΡΒ 4-45) 
 
 

ΠΑΡΑΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ 

Σύμφωνα με τους πολεμιστές του Δον Χουάν υπάρχουν τρεις τύποι προσοχής. Ορίζουν την Προσοχή ως «την τιθάσευση και την αύξηση της συνείδησης μέσω της διαδικασίας της ζωής«. 

Οι τρεις τύποι προσοχής είναι αντίστοιχα η πρώτη, η δεύτερη και η τρίτη προσοχή. 

«Η πρώτη προσοχή στον άνθρωπο είναι η ζωώδης συνείδηση, που, μέσα από την διαδικασία της εμπειρίας, αναπτύχθηκε σε μια περίπλοκη, ιδιαίτερα εύθραυστη ικανότητα που αντιμετωπίζει τον καθημερινό κόσμο από όλες τις αναρίθμητες απόψεις του. Με άλλα λόγια, όλα όσα μπορεί να σκεφτεί κανείς, αποτελούν μέρος της πρώτης προσοχής. Η πρώτη προσοχή είναι όλα όσα είμαστε σαν συνηθισμένοι άνθρωποι. Λόγω του απόλυτου ελέγχου της στην ζωή μας, η πρώτη προσοχή είναι το πιο πολύτιμο πράγμα που έχει ο μέσος άνθρωπος. Ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό μας πολύτιμο πράγμα» (ΚΚ 3-77). Η πρώτη προσοχή έχει να κάνει με όλα όσα είμαστε σε θέση να επιλέξουμε σαν άτομα. Δηλαδή, αναφέρεται στις ανθρώπινες επιλογές. Έχουν σχέση με το επίπεδο του καθημερινού εύρους μας. Το γνωστό. 

Η δεύτερη και η τρίτη προσοχή δεν θα μας απασχολήσει στα πλαίσια του παρόντος σημειώματος. Απλά θα αναφέρω ότι η δεύτερη προσοχή έχει σχέση με τις ανθρώπινες δυνατότητες. 

«Ο πολεμιστής δε σκύβει το κεφάλι του σε κανέναν. Όμως ταυτόχρονα δεν επιτρέπει σε κανέναν να σκύψει το κεφάλι του σ’ αυτόν. […] Γνωρίζω μόνο την ταπεινότητα του πολεμιστή, κι αυτό δε θα μου επιτρέψει ποτέ να γίνω αφέντης κανενός.» (Δον Χουάν – Καστανέντα) 

Όλα τα μέλη της ομάδας των μάγων διδάσκονταν δύο και μόνο τέχνες. Την τέχνη της παραφύλαξης και την τέχνη του ονειρέματος. Οι παραφυλάσσοντες, αυτοί που ασκούν την τέχνη της παραφύλαξης, είναι αυτοί που δέχονται την ορμή του καθημερινού κόσμου. «Οι παραφυλάσσοντες είναι οι γνώστες της ελεγχόμενης τρέλας όπως οι ονειρευτές είναι οι γνώστες του ονειρέματος. Με άλλα λόγια, η ελεγχόμενη τρέλα είναι η βάση για την παραφύλαξη, ακριβώς όπως τα όνειρα είναι η βάση για το ονείρεμα. Ο Δον Χουάν είπε ότι γενικά μιλώντας η μεγαλύτερη επίτευξη του πολεμιστή στην δεύτερη προσοχή είναι το ονείρεμα και στην πρώτη προσοχή η μεγαλύτερη επίτευξή του είναι η παραφύλαξη» (ΚΚ 2-260). 

Προφανώς, εδώ θα μας απασχολήσει μόνο η πρώτη προσοχή, δηλαδή, η παραφύλαξη και οι παραφυλάσσοντες, γεγονός που μας θέτει μπροστά σε ένα πρόβλημα ορισμών ή μάλλον απόδοσης κάποιων όρων στα ελληνικά. 

Ο Καστανέντα χρησιμοποιεί τους όρους stalk, stalking και stalker. Ας ανοίξουμε ένα λεξικό: stalk: 1. περπατώ με αργά αγέρωχα βήματα/με μεγάλες δρασκελιές. 2. (μεταφορ.) προχωρώ αμείλικτα. 3. πλησιάζω (θήραμα) αθόρυβα, καταδιώκω ή παρακολουθώ αθέατος, παραφυλάω, -ing hοrse (μεταφ.) δούρειος ίππος, πρόσχημα, -er (ουσ.) κυνηγός. 

Ο Δον Χουάν λέει: «μερικοί μάντεις έχουν αντιρρήσεις για τον όρο παραφύλαξη (stalking), το όνομα όμως αυτό βγήκε γιατί υποδηλώνει λαθραία συμπεριφορά. Ονομάζεται ακόμα και τέχνη της κλοπής, αλλά ο όρος είναι ανεπιτυχής. Εμείς λόγω του αντιμιλιταριστικού μας χαρακτήρα την αποκαλούμε τέχνη της ελεγχόμενης τρέλας. Εσύ μπορείς να την λες όπως σου αρέσει. Εμείς, όμως, θα συνεχίσουμε με τον όρο παραφύλαξη, μια και είναι πιο εύκολο να λέμε κυνηγός, από το παράξενο κατασκευαστής ελεγχόμενης τρέλας» (ΚΚ 1-96). 

Σε ένα ελληνικό λεξικό μπορούμε να βρούμε μια σωρεία επεξηγήσεων για το ρήμα «παραφυλάσσω (-άγω, -άω): επί στρατιωτών: φρουρώ αγρύπνως, είμαι φρουρός, φρουρώ υπέρ το κανονικόν, προστατεύω, υπερασπίζω, προσέχω-επιτηρώ τις κινήσεις ενός, ενεδρεύω-παραμονεύω, διαφυλάττω- διατηρώ τι μετά προσοχής και επιμελείας, είμαι προσεκτικός, αγρυπνώ». μια απλή σύγκριση μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ρήμα παραφυλάω είναι πλησιέστερα στην έννοια του stalk, και συνεπώς θα χρησιμοποιούμε τους όρους παραφυλάω (stalk) και παραφύλαξη (stalking). Τέλος, η σωστή απόδοση του όρου stalker θα ήταν «ο παραφυλάσσων», θα προτιμήσουμε όμως τον όρο «κυνηγός» (ο ασκών την τέχνη της παραφύλαξης) για λόγους απλότητας μιας και τον προτιμούν οι περισσότεροι μεταφραστές του Καστανέντα, μερικοί από τους οποίους έχουν χρησιμοποιήσει και τους όρους «καταδιώκω, καταδίωξη, διώκτης» που μάλλον βρίσκονται εκτός κλίματος. Γι’ αυτό λίγη προσοχή με τους όρους όταν διαβάζετε Καστανέντα δε βλάπτει. 

«Η ταύτιση είναι ο τρόπος εισόδου στον ρόλο. Η αναγκαιότητα ταύτισης έχει άπειρα μεγαλύτερη σημασία για την ηρεμία της εξουσίας από την επιλογή προτύπων ταύτισης. Ο ρόλος αναπαριστάνει το βίωμα μετατρέποντάς το σε πράμα, παρηγορεί για το που φτωχαίνει η ζωή. Γίνεται έτσι υποκατάστατη και νευρωτική ευχαρίστηση. Σημασία έχει να αποκολληθούμε από τους ρόλους και να τους αποδώσουμε στο παιχνίδι» (ΡΒ 4-159). 

«Η παραφύλαξη είναι ο έλεγχος της συμπεριφοράς. Η τέχνη της παραφύλαξης είναι η τέχνη της χρησιμοποίησης της συμπεριφοράς με καινούργιους τρόπους για συγκεκριμένους σκοπούς. Η κανονική συμπεριφορά των ανθρώπων στην καθημερινή μας ζωή αποτελεί ρουτίνα. Κάθε συμπεριφορά έξω από την ρουτίνα δημιουργεί ένα ασυνήθιστο αποτέλεσμα σ’ ολόκληρο το είναι μας» (ΚΚ 1-195). 

Μέσα στην τέχνη της παραφύλαξης υπάρχει μια τεχνική που οι μάντεις χρησιμοποιούν κατά κόρον: η ελεγχόμενη τρέλα. Την εφαρμόζουν με όλα και με όλους του καθημερινού κόσμου, ακόμα και με τον εαυτό τους (ΚΚ 1-251). Η ελεγχόμενη τρέλα δεν είναι ένας τρόπος για να ξεγελούν ή να τιμωρούν ανθρώπους ή να νοιώθουν ανώτεροι από αυτούς. Δε σημαίνει να εξαπατάς τους ανθρώπους. Σημαίνει ότι οι πολεμιστές εφαρμόζουν τις εφτά βασικές αρχές της τέχνης της παραφύλαξης σε οτιδήποτε κάνουν, από τις πιο ασήμαντες πράξεις μέχρι τις καταστάσεις ζωής και θανάτου. Είναι η τέχνη της ελεγχόμενης απάτης, η τέχνη της υποκρισίας. Η προσποίηση πρέπει να είναι τόσο καλή που κανείς να μη μπορεί να την ξεχωρίσει από την αλήθεια. Η ελεγχόμενη τρέλα δεν είναι μια άμεση απάτη, αλλά ένας εκλεπτυσμένος, θεατρικός τρόπος να είσαι χωρισμένος από τα πάντα ενώ ταυτόχρονα αποτελείς αναπόσπαστο κομμάτι τους (ΚΚ 1-251). 

Στον άλλο πόλο της απόλυτης ταύτισης, γίνεται να υπάρξει κάποια απόσταση ανάμεσα στον ρόλο και τον εαυτό σου, μια ζώνη παιχνιδιού που να αποτελεί πραγματική φωλιά για στάσεις ενάντια στην θεαματική τάξη. Και η ταύτιση με τον ρόλο δίνει διπλό χτύπημα: οικειοποιείται το παιχνίδι των μεταμορφώσεων, την ευχαρίστηση για μεταμφίεση και ποικιλομορφία (ΡΒ 4-167). 

Στην ελεγχόμενη τρέλα πρέπει να μπορεί κανείς να γελάει με τον ίδιο του τον εαυτό (ΚΚ). Η ευχαρίστηση, η χαρά της ζωής, η ξέφρενη απόλαυση τσακίζουν το καβούκι, (την θωράκιση του Ράιχ) τσακίζουν τον ρόλο (ΡΒ 4-168). Κάτω από το καβούκι όλα είναι τρωτά. Το μόνο που απομένει, λοιπόν, είναι η παιχνιδιάρικη λύση του «να κάνεις πώς...». να παίζεις ύπουλα με τους ρόλους. 

Ατομικά, επομένως και με τρόπο μεταβατικό, πρέπει να μάθουμε πώς να θρέφουμε τους ρόλους μας χωρίς ποτέ να τους σιτεύουμε σε βάρος μας. Να τους έχουμε για προστασία (η πρώτη προσοχή είναι το πολυτιμότερο πράγμα του ανθρώπου), προστατευόμενοι ενάντιά τους (ΡΒ 4-182). 
«Όχι μάταιους καβγάδες, όχι άχρηστες συζητήσεις, όχι ρητορείες, όχι συμπόσια, όχι βδομάδες μαρξιστικής σκέψης! Όταν χρειαστεί να χτυπήσεις για να ελευθερωθείς πραγματικά, χτύπα του σκοτωμού! Οι λέξεις δεν σκοτώνουν» (ΡΒ 4-182). 

«Να απορρίπτεις καθετί που δεν είναι αναγκαίο. Μη μπλέκεις τα πράγματα. Να επιδιώκεις να είσαι απλός. Χρησιμοποίησε όλη την συγκέντρωση που διαθέτεις για να αποφασίσεις αν θα μπεις ή όχι στην μάχη, γιατί κάθε μάχη είναι μάχη για την ίδια την ζωή. Ένας πολεμιστής πρέπει να είναι πρόθυμος και έτοιμος να δώσει την τελευταία του μάχη εδώ και τώρα. Αλλά όχι με έναν άτακτο τρόπο.» (Δεύτερη και τρίτη αρχή της παραφύλαξης) 

Η παράθεση αποσπασμάτων μπορεί να συνεχιστεί για σελίδες επί σελίδων, και ίσως να μην έχει κάποια πρακτική αξία, δηλαδή αξία χρήσης. Θα επανέλθουμε σε κάποιο από τα επόμενα τεύχη με την λεπτομερή εξέταση των επτά βασικών αρχών της παραφύλαξης. Και μην ξεχνάτε ότι:  
«Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, από τούτη την ελίτ που θα ενδιαφερθεί γι’ αυτά, οι μισοί, ή σχεδόν οι μισοί, είναι άνθρωποι που εργάζονται για την διατήρηση του συστήματος θεαματικής κυριαρχίας, κι οι άλλοι μισοί άνθρωποι που θα επιμείνουν μανιωδώς στην επίτευξη του εντελώς αντίθετου. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τους πολύ προσεκτικούς και κατόχους κάθε λογής εξουσίας αναγνώστες, δε μπορώ προφανώς να μιλήσω εντελώς ελεύθερα. Πρέπει κυρίως να προσέξω να μη διδάξω με το παραπάνω τον οποιονδήποτε» (ΓκΝτ 5-8). 

Και μην ξεχνάτε ότι οι μπατσαρίες σ’ αυτόν τον πλανήτη δεν έχουν τελειωμό. Μπορεί η μπατσαρία που συναντάμε στους δρόμους να είναι η πλέον απεχθής και επαχθής, γιατί είναι και η πλέον ορατή, αλλά οι «αόρατες» μπατσαρίες που λυμαίνονται τον πλανήτη δεν είναι λιγότερο επικίνδυνες. Και αναφέρομαι, βέβαια, σ’ όλους εκείνους που, εκτός από τις πράξεις μας, θέλουν να ελέγξουν και τον νου μας. Άμεσα ή έμμεσα. Και ο νοών νοείτω… 

Ειλικρινώς ημέτερος 

Χρήστος Μόρφος 
Πόλη των Αθηνών 
Άνοιξη 1992 
   

Βιβλιογραφία  

1. Κάρλος Καστανέντα, Η Δύναμη της Σιωπής  
2. Κάρλος Καστανέντα, Το Δώρο του Αετού  
3. Κάρλος Καστανέντα, Εσωτερική Φλόγα  
4. Ραούλ Βανεγκέμ, Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής  
5. Γκυ Ντεμπόρ, Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος  
  
  

(Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 29 του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη»)

Advertisements

03/01/2007 - Posted by | -Ιδεολογικά

1 σχόλιο

  1. […] …για τον ντεμπορισμό […]

    Πίνγκμπακ από -Η κοινωνία του θεάματος « Πόντος και Αριστερά | 05/02/2007


Sorry, the comment form is closed at this time.

Αρέσει σε %d bloggers: